ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-328/90 ( *1 )
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά
1.
Η Επιτροπή, στηριζόμενη στα άρθρα 52, 59 και 48 της Συνθήκης, άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία αφορούσε ορισμένες διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού σχετικά με τις προϋποθέσεις ιδρύσεως φροντιστηρίων και ιδιωτικών σχολών επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και παροχής κατ' οίκον διδασκαλίας καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών μπορούν να εργαστούν στις σχολές αυτές.
2.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος ( Συλλογή 1988, σ. 1637 ), δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή αναγνωρίζοντας ότι:
«1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών την ίδρυση φροντιστηρίων και ιδιωτικών σχολών μουσικής και χορού και την παροχή κατ' οίκον διδασκαλίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης.
2)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας ή περιορίζοντας στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που απασχολούνται ήδη στην Ελλάδα και στα μέλη των οικογενειών τους να προσλαμβάνονται ως διευθυντές και διδακτικό προσωπικό σε φροντιστήρια και σε ιδιωτικές σχολές μουσικής και χορού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48 της Συνθήκης. »
3.
Η Επιτροπή άσκησε επίσης προσφυγή λόγω παραβάσεως, στηριζόμενη στα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης, που αφορούσε ορισμένες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με την πρόσβαση στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού, του τοπογράφου και του δικηγόρου και την άσκηση τους.
4.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 38/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 4415), δέχθηκε την προσφυγή αυτή αναγνωρίζοντας ότι:
«1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που δεν θεσπίζουν ρητά το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών να εγγράφονται στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικά μέλη, ενώ η εγγραφή υπ' αυτή την ιδιότητα αποτελεί προϋπόθεση της προσβάσεως στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού και του τοπογράφου και της ασκήσεως τους στην Ελληνική Δημοκρατία τις οποίες και διευκολύνει, παρέβη τις διατάξεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εξαρτούν την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκηση του από την κατοχή της ελληνικής ιθαγένειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. »
5.
Η Επιτροπή δεν έλαβε καμία πληροφορία σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η Ελληνική Δημοκρατία για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της και να εκτελέσει τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις.
Αποφάσισε κατά συνέπεια να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Προς τούτο κάλεσε την Ελληνική Κυβέρνηση, με επιστολή της 26ης Μαΐου 1989, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, εντός προθεσμίας δύο μηνών, σχετικά με την παράβαση που της προσάπτεται.
6.
Απαντώντας στην επιστολή αυτή, η Ελληνική Κυβέρνηση ανέφερε ότι έπρεπε, πριν από κάθε τροποποίηση της ελληνικής νομοθεσίας, να αποφανθεί πρώτα το Δικαστήριο επί των τριτανακοπών που ασκήθηκαν κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86. Η Κυβέρνηση αυτή υποστήριξε, εξάλλου, ότι, λόγω του ότι σχηματίστηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα περίοδο, δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, την εξουσία να προτείνει προς ψήφιση νέα νομοσχέδια σε θέματα τόσο συγκεκριμένα όσο αυτά που αποτέλεσαν το αντικείμενο των δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου.
7.
Επειδή δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση αυτή, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 22 Ιανουαρίου 1990, αιτιολογημένη γνώμη, προς την οποία έπρεπε να συμμορφωθεί η Ελληνική Δημοκρατία εντός προθεσμίας δύο μηνών.
8.
Με επιστολή της 30ής Μαρτίου 1990, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε από την Επιτροπή πρόσθετη προθεσμία δύο μηνών για την εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, και εύλογη προθεσμία για την εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως της 14ης Ιουλίου 1988, 38/87.
Στην επιστολή αυτή αναφερόταν επίσης ότι η Επιτροπή έλαβε αντίγραφο του Προεδρικού Διατάγματος αρ. 172, της 2ας Μαρτίου 1989 (ΦΕΚ 83 Τ. Α. 17.3.1989), για την προσαρμογή των εθνικών διατάξεων περί προσβάσεως στο επάγγελμα του δικηγόρου προς τις διατάξεις της Συνθήκης.
9.
Με επιστολή της 12ης Ιουνίου 1990, η Ελληνική Δημοκρατία ανέφερε στην Επιτροπή ότι οι αρμόδιες αρχές κίνησαν τη νομοθετική διαδικασία για την τροποποίηση των νομοθετικών κειμένων, που ήταν απαραίτητη για την εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Οκτωβρίου 1990, η Επιτροπή άσκησε την προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 169 της Συνθήκης.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« 1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών την ίδρυση φροντιστηρίων και ιδιωτικών σχολών μουσικής και χορού και την παροχή κατ' οίκον διδασκαλίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης.
2)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας ή περιορίζοντας στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που απασχολούνται ήδη στην Ελλάδα και στα μέλη των οικογενειών τους να προσλαμβάνονται ως διευθυντές και διδακτικό προσωπικό σε φροντιστήρια και σε ιδιωτικές σχολές μουσικής και χορού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48 της Συνθήκης. »,
καθώς και της αποφάσεως της 14ης Ιουλίου 1988, 38/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« 1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που δεν θεσπίζουν ρητά το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών να εγγράφονται στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικά μέλη, ενώ η εγγραφή υπ' αυτή την ιδιότητα αποτελεί προϋπόθεση της προσβάσεως στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού και του τοπογράφου και της ασκήσεως τους στην Ελληνική Δημοκρατία τις οποίες και διευκολύνει, παρέβη τις διατάξεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. »,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
—
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3.
Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
4.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
ΙΙΙ — Λόγοι προσφυγής και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 171 της Συνθήκης, τα κράτη που αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεως αναγνωρίσεως παραβάσεως οφείλουν να λάβουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως.
Κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία εξακολουθεί να μην έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση των προαναφερθεισών αποφάσεων του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι, όπως αναγνωρίζει στο υπόμνημα αντικρούσεως της, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι απαραίτητες για την τροποποίηση των διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας νομοθετικές εργασίες.
Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι τριτανακοπές που ασκήθηκαν κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο ως απαράδεκτες.
2.
Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται το γεγονός ότι κίνησε τη διαδικασία τροποποιήσεως των νομοθετικών κειμένων, που είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί η εκτέλεση των δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου που προαναφέρθηκαν και ότι έχει αρχίσει και συνεχίζεται η επεξεργασία των τροποποιητικών νομοθετικών κειμένων.
Για να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό, επισυνάπτει στη δικογραφία:
—
σχετικά με την εκτέλεση της αποφάσεως της 14ης Ιουλίου 1988, 38/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, τα σχέδια δύο Προεδρικών Διαταγμάτων που αφορούν το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας να εγγράφονται στο Τεχνικό Επιμελητήριο και να ασκούν το επάγγελμα του μηχανικού στην Ελλάδα·
—
σχετικά με την εκτέλεση της αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος, το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που επιτρέπει την ίδρυση σχολών μουσικής και χορού από υπηκόους των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας.
Υποστηρίζει εξάλλου ότι το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων έχει ήδη καταρτίσει σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που επιτρέπει την ίδρυση φροντιστηρίων από υπηκόους των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 30ής Ιανουαρίου 1992 ( *1 )
Στην υπόθεση C-328/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Πατάκια, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της, και τον Θεόφιλο Μαργέλλο, λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Πικαρδίας, αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την Εύη Σκανδάλου, δικηγόρο Αθηνών, μέλος της Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, στη συνέχεια δε από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της Πρεσβείας της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς εκτέλεση τόσο της αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος ( Συλλογή 1988, σ. 1637 ), όσο και της αποφάσεως της 14ης Ιουλίου 1988, 38/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος ( Συλλογή 1988, σ. 4415 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. Grévisse, P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, J. C Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ιδίας ημέρας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Οκτωβρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς εκτέλεση τόσο της αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 1637 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« 1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών την ίδρυση φροντιστηρίων και ιδιωτικών σχολών μουσικής και χορού και την παροχή κατ' οίκον διδασκαλίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης.
2)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που απασχολούνται ήδη στην Ελλάδα και στα μέλη των οικογενειών τους ή περιορίζοντας τους τη δυνατότητα να προσλαμβάνονται ως διευθυντές και διδακτικό προσωπικό σε φροντιστήρια και σε ιδιωτικές σχολές μουσικής και χορού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48 της Συνθήκης. »,
όσο και της αποφάσεως της 14ης Ιουλίου 1988, 38/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος ( Συλλογή 1988, σ. 4415 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« 1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που δεν θεσπίζουν ρητά το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών να εγγράφονται στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικά μέλη, ενώ η εγγραφή υπ' αυτή την ιδιότητα αποτελεί προϋπόθεση της προσβάσεως στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού και του τοπογράφου και της ασκήσεώς τους στην Ελληνική Δημοκρατία τις οποίες και διευκολύνει, παρέβη τις διατάξεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.. »,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Επειδή δεν έλαβε καμιά πληροφορία σχετικά με τα μέτρα που όφειλε να θεσπίσει η Ελληνική Δημοκρατία σε εκτέλεση των προαναφερθεισων αποφάσεων του Δικαστηρίου, η Επιτροπή κίνησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία, μετά την περάτωση της οποίας άσκησε την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως.
3
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, επειδή η Ελληνική Δημοκρατία δεν έχει ακόμη τροποποιήσει τις νομοθετικές διατάξεις της, ώστε να τις προσαρμόσει προς τις προαναφερθείσες δύο αποφάσεις της 15ης Μαρτίου και 14ης Ιουλίου 1988, παρέβη την προβλεπόμενη στο άρθρο 171 της Συνθήκης υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου.
5
Η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται στο να εξηγήσει ότι οι πράξεις περί τροποποιήσεως των εθνικών διατάξεων που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας και πρόκειται να δημοσιευθούν προσεχώς.
6
Πρέπει να τονιστεί ότι, μολονότι το άρθρο 171 της Συνθήκης δεν ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να εκτελεστεί απόφαση του Δικαστηρίου, το συμφέρον που συνδέεται με την άμεση και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου απαιτεί η εκτέλεση αυτή να αρχίσει αμέσως και να λήξει εντός των συντομότερων δυνατών προθεσμιών ( βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 1988, 169/87, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 4093, σκέψη 14).
7
Κατόπιν αυτού, διαπιστώνεται η παράβαση όπως προκύπτει από τα αιτήματα της προσφυγής της Επιτροπής.
Επί των δικαστικών εξόδων
8
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς εκτέλεση
—
τόσο της αποφάσεως της 15ης Μαρτίου 1988, 147/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος ( Συλλογή 1988, σ. 1637 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών την Ιδρυση φροντιστηρίων και ιδιωτικών σχολών μουσικής και χορού και την παροχή κατ' οίκον διδασκαλίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης.
2)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που απασχολούνται ήδη στην Ελλάδα και στα μέλη των οικογενειών τους ή περιορίζοντας τους τη δυνατότητα να προσλαμβάνονται ως διευθυντές και διδακτικό προσωπικό σε φροντιστήρια και σε ιδιωτικές σχολές μουσικής και χορού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48 της Συνθήκης. »,
—
όσο και της αποφάσεως της 14ης Ιουλίου 1988, 38/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος ( Συλλογή 1988, σ. 4415 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που δεν θεσπίζουν ρητά το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών να εγγράφονται στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικά μέλη, ενώ η εγγραφή υπ' αυτή την ιδιότητα αποτελεί προϋπόθεση της προσβάσεως στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού και του τοπογράφου και της ασκήσεως τους στην Ελληνική Δημοκρατία τις οποίες και διευκολύνει, παρέβη τις διατάξεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. »,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Joliet
Grévisse
Kapteyn
Κακούρης
Moitinho de Almeida
Rodriguez Iglesias
Diez de Velasco
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy