ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-319/90 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112), όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987 ( ΕΕ L 84, σ. 1 ), πρόβλεψε (άρθρα 7, 10, 11, 12α, 14, 14α και 15 του τίτλου Ι ) μια δέσμη εκουσίων μέτρων στηρίξεως της αμπελοοινικής αγοράς, τα οποία συνίστανται κυρίως στην ενίσχυση λόγω αποθεματοποιήσεως ή επαναποθηκεύσεως οίνων και στην απόσταξη των οίνων.
2.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2102/84 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1984, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα ( ΕΕ L 194, σ. 1 ), ρυθμίζει, στα άρθρα 1 έως 5, τον τρόπο υποβολής των δηλώσεων από τους επιχειρηματίες.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού επιβάλλει στους επιχειρηματίες να υποβάλλουν ετησίως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δήλωση για τα αποθέματα γλευκών σταφυλών και οίνων που έχουν στην κατοχή τους. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, οι δηλώσεις αυτές υποβάλλονται το αργότερο στις 7 Σεπτεμβρίου για τα διαθέσιμα στις 31 Αυγούστου αποθέματα.
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, η ανακεφαλαίωση των προβλεπομένων δηλώσεων ανακοινώνεται από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή πριν από τις 30 Νοεμβρίου.
3.
Το άρθρο 10α του προαναφερθέντος κανονισμού 2102/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2459/84 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 1984 (ΕΕ L 231, σ. 5), προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι
« οι υποκείμενοι στην υποχρέωση υποβολής δηλώσεων συγκομιδής, παραγωγής και αποθεμάτων που δεν υπέβαλαν αυτές τις δηλώσεις στις προβλεπόμενες ημερομηνίες στο άρθρο 5 (...) εξαιρούνται της απολαβής των μέτρων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 10, 11, 12α, 14, 14α και 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 337/79 ».
Κατά το άρθρο 10α, παράγραφος 2, σε περίπτωση ελλιπούς ή ανακριβούς δηλώσεως, τα μέτρα παρεμβάσεως δεν ισχύουν για τους επιχειρηματίες, εφόσον η γνώση των ελλειπόντων ή ανακριβών στοιχείων ήταν ουσιώδης.
4.
Κατά την αμπελοοινική περίοδο 1986/87η επιχείρηση Otto Pressler Weingut-Weingroßkellerei GmbH & Co. KG ( στο εξής: Otto Pressler) ανέθεσε την απόσταξη 230,28 εκατολίτρων επιτραπέζιου οίνου, βάσει δηλώσεως αποστάξεως που ενέκρινε στις 9 Ιουνίου 1987 το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (στο εξής: Bundesamt). Κατά τη διεξαγωγή ελέχγου, που αφορούσε κυρίως την κατάθεση των δηλώσεων παραγωγής και εσοδείας, το Bundesamt διαπίστωσε ότι η δήλωση αποθεμάτων δεν είχε υποβληθεί πριν από τις 7 Σεπτεμβρίου αλλά στις 11 Σεπτεμβρίου 1986, κατόπιν δε τούτου αρνήθηκε τη χορήγηση της ενισχύσεως.
5.
Τη διοικητική ένσταση της Otto Pressler κατά της αποφάσεως αυτής απέρριψε το Bundesamt με απόφαση της 4ης Ιανουαρίου 1988, κατά της οποίας η ενδιαφερόμενη εταιρία άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main.
6.
To Verwaltungsgericht αμφιβάλλει αν το άρθρο 10α του κανονισμού 2102/84 είναι έγκυρο από την άποψη της αρχής της αναλογικότητας, διότι κύρωση συνιστά κάθε δυσμενής για τον ενδιαφερόμενο διοικούμενο έννομη συνέπεια που αποτελεί επακόλουθο της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του, όπως ο αποκλεισμός του από τα οφέλη που απορρέουν από την οργάνωση της αγοράς.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η μη τήρηση της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων δεν θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των βασικών σκοπών της κοινής οργανώσεως της αγοράς και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική παράβαση της ρυθμίσεως ή ως παράβαση κύριας υποχρεώσεως.
Δεδομένου ότι πρόκειται για αυτοτελή νομική υποχρέωση, που βαρύνει κάθε παραγωγό ή κάτοχο οίνου, ανεξαρτήτως του αν στη συνέχεια υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως λόγω αποστάξεως, η δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως « παρεπόμενη υποχρέωση ». Ακόμη όμως και αν η δήλωση θεωρηθεί παρεπόμενη υποχρέωση, η αυστηρότητα της κυρώσεως είναι δυσανάλογη προς τη βαρύτητα της παραβάσεως.
7.
Κατόπιν αυτών το Verwaltungsgericht, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ανέστειλε τη διαδικασία, με Διάταξη της 8ης Οκτωβρίου 1990, και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί του εξής ερωτήματος:
« Είναι έγκυρο το άρθρο 10α του κανονισμού (ΕΟΚ) 2102/84 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1984, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2459/84 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 1984; »
8.
Η Διάταξη του Verwaltungsgericht πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Οκτωβρίου 1990.
9.
Έγγραφες παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ κατέθεσαν την 1η Φεβρουαρίου 1991 το Bundesamt, εκπροσωπούμενο από την Ursula Holzhauser, Regierungsrätin, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ulrich Wölker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της.
10.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
11.
Με απόφαση της 19ης Ιουνίου 1991 το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
ΙΙ — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Το Bundesamt, καθού της κύριας δίκης, συμμερίζεται τις αμφιβολίες του Verwaltungsgericht σχετικά με το κύρος του άρθρου 10α του κανονισμού 2102/84. Είναι βέβαιο ότι υφίσταται σχέση μεταξύ της εκούσιας συμμετοχής σε μέτρο που εφαρμόζεται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς αφενός και της υποβολής των δηλώσεων αφετέρου, καθόσον οι δηλώσεις αυτές δίνουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβαίνει σε εκτιμήσεις της αγοράς. Για να εξασφαλιστεί δε η αποτελεσματικότητα των μέτρων παρεμβάσεως, είναι επίσης αναγκαίο να τάσσονται προθεσμίες για την υποβολή των δηλώσεων. Επειδή η μη τήρηση των προθεσμιών αυτών δεν έχει τόσο σοβαρές συνέπειες όσο η μη εκπλήρωση μιας από τις κύριες υποχρεώσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο της αποστάξεως, ενδέχεται να συντρέχει μόνο παράβαση παρεπόμενης υποχρεώσεως. Σύμφωνα με την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990 στην υπόθεση C-118/89, Lingenfelser (Συλλογή 1990, σ. I-2637), πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο σκοπός της επαρκούς πληροφορήσεως της Επιτροπής επιτυγχάνεται ακόμη και στις περιπτώσεις ελαφράς υπερβάσεως της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων. Εξάλλου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3024/86 της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της προληπτικής απόσταξης που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού 337/79 για την αμπελουργική περίοδο 1986/87 ( ΕΕ L 281, σ. 8 ), καθιερώνει, με το άρθρο 2, ένα σύστημα που επιτρέπει την έγκριση των συμφωνητικών ή των δηλώσεων παραδόσεως πριν από την υποβολή της δηλώσεως παραγωγής. Εν προκειμένω υποβλήθηκε καθυστερημένα η δήλωση αποθεμάτων, το περιεχόμενο της οποίας όμως δεν έχει καμία σημασία για το συγκεκριμένο μέτρο αποστάξεως.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το άρθρο 10α, παράγραφος 2, του κανονισμού 2102/84 δεν προβλέπει τον αυτόματο αποκλεισμό από τα εκούσια μέτρα στις περιπτώσεις στις οποίες οι δηλώσεις είναι μεν ελλιπείς ή ανακριβείς, η γνώση όμως των ελλιπόντων στοιχείων δεν είναι ουσιώδης για την εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου.
Το Bundesamt καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο αυτόματος και πλήρης αποκλεισμός από όλα τα εκούσια μέτρα πρέπει να θεωρηθεί ως υπερβολικά αυστηρή κύρωση και ότι επομένως το άρθρο 10α του κανονισμού 2102/84 αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας.
2.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 10α του κανονισμού 2102/84 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κύρωση. Με την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-217/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας ( Συλλογή 1990, σ. Ι-2879 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι μια διάταξη με ανάλογο περιεχόμενο, και συγκεκριμένα το άρθρο 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 337/79, κατά το οποίο αποκλείονται από διάφορα εκούσια μέτρα οι παραγωγοί οι οποίοι δεν έχουν εκπληρώσει την υποχρέωση τους να παραδώσουν τον επιτραπέζιο οίνο για υποχρεωτική απόσταξη, δεν συνιστά κύρωση, αλλά θέτει μία προϋπόθεση για την εφαρμογή ορισμένων ευεργετικών μέτρων παρεμβάσεως που προβλέπονται από τον κανονισμό.
Κατά τη νομολογία, δεν υπάρχει κύρωση, παρά μόνο εφόσον ένα μέτρο θίγει υφισταμένη νομική κατάσταση ή τουλάχιστον νόμιμη προσδοκία. Έτσι, οι περισσότερες υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας αφορούσαν την αναζήτηση εγγυήσεως και την καταβολή ή την αναζήτηση ενισχύσεως. Ορισμένες άλλες υποθέσεις αφορούσαν τις προϋποθέσεις κτήσεως δικαιώματος επί ενισχύσεως, οι οποίες πρέπει να πληρούνται μετά την εκ μέρους του ενδιαφερομένου διενέργεια πράξεων που έχουν άμεση σχέση με την ενέργεια για την οποία προορίζεται η ενίσχυση, όπως είναι η σύναψη συμβάσεων ή η μεταποίηση προϊόντων: στις περιπτώσεις αυτές ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί μεν να αξιώσει την ενίσχυση, αλλ' έχει τουλάχιστον νόμιμη προσδοκία. Η επικρινόμενη διάταξη όμως περιορίζεται στον αποκλεισμό του ενδιαφερομένου από ένα μέτρο το οποίο τον συμφέρει οικονομικά και δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί κατά τον χρόνο της παραβάσεως της υποχρεώσεως υποβολής δηλώσεως.
Το σύστημα παρεμβάσεως στον αμπελοοινικό τομέα περιλαμβάνει, πέραν των υποχρεωτικών μέτρων, ορισμένα εκούσια μέτρα, τα οποία εφαρμόζονται, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Οι δηλώσεις αποθεμάτων έχουν κεφαλαιώδη σημασία στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, καθόσον δίνουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καταρτίζει πριν από τις 10 Δεκεμβρίου ένα « ισοζύγιο προβλέψεων ». Βάσει των προβλέψεων αυτών και των ανακοινώσεων που της αποστέλλουν τα κράτη μέλη πριν από τις 15 Φεβρουαρίου σχετικά με την παραγωγή και την εσοδεία, η Επιτροπή αποφασίζει πριν από τις 28 Φεβρουαρίου αν συντρέχει λόγος να προβλέψει υποχρεωτική απόσταξη ή απόσταξη προς στήριξη της αγοράς. Η προληπτική απόσταξη, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, έχει άμεση σχέση με τα υποχρεωτικά αυτά μέτρα, καθόσον σκοπός της είναι η μείωση των αρνητικών συνεπειών τους. Η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος απαιτεί την εμπρόθεσμη υποβολή των δηλώσεων αυτών. Η επιλογή της 7ης Σεπτεμβρίου ως ημερομηνίας λήξεως της προθεσμίας για την υποβολή των δηλώσεων αποθεμάτων των επιχειρηματιών εξηγείται από το γεγονός ότι είναι αναγκαίο να υφίστανται αξιόπιστα στοιχεία σε ημερομηνία εγγύτατη, κατά το δυνατόν, προς την 31η Αυγούστου, ημέρα λήξεως της αμπελοοινικής περιόδου, και να διαθέτουν οι εθνικές αρχές επαρκή χρόνο για τη συγκέντρωση, επεξεργασία και διαβίβαση των δηλώσεων αυτών πριν από τις 30 Νοεμβρίου.
Αφού το άρθρο 10α του κανονισμού 2102/84 δεν συνιστά κύρωση, πρέπει και εδώ να εφαρμοστούν τα συνήθη κριτήρια ελέγχου που ισχύουν για τα μέτρα που λαμβάνονται στη γεωργία και έχουν αρνητικές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-331/88, Fedesa κ. λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-4023). Δεδομένου ότι τα άρθρα 40 και 43 παρέχουν στον κοινοτικό νομοθέτη ευρεία διακριτική εξουσία όσον αφορά την κοινή γεωργική πολιτική, συντρέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, μόνο όταν το μέτρο είναι προφανώς ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Στην προκειμένη όμως περίπτωση το μέτρο είναι συγχρόνως κατάλληλο και δίκαιο. Δεν επιτρέπεται δηλαδή στους ενδιαφερομένους να ωφελούνται από τα μέτρα, των οποίων την εφαρμογή κατέστησαν δυσχερή, αν όχι αδύνατη, μη τηρώντας τις προθεσμίες υποβολής των δηλώσεων. Η επίμαχη διάταξη είναι εξάλλου δίκαιη, καθόσον οι αρνητικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους περιορίζονται τόσο χρονικά όσο και από την άποψη των οφελών και ευεργετημάτων που αφορούν.
Κατόπιν των ανωτέρω η Επιτροπή προτείνει την εξής απάντηση:
« Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 10α του κανονισμού (ΕΟΚ) 2102/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2459/84 ».
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 21ης Ιανουαρίου 1992 ( *1 )
Στην υπόθεση C-319/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Otto Pressler Weingut-Weingroßkellerei GmbH & Co. KG
και
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 10α του κανονισμού ( ΕΟΚ) 2102/84 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1984, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα ( ΕΕ L 194, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2459/84 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 1984 ( ΕΕ L 231, σ. 5 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, Μ. Diez de Velasco και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft, εκπροσωπούμενο από την Ursula Holzhauser, Regierungsrätin,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ulrich Wölker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικά κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1991 η εταιρία Otto Pressler, εκπροσωπούμενη από τον Carlos Schulz-Knappe, δικηγόρο Neustadt ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ), το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft, εκπροσωπούμενο από τον Klaus-Dieter Lutz, Verwaltungsangestellter, και η Επιτροπή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 8ης Οκτωβρίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Οκτωβρίου 1990, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 10α του κανονισμού (ΕΟΚ) 2102/84 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1984, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα ( ΕΕ L 194, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2459/84 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 1984 ( ΕΕ L 231, σ. 5 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Otto Pressler Weingut-Weingroßkellerei GmbH & Co. KG (στο εξής: Otto Pressler) και του Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft ( στο εξής: Bundesamt ), του γερμανικού οργανισμού παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, η διαφορά δε αυτή αφορά ενίσχυση λόγω προληπτικής αποστάξεως οίνου.
3
Ο προαναφερθείς κανονισμός 2102/84, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112 ), όπως αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987 (ΕΕ L 84, σ. 1 ), ορίζει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ότι οι επιχειρηματίες πρέπει να υποβάλλουν ετησίως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δήλωση για τα αποθέματα γλευκών σταφυλών και οίνων που έχουν στην κατοχή τους. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, οι δηλώσεις αυτές υποβάλλονται το αργότερο στις 7 Σεπτεμβρίου για τα διαθέσιμα στις 31 Αυγούστου αποθέματα. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, η ανακεφαλαίωση των δηλώσεων του άρθρου 4 ανακοινώνεται από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή πριν από τις 30 Νοεμβρίου.
4
Κατά το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2102/84, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2459/84, οι υποκείμενοι στην υποχρέωση υποβολής δηλώσεων εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων που δεν υπέβαλαν αυτές τις δηλώσεις στις ημερομηνίες που προβλέπει το άρθρο 5 αποκλείονται, μεταξύ άλλων, από τα ευεργετικά μέτρα της προληπτικής αποστάξεως.
5
Το Bundesamt, όταν διαπίστωσε ότι η Otto Pressler υπέβαλε τη δήλωση αποθεμάτων της όχι στις 7 Σεπτεμβρίου αλλά στις 11 Σεπτεμβρίου 1986, αρνήθηκε να της χορηγήσει ενίσχυση για την προληπτική απόσταξη 230,28 εκατολίτρων ( hl ) επιτραπέζιου οίνου.
6
Το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε προσφυγή κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Bundesamt, ανέστειλε τη διαδικασία, μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί του εξής ερωτήματος:
« Είναι έγκυρο το άρθρο 10α του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2102/84 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1984, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2459/84 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 1984; »
7
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο, το Bundesamt και η Otto Pressler τονίζουν ότι η μη χορήγηση καμιάς ενισχύσεως σε περίπτωση ελαφράς υπερβάσεως της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων αποστάξεως αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας.
9
Αντίθετα, η Επιτροπή εκθέτει ότι ως κύρωση μπορεί να θεωρηθεί μόνο το μέτρο το οποίο θίγει υφισταμένη νομική κατάσταση ή τουλάχιστον προσβάλλει νόμιμη προσδοκία. Τούτο όμως δεν συμβαίνει με το άρθρο 10α του κανονισμού 2102/84, το οποίο απλώς θέτει μία προϋπόθεση για την εφαρμογή ορισμένων ευεργετικών μέτρων παρεμβάσεως, εφαρμογή την οποία θα μπορούσε η Επιτροπή να αποφασίσει μεταγενέστερα. Κατά συνέπεια, το επίμαχο ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μέτρο δεν μπορεί να εξεταστεί βάσει των αυστηρών κριτηρίων που θέτει η αρχή της αναλογικότητας για τις κυρώσεις, αλλά βάσει των κριτηρίων ελέγχου που ισχύουν κατά παράδοση στη γεωργία για τα μέτρα που έχουν αρνητικές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους.
10
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει εξετάσει σε πολλές αποφάσεις το συμβατό μέτρων θεσπισθέντων στον τομέα των κοινών οργανώσεων αγοράς προς την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον τα μέτρα αυτά είχαν αρνητικές έννομες συνέπειες για τους επιχειρηματίες, χωρίς να αναγάγει σε προϋπόθεση τη λόγω του μέτρου προσβολή δικαιώματος ή νόμιμης προσδοκίας.
11
Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Giuseppe Tesauro στο σημείο 3 των προτάσεων του, το Δικαστήριο έχει εξετάσει υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας ορισμένα μέτρα π. χ. που προβλέπουν τη μη χορήγηση ορισμένου ευεργετήματος σε περίπτωση μη τηρήσεως προϋποθέσεων ή προθεσμιών που ισχύουν για τη διενέργεια πράξεων ή την υποβολή αιτήσεων ή εγγράφων.
12
Προκειμένου να κριθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα διάταξη ισχύουσα για κοινή οργάνωση γεωργικής αγοράς, είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξεταστεί αν τα μέτρα που προβλέπει η διάταξη αυτή βαίνουν πέραν των ορίων αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η παραβιαζόμενη κανονιστική ρύθμιση. Ειδικότερα, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέτρα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού είναι ανάλογα προς τη σπουδαιότητα του και απαραίτητα για την επίτευξη του ( βλ. ιδίως απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-118/89, Lingenfelser, Συλλογή 1990, σ. Ι-2637 ).
13
Επ' αυτού επιβάλλεται να τονιστεί ότι το άρθρο 31 του προαναφερθέντος κανονισμού 822/87 προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι η Επιτροπή συντάσσει πριν από τις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους « ισοζύγιο προβλέψεων », στο οποίο εμφαίνονται οι δυνατότητες παραγωγής και οι ανάγκες της Κοινότητας σε οίνους και βάσει του οποίου εφαρμόζεται το σύστημα ενισχύσεως λόγω αποστάξεως το οποίο προβλέπει το άρθρο 42 του κανονισμού αυτού. Το άρθρο 39, παράγραφος 5, ορίζει ότι τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις παραγόμενες ποσότητες επιτραπέζιου οίνου. Μέχρι το τέλος της περιόδου 1989/90, η γνωστοποίηση αυτή έπρεπε να πραγματοποιείται πριν από τις 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους και οι αποφάσεις σχετικά με την υποχρεωτική απόσταξη να λαμβάνονται πριν από τις 28 Φεβρουαρίου. Κατά το άρθρο 41 του κανονισμού 822/87, η απόφαση πραγματοποιήσεως υποχρεωτικών αποστάξεων συνεπάγεται αυτόματα τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως, ως μέτρου στηρίξεως, αποστάξεων σαν αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
14
Όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 2459/84, η επαρκής γνώση της παραγωγής και των αποθεμάτων στον αμπελοοι-νικό τομέα είναι απαραίτητη για την ορθή εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως και δεν μπορεί, στο παρόν στάδιο, να εξασφαλιστεί παρά μόνο με την υποβολή των δηλώσεων εσοδείας και αποθεμάτων από τους ενδιαφερομένους.
15
Είναι συνεπώς προφανές ότι η ημερομηνία της 10ης Δεκεμβρίου έχει ουσιώδη σημασία στο πλαίσιο του συστήματος, καθόσον η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συντάσσει το « ισοζύγιο προβλέψεων » πριν από την αρχή κάθε αμπελοοινικής περιόδου· δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την ημερομηνία της 7ης Σεπτεμβρίου, την οποία προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2102/84. Σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις της Επιτροπής, η ημερομηνία αυτή επελέγη, επειδή ήταν αναγκαίο αφενός να υφίστανται αξιόπιστα στοιχεία σε ημερομηνία εγγύτατη, κατά το δυνατόν, προς την 31η Αυγούστου, ημέρα λήξεως της αμπελοοινικής περιόδου, και αφετέρου να διαθέτουν οι εθνικές αρχές επαρκή χρόνο για τη συγκέντρωση, επεξεργασία και διαβίβαση των δηλώσεων αυτών πριν από τις 30 Νοεμβρίου.
16
Ενόψει του ότι η ημερομηνία της 7ης Σεπτεμβρίου είναι χρονικά εγγύτατη προς το τέλος της περιόδου εμπορίας και οι εθνικές αρχές διαθέτουν μεγάλο χρονικό διάστημα για να διαβιβάσουν στην Επιτροπή την ανακεφαλαίωση των δηλώσεων, η αυστηρή τήρηση της λήξεως, στις 7 Σεπτεμβρίου, της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων εσοδείας δεν είναι αναγκαία, προκειμένου η Επιτροπή να διαθέτει επαρκή στοιχεία για την παραγωγή και τα αποθέματα στον αμπελοοινικό τομέα μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου.
17
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο ερώτημα του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10α του προαναφερθέντος κανονισμού 2102/84 είναι ανίσχυρο, καθόσον απαγορεύει τη χορήγηση ενισχύσεως λόγω αποστάξεως στους επιχειρηματίες, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας της υπερβάσεως της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων εσοδείας, η οποία λήγει, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 2102/84, στις 7 Σεπτεμβρίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 8ης Οκτωβρίου 1990 το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, αποφαίνεται:
Το άρθρο 10α του προαναφερθέντος κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2102/84 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1984, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα, είναι ανίσχυρο, καθόσον απαγορεύει τη χορήγηση ενισχύσεως λόγω αποστάξεως στους επιχειρηματίες, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας της υπερβάσεως της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων εσοδείας, η οποία λήγει, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 2102/84, στις 7 Σεπτεμβρίου.
Schockweiler
Mancini
Κακούρης
Diez de Velasco
Murray
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
F. Α. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy