ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-315/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Ιστορικό της διαφοράς
Τον Ιούνιο του 1989, οι προσφεύγουσες, η ολική παραγωγή των οποίων αντιπροσώπευε την εποχή εκείνη το σύνολο της κοινοτικής παραγωγής ηλεκτρικών κινητήρων μονοφασικού ρεύματος δύο ταχυτήτων για ηλεκτρικά πλυντήρια, υπέβαλαν καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Κοινότητας ( ΕΕ L 209, σ. 1 ), ισχυριζόμενες ότι οι εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.
Εκτιμώντας ότι η καταγγελία αυτή περιελάμβανε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη ντάμπινγκ και την πρόκληση ζημίας εξ αυτού, η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της 14ης Νοεμβρίου 1989 ανακοίνωση για την κίνηση διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων ηλεκτροκινητήρων μονοφασικού ρεύματος δύο ταχυτήτων, καταγωγής Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας, υπαγομένων στον κωδικό ΣΟ 85014090 (ΕΕ C 286, σ. 11), κινώντας παράλληλα τη σχετική με τη διεξαγωγή έρευνας διαδικασία.
Η έρευνα της Επιτροπής κάλυψε την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Σεπτεμβρίου. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή βάσει του συνόλου των πληροφοριών που συνέλεξε συνοψίζονται στο εξής:
« 'Δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε καμία εισαγωγή από τη Βουλγαρία στην Κοινότητα το 1988 και κατά την περίοδο της έρευνας, η Επιτροπή εξαίρεσε εκ προοιμίου τη χώρα αυτή από τη διαδικασία. »
Όσον αφορά τις εισαγωγές ηλεκτρικών κινητήρων από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία, η Επιτροπή κατέληξε, στη συνέχεια, ότι οι εισαγωγές αυτές δεν προξένησαν σοβαρή ζημία στην οικεία κοινοτική βιομηχανία. Στήριξε δε το συμπέρασμα της στις εξής διαπιστώσεις:
« Η αύξηση αυτών των εισαγωγών καταγωγής Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας ήταν μικρότερη από εκείνη της κοινοτικής κατανάλωσης. Η μείωση των εν λόγω εισαγωγών ήταν ιδιαίτερα αισθητή κατά την περίοδο της έρευνας, δεδομένου ότι ανήλθε σε 8 ο/ο, ενώ η κοινοτική κατανάλωση έμεινε σχετικά σταθερή. Συνεπώς, σε σχέση με την κοινοτική κατανάλωση, το μερίδιο των εισαγωγών ηλεκτρικών κινητήρων από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία μειώθηκε κατά την περίοδο 1986-1989 κατά 2,7 ο/ο, ήτοι από 26,6 ο/ο το 1986 σε 23,9 ο/ο το 1989. »
Παρά την ύπαρξη μειωμένων τιμών στις δύο κυριότερες αγορές για τις οποίες προορίζονταν τα εν λόγω προϊόντα, ήτοι την ιταλική αγορά ( μεταξύ 3 και 26 % όσον αφορά τον Ρουμάνο εξαγωγέα, μεταξύ 5 και 26 o/ο όσον αφορά τον Τσεχοσλοβάκο ) και την ισπανική ( μεταξύ 4 και 18 ο/ο όσον αφορά τον Τσεχοσλοβάκο εξαγωγέα ), από την εξέταση της επιπτώσεως των εισαγωγών αυτών επί της κοινοτικής βιομηχανίας προέκυψε ότι όλοι οι οικονομικοί δείκτες που αφορούσαν τον οικείο βιομηχανικό κλάδο ήταν θετικοί εκτός ενός.
Πράγματι, οι κοινοτικοί παραγωγοί μπόρεσαν να αυξήσουν την παραγωγή τους κατά 20,6 % οι πωλήσεις τους εντός της Κοινότητας αυξήθηκαν κατά 16,1 o/ο, οι δε εξαγωγές κατά 13 o/ο. Κατά συνέπεια το μερίδιο της αγοράς που κατείχαν οι κοινοτικοί παραγωγοί αυξήθηκε κατά 2,6 ο/ο, από 73,4 ο/ο το 1986 σε 76 ο/ο κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας. Επίσης, αισθητή αύξηση σημείωσαν και οι τιμές των οικείων κοινοτικών προϊόντων κατά τη διάρκεια της περιόδου διεξαγωγής της εν λόγω έρευνας.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, το μοναδικό στοιχείο που δεν ήταν τόσο θετικό αφορά τα αποτελέσματα χρήσεως τα οποία κατέστησαν αρνητικά κατά την περίοδο της έρευνας. Εκ' αυτού, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει την τάση αυτή, διότι δύο επιχειρήσεις που αντιπροσώπευαν το ήμισυ της κοινοτικής παραγωγής κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν προσκόμισαν στοιχεία για τα προηγούμενα έτη όσον αφορά την οικονομική κατάσταση τους. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δύο παραγωγοί εξακολουθούσαν να έχουν κέρδη, ο ένας από τους οποίους είναι παραγωγός ηλεκτρικών κινητήρων υπαγόμενος σε όμιλο εταιριών που κατασκευάζει ηλεκτρικά πλυντήρια και ο άλλος είναι ανεξάρτητος παραγωγός, δηλαδή δεν έχει ιδιαίτερη συνεργασία με κάποιον κατασκευαστή ηλεκτρικών πλυντηρίων. Μεταξύ των κοινοτικών παραγωγών που είχαν ζημίες, ο ένας είναι παραγωγός που καλύπτει όλα τα στάδια της παραγωγής μέχρι το τελικό πρϊόν και ο άλλος αποτελεί θυγατρική επιχείρηση ανεξάρτητου παραγωγού. Συναφώς η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ζημίες του παραγωγού που καλύπτει όλα τα στάδια της παραγωγής οφείλονταν περισσότερο στην πολιτική αγορών του ομίλου στον οποίο υπαγόταν παρά στις επιπτώσεις των τιμών των εισαγωγών για τις οποίες υπήρχαν υποψίες ότι αποτελούσαν το αντικείμενο ντάμπινγκ. Όσον αφορά δε τη θυγατρική του ανεξάρτητου παραγωγού, λόγω της ελλείψεως στοιχείων σχετικών με την οικονομική του κατάσταση κατά τα προηγούμενα έτη, δεν προέκυψε ότι οι ζημίες που είχε κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας προκλήθηκαν εξαιτίας των επίμαχων εισαγωγών.
Τέλος, όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου προκλήσεως ζημιών στο πλαίσιο της ισπανικής αγοράς ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2433/88. Επ' αυτού, η Επιτροπή διαπίστωσε, αφενός μεν, ότι η Ρουμανία δεν είχε πραγματοποιήσει εξαγωγές προς την Ισπανία το 1988 και το 1989 και ότι οι εξαγωγές από την Τσεχοσλοβακία μειώθηκαν αισθητά κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας, αφετέρου δε, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με ενδεχόμενη αύξηση της εξαγωγικής ικανότητας του Τσεχοσλοβάκου εξαγωγέα στο άμεσο μέλλον.
Η Επιτροπή ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της έρευνας στις καταγγέλουσες εταιρίες σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 23 Μαΐου 1990 στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες.
Κατόπιν της συσκέψεως αυτής, οι προσφεύγουσες ζήτησαν από την Επιτροπή, με δύο διαδοχικά έγγραφα τους, αντίστοιχα της 1ης Ιουνίου και της 17ης Ιουλίου 1990, να αναθεωρήσει την απόφαση της σχετικά με την περάτωση της έρευνας και να επιβάλει δασμούς αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία.
Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι κανένα από τα στοιχεία τα οποία επικαλούνταν οι προσφεύγουσες δεν ήταν ικανό να επηρεάσει την απόφαση της, αρνήθηκε να συνεχίσει την έρευνα με δύο έγγραφα της 4ης Ιουλίου και της 2ας Αυγούστου 1990.
Τέλος, η Επιτροπή εξέδωσε στις 26 Ιουλίου 1990, βάσει του άρθρου 9 του προαναφερθέντος κανονισμού 2423/88, την απόφαση 90/399/ΕΟΚ για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων ηλεκτρονικών [ηλεκτρικών] κινητήρων μονοφασικού ρεύματος δύο ταχυτήτων, καταγωγής Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής ακυρώσεως.
2. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Οκτωβρίου 1990 η γαλλική επαγγελματική οργάνωση Gimelec, η ισπανική επαγγελματική οργάνωση Sercobe και οι εταιρίες ιταλικού δικαίου Sole SpA και Nuova ΙΒΜΕΙ SpA άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προαναφερθείσας αποφάσεως 90/399/ΕΟΚ της Επιτροπής.
Με απόφαση της 15ης Μαΐου 1991 το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 του Κανονισμού Διαδικασίας, και αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση 90/399/ΕΟΚ της Επιτροπής, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων ηλεκτρικών κινητήρων μονοφασικού ρεύματος δύο ταχυτήτων, καταγωγής Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, καταρχάς, ότι έχουν έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση τις αφορά άμεσα και ατομικά. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής.
Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, οι λόγοι ακυρώσεως που αναπτύσσουν οι προσφεύγουσες προς στήριξη της προσφυγής τους, το βάσιμο της οποίας αμφισβητείται από την Επιτροπή, αφορούν, αφενός, την ανυπαρξία ζημίας εξαιτίας των εισαγωγών από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία ( σημείο 17 της επίδικης αποφάσεως) και, αφετέρου, το γεγονός ότι δεν περιελήφθη η Βουλγαρία στη σχετική διαδικασία (σημείο 7 της επίδικης αποφάσεως ).
1. Επί της ανυπαρξίας σοβαρής ζημίας
Οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή όσον αφορά την ανυπαρξία σοβαρής ζημίας, το οποίο στηρίζεται στην εκτίμηση ότι, αφενός, υπήρξε μείωση του μεριδίου της αγοράς που αντιπροσωπεύουν οι εν λόγω εισαγωγές και ότι, αφετέρου, οι εισαγωγές αυτές δεν είχαν επίπτωση στις καθοριζόμενες από τους κοινοτικούς παραγωγούς τιμές, είναι προδήλως εσφαλμένο ισχυρίζονται δε ακόμη ότι η σχετική αιτιολογία που παραθέτει η Επιτροπή είναι ανεπαρκής.
Συναφώς η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι οι προσφεύγουσες προσβάλλουν δύο μόνον από τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν προκλήθηκε σοβαρή ζημία. Από τα σημεία 8 έως 16 της επίδικης αποφάσεως προκύπτει ότι, για την έκδοση της, ελήφθη υπόψη το σύνολο των παραγόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2423/88, από τα οποία τα περισότερα δεν αμφισβητούνται από τις προσφεύγουσες. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, οι επικρίσεις των προσφευγουσών όσον αφορά την αιτιολογία της, και αν ακόμα ήταν δικαιολογημένες, δεν θα αρκούσαν για να επηρεάσουν τη διαπίστωση της Επιτροπής σχετικά με την ανυπαρξία σοβαρής ζημίας.
α) Μείωση του μεριδίου της αγοράς που αντιπροσώπευαν οι εν λόγω εισαγωγές
1)
Οι προσφεύγουσες εκφράζουν, καταρχάς, έντονες επιφυλάξεις όσον αφορά την αξιοπιστία των στοιχείων σχετικά με τον όγκο των εν λόγω εισαγωγών τα οποία έλαβε υπόψη η Επιτροπή. Τα στοιχεία αυτά προέρχονταν αποκλειστικά από τις απαντήσεις στα ερωτηματολόγια αντιντάμπινγκ που συμπλήρωσαν οι Ρουμάνοι και οι Τσεχοσλοβάκοι εξαγωγείς, οι οποίες ουδόλως εξακριβώθηκαν, αν και δεν συμφωνούσαν με τα στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους οι προσφεύγουσες, με ελέγχους είτε των εξαγωγέων είτε των εισαγωγέων.
Η Επιτροπή παρατηρεί επ' αυτού ότι οι προσφεύγουσες δεν προσκομίζουν αποδείξεις που να κλονίζουν την αξιοπιστία των στοιχείων των εξαγωγέων. Τα στοιχεία εκείνα στα οποία αναφέρονται οι προσφεύγουσες στην καταγγελία τους δεν αποτελούν αποδείξεις, διότι βασίζονται στις κοινοτικές στατιστικές, που καλύπτουν άλλα προϊόντα σε σχέση με αυτά τα οποία αφορά η παρούσα διαδικασία αντιντάμπινγκ. Εξάλλου η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια τακτική, λαμβάνει ως βάση για τους υπολογισμούς της τα αριθμητικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στις απαντήσεις των ερωτηματολογίων, τα οποία επιβεβαιώνει, εφόσον είναι δυνατόν, με σύγκριση προς τις στατιστικές του Eurostat.
2)
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν στη συνέχεια ότι, ακόμα και με βάση τα στοιχεία που έλαβε υπόψη η Επιτροπή, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε είναι προδήλως εσφαλμένο, καθόσον στηρίζεται στην ιδέα ότι η αύξηση του μεριδίου της αγοράς που αντιπροσωπεύουν οι εισαγωγές αποτελεί προϋπόθεση για τη διαπίστωση ζημίας κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 2423/88. Αυτή η προϋπόθεση είναι, κατά τις προσφεύγουσες, ασυμβίβαστη προς το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού, από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι ο « όγκος των εισαγωγών » αποτελεί έναν μόνον από τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ζημίας. Πράγματι, από το κείμενο αυτό προκύπτει ότι ενδεχόμενη αύξηση των εισαγωγών μπορεί να εκτιμηθεί « είτε σε απόλυτη αξία είτε σε σχέση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα ».
Επιπλέον, κατά τις προσφεύγουσες, η προϋπόθεση αυτή έρχεται σε προφανή αντίθεση με την πρακτική που ακολούθησε προηγουμένως η Επιτροπή σε πολλές υποθέσεις, καθώς και με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Σ' αυτή την αλληλουχία οι προσφεύγουσες επικαλούνται ιδίως την απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση των τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή έλαβε ως βάση για τη διαπίστωση υπάρξεως ζημίας αποκλειστικά το γεγονός ότι οι εισαγωγές κινητήρων από τις οικείες χώρες εξακολουθούσαν να αντιπροσωπεύουν το ίδιο μεγάλο μερίδιο της αγοράς, ενώ παράλληλα πραγματοποιούνταν εισαγωγές σε σημαντικά μειωμένες τιμές, πράγμα το οποίο συμβαίνει επίσης και στην παρούσα υπόθεση. Η απόφαση αυτή κρίθηκε ισχυρή από το Δικαστήριο, το οποίο, με την ευκαιρία αυτή, όσον αφορά τη μείωση του μεριδίου της αγοράς των εισαγομένων ηλεκτρικών κινητήρων και την αύξηση της κοινοτικής παραγωγής, γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι προσφεύγουσες στην παρούσα υπόθεση, δέχθηκε ρητά ότι κατά την εξέταση της ζημίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένα σύνολο παραγόντων, από τους οποίους κανένας δεν μπορεί να αποτελεί μόνος του έρεισμα καθοριστικής κρίσεως ( απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-157/87, Electroimpex κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. I-3021, σκέψη 41 ).
Η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη των προσφευγουσών, κατά την οποία η αύξηση του μεριδίου της αγοράς που αντιπροσωπεύουν οι εισαγωγές δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη διαπίστωση ζημίας, υπογραμμίζει δε ότι ενήργησε ακριβώς βάσει τούτου, όπως προκύπτει ιδίως από τα συμπεράσματα της περί της ζημίας (σημείο 17 της επίδικης αποφάσεως).
3)
Τέλος, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν πρόδηλη δυσμενή μεταχείριση, καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε αναιτιολόγητα να εφαρμόσει στην προκειμένη περίπτωση την πάγια πρακτική της, κατά την οποία λαμβάνεται υπόψη μόνο η « ελεύθερη αγορά » του οικείου προϊόντος. Βάσει της πρακτικής αυτής, όταν μέρος της κοινοτικής παραγωγής δεν πωλείται στην « ελεύθερη αγορά«, αλλά μάλλον προορίζεται να πωληθεί στο εσωτερικό μιας « δέσμιας αγοράς » ενός παραγωγού που καλύπτει όλα τα στάδια της παραγωγής, δηλαδή αγοράς την οποία έχει εξασφαλίσει ο παραγωγός λόγω του ότι οι αγοραστές υπάγονται στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, στην αγορά αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύουν οι κανόνες που διέπουν τις συνήθεις εμπορικές πράξεις και, συνεπώς, αυτή δεν επηρεάζεται από τις εισαγωγές που γίνονται σε μειωμένες τιμές. Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή όφειλε να ακολουθήσει την πρακτική αυτή και στην προκειμένη υπόθεση, διότι χαρακτηριστικό του τομέα των κινητήρων μονοφασικού ρεύματος για ηλεκτρικά πλυντήρια είναι η ύπαρξη τόσο « δέσμιας » όσο και « ελεύθερης » αγοράς. Αν ενεργούσε έτσι, όπως επανειλημμένα οι προσφεύγουσες ζήτησαν από την Επιτροπή, θα διαπίστωνε ότι οι πωλήσεις των οικείων παραγωγών της Ανατολικής Ευρώπης αντιπροσωπεύουν όχι μόνο σαφώς μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς (39 έως 40 ο/ο με ποσοστό άνω του 50 ο/ο στην ιταλική αγορά), αλλά ακόμα ότι το εν λόγω μερίδιο παρέμεινε σταθερό ή σημείωσε ελαφρά αύξηση μεταξύ 1986 και 1989.
Η Επινροπή επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό ότι, σε ορισμένες πολύ ειδικές διαδικασίες αντιντάμπινγκ, τα κοινοτικά όργανα έλαβαν υπόψη μερίδιο αγοράς που αφορούσε τη λεγόμενη « ελεύθερη αγορά » επιδιώκοντας να αποδείξουν την αύξηση των εισαγωγών στις περιπτώσεις αυτές. Υπογραμμίζει, εντούτοις, ότι δεν πρόκειται για πάγια τακτική αλλά για εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 2, περίπτωση α, του κανονισμού 2423/88, κατά τον οποίο η εκτίμηση της ζημίας βασίζεται στον « όγκο των εισαγωγών (...) σε σχέση με την παραγωγή (...) στην Κοινότητα », δηλαδή σε σχέση με το μερίδιο της « συνολικής αγοράς » και όχι της « ελεύθερης ». Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν έκρινε πρόσφορο να λάβει υπόψη μόνο τις πωλήσεις στην « ελεύθερη αγορά », διότι η « συνολική αγορά» εμφαίνει καλύτερα την κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας απ' ό,τι το μερίδιο που αντιπροσωπεύουν οι εισαγωγές στην « ελεύθερη αγορά ». Προς στήριξη της απόψεως της η Επιτροπή διατείνεται ότι οι εν λόγω ηλεκτρικοί κινητήρες, είτε εισαγόμενοι είτε κοινοτικής προελεύσεως, πωλούνται στην ίδια αγορά και χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό, ήτοι για την κατασκευή ηλεκτρικών πλυντηρίων. Οι παραγωγοί ηλεκτρικών κινητήρων που διατηρούν ιδιαίτερη συνεργασία με κατασκευαστές πλυντηρίων πωλούν τους κινητήρες τους και σε άλλους κατασκευαστές πλυντηρίων, μάλιστα δε στις ίδιες περίπου τιμές σε σχέση με τις πωλήσεις προς τους κατασκευαστές πλυντηρίων με τους οποίους συνεργάζονται. Επιπλέον, η θυγατρική που παράγει κινητήρες, την οποία έχουν συστήσει οι κατασκευαστές πλυντηρίων, αγοράζει επίσης εισαγόμενους ηλεκτρικούς κινητήρες, δύο δε παραγωγοί κινητήρων, λεγόμενοι ανεξάρτητοι, πωλούν τους κινητήρες τους στους κατασκευαστές πλυντηρίων που έχουν θυγατρικές οι οποίες κατασκευάζουν παρόμοιους κινητήρες. Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, ακόμα και αν προέβαινε σε εκτίμηση της εξελίξεως των εισαγωγών στην « ελεύθερη αγορά », από τα στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες προκύπτει σαφώς ότι δεν θα κατέληγε σε διαφορετικά συμπεράσματα.
Στο υπόμνημα απαντήσεως τους οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι μόλις με το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεώρησε απρόσφορο να εξετάσει την κατάσταση με βάση την έννοια της « ελεύθερης/δέσμιας αγοράς » και ότι, επομένως, εξέτασε την εξέλιξη των μεριδίων της αγοράς στη « συνολική αγορά ». Κατά τις προσφεύγουσες, η επιλογή αυτή δεν αιτιολογείται στην επίδικη απόφαση, η οποία, αντιθέτως, λαμβάνει ως βάση, στη δεύτερη και την τρίτη παράγραφο του σημείου 16, την « ελεύθερη/δέσμια αγορά ». Εντούτοις, έστω και αν ληφθούν υπόψη τα μερίδια της αγοράς που αντιπροσώπευαν οι εισαγωγές σε σχέση με τη « συνολική αγορά » — εν προκειμένω 25 o/ο περίπου — η επίπτωση των εν λόγω εισαγωγών είναι, κατά τις προσφεύγουσες, εξίσου σημαντική. Πράγματι, η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει στο παρελθόν την ύπαρξη σοβαρής ζημίας σε περιπτώσεις στις οποίες το μερίδιο της αγοράς των εισαγωγών ήταν αισθητά μικρότερο από το εξακριβωθέν στην υπό κρίση υπόθεση.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, ότι η εκτίμηση της ζημίας σε σχέση με τη « συνολική αγορά » υπαγορεύεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, περίπτωση α, του κανονισμού 2423/88 και, επομένως, δεν χρειάζεται να αιτιολογηθεί. Επικουρικά, διατείνεται ότι, και αν ακόμα η Επιτροπή είχε εκτιμήσει τη ζημία σε σχέση μόνο με την « ελεύθερη αγορά », δεν θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Πράγματι, η διαφορά μεταξύ «ελεύθερης» και «δέσμιας αγοράς» ελήφθη υπόψη μόνο για τις δύο από τις τέσσερις εταιρίες, ήτοι για την εταιρία Sole SpA και την εταιρία Seini, είχε δε κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα μόνον όσον αφορά την τελευταία. Όσον αφορά την εταιρία Sole SpA, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η εταιρία αυτή, η οποία υπαγόταν μέχρι τον Οκτώβριο του 1987 στον όμιλο Zanussi και έγινε στη συνέχεια μέλος του ομίλου Electrolux, δεν ήταν σε θέση να παράσχει στην Επιτροπή τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να μπορέσει η τελευταία να διακρίνει μεταξύ των πωλήσεων στην «ελεύθερη » και στη « δέσμια αγορά » για τα έτη 1986 μέχρι 1988. Όσον αφορά την εταιρία Seini, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η εταιρία αυτή δεν επηρεάστηκε δυσμενώς από τον ανταγωνισμό των εισαγωγών από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία, όπως προκύπτει σαφώς από μελέτη των πωλήσεων της εταιρίας Seini στην « ελεύθερη αγορά », οι οποίες αυξήθηκαν από 32775 κινητήρες το 1986 σε 384855 κινητήρες το 1989 στην ιταλική αγορά και οι οποίες, ενώ ήταν μηδενικές μεταξύ 1986 και 1988, έφτασαν τους 1860 κινητήρες το 1989 στη ισπανική αγορά.
β) Επιπτώσεις των εισαγωγών επί των τιμών των προϊόντων των κοινοτικών παραγωγών
Επ' αυτού οι προσφεύγοναες διατείνονται ότι η Επιτροπή, ενώ αναγνώρισε στο σημείο 16 της επίδικης αποφάσεως ότι υπήρχε μία γενική τάση χειροτερεύσεως της οικονομικής καταστάσεως των κοινοτικών παραγωγών, εντούτοις απέφυγε συστηματικά να δεχθεί την ύπαρξη οποιασδήποτε επιπτώσεως επί των τιμών των προϊόντων και επί της οικονομικής καταστάσεως της κοινοτικής βιομηχανίας στην παρούσα υπόθεση. Ισχυρίζονται ότι η αιτιολογία την οποία προέβαλε η Επιτροπή για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό είναι αντιφατική και ότι η Επιτροπή ερμήνευσε κάθε παράγοντα με τέτοιο τρόπο ώστε να επιβεβαιώσει την άποψη της ότι η διαδικασία αντιντάμπινγκ έπρεπε να περατωθεί. Εξάλλου, η αιτιολογία αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, ιδίως όπως έχει ερμηνευθεί με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-304/86 και C-185/87, Enital κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-2939), δεδομένου ότι δεν αναφέρονται ονομαστικά οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί και ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αλληλοεπικαλύπτονται μερικώς.
Προς απόδειξη της ελλείψεως συνεκτικότητας στην αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως οι προσφεύγουσες εξετάζουν αναλυτικά την κατάσταση καθεμιάς από τις καταγγέλλουσες εταιρίες. Όσον αφορά τις καταγγέλουσες εταιρίες που είχαν κέρδη, ήτοι την εταιρία Seini και την εταιρία ΙΒΜΕΙ, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τη συλλογιστική της Επιτροπής, η οποία συνεπέρανε από την ύπαρξη κερδών ότι δεν προκλήθηκε ζημία. Όφειλε, κατά τις προσφεύγουσες, να εξετάσει επίσης αν τα κέρδη ήταν εύλογα και να εξακριβώσει αν αυτά πραγματοποιήθηκαν στην « ελεύθερη αγορά». Τέλος, όφειλε να γνωρίζει ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 2423/88 ουδόλως απαιτεί να έχει ζημίες το σύνολο της κοινοΙ - 5597 τικής βιομηχανίας για να μπορούν να ληφθούν μέτρα προστασίας αντιντάμπινγκ. Αν ενεργούσαν με τον τρόπο αυτό, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα διαπίστωναν ότι η εταιρία Seini εξακολουθούσε να έχει κέρδη αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι οι τιμές στις οποίες αγόραζε τα οικεία προϊόντα ο όμιλος Thomson στη « δέσμια αγορά » αντιστάθμισαν τις ζημίες στην « ελεύθερη αγορά ». Όπως προκύπτει από το ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσαν οι υπεύθυνοι της εταιρίας Seini, οι πωλήσεις της στην «ελεύθερη αγορά» γίνονται σε τιμές κάτω του κόστους παραγωγής, οι συνολικές δε πωλήσεις των εν λόγω κινητήρων στην « ελεύθερη αγορά » σημείωσαν σημαντική πτώση κατά τη διάρκεια της περιόδου διεξαγωγής της έρευνας, ήταν δε το 1989 κάτω του 3,8 ο/ο. 'Οσον αφορά τα κέρδη της ισπανικής εταιρίας ΙΒΜΕΙ, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει ακόμα αν τα κέρδη ήταν εύλογα, δεδομένου ότι είχαν μειωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, από 18,2 % το 1986 σε 4,9 Ψο το 1989. Αυτή η εξέταση ήταν απαραίτητη για τον πρόσθετο λόγο ότι η διείσδυση των εν λόγω εισαγωγών στην ισπανική αγορά, στην οποία πωλεί κυρίως τα προϊόντα της η ΙΒΜΕΙ, είναι μικρότερη από ό,τι στην ιταλική αγορά, καθώς και διότι στην αγορά αυτή, όπως έχει διαπιστώσει η Επιτροπή, παρατηρούνται μειωμένες τιμές σε όχι τόσο σημαντικά επίπεδα σε σχέση με την Ιταλία. Τούτο εξηγεί τη~ λιγότερο δυσμενή κατάσταση της ΙΒΜΕΙ στην αγορά του κράτους εγκαταστάσεως της.
Όσον αφορά τις καταγγέλλουσες εταιρίες που είχαν ζημίες, ήτοι την εταιρία Sole SpA και την εταιρία Nuova ΙΒΜΕΙ, οι προσφεύγουσες επικρίνουν το ότι η Επιτροπή απέδωσε την ύπαρξη ζημιών στην πολιτική αγορών των ομίλων και αγνόησε το γεγονός ότι, στη « συνολική αγορά », σε σχέση με την οποία διατείνεται ότι εκτίμησε την κατάσταση, οι πωλήσεις γίνονταν κάτω του κόστους, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα των πωλήσεων των εν λόγω επιχειρήσεων στην « ελεύθερη αγορά » ήταν — και εξακολουθούν να είναι — πολύ αρνητικά. Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε μόνο στα στοιχεία τα σχετικά με τη « συνολική αγορά » και εξέτασε την κατάσταση στη « δέσμια αγορά » μόνο επειδή χρειάστηκε να βρει μια δικαιολογία για να παραμερίσει ένα στοιχείο ασυμβίβαστο με τη βούληση της να περατώσει τη διαδικασία. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, οι προσφεύγουσες αναφέρουν την κατάσταση της εταιρίας Sole SpA, τις ζημίες της οποίας δεν έλαβε υπόψη η Επιτροπή διότι οι τιμές στις οποίες πωλούσε τα προϊόντα της της επιβλήθηκαν από τη μητρική εταιρία που είναι κατασκευαστής πλυντηρίων. Κατά την άποψη των προσφευγουσών, η αιτιολογία αυτή είναι προδήλως αντιφατική, υποστηρίζουν δε ότι η Επιτροπή παρέβλεψε το γεγονός ότι η « πολιτική τιμών » στο εσωτερικό ενός παραγωγού που καλύπτει όλα τα σταδία της παραγωγής δεν επηρεάζουν τις τιμές στις οποίες πωλούνται τα οικεία προϊόντα από τον ίδιο παραγωγό στην « ελεύθερη αγορά ». Αυτό επιβεβαιώνεται από το σχετικό με τις τιμές πωλήσεως μέρος D του ερωτηματολογίου της Επιτροπής, στο οποίο η ίδια ζήτησε από τις καταγγέλλουσες να περιοριστούν στην παράθεση των τιμών στις οποίες επωλούντο τα οικεία προϊόντα στους ανεξάρτητους πελάτες, χωρίς να αναφέρουν εκείνες που αφορούν τις εσωτερικές συναλλαγές στο πλαίσιο του ιδίου ομίλου. Από το ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε η εταιρία Sole SpA και το οποίο ήλεγξε η Επιτροπή προκύπτει ότι οι τιμές των προϊόντων της εταιρίας αυτής στην « ελεύθερη αγορά » είναι κατώτερες από το κόστος παραγωγής. Επομένως, κακώς έκρινε η Επιτροπή ότι οι εν λόγω εισαγωγές, που γίνονταν προφανώς σε μειωμένες τιμές, δεν επηρέασαν την κατάσταση της εταιρίας Sole SpA. Όσον αφορά δε την κατάσταση της εταιρίας Nuova ΙΒΜΕΙ, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ορθότητα της αιτιολογίας της Επιτροπής και απορρίπτουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των εν λόγω εισαγωγών σε μειωμένες τιμές και των περιθωρίων κέρδους της εταιρίας Nuova ΙΒΜΕΙ, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σχετικά με την οικονομική κατάσταση της ανωτέρω επιχειρήσεως κατά τα προηγούμενα έτη. Επ' αυτού οι προσφεύγουσες διατείνονται ιδίως ότι, έστω και αν είχε στη διάθεση της τα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή και πάλι δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, δεδομένου ότι δεν εξέτασε την ύπαρξη μειωμένων τιμών όσον αφορά τις εν λόγω εισαγωγές παρά μόνο κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας. Εν πάση περιπτώσει, κατ' αυτές, η εκτίμηση της καταστάσεως της εταιρίας Nuova ΙΒΜΕΙ δεν μπορεί να έχει αποφασιστικό χαρακτήρα για τη συνολική εξέταση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, δεδομένου ότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 2423/88 ορίζει ότι η εξέταση της ζημίας πρέπει να γίνεται σε σχέση με « το σύνολο των παραγωγών ομοειδών προϊόντων μέσα στην Κοινότητα ή εκείνων μεταξύ των οποίων η συνολική παραγωγή αποτελεί σημαντική μερίδα του συνόλου της κοινοτικής παραγωγής των προϊόντων αυτών», καθώς και δεδομένου ότι η εταιρία Nuova ΙΒΜΕΙ αντιπροσωπεύει μόνο το 5 o/ο της εν λόγω κοινοτικής παραγωγής.
Όσον αφορά την άποψη αυτή, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι το γεγονός ότι οι τιμές πωλήσεως των κοινοτικών προϊόντων είχαν αυξηθεί αισθητά κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής του ελέγχου, όπως παρατήρησε η Επιτροπή στο σημείο 15 της επίδικης αποφάσεως της, δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε ζημία. Στην αλληλουχία αυτή προσάπτουν στην Επιτροπή ότι απλώς ανέφερε τον ισχυρισμό των προσφευγουσών ότι οι αυξήσεις αυτές δεν επαρκούσαν για να αντισταθμίσουν την αύξηση του κόστους παραγωγής, χωρίς να εξετάσει αν οι εν λόγω αυξήσεις ήταν πράγματι επαρκείς για την αποκατάσταση της οικονομικής καταστάσεως των κοινοτικών παραγωγών. Η εξέταση αυτή ήταν απαραίτητη για τον πρόσθετο λόγο ότι, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, περίπτωση γ, του κανονισμού 2423/88, μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη ζημίας έστω και σε περίπτωση που αυξήθηκαν οι τιμές των προϊόντων των κοινοτικών παραγωγών, εφόσον, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, οι αποτελούσες το αντικείμενο ντάμπινγκ εισαγωγές εμποδίζουν την αύξηση των τιμών η οποία διαφορετικά θα επραγματοποιείτο.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς ότι το συμπέρασμα της ότι δεν υπήρχε ζημία βασίζεται σε εκτίμηση του συνόλου των παραγόντων που αναφέρει το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2423/88, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν αμφισβητούνται από τις προσφεύγουσες.
Όσον αφορά την επίπτωση των εισαγωγών επί των τιμών και των κερδών, σημείο επί του οποίου οι προσφεύγουσες δεν συμφωνούν μαζί της, η Επιτροπή διατείνεται ότι στις αιτιολογίες των σημείων 15 και 16 της επίδικης αποφάσεως επεξηγούνται με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους η ίδια δεν ήταν δε θέση να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρξε ζημία σε βάρος της κοινοτικής βιομηχανίας όσον αφορά τις τιμές και τα κέρδη. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι διαπίστωσε, στο σημείο 15 της αποφάσεως της, ότι « οι τιμές πώλησης των κοινοτικών παραγωγών αυξήθηκαν αισθητά κατά την περίοδο της έρευνας » και ότι παρατήρησε, στο σημείο 16, όσον αφορά τα κέρδη, ότι δεν μπόρεσε να καταλήξει σε κάποιο τελικό συμπέρασμα, διότι δύο επιχειρήσεις που ανιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ της κοινοτικής παραγωγής δεν παρέσχαν τα απαραίτητα στοιχεία.
Στην αιτίαση των προσφευγουσών ότι η αιτιολογία της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει πλήρως αντιληπτή, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται η ταυτότητα των οικείων κοινοτικών παραγωγών και ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αλληλοεπικαλύπτονται μερικώς, η Επιτροπή αντιτείνει ότι η εξέταση περί της υπάρξεως ζημίας περιέλαβε, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 2423/88, το « σύνολο των κοινοτικών παραγωγών » και ότι- οι παραγωγοί δεν χρειάζεται να αναφέρονται ονομαστικά. Οι προβαλλόμενες αιτιολογίες αλληλοεπικαλύπτονται μερικώς διότι συνδέονται μεταξύ τους.
Για τους λόγους αυτούς η Επιτροπή θεωρεί ότι η αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης.
2. Επί της εξαιρέσεως από τη διαδικασία των εισαγωγών από τη Βουλγαρία
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι στερείται παντελώς ερείσματος η ενέργεια της Επιτροπής να εξαιρέσει τις εισαγωγές από τη Βουλγαρία από τη διαδικασία λόγω του γεγονότος ότι δεν διαπιστώθηκε καμία εξαγωγή από τη χώρα αυτή το 1988 και κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του ελέγχου. Διερωτώνται, ιδίως, σε ποια στοιχεία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι ο Βούλγαρος παραγωγός δεν συμπλήρωσε το ερωτηματολόγιο που του απέστειλε η Επιτροπή, ότι οι εισαγωγείς δεν παρέσχαν καμία πληροφορία σχετικά με τις εισαγωγές από τη Βουλγαρία και ότι στις στατιστικές του Eurostat, έστω και αν αυτές αφορούν δασμολογική κλάση που δεν καλύπτει μόνο τους κινητήρες για τους οποίους γίνεται λόγος στην καταγγελία, αναφέρονται σημαντικές εισαγωγές από τη Βουλγαρία.
Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της αρνήσεως του Βούλγαρου εξαγωγέα να συνεργαστεί, η Επιτροπή υπεχρεούτο, κατά τις προσφεύγουσες, να ακολουθήσει τη συνήθη πρακτική της, ήτοι να εφαρμόσει το άρθρο 7, παράγραφος 7, περίπτωση β, του κανονισμού 2423/88, κατά το οποίο μπορεί να συνάγονται προκαταρκτικά ή οριστικά συμπεράσματα, θετικά ή αρνητικά, βασιζόμενα στα διαθέσιμα στοιχεία. Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε να λάβει ως βάση τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην καταγγελία σχετικά με τις εισαγωγές από τη Βουλγαρία.
Η Επιτροπή παρατηρεί επ' αυτού ότι οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τις εισαγωγές βουλγαρικών κινητήρων κατά τη διάρκεια της περιόδου την οποία αφορούσε η έρευνα. Στην καταγγελία τους οι προσφεύγουσες έκαναν λόγο μόνο για εισαγωγές στην Ισπανία το 1988, δηλαδή πριν από την περίοδο που αφορούσε η έρευνα.
Στη συνέχεια η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, αντίθετα, διαπίστωσε ότι στις στατιστικές του Eurostat δεν αναφερόταν καμία εισαγωγή ηλεκτρικών κινητήρων από τη Βουλγαρία στην Κοινότητα. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώθηκε, αφενός, από δήλωση των ισπανικών αρχών ότι δεν πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές κινητήρων από τη Βουλγαρία τόσο κατά τη διάρκεια του 1988 όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου που ελήφθη ως βάση για την έρευνα και, αφετέρου, από τον Βούλγαρο εξαγωγέα, που βεβαίωσε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει εξαγωγές προς την Κοινότητα κατά τα έτη 1988 και 1989.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς δεν περιελήφθη στη διαδικασία ο Βούλγαρος εξαγωγέας.
Στο υπόμνημα απαντήσεως τους οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι, βάσει των κανόνων της χρηστής διοικήσεως, για να μπορέσει να εκτιμήσει τον κίνδυνο προκλήσεως ζημίας, όφειλε να επαληθεύσει την ύπαρξη εισαγωγών όχι μόνο από τα ισπανικά αλλά και από τα ιταλικά και τα γαλλικά τελωνεία.
Η Επιτροπή παρατηρεί, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, ότι θεωρεί αξιόπιστα στοιχεία τις στατιστικές του Eurostat και ότι επειδή ακριβώς δεν ήθελε να παραλείψει τίποτα διενήργησε έναν επιπλέον έλεγχο απευθυνόμενη στα ισπανικά τελωνεία, δεδομένου ότι οι καταγγέλλουσες έκαναν λόγο για εισαγωγές στην αγορά αυτή. Όσον αφορά τις άλλες αγορές, έκρινε ότι τούτο δεν ήταν απαραίτητο, καθόσον οι στατιστικές του Eurostat επιβεβαιώθηκαν από γραπτή δήλωση των Βούλγαρων εξαγωγέων.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τρίτο τμήμα )
της 27ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-315/90,
Groupement des industries de matériels d'équipement électrique et de l'électronique industrielle associée ( Gimelec ), με έδρα το Παρίσι,
Asociación nacional de fabricantes de bienes de equipo ( Sercobe ), με έδρα τη Μαδρίτη,
Sole SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου με έδρα το Pordenone ( Ιταλία ), και
Nuova IB — MEI SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου με έδρα το Asti ( Ιταλία ),
εκπροσωπούμενες από τον Jean-François Bellis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Freddy Brausen, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Eric White, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Claus-Michael Happe, γερμανό δικαστικό λειτουργό αποσπασμένο στην Επιτροπή στο πλαίσιο ανταλλαγών υπαλλήλων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως 90/399/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1990, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων ηλεκτρονικών [ ηλεκτρικών ] κινητήρων μονοφασικού ρεύματος δύο ταχυτήτων, καταγωγής Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας ( ΕΕ L 202, σ. 47 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους F. Grévisse, πρόεδρο τμήματος, J. C Moitinho de Almeida και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Ιουνίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Οκτωβρίου 1990 η Groupement des industries de matériels d'équipement électrique et de l'électronique industrielle associée (Gimelec) και η Asociación nacional de fabricantes de bienes de equipo (Sercobe), καθώς και οι εταιρίες ιταλικού δικαίου Sole SpA και Nuova ΙΒΜΕΙ SpA, ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 90/399/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1990, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων ηλεκτρονικών [ηλεκτρικών] κινητήρων μονοφασικού ρεύματος δύο ταχυτήτων, καταγωγής Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας ( ΕΕ L 202, σ. 47, στο εξής: επίδικη απόφαση ).
2
Τον Ιούλιο του 1989, η Gimelec και η Sercobe, καθώς και η Associazione Nazionale Industrie Elettrotechniche e Elettroniche (ANIE), επαγγελματικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους κοινοτικούς παραγωγούς ηλεκτρικών κινητήρων μονοφασικού ρεύματος δύο ταχυτήτων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ηλεκτρικών πλυντηρίων (στο εξής: ηλεκτρικοί κινητήρες), υπέβαλαν ενώπιον της Επιτροπής καταγγελία, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), ισχυριζόμενες ότι υφίσταται ντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ομοειδών ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας.
3
Εκτιμώντας ότι η καταγγελία περιελάμβανε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την ύπαρξη ντάμπινγκ και την πρόκληση ζημίας εξαιτίας του, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία αντιντάμπινγκ και άρχισε επ' αυτού έρευνα, δημοσιεύοντας σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14ης Νοεμβρίου 1989 (EEC 286, σ. 11).
4
Μετά το πέρας της έρευνας αυτής, η οποία αφορούσε την περίοδο από 1η Ιανουαρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1989, η Επιτροπή κατέληξε στο ότι οι εισαγωγές ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής Ρουμανίας και Τσεχοσλοβακίας δεν προκάλεσαν σοβαρή ζημία στην κοινοτική βιομηχανία. Όσον αφορά τη Βουλγαρία, η Επιτροπή δεν την περιέλαβε στην έρευνα λόγω του ότι δεν διαπιστώθηκε καμία εξαγωγή από τη χώρα αυτή ούτε το 1988, ούτε κατά τη διάρκεια της περιόδου την οποία αφορούσε η έρευνα.
5
Κατά συνέπεια η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση δυνάμει του άρθρου 9 του βασικού κανονισμού.
6
Προς στήριξη της προσφυγής τους οι προσφεύγουσες επικαλούνται δύο λόγους ακυρώσεως, που αφορούν, αφενός, την ανυπαρξία, κατά την Επιτροπή, σοβαρής ζημίας εξαιτίας των εισαγωγών από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία και, αφετέρου, το γεγονός ότι δεν περιελήφθησαν στην έρευνα οι εισαγωγές από τη Βουλγαρία.
7
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του λόγου που αφορά την ανυπαρξία σοβαρής ζημίας εξαιτίας των εισαγωγών από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία
8
Με τον λόγο αυτό οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η επίδικη απόφαση είναι προδήλως εσφαλμένη, καθόσον στηρίζεται, αφενός, σε φερομένη μείωση του μεριδίου της αγοράς που αντιπροσωπεύουν οι εν λόγω εισαγωγές και, αφετέρου, στο ότι οι εισαγωγές αυτές δεν είχαν επίπτωση στις καθοριζόμενες από τους κοινοτικούς παραγωγούς τιμές. Όσον αφορά τους δύο αυτούς παράγοντες, εξάλλου, η επίδικη απόφαση περιέχει ανεπαρκή και εσφαλμένη αιτιολογία.
9
Η Επιτροπή διατείνεται, εκ προοιμίου, ότι από τα σημεία 8 έως 16 της επίδικης αποφάσεως προκύπτει ότι η απόφαση αυτή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους δύο λόγους που αναφέρουν οι προσφεύγουσες, αλλά ότι, για την έκδοση της, ελήφθη υπόψη το σύνολο των παραγόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Βάσει αυτού ισχυρίζεται ότι, και αν ακόμα ήταν δικαιολογημένες, οι επικρίσεις των προσφευγουσών δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διαπίστωση της Επιτροπής σχετικά με την ανυπαρξία σοβαρής ζημίας.
10
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Όπως η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε προκληθεί ζημία βάσει ορισμένων ουσιωδών παραγόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι τους οποίους αναφέρουν οι προσφεύγουσες. Δεδομένου ότι πρόκειται για ουσιώδεις παράγοντες, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, και αν ακόμα ήταν βάσιμες οι επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με την εκτίμηση, εκ μέρους της Επιτροπής, αυτών των δύο παραγόντων, η επίδικη απόφαση θα ήταν εν πάση περιπτώσει νόμιμη λαμβανομένων υπόψη των άλλων παραγόντων που συνεκτιμήθηκαν.
11
Επομένως, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα των προσφευγουσών σχετικά με τους δύο ανωτέρω παράγοντες, ήτοι όσον αφορά τη μείωση του μεριδίου της αγοράς το οποίο αντιπροσώπευαν οι εισαγωγές από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία και την έλλειψη επιπτώσεων εξαιτίας των εισαγωγών αυτών επί των τιμών πωλήσεως των κοινοτικών προϊόντων.
Επί της μειώσεως του μεριδίου της αγοράς το οποίο αντιπροσώπευαν οι εισαγωγές από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία
12
Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν καταρχάς τα στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση του καθορισμού του όγκου των εν λόγω εισαγωγών για τα έτη 1986 μέχρι 1988, καθώς και για την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας, καθόσον προέρχονταν αποκλειστικά από τις απαντήσεις στα ερωτηματολόγια αντινταμπινγκ που συμπλήρωσαν οι Ρουμάνοι και οι Τσεχοσλοβάκοι εξαγωγείς, η ακρίβεια των οποίων ουδόλως ελέγχθηκε και τα οποία δεν συμφωνούν με τα στοιχεία που έχουν στη διάθεση τους οι προσφεύγουσες.
13
Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή εδικαιούτο να βασιστεί στα ειδικά στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα της, έστω και αν αυτά δεν συμφωνούν προς τις κοινοτικές στατιστικές, στις οποίες βασίστηκαν οι προσφεύγουσες. Πράγματι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, χωρίς οι προσφεύγουσες να το αμφισβητούν, από τις κοινοτικές στατιστικές δεν μπορούν να προκύψουν αποδεικτικά στοιχεία, δεδομένου ότι σ' αυτές οι ηλεκτρικοί κινητήρες κατατάσσονται σε κεφάλαιο δασμολογικών κλάσεων που περιλαμβάνει και άλλα προϊόντα.
14
Επομένως η Επιτροπή καθόρισε τον όγκο των εν λόγω εισαγωγών βάσει στοιχείων τα οποία ήταν εύλογο να έχει στη διάθεση της.
15
Συνεπώς, το επιχείρημα των προσφευγουσών σχετικά με την αξιοπιστία των ανωτέρω στοιχείων πρέπει να απορριφθεί.
16
Στη συνέχεια οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, βασιζόμενη στην ιδέα ότι η αύξηση του μεριδίου της αγοράς το οποίο κάλυπταν οι εν λόγω εισαγωγές αποτελεί conditio sine qua non για τη διαπίστωση ζημίας κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
17
Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, κατά την εξέταση της ζημίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένα σύνολο παραγόντων, από τους οποίους κανένας δεν μπορεί να αποτελεί μόνος του έρεισμα καθοριστικής κρίσεως (βλ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-305/86 και C-160/87, Neotype Techmashexport, Συλλογή 1990, σ. Ι-2945, σκέψη 50 ).
18
Από τις αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή καθόρισε όντως τη ζημία βάσει των διαφόρων παραγόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Πράγματι, οι σχετικές διαπιστώσεις της αφορούν τον όγκο των εισαγωγών σε απόλυτη αξία και σε σχέση με την κοινοτική κατανάλωση ( σημεία 8 και 9 ), τις τιμές των εισαγομένων προϊόντων ( σημείο 10 ), την κοινοτική παραγωγή ( σημείο 11 ), τη χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού της κοινοτικής βιομηχανίας ( σημείο 12 ), τις πωλήσεις της κοινοτικής βιομηχανίας και το αναλογούν σε αυτές μερίδιο της αγοράς ( σημεία 13 και 14), τις τιμές πωλήσεως των κοινοτικών προϊόντων ( σημείο 15 ) και τα κέρδη τους ( σημείο 16 ).
19
Η εκτίμηση αυτή της Επιτροπής είναι σύμφωνη προς τα κριτήρια που τίθενται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, όσον αφορά την εξέταση της ζημίας, τούτο δε έστω και αν θεώρησε ως ουσιώδη παράγοντα τη μείωση του μεριδίου της αγοράς που αντιπροσώπευαν οι εν λόγω εισαγωγές.
20
Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα των προσφευγουσών που στηρίζεται σε παρερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού είναι αβάσιμο.
21
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ακόμα ότι υπέστησαν πρόδηλη δυσμενή μεταχείριση, καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε αναιτιολόγητα να εφαρμόσει στην προκειμένη περίπτωση την πάγια πρακτική της, κατά την οποία λαμβάνεται υπόψη μόνο η « ελεύθερη αγορά » όταν μέρος της κοινοτικής παραγωγής πωλείται από παραγωγό που καλύπτει όλα τα στάδια της παραγωγής, από την πρώτη ύλη μέχρι το τελικό προϊόν, στο εσωτερικό «δέσμιας αγοράς», δηλαδή αγοράς την οποία έχει εξασφαλίσει ο παραγωγός λόγω του ότι οι αγοραστές υπάγονται στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, δεδομένου ότι στην αγορά αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύουν οι κανόνες που διέπουν τις συνήθεις εμπορικές σχέσεις και, συνεπώς, δεν επηρεάζεται από τις εισαγωγές που γίνονται σε μειωμένες τιμές. Οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι η Επιτροπή θα είχε διαπιστώσει, αν είχε ακολουθήσει αυτή την πρακτική, ότι όχι μόνο οι εν λόγω εισαγωγές αντιπροσώπευαν μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς ( 39 μέχρι 40 ο/ο και άνω του 50 ο/ο στην ιταλική αγορά ), αλλά επίσης ότι το μερίδιο αυτό παρέμεινε σταθερό ή σημείωσε ελαφρά άνοδο μεταξύ 1986 και 1989.
22
Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, περίπτωση α, του βασικού κανονισμού, ο όγκος των εισαγωγών πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο εξετάσεως, «ιδίως για να προσδιοριστεί εάν (οι εισαγωγές) έχουν αυξηθεί σημαντικά, είτε σε απόλυτη αξία είτε σε σχέση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα ».
23
Από αυτό προκύπτει ότι, σε περίπτωση που η αύξηση των εισαγωγών δεν εκφράζεται σε απόλυτη αξία, το μερίδιο της αγοράς που καλύπτουν οι καταγγελόμενες ως αποτελούσες το αντικείμενο ντάμπινγκ εισαγωγές πρέπει να εκτιμάται, καταρχήν, σε συνάρτηση με το σύνολο της κοινοτικής παραγωγής ή καταναλώσεως, δηλαδή βάσει του όγκου της « συνολικής παραγωγής ». Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δεν δικαιολογείται παρά μόνο εφόσον στην οικεία αγορά υφίσταται σαφής διαχωρισμός μεταξύ της « δέσμιας » και της « ελεύθερης αγοράς », δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται ανταγωνισμός μεταξύ των πωλήσεων στη « δέσμια αγορά » και των προϊόντων που πωλούνται στην « ελεύθερη αγορά » και, επομένως, οι πωλήσεις αυτές δεν επηρεάζονται από πρακτική ντάμπινγκ.
24
Επί του σημείου αυτού, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι η στάση της Επιτροπής σε ορισμένες ειδικές διαδικασίες, στις οποίες αναφέρθηκε μόνο στην « ελεύθερη αγορά » για να εκφράσει την αύξηση του μεριδίου της αγοράς το οποίο αντιπροσωπεύουν οι εισαγωγές που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ, αποτελεί πάγια πρακτική. Πράγματι, στις διαδικασίες αυτές η Επιτροπή απλώς εφάρμοσε, σύμφωνα με τον σκοπό του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού, τα κριτήρια βάσει των οποίων καθίσταται δυνατή η παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα που επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η « συνολική αγορά ».
25
Αντίθετα, στην προκειμένη διαδικασία αντιντάμπινγκ, ορθώς η Επιτροπή έλαβε υπόψη, προς εκτίμηση της ζημίας, τον όγκο των εισαγωγών σε σχέση με τη « συνολική αγορά », λαμβανομένων υπόψη ορισμένων πραγματικών περιστατικών που δεν αμφισβητήθηκαν από τις προσφεύγουσες. Έτσι οι ηλεκτρικοί κινητήρες, είτε εισαγόμενοι είτε κοινοτικής προελεύσεως, πωλούνται στην ίδια αγορά και χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό, ήτοι την κατασκευή ηλεκτρικών πλυντηρίων. Επιπλέον, οι παραγωγοί ηλεκτρικών κινητήρων που έχουν ιδιαίτερη συνεργασία με ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικών πλυντηρίων πωλούν τα προϊόντα τους επίσης και σε άλλους παραγωγούς ηλεκτρικών πλυντηρίων, μάλιστα δε σε τιμές που δεν διαφέρουν αισθητά από εκείνες στις οποίες πωλούν τα εν λόγω προϊόντα στους παραγωγούς με τους οποίους συνεργάζονται ιδιαίτερα. Τέλος, οι παραγωγοί ηλεκτρικών πλυντηρίων αγοράζουν επίσης εισαγόμενους ηλεκτρικούς κινητήρες, καθώς και κινητήρες από τους δύο λεγόμενους ανεξάρτητους κοινοτικούς παραγωγούς.
26
Ενόψει των σκέψεων αυτών, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι αντιμετώπισε δυσμενώς τις προσφεύγουσες εκτιμώντας με βάση τη « συνολική αγορά » την εξέλιξη του μεριδίου της αγοράς που κάλυπταν οι εισαγωγές.
27
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την άρνηση της να λάβει υπόψη μόνο την « ελεύθερη αγορά », αρκεί να υπογραμμιστεί ότι, εκτιμώντας με βάση τη « συνολική αγορά » την εξέλιξη του μεριδίου της αγοράς που κάλυπταν οι εισαγωγές, η Επιτροπή δεν έκανε τίποτα άλλο από το να εφαρμόσει τον κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, οπότε δεν απαιτείτο καμία ειδική αιτιολόγηση.
28
Επομένως, ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι υπέστησαν πρόδηλη δυσμενή μεταχείριση λόγω της αναιτιολόγητης αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει υπόψη αποκλειστικά την ελεύθερη αγορά πρέπει επίσης να απορριφθεί.
29
Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτίαση σχετικά με τη μείωση του μεριδίου της αγοράς των εισαγωγών από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ελλείψεως επιπτώσεων εξαιτίας των εισαγωγών από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία επί των τιμών των προϊόντων των κοινοτικών παραγωγών
30
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, καταρχάς, ότι η αιτιολογία στην οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω εισαγωγές δεν είχαν καμία επίπτωση στις τιμές των προϊόντων των κοινοτικών παραγωγών στερείται κατά βάση λογικής συνοχής, καθόσον η Επιτροπή προσπάθησε συστηματικά να βρει άλλους λόγους εκτός της επιπτώσεως των εν λόγω εισαγωγών για να εξηγήσει την ύπαρξη « μιας κάποιας επιδείνωσης της χρηματοδοτικής κατάστασης των κοινοτικών παραγωγών », την οποία ρητά αναγνώρισε στο σημείο 16 της επίδικης αποφάσεως.
31
Συναφώς, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν καταρχάς ότι η αύξηση, της τάξεως από 3 έως 4 %, των τιμών πωλήσεως των προϊόντων των κοινοτικών παραγωγών, η οποία διαπιστώθηκε όσον αφορά τις δύο επιχειρήσεις που εξακολούθησαν να έχουν κέρδη, δηλαδή τις εταιρίες Seini και ΙΒΜΕΙ, δεν αποδεικνύει ότι οι εν λόγω εταιρίες δεν υπέστησαν ζημίες, καθόσον η αύξηση αυτή θα ήταν πολύ μεγαλύτερη χωρίς τις εισαγωγές που αποτελούσαν το αντικείμενο ντάμπινγκ και καθόσον αυτή απλώς αντανακλούσε την αύξηση του κόστους παραγωγής που οφειλόταν σε αύξηση των τιμών του χαλκού στην παγκόσμια αγορά το 1989.
32
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του επιχειρήματος αυτού πρέπει να υπογραμμιστεί ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, περίπτωση γ, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η επίπτωση των εισαγωγών πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις τάσεις των οικονομικών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη. Τούτο σημαίνει ότι δεν μπορούν να συνάγονται συμπεράσματα σχετικά με την επίπτωση των εισαγωγών παρά μόνο αν η οικονομική κατάσταση των κοινοτικών παραγωγών κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας μπορεί να συγκριθεί προς εκείνη των προηγουμένων ετών.
33
Η Επιτροπή όμως δεν ήταν σε θέση να προβεί σε μια τέτοια σύγκριση, δεδομένου ότι δύο από τις επιχειρήσεις που υπέβαλαν τη σχετική καταγγελία, οι οποίες αντιπροσώπευαν το ήμισυ της κοινοτικής παραγωγής κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας, ήτοι οι επιχειρήσεις Sole και Nuova ΙΒΜΕΙ, δεν προσκόμισαν στοιχεία σχετικά με την οικονομική τους κατάσταση κατά τα προηγούμενα έτη. Χωρίς την συνεργασία των επιχειρήσεων αυτών, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει αν η αύξηση των τιμών αρκούσε πράγματι για την αποκατάσταση της οικονομικής καταστάσεως των κοινοτικών παραγωγών.
34
Επομένως, το πρώτο σκέλος του επιχειρήματος αυτού πρέπει να απορριφθεί.
35
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι από την εξέταση των τιμολογίων των εξόδων των εταιριών κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας δεν διαπιστώθηκε καμία επίπτωση της αυξήσεως των τιμών του χαλκού στην παγκόσμια αγορά στο κόστος παραγωγής των κοινοτικών πραγωγών. Συναφώς η Επιτροπή ισχυρίστηκε, χωρίς οι προσφεύγουσες να αντιλέξουν επ' αυτού, ότι οι αναφερόμενες στα τιμολόγια τιμές πωλήσεως χαλκού σε ορισμένους παραγωγούς κατά τη διάρκεια της ανωτέρω περιόδου δεν αντανακλούσαν την αύξηση της παγκόσμιας τιμής χαλκού που είχε σημειωθεί την ίδια περίοδο. Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι δεν αποδείχθηκε αύξηση του κόστους παραγωγής, κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, λόγω της αυξήσεως της τιμής του χαλκού.
36
Επομένως και το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος αυτού πρέπει να απορριφθεί.
37
Εν συνεχεία οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, όσον αφορά τις δύο επιχειρήσεις που παρουσίασαν ζημίες, δηλαδή την εταιρία Nuova ΙΒΜΕΙ και την εταιρία Sole, η Επιτροπή, ενώ είχε αναφερθεί στη « συνολική αγορά » όταν εξέτασε τον όγκο των εισαγωγών, περιόρισε την έρευνα των επιπτώσεων των εισαγωγών στην «ελεύθερη αγορά », αποδίδοντας τις ζημίες αυτές στην πολιτική αγοράς των οικείων ομίλων και αγνοώντας το γεγονός ότι οι πωλήσεις στη « συνολική αγορά » γίνονταν επί ζημία.
38
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της εταιρίας Nuova ΙΒΜΕΙ, η Επιτροπή παρατήρησε ορθά ότι η εταιρία αυτή είναι θυγατρική ανεξαρτήτου παραγωγού ο οποίος είχε πραγματοποιήσει κέρδη, δηλαδή της εταιρίας ΙΒΜΕΙ, και ότι, ελλείψει πληροφοριακών στοιχείων σχετικά με την οικονομική της κατάσταση κατά τη διάρκεια των προηγουμένων ετών, δεν αποδείχθηκε ότι οι ζημίες που είχαν σημειωθεί κατά την περίοδο της διεξαγωγής της έρευνας οφείλονταν στις επίμαχες εισαγωγές. Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της εταιρίας Sole, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή βασίμως εκτίμησε τις επιπτώσεις των εισαγωγών στην « ελεύθερη αγορά », δεδομένου ότι οι πωλήσεις στο εσωτερικό του ομίλου δεν αποτελούν κατ' ανάγκη συνήθεις εμπορικές ενέργειες και, επομένως, δεν είναι βέβαιο ότι τα αποτελέσματα τους ανταποκρίνονται προς την οικονομική πραγματικότητα.
39
Συνεπώς, το επιχείρημα ότι στερείται κατά βάση λογικής συνοχής η αιτιολογία την οποία προέβαλε η Επιτροπή για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω εισαγωγές δεν είχαν επίπτωση στις τιμές των προϊόντων των κοινοτικών παραγωγών πρέπει να απορριφθεί.
40
Οι προσφεύγουσες διατείνονται ακόμη ότι η προβληθείσα αιτιολογία όσον αφορά αυτό το συμπέρασμα είναι ανεπαρκής, καθόσον δεν αναφέρονται ονομαστικά οι κοινοτικοί παραγωγοί και οι παρατιθέμενοι λόγοι επικαλύπτονται εν μέρει.
41
Το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο. Πράγματι, η Επιτροπή ανέφερε ονομαστικά στο σημείο 5 της επίδικης αποφάσεως τους κοινοτικούς παραγωγούς τους οποίους αφορούσαν οι επιτόπιοι έλεγχοι που διεξήγαγε. Από τη σχετική αναφορά καθίσταται επίσης δυνατός ο προσδιορισμός των κοινοτικών παραγωγών για τους οποίους γίνεται λόγος στα σημεία 15 έως 17 της επίδικης αποφάσεως σχετικά με την εξέταση των τιμών και των κερδών των κοινοτικών παραγωγών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτιολογία την οποία παρέθεσε η Επιτροπή πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από^ το άρθρο 190 της Συνθήκης, όπως ερμηνεύονται κατά πάγια νομολογία, βάσει των οποίων από την αιτιολογία μιας πράξεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συλλογιστική της αρχής που την εξέδωσε, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου ώστε να είναι σε θέση να υπερασπίσουν τα δικαιώματα τους και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του ( βλ. ως πλέον πρόσφατη την απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-69/89, Nakajima All Precision, Συλλογή 1991, σ. Ι-2069, σκέψη 14 ).
42
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω σκέψεων, η αιτίαση σχετικά με την έλλειψη επιπτώσεων των εισαγωγών από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία επί των τιμών πωλήσεως των οικείων κοινοτικών προϊόντων είναι αβάσιμη.
43
Επομένως ο λόγος ακυρώσεως που αναφέρεται στην ανυπαρξία σοβαρής ζημίας εξαιτίας των εισαγωγών από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του.
Επί του λόγου που αφορά τον αποκλεισμό από την έρευνα των εισαγωγών από τη Βουλγαρία
44
Με τον λόγο αυτό οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι εξαίρεσε, χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος, από την έρευνα της τις εισαγωγές από τη Βουλγαρία, ενώ, στην καταγγελία αντιντάμπινγκ που υπέβαλαν, οι επαγγελματικές οργανώσεις επέστησαν την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι οι εισαχθέντες το 1988 στην Ισπανία 50000ηλεκτρικοί κινητήρες από το κράτος αυτό αποτελούσαν απειλή.
45
Από τους ισχυρισμούς της Επιτροπής προκύπτει ότι η απόφαση της περί εξαιρέσεως των εισαγωγών από τη Βουλγαρία στηρίζεται σε πληροφορίες προερχόμενες από τρεις πηγές. Καταρχάς, στις στατιστικές του Eurostat δεν περιλαμβάνεται καμία εισαγωγή ηλεκτρικών κινητήρων από τη Βουλγαρία. Επιπλέον, ο βούλγαρος εξαγωγέας δήλωσε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει εξαγωγές προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια των ετών 1988 και 1989. Τέλος, η διοίκηση των ισπανικών τελωνείων επιβεβαίωσε την ανυπαρξία εισαγωγών ηλεκτρικών κινητήρων από τη Βουλγαρία τόσο κατά το έτος 1988, όσο και κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας.
46
Επί του τελευταίου αυτού σημείου, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή όφειλε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των εισαγωγών ζητώντας πληροφορίες όχι μόνο από τα ισπανικά, αλλά και από τα ιταλικά και τα γαλλικά τελωνεία.
47
Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικά πληροφορίες από τη διοίκηση των ισπανικών τελωνείων ακριβώς λόγω του ότι η δήλωση του Βούλγαρου εξαγωγέα και τα στατιστικά στοιχεία του Eurostat ήταν αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των επαγγελματικών οργανώσεων ότι το 1988 είχαν εισαχθεί στην Ισπανία 50000ηλεκτρικοί κινητήρες. Εντούτοις στη δικογραφία δεν υπάρχουν ενδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι υπήρξαν εισαγωγές ηλεκτρικών κινητήρων από τη Βουλγαρία στην Ιταλία ή τη Γαλλία που να δικαιολογούν τη διενέργεια περαιτέρω έρευνας.
48
Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν διενήργησε μια τέτοια έρευνα όσον αφορά τις εισαγωγές στην Ιταλία και στη Γαλλία.
49
Γενικά, οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν εμπεριστατωμένα επιχειρήματα ικανά να κλονίσουν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής· ιδίως δε, δεν προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την εισαγωγή 50000ηλεκτρικών κινητήρων από τη Βουλγαρία.
50
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος σχετικά με τον αποκλεισμό των εν λόγω εισαγωγών πρέπει να απορριφθεί.
51
Δεδομένου ότι δεν έγινε δεκτός κανείς από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
52
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν αλληλεγγύως στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τις προσφεύγουσες αλληλεγγύως στα δικαστικά έξοδα.
Grévisse
Moitinho de Almeida
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
F. Grévisse
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy