ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-330/90 και C-331/90 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Η οδηγία 67/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 1967, περί πραγματοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών των μη μισθωτών δραστηριοτήτων που υπάγονται: 1 ) στον τομέα των συναλλαγών επί ακινήτων (εκτός 6401 ) ( ομάδα ex 640 ΔΤΤΒ ), 2 ) στον τομέα ορισμένων υπηρεσιών παρεχομένων σε επιχειρήσεις που δεν έχουν ταξινομηθεί αλλού (ομάδα 839 ΔΤΤΒ) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 64 ), που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των δύο γενικών προγραμμάτων για την κατάργηση των περιορισμών, αφενός, στην ελευθερία εγκαταστάσεως και, αφετέρου, στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, έχει εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 2, στις μη μισθωτές δραστηριότητες τις σχετικές με τις συναλλαγές επί ακινήτων.
2.
Η προαναφερθείσα οδηγία 67/43 δεν περιλαμβάνει διατάξεις εναρμονίσεως ως προς τις λεπτομέρειες προσβάσεως και τις προϋποθέσεις ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών, αλλά περιορίζεται στο να ορίζει με το άρθρο 5 ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να καταργήσουν κάθε μεταχείριση εισάγουσα διακρίσεις λόγω ιθαγενείας.
3.
Στην Ισπανία, το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ρυθμίζεται με το διάταγμα 3248/69, της 4ης Δεκεμβρίου 1969, περί εγκρίσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως ως προς τη λειτουργία των επισήμων ενώσεων κτηματομεσιτών.
Το άρθρο 5 της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως εξαρτά την άσκηση των δραστηριοτήτων του κτηματομεσίτη από τη διπλή προϋπόθεση ότι ο κτηματομεσίτης πρέπει να είναι κάτοχος του απαιτούμενου επαγγελματικού τίτλου που εκδίδει η διοίκηση και ότι πρέπει να είναι εγγεγραμμένος στην ένωση και το ταμείο προνοίας των κτηματομεσιτών.
4.
Το βασιλικό διάταγμα 1464/88, της 2ας Δεκεμβρίου 1988, με το οποίο μεταφέρθηκε στο ισπανικό δίκαιο η προαναφερθείσα οδηγία 67/43, ορίζει στο άρθρο 1 ότι το δικαίωμα της ελευθερίας εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών αναγνωρίζεται στους υπηκόους άλλων κρατών μελών υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν οι Ισπανοί πολίτες.
5.
Το άρθρο 321 του ισπανικού ποινικού κώδικα χαρακτηρίζει ως αντιποίηση επαγγέλματος την άσκηση πράξεων που χαρακτηρίζουν ένα επάγγελμα χωρίς την κατοχή του αντίστοιχου επίσημου τίτλου ή τίτλου αναγνωρισμένου βάσει νομοθετικής διατάξεως ή διεθνούς συμβάσεως.
6.
Οι Angel López Brea και Carlos Hidalgo Palacios, Ισπανοί υπήκοοι, κάτοικοι Ισπανίας, άνοιξαν αμφότεροι γραφείο στο Alicante με σκοπό την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων σχετικών με συναλλαγές επί ακινήτων, μολονότι δεν είχαν τα επαγγελματικά προσόντα και τις απαιτούμενες άδειες.
7.
Με πρωτοβουλία του Colegio oficial de agentes de la propriedad inmobiliaria του Alicante και του Fiscal jefe de la audiencia provincial κινήθηκε η ποινική διαδικασία κατά των Angel López Brea και Carlos Hidalgo Palacios, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για παράβαση του άρθρου 321 του ισπανικού ποινικού κώδικα ενώπιον του Juzgado de lo Penal του Alicante, το οποίο, με Διατάξεις της 11ης Σεπτεμβρίου και της 11ης Οκτωβρίου 1990, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Ενόψει των διατάξεων των άρθρων 3, 2 και 5 της οδηγίας 67/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, διατηρεί ή όχι την ισχύ του το άρθρο 1 του διατάγματος της 4ης Δεκεμβρίου 1969, ως και το βασιλικό διάταγμα 1464/88, το οποίο ορίζει ότι οι δραστηριότητες διαμεσολαβήσεως και μεσιτείας επί αγοράς, πωλήσεως και ανταλλαγής αστικών και αγροτικών ακι- νήτων, ενυπόθηκων δανείων επί των ακινήτων αυτών, συμβάσεων μισθώσεως αγροτικών και αστικών ακινήτων, εκχωρήσεως και μεταβιβάσεως, καθώς και εκτιμήσεως της αξίας των αγαθών αυτών σε περίπτωση πωλήσεως, εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως, είναι καθήκοντα επιφυλασσόμενα στους κτηματομεσίτες; Μπορούν τα κράτη μέλη, από της ενάρξεως ισχύος της οδηγίας αυτής, να χορηγούν, στον εν λόγω τομέα των ακινήτων, το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών σε συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα;
2)
Μπορεί κράτος μέλος να περιορίσει ή και να αποκλείσει κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας; »
8.
Οι Διατάξεις του Juzgado de lo Penal του Alicante πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Οκτωβρίου 1990.
9.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των ΕΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, στις δύο υποθέσεις, στις 25 Ιανουαρίου και στις 12 Φεβρουαρίου 1991 το Colegio oficial de agentes de la propriedad inmobiliaria του Alicante, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Jordana des Pozas Fuentes, δικηγόρο Μαδρίτης, στις 5 Φεβρουαρίου 1991 το Ministerio fiscal, εκπροσωπούμενο από τον Ricardo Cabedo, Fiscal jefe του Alicante, και στις 6 Φεβρουαρίου 1991 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Etienne Lasnet, νομικό σύμβουλο, και Daniel Calleja, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας.
10.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
11.
Με Διάταξη της 9ης Ιουλίου 1991, οι υποθέσεις C-330/90 και C-331/90 συνενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση ενιαίας αποφάσεως.
12.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο, με απόφαση της 9ης Ιουλίου 1991, ανέθεσε την εκδίκαση των δύο υποθέσεων στο δεύτερο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Το Ministerio fiscal παρατηρεί ότι το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο θέτει δύο διαφορετικά ζητήματα: το πρώτο αφορά το κύρος της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως ενόψει της προαναφερθείσας οδηγίας 67/43, το δεύτερο αφορά το αν από της ενάρξεως ισχύος της οδηγίας αυτής τα κράτη μέλη μπορούν, στον εν λόγω τομέα των ακινήτων, να χορηγούν το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών σε συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα.
Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, το Ministerio fiscal υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τη συμφωνία των εθνικών διατάξεων προς την προαναφερθείσα οδηγία 67/43, αλλά μπορεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο, με την ερμηνεία της οδηγίας αυτής, τα στοιχεία που αυτό χρειάζεται για να εκτιμήσει το ζήτημα αυτό της συμφωνίας.
Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, το Ministerio fiscal υπογραμμίζει ότι τα άρθρα 52 έως 66 της Συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών συνεπάγονται δύο διαφορετικές επόψεις, η πρώτη αναφέρεται στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, η δεύτερη αποβλέπει στην εναρμόνιση των προϋποθέσεων εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών σε συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας. Η προαναφερθείσα οδηγία 67/43, πέραν του ότι δεν έχει ως σκοπό να καταργήσει, να εξομοιώσει ή να συντονίσει τους διαφόρους επαγγελματικούς τίτλους για την άσκηση του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη, περιορίζεται στην απαγόρευση κάθε δυσμενούς διακριτικής μεταχειρίσεως λόγω ιθαγενείας. Το προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα 1464/88 εξαλείφει κάθε προϋπόθεση σχετική με την ιθαγένεια όσον αφορά την πρόσβαση και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων για τις οποίες γίνεται λόγος στις υποθέσεις της κύριας δίκης. Η προαναφερθείσα οδηγία 67/43 δεν αφορά τους ενδιαφερομένους στις υποθέσεις της κύριας δίκης καθόσον αυτοί είναι Ισπανοί υπήκοοι, κατοικούν στην Ισπανία και ασκούν εκεί επαγγελματικές δραστηριότητες.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά το ζήτημα αν ένα κράτος μέλος μπορεί να περιορίσει ή και να αποκλείσει, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την εφαρμογή της οδηγίας αυτής. Σχετικώς, το Ministerio fiscal θεωρεί ότι η οδηγία δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κανενός περιορισμού ή αποκλεισμού και ότι, ελλείψει μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός των καθορισμένων προθεσμιών, οι διατάξεις της οδηγίας οι οποίες είναι ανεπιφύλακτες και αρκούντως ακριβείς αναπτύσσουν άμεσα αποτελέσματα. Στις παρούσες υποθέσεις, η προαναφερθείσα οδηγία 67/43 εφαρμόστηκε ορθά με το προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα 1464/88.
2.
Το Colegio oficial de agentes de la propriedad inmobiliaria rov Alicante παρατηρεί ότι οι διαφορές της κύριας δίκης δεν θέτουν κανένα πρόβλημα συγκρούσεως μεταξύ του ισπανικού και του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι όλα τα περιστατικά εντοπίζονται στο ισπανικό έδαφος και δεν υπάρχει κανένα συνδετικό στοιχείο με άλλο κράτος μέλος.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το Colegio θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου ούτε, κατά μείζονα λόγο, να αποφανθεί επί του κύρους τους ενόψει της Συνθήκης ή του παραγώγου δικαίου.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, το Colegio υπενθυμίζει ότι η προαναφερθείσα οδηγία 67/43 έχει αποκλειστικά ως αντικείμενο την κατάργηση οποιασδήποτε δυσμενούς μεταχειρίσεως λόγω ιθαγενείας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών στον τομέα των συναλλαγών ακινήτων. Η οδηγία αυτή δεν αφαιρεί από τα κράτη μέλη την εξουσία να ρυθμίζουν την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, υπό τον όρο ότι τηρείται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα 1464/88 καταργήθηκε στην ισπανική έννομη τάξη η προϋπόθεση της ιθαγενείας για την πρόσβαση και την άσκηση του οικείου επαγγέλματος.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το Colegio προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα ερωτήματα:
« 1)
Να απορρίψει το ερώτημα ερμηνείας που υποβλήθηκε προδικαστικώς λόγω του ότι, ενόψει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, μόνον οι κανόνες του ισπανικού δικαίου έχουν εφαρμογή σ' αυτά, αποκλειόμενης της οδηγίας 67/43/ΕΟΚ.
2)
Να κρίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους ή της ακυρότητας των γενικών κανόνων εσωτερικού δικαίου, συγκεκριμένα των διαταγμάτων της 4ης Δεκεμβρίου 1969 και 2ας Δεκεμβρίου 1988.
3)
Επικουρικώς, να ερμηνεύσει την οδηγία 67/43/ΕΟΚ υπό την έννοια ότι αποβλέπει στην κατάργηση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας στον τομέα των επαγγελμάτων του τομέα των ακινήτων στα κράτη μέλη, να καταργήσει την απαγόρευση δημιουργίας ενώσεων και να απλουστεύσει τις διοικητικές διατυπώσεις προς απόδειξη της προσωπικής και επαγγελματικής τιμιότητας' η εν λόγω όμως οδηγία δεν έχει ως σκοπό να καταργήσει τους αναγκαίους επαγγελματικούς τίτλους που απαιτούν, ενδεχομένως, τα κράτη μέλη για την άσκηση του επαγγέλματος, καθόσον ο τομέας αυτός εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο περί της αναγνωρίσεως των τίτλων. »
3.
Η Επιτροπή παρατηρεί, προκαταρκτικά, ότι οι διαφορές στις υποθέσεις της κύριας δίκης αφορούν κατάσταση καθαρά εσωτερική. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η απουσία κάθε στοιχείου που εκφεύγει από το εθνικό καθαρά πλαίσιο σε συγκεκριμένη υπόθεση έχει ως αποτέλεσμα, στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως, ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν έχουν εφαρμογή.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί του συμβιβαστού των εθνικών διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο ούτε να εφαρμόζει τον κοινοτικό κανόνα σε συγκεκριμένη υπόθεση.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προαναφερθείσα οδηγία 67/43 έχει αποκλειστικά ως σκοπό την κατάργηση όλων των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην ιθαγένεια οι οποίες εμποδίζουν την εγκατάσταση ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των δραστηριοτήτων που αφορούν συναλλαγές επί ακινήτων. Τα κράτη υπέχουν υποχρέωση ως προς το αποτέλεσμα, υπό την έννοια ότι οφείλουν, υπό τους όρους και εντός των προθεσμιών που ορίζονται με την οδηγία, να εντάξουν στο εθνικό τους δίκαιο τις αναγκαίες διατάξεις με αποτέλεσμα να εξαλείψουν κάθε περιορισμό λόγω ιθαγενείας.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε ο εθνικός δικαστής:
« Οι διατάξεις της οδηγίας 67/43/ΕΟΚ δεν εφαρμόζονται σε καταστάσεις καθαρά εσωτερικές στις οποίες εμπλέκεται ένα μόνο κράτος μέλος και αφορούν τους υπηκόους του κράτους αυτού οι οποίοι ασκούν στο έδαφος του μη μισθωτή επαγγελματική δραστηριότητα, για την οποία δεν μπορούσαν να επικαλεστούν καμιά κατάρτιση ή προσόν που αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος.
Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει της οδηγίας αυτής, να καταργήσουν και να αποφύγουν να καθιερώσουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη κάθε είδους περιορισμό λόγω ιθαγενείας όσον αφορά την άσκηση των δραστηριοτήτων του κτηματομεσίτη. »
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( δεύτερο τμήμα )
της 28ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-330/90 και C-331/90,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Juzgado de lo Penal αριθ. 4 του Alicante ( Ισπανία ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά των
Angel López Brea ( υπόθεση C-330/90 )
και
Carlos Hidalgo Palacios (υπόθεση C-331/90),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 67/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 1967, περί πραγματοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών των μη μισθωτών δραστηριοτήτων που υπάγονται: 1 ) στον τομέα των συναλλαγών επί ακινήτων ( εκτός 6401 ) ( ομάδα ex 640 ΔΤΤΒ ), 2 ) στον τομέα ορισμένων υπηρεσιών παρεχομένων σε επιχειρήσεις που δεν έχουν ταξινομηθεί αλλού (ομάδα 839 ΔΤΤΒ) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 64),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα ),
συγκείμενο από τους F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, J. F. Mancini και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
το Ministerio Fiscal, εκπροσωπούμενο από τον Ricardo Cabedo, fiscal jefe του Alicante,
—
το Colegio oficial de agentes de la propriedad inmobiliaria de Alicante, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Jordana de Pozas Fuentes, δικηγόρο Μαδρίτης,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Etienne Lasnet, νομικό σύμβουλο, και Daniel Calleja, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, εκπροσωπουμένων από τον D. Μ. Gómez Robles, δικηγόρο, του Colegio oficial de agentes de la propriedad inmobiliaria, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την Doña Gloria Calvo Díaz, και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 12ης Νοεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διατάξεις της 11ης Σεπτεμβρίου και της 11ης Οκτωβρίου 1990, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 25 Οκτωβρίου 1990, το Juzgado de lo Penal αριθ. 4 του Alicante υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 67/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 1967, περί πραγματοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών των μη μισθωτών δραστηριοτήτων που υπάγονται: 1 ) στον τομέα των συναλλαγών επί ακινήτων ( εκτός 6401 ) ( ομάδα ex 640 ΔΤΤΒ ), 2 ) στον τομέα ορισμένων υπηρεσιών παρεχομένων σε επιχειρήσεις που δεν έχουν ταξινομηθεί αλλού ( ομάδα 839 ΔΤΤΒ ) ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 64 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ του Ministerio fiscal και των Angel López Brea και Carlos Hidalgo Palacios, Ισπανών υπηκόων, κατοίκων Ισπανίας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Alicante ως κτηματομεσίτες χωρίς να είναι κάτοχοι των απαιτούμενων επαγγελματικών προσόντων και αδειών.
3
Το επιληφθέν της υποθέσεως Juzgado de lo Penal de Alicante, αφού το Ministerio fiscal κίνησε την ποινική διαδικασία κατά των Angel López Brea και Carlos Hidalgo Palacios με την κατηγορία της αντιποιήσεως επαγγέλματος, κατά την έννοια του άρθρου 321 του ισπανικού ποινικού κώδικα, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Ενόψει των διατάξεων των άρθρων 3, 2 και 5 της οδηγίας 67/43 του Συμβουλίου, διατηρεί ή όχι την ισχύ του το άρθρο 1 του διατάγματος της 4ης Δεκεμβρίου 1969, ως και το βασιλικό διάταγμα 1464/88, το οποίο ορίζει ότι οι δραστηριότητες διαμεσολαβήσεως και μεσιτείας επί αγοράς, πωλήσεως και ανταλλαγής αστικών και αγροτικών ακινήτων, ενυπόθηκων δανείων επί των ακινήτων αυτών, συμβάσεων μισθώσεως αγροτικών και αστικών ακινήτων, εκχωρήσεως και μεταβιβάσεως, καθώς και εκτιμήσεως της αξίας των αγαθών αυτών σε περίπτωση πωλήσεως, εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως, είναι καθήκοντα επιφυλασσόμενα στους κτηματομεσίτες; Μπορούν τα κράτη μέλη, από της ενάρξεως ισχύος της οδηγίας αυτής, να χορηγούν, στον εν λόγω τομέα των ακινήτων, το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών σε συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα;
2)
Μπορεί κράτος μέλος να περιορίσει ή και να αποκλείσει κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας; »
4
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά των υποθέσεων της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5
Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφαίνεται επί του συμβιβαστού μιας εθνικής διατάξεως με το κοινοτικό δίκαιο. Το Δικαστήριο μπορεί ωστόσο να συναγάγει από τα ερωτήματα που διατυπώνει το εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που αυτό εκθέτει, εκείνα τα στοιχεία που αναφέρονται στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, για να δώσει στο εν λόγω δικαστήριο τη δυνατότητα να επιλύσει το νομικό ζήτημα που τον απασχολεί (βλ. ειδικότερα, την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, υπόθεση 14/86, Pretore di Salò κατά Χ, Συλλογή 1987, σ. 2545 ).
6
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα οι διατάξεις της Συνθήκης περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως και η οδηγία 67/43, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιφυλάσσει ορισμένες δραστηριότητες που εμπίπτουν στον τομέα των συναλλαγών επί ακινήτων στα πρόσωπα τα οποία ασκούν το ρυθμιζόμενο επάγγελμα του κτηματομεσίτη.
7
Σχετικώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί κατ' αρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες των οποίων όλα τα στοιχεία έχουν σχέση με ένα και μόνο κράτος μέλος (βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Höfner και Eiser, Συλλογή 1991, σ. Ι-1979 ).
8
Από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εκτίθενται από το εθνικό δικαστήριο στις Διατάξεις του περί παραπομπής, προκύπτει ότι οι διαφορές της κύριας δίκης αφορούν Ισπανούς υπηκόους οι οποίοι ασκούν στην Ισπανία τις δραστηριότητες του κτηματομεσίτη και οι οποίοι δεν υποστηρίζουν ότι απέκτησαν σε άλλο κράτος μέλος τα απαιτούμενα προσόντα για την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών.
9
Συνεπώς, τέτοιες καταστάσεις δεν εμφανίζουν κανένα συνδετικό στοιχείο με μιαν οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπονται στο κοινοτικό δίκαιο, ώστε οι διατάξεις της Συνθήκης περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως δεν έχουν εφαρμογή.
10
Επιβάλλεται, εν συνεχεία, να εξεταστεί το περιεχόμενο της προαναφερθείσας οδηγίας 67/43, προκειμένου να εξακριβωθεί αν αυτή περιλαμβάνει διατάξεις εναρμονίσεως εφαρμοστέες επίσης σε καθαρά εσωτερικές καταστάσεις, όπως αυτή στην οποία αναφέρονται οι υποθέσεις της κύριας δίκης.
11
Σχετικώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το άρθρο 1 της προαναφερθείσας οδηγίας 67/43 ορίζει ότι τα κράτη μέλη καταργούν, υπέρ των φυσικών προσώπων και των εταιριών που προβλέπονται στον τίτλο Ι των γενικών προγραμμάτων για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 64), τους περιορισμούς που αναφέρονται στον τίτλο III των εν λόγω γενικών προγραμμάτων, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων που καθορίζονται στα άρθρα 2 και 3.
12
Τα άρθρο 2 και 3 της οδηγίας 67/43 διασαφηνίζουν, στην παράγραφο 1, ότι οι διατάξεις της οδηγίας εφαρμόζονται στις μη μισθωτές δραστηριότητες τις σχετικές με τις συναλλαγές επί ακινήτων που περιέχονται στο παράρτημα Ι του γενικού προγράμματος για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως, που προαναφέρθηκε, και στις μη μισθωτές δραστηριότητες που εμπίπτουν στον τομέα των « υπηρεσιών παρεχομένων σε επιχειρήσεις που δεν έχουν ταξινομηθεί αλλού » οι οποίες περιλαμβάνονται στο ίδιο παράρτημα.
13
Από την ανάλυση των προαναφερθέντων γενικών προγραμμάτων για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών προκύπτει ότι οι περιορισμοί στους οποίους αναφέρονται οι διατάξεις αυτές συνίστανται ουσιαστικά στα μέτρα τα οποία εισάγουν διάκριση, άμεση ή έμμεση, μεταξύ των υπηκόων των άλλων κρατών μελών και των ημεδαπών.
14
Η ερμηνεία αυτή της οδηγίας 67/43 επιβεβαιώνεται επίσης από τη διατύπωση του άρθρου 5, του οποίου η παράγραφος 1 απαιτεί από τα κράτη μέλη να καταργήσουν τους περιορισμούς οι οποίοι, ιδίως:
α)
παρακωλύουν την εγκατάσταση δικαιούχων ή την παροχή υπ' αυτών υπηρεσιών στη χώρα υποδοχής, υπό τους αυτούς όρους και με τα αυτά δικαιώματα, όπως και οι ημεδαποί·
β)
απορρέουν από διοικητική πρακτική που έχει ως αποτέλεσμα τη διακριτική σε σχέση με τους ημεδαπούς μεταχείριση των δικαιούχων.
15
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 67/43 περιορίζεται στο να απαιτεί την κατάργηση κάθε άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, αλλά δεν αποβλέπει στην εναρμόνιση των προϋποθέσεων οι οποίες προβλέπονται στις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις που διέπουν την ανάληψη και την άσκηση του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη.
16
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, στο πρώτο ερώτημα, όπως αναδιατυπώθηκε, επιβάλλεται να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 67/43 δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιφυλάσσει ορισμένες δραστηριότητες που εμπίπτουν στον τομέα των συναλλαγών επί ακινήτων στα πρόσωπα τα οποία ασκούν το ρυθμιζόμενο κανονιστικώς επάγγελμα του κτηματομεσίτη.
17
Λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση αυτή στο πρώτο ερώτημα, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο παρέλκει.
Eni των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Juzgado de lo Penal de Alicante, με Διατάξεις της 11ης Σεπτεμβρίου και της 11ης Οκτωβρίου 1990, αποφαίνεται:
Η οδηγία 67/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 1967, περί πραγματοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών των μη μισθωτών δραστηριοτήτων που υπάγονται: 1 ) στον τομέα των συναλλαγών επί ακινήτων ( εκτός 6401 ) ( ομάδα ex 640 ΔΤΤΒ ), 2 ) στον τομέα ορισμένων υπηρεσιών παρεχομένων σε επιχειρήσεις που δεν έχουν ταξινομηθεί αλλού ( ομάδα 839 ΔΤΤΒ ), δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιφυλάσσει ορισμένες δραστηριότητες που εμπίπτουν στον τομέα των συναλλαγών επί ακινήτων στα πρόσωπα τα οποία ασκούν το ρυθμιζόμενο κανονιστικώς επάγγελμα του κτηματομεσίτη.
Schockweiler
Mancini
Murray
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
F. Α. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy