ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-334/90 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Η εταιρία Marichal-Margrève (στο εξής: εταιρία) εισήγαγε στο Βέλγιο κατά την περίοδο από 5 Μαρτίου 1982 έως 17 Μαΐου 1983 πλακούντες αραβοσίτου από τη Γαλλία. Το Office central des contingents et licences [ κεντρικό γραφείο ποσοστώσεων και αδειών ] του βελγικού Υπουργείου Οικονομικών (στο εξής: Γραφείο ) της χορήγησε νομισματικά εξισωτικά ποσά συνολικής αξίας 311192 βελγικών φράγκων ( BFR ) για τις εισαγωγές που πραγματοποίησε μεταξύ της 5ης Μαρτίου 1982 και της 2ας Φεβρουαρίου 1983.
Οι πλακούντες αραβοσίτου είναι παρασκευάσματα χορτονομής που χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές και η περιεκτικότητα σε άμυλο των οποίων υπερβαίνει το 30 % κατά βάρος, η δε περιεκτικότητα σε γαλακτοκομικά προϊόντα είναι κατώτερη του 10 % κατά βάρος. Υπό την έννοια αυτή, υπήγοντο στη διάκριση 23.07 Β Ι γ 1 του Κοινού Δασμολογίου που ίσχυε τότε.
Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά (στο εξής: ΝΕΠ) που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά, όσον αφορά την οικεία περίοδο, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 109/83, της 17ης Ιανουαρίου 1983 ( ΕΕ 1983, L 16, σ. 3 ), καθορίστηκαν για την ανωτέρω περίοδο διαδοχικά με τους κανονισμούς της Επιτροπής (ΕΟΚ) 2901/81, της 7ης Οκτωβρίου 1981 ( ΕΕ 1981, L 288, σ. 1 ), 1071/82, της 5ης Μαΐου 1982 ( ΕΕ 1982, L 124, σ. 1 ), και 1235/82, της 19ης Μαΐου 1982 ( ΕΕ 1982, L 142, σ. 1 ), οι οποίοι τροποποιήθηκαν επανειλημμένα.
Οι ανωτέρω κανονισμοί περιλαμβάνουν στο παράρτημα Ι, μέρος 1, το οποίο καθορίζει τα ΝΕΠ για τον τομέα των σιτηρών, υποσημείωση ( 9 ) η οποία αφορά ιδίως τα προϊόντα της δασμολογικής διακρίσεως 23.07 Β Ι γ 1 και η οποία επαναλαμβάνει τις διατάξεις του άρθρου 1, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 495/79 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1979, περί εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένες σύνθετες τροφές με βάση τα σιτηρά ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 3 ).
Οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν ότι, για τα προϊόντα που περιέχουν ως συστατικά προϊόντα υπαγόμενα στην κλάση 7.06 ( Ρίζες μανιόκας, αραρούτης ή σαλεπιού, κόνδυλοι ηλιάνθου, γλυκοπατάτες και παρόμοιες ρίζες και κόνδυλοι υψηλής περιεκτικότητας σε άμυλα και ινσουλίνη) ή στη διάκριση 11.04 Γ ( Άλευρα και σιμιγδάλια από ξερά όσπρια και ρίζες ή κονδύλους της κλάσεως 7.06) του Κοινού Δασμολογίου, δεν χορηγείται νομισματικό ποσό για τον τομέα των σιτηρών.
Το δεύτερο εδάφιο του σημείου 1 του κανονισμού 495/79 ορίζει ότι:
«Κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων (... )
—
κατά την εισαγωγή που πραγματοποιείται σε κράτος μέλος με υποτιμημένο νόμισμα (...)
ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να αναφέρει στη δήλωση που προβλέπεται για τον σκοπό αυτό την πλήρη σύνθεση του προϊόντος, με ακρίβεια ως προς την περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος. »
Από ελέγχους που διενήργησε το Γραφείο μετά την πληρωμή των ΝΕΠ προέκυψε ότι η εταιρία δεν δήλωσε, σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες διατάξεις, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, την πλήρη σύνθεση του εισαχθέντος προϊόντος ούτε προσδιόρισε με σαφήνεια την περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος.
Με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 1983, το Γραφείο πληροφόρησε την εταιρία ότι, επειδή η σχετική παράλειψη συνεπαγόταν την απώλεια κάθε δικαιώματος για τη λήψη των ΝΕΠ, όφειλε να επιστρέψει το ποσό των 311192 BFR που της είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως, ενώ δεν μπορούσε να αναμένει χορήγηση ΝΕΠ για τις εισαγωγές που πραγματοποίησε κατά την περίοδο μεταξύ 8ης Φεβρουαρίου και 17ης Μαΐου 1983.
Κατόπιν αυτού, η εταιρία προσκόμισε στις 9 Ιανουαρίου 1984 στο Γραφείο αντίγραφο της αιτήσεως που είχε υποβάλει ο Γάλλος προμηθευτής στις γαλλικές τελωνειακές αρχές για παροχή πληροφοριών με σκοπό τον προσδιορισμό της δασμολογικής κλάσεως του επιδίκου προϊόντος, αιτήσεως στην οποία αναφερόταν η σύνθεση του προϊόντος και προσδιοριζόταν με ακρίβεια η περιεκτικότητα σε βάρος των συστατικών στοιχείων του.
Στις 30 Ιανουαρίου 1984, το Γραφείο απάντησε στην εταιρία ότι, εφόσον δεν είχε προσκομίσει τις απαραίτητες πληροφορίες κατά τον χρόνο συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων, δεν είχε εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που θέτει η κοινοτική ρύθμιση για τη χορήγηση των ΝΕΠ και, συνακόλουθα, αδίκως τα είχε εισπράξει. Το Γραφείο προσέθεσε ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που περιείχε το υποβληθέν έγγραφο δεν ανταποκρίνονταν απολύτως στις επιταγές της κοινοτικής ρυθμίσεως επειδή δεν αναφερόταν η δασμολογική κλάση των συστατικών στοιχείων.
Με έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 1984, η εταιρία γνωστοποίησε στο Γραφείο ότι αμφισβητούσε ρητώς την εφαρμογή της υποσημειώσεως 9, του μέρους 1, του παραρτήματος Ι των κανονισμών περί καθορισμού των ΝΕΠ και, κατά συνέπεια, δεν συμφωνούσε στην επιστροφή των ποσών που αξίωνε το Γραφείο.
Στις 23 Μαΐου 1984, το Γραφείο πληροφόρησε την εταιρία ότι, επειδή η επανεξέταση του φακέλου της δεν έφερε σε φως κανένα νέο στοιχείο, η Marichal-Margrève εξακολουθούσε να υπέχει την υποχρέωση επιστροφής των ποσών που αξίωνε το Γραφείο και ότι, σε περίπτωση μη καταβολής εντός δεκαπέντε ημερών, επρόκειτο να κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής εισπράξεως.
Ύστερα από σειρά άκαρπων οχλήσεων, στις 2 Ιουνίου 1988 το Βελγικό Δημόσιο ενήγαγε την εταιρία ενώπιον του tribunal de première instance του Verviers, ζητώντας από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την εταιρία να καταβάλει το ποσό των 311192 BFR με τόκους υπερημερίας από την 1η Ιανουαρίου 1984.
Η εταιρία ζήτησε απόρριψη της αγωγής και με τις προτάσεις της άσκησε ανταγωγή, ζητώντας από το Δικαστήριο να υποχρεώσει το Βελγικό Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 150000 BFR έναντι των ΝΕΠ που έκρινε ότι της όφειλε για τις εισαγωγές που πραγματοποίησε κατά το διάστημα μεταξύ 8ης Φεβρουαρίου και 9ης Μαΐου 1983.
Με απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1990, το tribunal de première instance του Verviers, εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία του κανονισμού 495/79 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1979, ανέστειλε τη διαδικασία και, στηριζόμενο στο άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των ακολούθων δύο ερωτημάτων:
«1)
Προκύπτει από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και ιδίως από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 495/79 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 14ης Μαρτίου 1979, ότι το δικαίωμα του επιχειρηματία για τη λήψη νομισματικών εξισωτικών ποσών χάνεται αμετακλήτως όταν, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής σε κράτος μέλος με υποτιμημένο νόμισμα συνθέτων τροφών υπαγομένων στις διακρίσεις 23.07 Β Ι α 1 ή 2, 23.07 Β Ι β 1 ή 2 ή 23.07 Β Ι γ 1 ή 2, του Κοινού Δασμολογίου, δεν έχει συμπληρωθεί δεόντως η προβλεπομένη για τη χορήγηση τους δήλωση, επειδή δεν αναγράφηκαν τα απαιτούμενα από τον εν λόγω κανονισμό ( ΕΟΚ ) 495/79 στοιχεία, ήτοι η πλήρης σύνθεση του προϊόντος με την ακριβή περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, προκύπτει από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας μπορεί να τακτοποιήσει εκ των υστέρων την κατάσταση του, παρέχοντας τα απαιτούμενα στοιχεία στην εθνική διοίκηση, η οποία είναι αρμόδια για τον υπολογισμό και τη χορήγηση των σχετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών; »
II — Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
Η απόφαση του tribunal de première instance του Verviers πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Οκτωβρίου 1990.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το Βελγικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών Υποθέσεων, υπό την ιδιότητα του ως εκπροσώπου του Office central des contingents et licences (OCCL), επικουρούμενο από τους Benoît Cambier και Luc Cambier, δικηγόρους Βρυξελλών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Patrick Hetsen, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με Διάταξη της 19ης Ιουνίου 1991, το Δικαστήριο ανέθεσε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα.
III — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Το Βελγικό Δημόσιο παρατηρεί, καταρχάς, ότι η υποχρέωση δηλώσεως της συνθέσεως των ζωοτροφών, που θέτει ο προαναφερθείς κανονισμός 495/79 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1979, αποβλέπει στη διευκρίνιση των στοιχείων εκείνων που είναι απαραίτητα για τη χορήγηση των ΝΕΠ, δεδομένου ότι η δασμολογική κλάση του προϊόντος διατροφής στην ονοματολογία του Κοινού Δασμολογίου δεν επιτρέπει αφεαυτής να προσδιοριστεί αν το προϊόν αυτό περιέχει ή όχι προϊόντα της κλάσεως 7.06 ή της διακρίσεως 11.04 Γ, ήτοι κυρίως μανιόκα ή άλευρα μανιόκας. Το γεγονός ότι ο κανονισμός 495/79 καταργήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3623/90 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1990 ( ΕΕ 1990, L 351, σ. 36 ), με το αιτιολογικό ότι « από την καθιέρωση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας των εμπορευμάτων που βασίζεται στο εναρμονισμένο σύστημα (... ) είναι δυνατό να καθοριστεί η σύνθεση των προϊόντων χωρίς να είναι αναγκαία λεπτομερής περιγραφή των ενδιαφερομένων μερών» επιβεβαιώνει, a contrario, κατά την άποψη του Βελγικού Δημοσίου, την ανάγκη υπάρξεως της εν λόγω υποχρεώσεως για την επίδικη περίοδο.
Όσον αφορά τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, την από κοινού εξέταση των οποίων προτείνει, το Βελγικό Δημόσιο ισχυρίζεται, πρώτον, ότι για να είναι βέβαιο ότι οι ζωοτροφές δεν περιέχουν μανιόκα ή άλευρα μανιόκας, η κοινοτική ρύθμιση απαιτεί η σύνθεση του προϊόντος να δηλώνεται κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, ώστε οι τελωνειακές αρχές να είναι σε θέση να την ελέγχουν. Ο όρος αυτός είναι ουσιώδης και η μη τήρηση του ισοδυναμεί με παραίτηση από τα ΝΕΠ. Συγκεκριμένα, μετά τη διέλευση των συνόρων ο έλεγχος καθίσταται δυσχερής, αν όχι αδύνατος, και υπό τις περιστάσεις αυτές πρέπει να αποκλείεται οποιαδήποτε εκ των υστέρων τακτοποίηση.
Δεύτερον, το Βελγικό Δημόσιο υπογραμμίζει ότι, ναι μεν η κοινοτική ρύθμιση περί ΝΕΠ κάνει δεκτές παρεκκλίσεις ως προς τις προθεσμίες υποβολής ορισμένων εγγράφων, τούτο όμως προβλέπεται ρητώς και αποκλειστικώς μόνον εφόσον δεν διακυβεύεται η αποτελεσματικότητα του τελωνειακού ελέγχου.
Κατά το Βελγικό Δημόσιο, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι επιχειρηματίες που δεν διευκρινίζουν, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής, την πραγματική σύνθεση του προϊόντος στερούνται αμετακλήτως του δικαιώματος λήψεως ΝΕΠ και δεν μπορούν να αξιώνουν συμπληρωματική προθεσμία για να τακτοποιήσουν την κατάσταση τους.
Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι δεν αμφισβητούνται ούτε η δασμολογική κλάση του επιδίκου προϊόντος (στην προκειμένη περίπτωση 23.07 Β Ι γ 1 ) ούτε το γεγονός ότι δεν υφίσταται δικαίωμα λήψεως ΝΕΠ για τα προϊόντα που υπάγονται στην κλάση αυτή και περιέχουν ως συστατικά προϊόντα της κλάσεως 7.06 και της διακρίσεως 11.04 Γ. Η διαφορά ανάγεται αποκλειστικά στην ερμηνεία του δευτέρου εδαφίου της υποσημειώσεως 9 των κανονισμών περί καθορισμού των ΝΕΠ, που ορίζει το ισχύον για τα προϊόντα της διακρίσεως 27.07 Β Ι γ 1 καθεστώς.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο επιχειρηματίας, ο οποίος δεν διευκρινίζει με τη συναφώς προβλεπομένη δήλωση, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, τη σύνθεση του εισαγομένου ή εξαγομένου προϊόντος στερείται κάθε δικαιώματος για τη λήψη των προβλεπομένων σε σχέση με το εν λόγω προϊόν ΝΕΠ.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά το άρθρο 6, περίπτωση δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981 ( ΕΕ 1981, L 138, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά και για την επίδικη περίοδο με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2898/81, της 7ης Οκτωβρίου 1981 (ΕΕ 1981, L 287, σ. 1 ), ο επιχειρηματίας οφείλει να αναφέρει τη σύνθεση του προϊόντος όταν τούτο είναι αναγκαίο για τον υπολογισμό των ΝΕΠ.
Στη γενική αυτή διάταξη προστίθενται οι ειδικές διατάξεις που αφορούν τα προϊόντα της διακρίσεως 23.07 Β Ι γ 1, που παρατίθενται στην υποσημείωση 9 των κανονισμών περί καθορισμού των ΝΕΠ και θεσπίστηκαν με τον προαναφερθέντα κανονισμό 495/79, της 14ης Μαρτίου 1979, βάσει των οποίων ο επιχειρηματίας οφείλει να δηλώσει την πλήρη σύνθεση του προϊόντος, αναγράφοντας με ακρίβεια την περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι μέχρι το 1976 για τα χορηγούμενα στα προϊόντα της διακρίσεως 23.07 Β Ι γ 1 ΝΕΠ δεν λαμβανόταν υπόψη η σύνθεση των προϊόντων αυτών. Τα ΝΕΠ που χορηγούνταν για τα περιέχοντα μανιόκα προϊόντα (συστατικό υπαγόμενο στην κλάση 7.06), άλευρα ή άμυλα μανιόκας (συστατικό υπαγόμενο στην κλάση 11.06, η οποία μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και κατέστη η διάκριση 11.04 Γ) ήταν υψηλότερα από εκείνα που χορηγούνταν αυτοτελώς για τα συστατικά αυτά, των οποίων πάντως η χρήση ήταν παρεμφερής. Η απόκλιση αυτή συντελεστών προκάλεσε τεχνητά εμπορικά ρεύματα συνθέτων τροφών. Για την παύση τους, η Επιτροπή ευθυγράμμισε, εκδίδοντας τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1497/76, της 23ης Ιουνίου 1976 (JO 1976, L 167, σ. 27), τα ΝΕΠ των προϊόντων των διακρίσεων 23.07 Β Ι γ 1 και 2 με εκείνα της διακρίσεως 7.06 Α. Επειδή στη συνέχεια το μέτρο αποδείχθηκε ανεπαρκές, η Επιτροπή κατήργησε τα ΝΕΠ για τον τομέα « σιτηρά » των προϊόντων των διακρίσεων 23.07 Β Ι γ 1 και 2, εκδίδοντας τον κανονισμό 495/79.
Κατά την Επιτροπή, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1497/76, κατά μείζονα δε λόγο μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 495/79, οι επιχειρηματίες γνώριζαν αρκούντως ότι η χορήγηση ΝΕΠ στις ζωοτροφές εξηρτάτο από τη δήλωση, τη στιγμή της συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων, της πλήρους συνθέσεως του προϊόντος, με ακριβή αναγραφή της περιεκτικότητας σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος, δήλωση, που λόγω της ανεπαρκείας συναφώς της δασμολογικής περιγραφής, επέτρεπε να προσδιοριστεί αν το προϊόν περιείχε ως συστατικό μανιόκα ή άλλα προϊόντα της κλάσεως 7.06.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η δήλωση συνιστά δέσμευση του επιχειρηματία ως προς τη σύνθεση του προϊόντος και, υπό την έννοια αυτή, θεμελιώδες στοιχείο του καθεστώτος χορηγήσεως των ΝΕΠ, από την οποία εξαρτάται και η οποία εγγυάται την αποτελεσματικότητα του. Ειδικότερα, η δήλωση συνθέσεως έχει ανασχετικό αποτέλεσμα, εφόσον ο εκ των υστέρων έλεγχος επιτρέπει να ελεγχθεί η ακρίβεια της και να έλθουν σε φως ενδεχόμενες απάτες. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η δήλωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία με δεδομένο ότι στην πράξη ο έλεγχος δεν είναι συστηματικός και συνίσταται σε απλές δειγματοληψίες, με σκοπό την ελάφρυνση των διοικητικών διατυπώσεων.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η δήλωση ως προς τη σύνθεση του προϊόντος εκ μέρους του επιχειρηματία αποτελεί ουσιώδη διατύπωση που πρέπει να πληρούται κατά τη διέλευση από το τελωνείο.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι, ενόψει των όσων ελέγχθησαν, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα επιδέχεται αρνητική απάντηση.
Κατ' αυτή, μολονότι η υποσημείωση του κανονισμού 495/79 δεν προβλέπει ρητώς την έκπτωση από το δικαίωμα λήψεως ΝΕΠ σε περίπτωση παραλείψεως της δηλώσεως ως προς τη σύνθεση, από το ίδιο το αντικείμενο του συστήματος που θέσπισε ο εν λόγω κανονισμός και τον βασικό ρόλο που διαδραματίζει σ' αυτό η δήλωση αποκλείεται οποιαδήποτε εκ των υστέρων τακτοποίηση, εφόσον έτσι καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της δηλώσεως.
Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση των κοινοτικών μηχανισμών με τους οποίους εξομοιώνονται τα ΝΕΠ, δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2746/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (JO 1972, L 291, σ. 148), οφείλουν να εισπράττουν τα αχρεωστήτως ή αντικανονικώς καταβληθέντα ποσά, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), και δεν διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη σκοπιμότητα ή μη της επιστροφής, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Μαΐου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 146/81, 192/81 και 193/81, Baywa ( Συλλογή 1982, σ. 1503 ). Περαιτέρω, η εκ πλάνης χορήγηση ΝΕΠ δεν θεμελιώνει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του υπόχρεου (απόφαση της 26ης Απριλίου 1988 στην υπόθεση 316/86, Krücken, Συλλογή 1988, σ. 2213 ), ενώ η καλή πίστη του ενδιαφερομένου δεν έχει αποφασιστική σημασία για τη μη είσπραξη των αχρεωστήτως καταβληθέντων ΝΕΠ (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 254/85, Irish Grain Board, Συλλογή 1986, σ. 3309 ).
ΙV — Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Α — Ερωτήοεις προς νη Βελγική Κυβέρνηση
1.
Το Δικαστήριο κάλεσε τη Βελγική Κυβέρνηση να απαντήσει στην ακόλουθη πρώτη ερώτηση:
Με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3623/90 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1990 ( ΕΕ 1990, L 351, σ. 36 ), παρατίθενται οι λόγοι για την κατάργηση της υποσημειώσεως 3 στο κάτω άκρο της σελίδας του παραρτήματος Ι, μέρος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1207/90 της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 1990 ( ΕΕ 1990, L 122, σ. 1 ), ο οποίος επαναλαμβάνει τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 495/79, της 14ης Μαρτίου 1979:
«Από την καθιέρωση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας των εμπορευμάτων που βασίζεται στο εναρμονισμένο σύστημα, που καθορίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3274/90, είναι δυνατό να καθοριστεί η σύνθεση των προϊόντων χωρίς να είναι αναγκαία η λεπτομερής περιγραφή των ενδιαφερομένων μερών (...)»
Στη σελίδα 5 του υπομνήματος του, το Βελγικό Δημόσιο σχολιάζει την αιτιολογία αυτή ως ακολούθως:
«Ύστερα από την τροποποίηση της Ονοματολογίας, η δασμολογική κλάση των προϊόντων αρκεί για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας τους, γεγονός το οποίο επέτρεψε την κατάργηση του κανονισμού 495/79, η αναγκαιότητα υπάρξεως του οποίου, υπό το καθεστώς της παλαιάς Ονοματολογίας, επιβεβαιώνεται.
Το ζητούμενο, κατά την περίοδο εκείνη, ήταν η παροχή ακριβών στοιχείων ως προς την περιεκτικότητα των προϊόντων που δεν μπορούσε να συναχθεί απλώς από τη δασμολογική κλάση. »
Το Βελγικό Δημόσιο καλείται να αναφέρει ποιες είναι οι διευκρινίσεις που προστέθηκαν με τη Συνδυασμένη Ονοματολογία των εμπορευμάτων σε σχέση με το προϊσχύσαν Κοινό Δασμολόγιο, όσον αφορά τα προϊόντα της διακρίσεως 23.07 Β Ι γ 1 του δασμολογίου αυτού και σε τί συνίστανται οι σχετικές διευκρινίσεις ώστε να καθιστούν περιττή την περιγραφή των προϊόντων που απαιτούσε ο κανονισμός 495/79, της 14ης Μαρτίου 1979, για τον προσδιορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στην περίπτωση τους.
Η Βελγική Κυβέρνηση απάντησε ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 4103/88 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στον γεωργικό τομέα καθώς και ορισμένων συντελεστών και ποσοστών αναγκαίων για την εφαρμογή τους (ΕΕ 1988, L 364, σ. 1 ), εισήγαγε στη Συνδυασμένη Ονοματολογία των εμπορευμάτων πρόσθετο κωδικό (κωδικός 7624) ειδικά για τις σύνθετες ζωοτροφές με βάση μανιόκα ή άλευρα μανιόκας.
Μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού, δεν ήταν πλέον αναγκαίο να είναι γνωστή η πλήρης σύνθεση του προϊόντος, δεδομένου ότι αρκούσε η μνεία του προσθέτου κωδικού για τον προσδιορισμό του αν υφίσταται ενδεχομένως δικαίωμα λήψεως ΝΕΠ.
2.
Το Δικαστήριο κάλεσε τη Βελγική Κυβέρνηση να απαντήσει στην ακόλουθη δεύτερη ερώτηση:
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου, το κεντρικό Γραφείο ποσοστώσεων και αδειών κατέβαλε στην εταιρία Marichal-Margrève νομισματικά εξισωτικά ποσά σε 35 δόσεις, τη στιγμή κατά την οποία οι αιτήσεις της εταιρίας, οι οποίες δεν περιελάμβαναν λεπτομερή σύνθεση των εισαχθέντων προϊόντων, δεν επέτρεπαν τον προσδιορισμό των ποσών που μπορούσαν να της καταβληθούν. Το Βελγικό Δημόσιο καλείται να διευκρινίσει πώς κατέστη δυνατόν να καταβληθούν τα εν λόγω ποσά.
Η Βελγική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι νομισματικές εξελίξεις το 1982 είχαν ως συνέπεια την εφαρμογή για πρώτη φορά στο Βέλγιο ενός καθεστώτος χορηγήσεως ΝΕΠ ( « αρνητικά » ΝΕΠ ), οι δε υπηρεσίες του OCCL δεν έλαβαν αρχικά υπόψη τις παραμέτρους που προσιδιάζουν σε αυτό το είδος πράξεων. 'Ετσι, δεν εξέτασαν αν οι δηλώσεις των επιχειρηματιών περιελάμβαναν τα αναγκαία για τη χορήγηση ΝΕΠ στοιχεία, όπως είναι η σύνθεση του προϊόντος ως προς τις ζωοτροφές με βάση σιτηρά, επειδή οι διατυπώσεις αυτές δεν απαιτούνταν στο πλαίσιο του καθεστώτος των « θετικών » ΝΕΠ ( εισπραχθέντα ΝΕΠ ), μοναδική πρακτική που γνώριζαν μέχρι τότε οι εν λόγω υπηρεσίες.
Ο εντός του OCCL έλεγχος έφερε στο φως τα ανωτέρω λάθη, για τα οποία ειδοποιήθηκαν οι επιχειρηματίες, από τους οποίους ζητήθηκε η τακτοποίηση των φακέλων τους με την υποβολή συμπληρωματικών στοιχείων, όπως τα τελωνειακά έγγραφα που επιτρέπουν την εκ των υστέρων διενέργεια ελέγχου της κλάσεως των προϊόντων.
Β — Ερώτηση προς την Επιτροπή και το Βελγικό Δημόσιο
Το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή και το Βελγικό Δημόσιο να απαντήσουν στην ακόλουθη ερώτηση:
Στην απόφαση του της 22ας Οκτωβρίου 1990, το tribunal de première instance του Verviers αναφέρει στη σελίδα 4, παράγραφος 3, ότι:
«(...) η διοίκηση τελωνείων όφειλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο να γνωρίζει την κοινοτική ρύθμιση επί του θέματος (των ΝΕΠ ) καθώς και το ότι η δασμολογική κλάση 23.07 Β Ι γ 1 αφορούσε σύνθετες ζωοτροφές για τις οποίες δεν χορηγείται κανένα νομισματικό εξισωτικό ποσό για το τμήμα “ σιτηρά ” και ότι ως εκ τούτου δεν παρίστατο ανάγκη διενεργείας ελέγχων (... ) εξάλλου, ο επιχειρηματίας δεν απέκρυψε κατά τη διέλευση των συνόρων ότι επρόκειτο να ζητήσει τη λήψη νομισματικών εξισωτικών ποσών, δεδομένου ότι συμπλήρωσε τις σχετικές διατυπώσεις και τα συναφή έγγραφα ( ιδίως το έγγραφο Χ-10 ), διατυπώνοντας απλώς την επιφύλαξη ότι έλειπαν οι επίδικες ενδείξεις συνεπώς·, η διοίκηση είχε τη δυνατότητα να διενεργήσει τους επιθυμητούς ελέγχους, χωρίς να χρειαστεί να της επιστήσει ιδιαιτέρως την προσοχή ο επιχειρηματίας' επιπλέον, το ( παραπέμπον ) δικαστήριο διερωτάται κατά πόσο δεν εναπέκειτο μάλλον στη διοίκηση τελωνείων, ενόψει της ευρωπαϊκής ρυθμίσεως των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, να επιστήσει την προσοχή του επιχειρηματία επί των ισχυουσών διατυπώσεων ».
Καλείται η Επιτροπή και το Βελγικό Δημόσιο να γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο την άποψη τους επί των ανωτέρω εκτιμήσεων του δικαστηρίου παραπομπής.
Απάντηση της Επιτροπής
1.
Η Επιτροπή απάντησε ότι δεν συμμερίζεται πλήρως τις εκτιμήσεις του εθνικού δικαστή.
Καταρχάς, η Επιτροπή εκτιμά ότι κανένας συνετός επιχειρηματίας, όλως ιδιαιτέρως δε στον τομέα του εμπορίου των συνθέτων ζωοτροφών, δεν μπορούσε να αγνοεί, ιδίως μετά την έκδοση του κανονισμού 495/79, της 14ης Μαρτίου 1979, αφενός, ότι τα ΝΕΠ είχαν μειωθεί, στη συνέχεια δε καταργηθεί, όσον αφορά το τμήμα « σιτηρά » των προϊόντων της διακρίσεως 23.07 Β Ι που παρασκευάζονται με βάση τη μανιόκα και τα άλευρα μανιόκας, αφετέρου, ότι η χορήγηση ΝΕΠ για το τμήμα « σιτηρά » των λοιπών προϊόντων της εν λόγω διακρίσεως εξηρτάτο από την πλήρη δήλωση ως προς τη μη γαλακτοκομική σύνθεση τους.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει περαιτέρω ότι η υποχρέωση αυτή ουδόλως ίσχυε τότε κατ' εξαίρεση, εφόσον αφορούσε πολλά άλλα γεωργικά προϊόντα. Τέλος, υπενθυμίζει ότι η διατύπωση αυτή είχε ως σκοπό, αφενός, την καταστολή της απάτης, υποχρεώνοντας τους επιχειρηματίες να αναλαμβάνουν δέσμευση ως προς τη σύνθεση του προϊόντος, αφετέρου, την εγρήγορση των επιφορτισμένων με την καταβολή των ΝΕΠ εθνικών διοικήσεων, ώστε να τους είναι ευχερής ο έλεγχος της δηλώσεως μέσω επιτόπιου ελέγχου του προϊόντος.
Κατά την Επιτροπή, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το γεγονός απλώς και μόνο ότι δεν τηρείται η επιτακτική αυτή υποχρέωση, η οποία αποσκοπεί στην αποθάρρυνση των τεχνητών εμπορικών ρευμάτων, απλή στην εκπλήρωση της και συνιστώσα το μοναδικό αντιστάθμισμα στη χορήγηση ΝΕΠ, στερεί τον επιχειρηματία από τα ΝΕΠ που δικαιούνταν.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν μπορεί να προσάπτεται σε εθνική διοίκηση ότι δεν επέστησε την προσοχή σε επιχειρηματία επί των ισχυουσών διατυπώσεων ή ότι δεν προέβη σε έλεγχο ελλείψει δηλώσεως της πλήρους συνθέσεως του προϊόντος. Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι τελωνειακές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες καταβολής των ΝΕΠ έχουν να κάνουν με σημαντικό αριθμό πράξεων και ότι, ελλείψει δηλώσεως της πλήρους συνθέσεως του προϊόντος, ικανής να οδηγήσει στην εξατομίκευση των αιτήσεων χορηγήσεως ΝΕΠ για τα υπαγόμενα σε ειδικό καθεστώς προϊόντα, όπως αυτό των προϊόντων της διακρίσεως 23.07 Β Ι του Κοινού Δασμολογίου, οι πιθανότητες πλάνης είναι υψηλότερες. Άρα, η πεπλανημένη καταβολή δεν μπορεί να έλθει στο φως παρά εκ των υστέρων, γεγονός που συνεπάγεται ότι τότε μόνο κινούνται οι διαδικασίες επιστροφής των καταβληθέντων ποσών.
Τέλος, σύμφωνα πάντοτε με την Επιτροπή, μολονότι η εθνική διοίκηση είναι εντελώς ελεύθερη να ενημερώσει τους επιχειρηματίες για τους κανόνες σχετικά με τη χορήγηση των ΝΕΠ, ιδίως όταν θεσπίζονται συμπληρωματικές προϋποθέσεις, πάντως δεν οφείλει να εφιστά συνεχώς την προσοχή τους επί των παγιωμένων κανόνων, που είναι γνωστοί από μακρού και από τους οποίους, όπως γνωρίζουν, εξαρτάται η χορήγηση ΝΕΠ.
Απάντηση της Βελγικής Κυβερνήσεως
2.
Σε απάντηση της υποβληθείσας ερωτήσεως, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, αν η αποδοχή μιας διασαφήσεως εμπορευμάτων συνεπαχθεί χρηματική υποχρέωση για τον επιχειρηματία σε περίπτωση κατά την οποία τα ΝΕΠ εισπράττονται ( « θετικά » ΝΕΠ ), η χορήγηση ΝΕΠ ( « αρνητικά » ΝΕΠ ) προϋποθέτει την τήρηση ορισμένων όρων, μεταξύ των οποίων η υποβολή αιτήσεως και η κατάθεση φακέλου εντός της προβλεπομένης κανονιστικώς προθεσμίας. Η απλή διασάφηση ενός προϊόντος δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τη βούληση υποβολής μεταγενέστερα αιτήσεως για τη χορήγηση των ΝΕΠ, επειδή οι τελωνειακές υπηρεσίες δεν μπορούν, κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως, να προσδιορίσουν, απλώς και μόνο βάσει των εγγράφων που τους προσκομίζονται, το κατά πόσον είναι χρήσιμο για τον επιχειρηματία να συμπληρώσει κατά τον χρόνο διελεύσεως από το τελωνείο τις λοιπές πλην των αναγκαίων για τη διαμετακόμιση διατυπώσεις και υπό τις περιστάσεις αυτές δεν εναπόκειται στις υπηρεσίες αυτές να επιστήσουν την προσοχή του τελευταίου ως προς την τήρηση των εν λόγω διατυπώσεων.
Η Βελγική Κυβέρνηση ανέφερε περαιτέρω ότι το βασιλικό διάταγμα της 25ης Οκτωβρίου 1971 ( Moniteur belge της 10ης Νοεμβρίου 1971 ) σχετικά με την εκτέλεση των πράξεων των θεσμικών οργάνων που είναι αρμόδια για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (γεωργική αγορά), όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 29ης Ιουνίου 1976 ( Moniteur belge της30ής Ιουνίου 1976), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, όριζε ότι:
« άρθρο Ja
Κατά την εισαγωγή ή κατά την εξαγωγή εμπορευμάτων τα οποία, στα πλαίσια των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, παρέχουν το δικαίωμα εισπράξεως ή χορηγήσεως των κατά το άρθρο 2 και το προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα της 6/12/1971 ποσών, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να συμπληρώσει δεόντως διοικητικό έγγραφο, ονομαζόμενο “ δήλωση Χ-10 ”, ελεγχόμενο και θεωρούμενο από το τελωνείο, το οποίο και το διαβιβάζει στο κεντρικό Γραφείο ποσοστώσεων και αδειών (... )
άρθρο 6γ
Οι διασαφήσεις και οι δηλώσεις Χ-10 σχετικά με τα εμπορεύματα, η εισαγωγή ή η εξαγωγή των οποίων παρέχει το δικαίωμα εισπράξεως ή χορηγήσεως των κατά το άρθρο 2 του παρόντος διατάγματος και του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος της 6/12/1971 ποσών, πρέπει να περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των ποσών αυτών.
Υπό την επιφύλαξη της επιβολής ποινικών κυρώσεων, οι ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις μπορούν να οδηγήσουν στην είσπραξη του υψηλότερου ποσού ή στη χορήγηση του χαμηλότερου ».
Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, για να μη διαταραχθεί η κίνηση των εμπορευμάτων από τις διατυπώσεις των οποίων η χρήση εξαρτάται από τη βούληση του επιχειρηματία να λάβει ΝΕΠ, δεν ορίστηκε καμιά ειδική υποχρέωση για τη χορήγηση ΝΕΠ, ενώ η υποβολή εγγράφων στο τελωνείο που περιέχουν μόνο τις αναγκαίες για τη διαμετακόμιση ενδείξεις θεωρήθηκε ανέκαθεν, εφόσον οι ενδείξεις αυτές δεν επαρκούσαν για τη γένεση δικαιώματος λήψεως των ΝΕΠ, ως εθελουσία παραίτηση του επιχειρηματία από τη συμπλήρωση των αναγκαίων διατυπώσεων για τη λήψη ΝΕΠ, τα οποία διαφορετικά θα μπορούσε να αξιώσει.
Γ — Ερωτήσεις στην Επιτροπή
Το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να απαντήσει στις ακόλουθες ερωτήσεις.
Πρώτη ερώτηση
1.
Στο σημείο 7 του υπομνήματος της ( σελίδα 8 ), η Επιτροπή παρατηρεί ότι « ούτε η επίδικη δασμολογική κλάση των προϊόντων — 23.07 Β Ι γ 1 — ούτε η μη χορήγηση οποιονδήποτε ΝΕΠ στις σύνθετες τροφές που υπάγονται στην εν λόγω διάκριση, αφ' ης στιγμής περιέχουν ως συστατικά προϊόντα της διακρίσεως 07.06 ή τα άλευρά τους, αμφισβητούνται στη διαφορά της κυρίας δίκης » και υποστηρίζει, στο σημείο 8.1 του εν λόγω υπομνήματος ( σελίδα 9 ), ότι, « για να θέσει τέρμα στα τεχνητά εμπορικά ρεύματα που προέρχονταν από την αντικατάσταση, αποκλειστικά λόγω της χορηγήσεως ΝΕΠ, της μανιόκας ή άλλων προϊόντων της κλάσεως 07.06 με σιτηρά που χρησιμοποιούνται ως συστατικά στις επίδικες σύνθετες ζωοτροφές, η Επιτροπή αναγκάστηκε αρχικά να μειώσει τα ΝΕΠ για ένα μέρος των εν λόγω προϊόντων, εφόσον στη σύνθεση τους περισσότερο από 50% καταλάμβανε η μανιόκα ή άλλα προϊόντα της διακρίσεως 07.06, στη συνέχεια όε να τα καταργήσει ολοσχερώς σε περίπτωση που περιείχαν ως συστατικά τα εν λόγω προϊόντα ».
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 1, σημείο 1, του κανονισμού 495/79 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1979:
« Για τα προϊόντα που περιέχουν προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 07.06 ή στη διάκριση 11.04 Γ του Κοινού Δασμολογίου, δεν χορηγείται κανένα νομισματικό εξισωτικό ποσό για το τμήμα “ σιτηρά ”».
Το Δικαστήριο καλεί την Επιτροπή να του γνωστοποιήσει πώς οι εν λόγω διατάξεις είχαν ως αποτέλεσμα, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, τον πλήρη αποκλεισμό από τη χορήγηση ΝΕΠ των προϊόντων της διακρίσεως 23.07 Β Ι γ 1 που περιέχουν προϊόντα της κλάσεως 07.06 ή της διακρίσεως 11.04 Γ.
Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι υπαγόμενες στη διάκριση 23.07 Β Ι του Κοινού Δασμολογίου σύνθετες ζωοτροφές είχαν χωριστεί σε τρεις ομάδες, ανάλογα με την περιεκτικότητα τους σε άμυλα ή προϊόντα αμύλου [ συστατικό υπαγόμενο στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158 ], ενώ για κάθε ομάδα προβλεπόταν περαιτέρω υποδιαίρεση ανάλογα με την περιεκτικότητα των προϊόντων σε γαλακτοκομικά προϊόντα.
Τα ΝΕΠ που εφαρμόζονταν στα προϊόντα αυτά, καθοριζόμενα σε συνάρτηση, αφενός, της περιεκτικότητας σε άμυλο, αφετέρου της περιεκτικότητας σε γαλακτοκομικά προϊόντα, παρετίθεντο σε παράρτημα των κανονισμών περί καθορισμού των ΝΕΠ, ήτοι στο « Μέρος 1 — Τομέας των σιτηρών », εφόσον το προϊόν περιείχε λιγότερο από 50 Vo γαλακτοκομικά προϊόντα, είτε στο « Μέρος 5 — Τομέας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων » εφόσον το προϊόν περιείχε περισσότερο από 50 ο/ο γαλακτοκομικά προϊόντα.
Προκειμένου να θέσει τέρμα στα τεχνητά εμπορικά ρεύματα συνθέτων τροφών με βάση κυρίως τη μανιόκα ή το άλευρο μανιόκας, το άρθρο 1, σημείο 1, του κανονισμού 495/79, της 14ης Μαρτίου 1979, απέκλεισε την εφαρμογή των ποσών που εμφαίνονται στο μέρος 1 ( τομέας « σιτηρά » ) του παραρτήματος των κανονισμών περί καθορισμού των ΝΕΠ στις τροφές με βάση τη μανιόκα ή το άλευρο μανιόκας, ενώ, αντίθετα, προέβλεψε ότι εξακολουθούν να εφαρμόζονται στα εν λόγω προϊόντα τα ποσά που εμφαίνονταν στο μέρος 5 του παραρτήματος των εν λόγω κανονισμών.
Δεύτερη ερώτηση
2.
Στο σημείο 9 του υπομνήματος της ( σελίδα 12 ), η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι πρέπει να αποκλείεται οποιαδήποτε δυνατότητα εκ των υστέρων τακτοποιήσεως της δηλώσεως, επειδή « η κατ' αυτό τον τρόπο τροποποιημένη δήλωση δεν μπορεί πλέον να αποτελέσει αντικείμενο οποιουδήποτε επιτόπιου ελέγχου με σκοπό την επαλήθευση της ακριβείας της δηλώσεως, εφόσον τα προϊόντα έχουν ήδη διατεθεί στην κατανάλωση ».
Καλείται η Επιτροπή να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο, αφενός, αν εκτιμά ότι ο επιτόπιος έλεγχος της δηλώσεως είναι εν πάση περιπτώσει ανέφικτος στην πραγματικότητα, αφετέρου, αν άλλοι τρόποι ελέγχου είναι πιθανοί και, σε αρνητική περίπτωση, για ποιους λόγους.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, εξηγώντας με το υπόμνημα της ότι πρέπει να αποκλείεται οποιαδήποτε εκ των υστέρων τακτοποίηση, θέλησε να υπογραμμίσει ότι για τη χορήγηση ΝΕΠ στις ζωοτροφές θεμελιώδη σημασία έχει η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων των εμπορευμάτων δειγματοληπτικώς κατά τον χρόνο της εισαγωγής, γεγονός το οποίο επιτρέπει την επαλήθευση της συμπτώσεως της δηλωθείσας με την πραγματική σύνθεση του προϊόντος.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι έλεγχοι αυτοί εξακολουθούν να είναι εφικτοί μετά την εισαγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα παραμένουν αυτούσια. Θεωρεί, πάντως, ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν παρέχουν πλέον ικανές εγγυήσεις ως προς τη σύμπτωση του ελεγχθέντος με το εισαχθέν προϊόν.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο απέκλεισε, για παράδειγμα, ελέγχους των λογιστικών στοιχείων των παραγωγών τροφίμων, η φερεγγυότητα των οποίων απαιτούσε συμπληρωματικούς ελέγχους στο στάδιο μεταξύ της εξόδου του προϊόντος από το εργοστάσιο παρασκευής και της εισαγωγής του.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή εκτιμά ότι η δήλωση συνθέσεως αποτελεί τη βέλτιστη συμβιβαστική λύση μεταξύ της ανάγκης ελέγχου και της απλουστεύσεως των διοικητικών διατυπώσεων. Πρόκειται για ελάχιστα καταναγκαστική για τους επιχειρηματίες υποχρέωση που δεν εμφανίζει ιδιαίτερη δυσχέρεια εφαρμογής για τους τελευταίους και προ πολλού ευνοϊκά δεκτή σε πολλούς τομείς.
F. Gravisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πέμπτο τμήμα )
της 16ης Ιανουαρίου 1992 ( *1 )
Στην υπόθεση C-334/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de première instance του Verviers ( Βέλγιο ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ
Βελγικού Δημοσίου
και
Marichal-Margrève SPRL,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 495/79 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1979, περί εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένες σύνθετες τροφές με βάση τα σιτηρά ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 3 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους R. Joliét, πρόεδρο τμήματος, F. Grévisse, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
το Βελγικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, υπό την ιδιότητα του ως εκπροσώπου του Office central des contingents et licences ( OCCL ), επικουρούμενο από τους Benoît Cambier και Luc Cambier, δικηγόρους Βρυξελλών,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Patrick Hetsch, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικώς το Βελγικό Δημόσιο, η εταιρία Marichal-Margrève, εκπροσωπούμενη από τον Alain Houart, δικηγόρο Verviers, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίαση της 22ας Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Νοεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Οκτωβρίου 1990, το tribunal de première instance του Verviers υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 495/79 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1979, περί εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένες σύνθετες τροφές με βάση τα σιτηρά ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 3 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Βελγικού Δημοσίου και της εταιρίας Marichal-Margrève με αντικείμενο την επιστροφή εκ μέρους της ανωτέρω εταιρίας των νομισματικών εξισωτικών ποσών (στο εξής: ΝΕΠ) που είχε εισπράξει.
3
Η εταιρία Marichal-Margrève (στο εξής: εταιρία) εισήγαγε στο Βέλγιο από τις 5 Μαρτίου 1982 έως τις 17 Μαΐου 1983 πλακούντες αραβοσίτου, προϊόντα που ενέπιπταν στη διάκριση 23.07 Β Ι γ 1 του ισχύοντος τότε Κοινού Δασμολογίου ( στο εξής: ΚΔ ) ( παρασκευάσματα χορτονομής προορισμένα για ζωοτροφές των οποίων η κατά βάρος περιεκτικότητα σε άμυλο ή αμυλώδεις ουσίες είναι ανώτερη του 30 °/ο και η κατά βάρος περιεκτικότητα σε γαλακτοκομικά προϊόντα κατώτερη του 10 °/ο ).
4
Για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 5ης Μαρτίου 1982 και 2ας Φεβρουαρίου 1983, το Office central des contingents et licences (OCCL) [κεντρικό γραφείο ποσοστώσεων και αδειών ] του βελγικού Υπουργείου των Οικονομικών ( στο εξής: Γραφείο) χορήγησε, ύστερα από αίτηση της εταιρίας, σε τριάντα πέντε δόσεις συνολικώς 311192 βελγικά φράγκα ( BFR ) ως ΝΕΠ.
5
Επειδή από τους διοικητικούς ελέγχους που διενεργήθηκαν μετά την πληρωμή των εν λόγω ποσών αποδείχθηκε ότι, σε αντίθεση προς τις διατάξεις της υποσημειώσεως 9 του μέρους 1 ( « τομέας σιτηρών » ) του παραρτήματος Ι των κανονισμών της Επιτροπής περί καθορισμού των ΝΕΠ για την οικεία περίοδο σχετικά με τα προϊόντα της διακρίσεως 23.07 Β Ι, η εταιρία δεν είχε προσκομίσει την προβλεπομένη, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, δήλωση σχετικά με την πλήρη σύνθεση των εισαγομένων προϊόντων, αναγράφοντας επακριβώς την περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος ( στο εξής: δήλωση συνθέσεως), το Γραφείο αποφάσισε, αφενός μεν, να ζητήσει την επιστροφή των 311192 BFR που είχαν καταβληθεί υπό τις ανωτέρω περιστάσεις στην εν λόγω εταιρία αχρεωστήτως, αφετέρου δε, να μη καταβάλει τα αιτηθέντα ΝΕΠ για τις πραγματοποιηθείσες μεταξύ 8ης Φεβρουαρίου και 17ης Μαΐου 1983 εισαγωγές.
6
Παρόλον ότι ύστερα από τα ανωτέρω η εταιρία προσκόμισε αντίγραφο αιτήσεως παροχής πληροφοριών που ο Γάλλος προμηθευτής της είχε υποβάλει στις γαλλικές τελωνειακές αρχές, προκειμένου να διευκρινιστεί η δασμολογική κλάση του εισαγομένου προϊόντος, αιτήσεως στην οποία περιγράφεται λεπτομερώς η σύνθεση του, το Γραφείο ενέμεινε στην αξίωση του για επιστροφή των ΝΕΠ, επικαλούμενο και πάλι το γεγονός ότι, επειδή τα απαιτούμενα στοιχεία δεν είχαν παρασχεθεί κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, η εταιρία είχε, εντεύθεν, απολέσει κάθε δικαίωμα επί των ΝΕΠ και δεν υπήρχε δυνατότητα εκ των υστέρων τακτοποιήσεως της αιτήσεως της.
7
Επειδή η εταιρία αρνήθηκε να προβεί στην επιστροφή παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Βελγικού Δημοσίου, το τελευταίο, εκπροσωπώντας το Γραφείο, άσκησε ενώπιον του tribunal de première instance του Verviers αγωγή, ζητώντας από το δικαστήριο αυτό να υποχρεώσει την εταιρία να του καταβάλει το αιτούμενο ποσό. Εξάλλου, η εταιρία άσκησε ανταγωγή με την υποβολή προτάσεων, ζητώντας από το δικαστήριο να υποχρεώσει το Βελγικό Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 150000 BFR έναντι των ΝΕΠ που θεωρούσε ότι της όφειλε για τις διενεργηθείσες μεταξύ 8ης Φεβρουαρίου και 17ης Μαΐου 1983 εισαγωγές.
8
Εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία της συναφούς κοινοτικής ρυθμίσεως, το tribunal de première instance του Verviers ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
« 1)
Προκύπτει από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και ιδίως από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 495/79 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 14ης Μαρτίου 1979, ότι το δικαίωμα του επιχειρηματία για τη λήψη νομισματικών εξισωτικών ποσών χάνεται αμετακλήτως όταν, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής σε κράτος μέλος με υποτιμημένο νόμισμα συνθέτων τροφών υπαγομένων στις διακρίσεις 23.07 Β Ι α 1 ή 2, 23.07 Β Ι β 1 ή 2 ή 23.07 Β Ι γ 1 ή 2 του Κοινού Δασμολογίου, δεν έχει συμπληρωθεί δεόντως η προβλεπομένη για τη χορήγηση τους δήλωση, επειδή δεν αναγράφηκαν τα απαιτούμενα από τον εν λόγω κανονισμό ( ΕΟΚ ) 495/79 στοιχεία, ήτοι η πλήρης σύνθεση του προϊόντος με την ακριβή περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, προκύπτει από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας μπορεί να τακτοποιήσει εκ των υστέρων την κατάσταση του, παρέχοντας τα απαιτούμενα στοιχεία στην εθνική διοίκηση, η οποία είναι αρμόδια για τον υπολογισμό και τη χορήγηση των σχετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών; »
9
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10
Με τα δύο ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο και τα οποία, λόγω της στενής μεταξύ τους συνάφειας, πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το γεγονός ότι, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής, δεν δηλώθηκε η πλήρης σύνθεση των προϊόντων των διακρίσεων 23.07 Β Ι α 1 ή 2, 23.07 Β Ι β 1 ή 2, 23.07 Β Ι γ 1 ή 2 του ΚΔ, με ακριβή αναγραφή της περιεκτικότητας σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος, στερεί αμετακλήτως τον επιχειρηματία από τα δικαιώματα του επί των ΝΕΠ ή αν, αντιθέτως, η παράλειψη αυτή μπορεί να τακτοποιηθεί εκ των υστέρων.
11
Το Βελγικό Δημόσιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο επιχειρηματίας που δεν δηλώνει κατά τον χρόνο συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων την πλήρη σύνθεση του προϊόντος, αναγράφοντας με ακρίβεια την περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος, στερείται κάθε δικαιώματος να λάβει ΝΕΠ, χωρίς να είναι δυνατή η εκ των υστέρων τακτοποίηση.
12
Αμφότεροι ισχυρίζονται ότι η δήλωση συνθέσεως αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του συστήματος που καθιερώθηκε το 1976 και σταθεροποιήθηκε το 1979 με σκοπό την κατάργηση των τεχνητών εμπορικών ρευμάτων που προκάλεσε η χορήγηση ΝΕΠ για τα τρόφιμα με βάση τη μανιόκα και το άλευρο μανιόκας. Κατά την Επιτροπή, η δήλωση ισοδυναμεί με δέσμευση του επιχειρηματία ως προς τη σύνθεση του προϊόντος που, λόγω του ενδεχομένου διεξαγωγής τελωνειακών ελέγχων κατά τη διέλευση των συνόρων, αποτελεί ανασχετικό παράγοντα για όσους μετέρχονται απάτη. Το Βελγικό Δημόσιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, μετά τη διέλευση των συνόρων, ο έλεγχος καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής, αν όχι αδύνατος, και η εκ των υστέρων τακτοποίηση είναι υπό τις περιστάσεις αυτές αδιανόητη. Η δήλωση συνθέσεως αποτελεί βασική διατύπωση στα πλαίσια του καθεστώτος χορηγήσεως ΝΕΠ για τα επίδικα προϊόντα, η μη υποβολή της οποίας συνεπάγεται αμετακλήτως, όπως γνωρίζουν οι επιχειρηματίες, απώλεια των δικαιωμάτων επί των ΝΕΠ.
13
Για να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει, καταρχάς, να γίνει αναδρομή στην εξέλιξη της κοινοτικής ρυθμίσεως σε θέματα ΝΕΠ για τα επίδικα προϊόντα.
14
Πριν από το 1976, τα χορηγούμενα ΝΕΠ για τα παρασκευάσματα χορτονομής που προορίζονται για ζωοτροφές και εμπίπτουν στη διάκριση 23.07 Β Ι γ, με μεγάλη δηλαδή περιεκτικότητα σε άμυλο, καθορίζονταν χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα συστατικά από τα οποία προερχόταν το περιεχόμενο στα εν λόγω παρασκευάσματα άμυλο.
15
Η θετική διαφορά που εμφάνιζαν τότε, αφενός μεν, τα ΝΕΠ που χορηγούνταν για τα παρασκευάσματα που περιείχαν άμυλο προερχόμενο από προϊόντα εμπίπτοντα στις κλάσεις 7.06 και 11.06 και, μεταγενέστερα, στη διάκριση 11.04 Γ του ΚΔ, ήτοι κατ' ουσία στην πράξη τα παρασκευάσματα με βάση τη μανιόκα και το άλευρο μανιόκας, αφετέρου δε, τα ΝΕΠ που χορηγούνταν για τα δύο αυτά συστατικά στοιχεία, η χρήση των οποίων ήταν στην πραγματικότητα παραπλήσια, δημιούργησε τεχνητά εμπορικά ρεύματα σε σχέση με τα έχοντα ως βάση τη μανιόκα παρασκευάσματα.
16
Για να παύσουν τα ανωτέρω τεχνητά εμπορικά ρεύματα που αποσκοπούσαν αποκλειστικά και μόνο στην είσπραξη υψηλοτέρων ΝΕΠ, η Επιτροπή αποφάσισε, εκδίδοντας τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 1497/76, της 23ης Ιουνίου 1976, περί της εφαρμογής των ΝΕΠ « προσχωρήσεως » και των ΝΕΠ για ορισμένα σύνθετα προϊόντα με βάση τα σιτηρά (JO 1976, L 167, σ. 27 ), να εφαρμόσει στα υπαγόμενα στη διάκριση 23.07 Β Ι γ 1 ή 2 του ΚΔ προϊόντα, που περιείχαν κατά βάρος σε ποσοστό άνω του 50 % προϊόντα εμπίπτοντα στις κλάσεις 7.06 και 11.06, τα αυτά νομισματικά εξισωτικά ποσά με εκείνα που εφαρμόζονταν στα προϊόντα της διακρίσεως 7.06 Α. Για ακόμη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των διατάξεων αυτών, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προέβλεπε ότι ο επιχειρηματίας όφειλε να προσκομίσει στις αρμόδιες αρχές δήλωση συνθέσεως.
17
Οι διατάξεις του κανονισμού αυτού επαναλαμβάνονται σε υποσημείωση στο κάτω άκρο της σελίδας του παραρτήματος Ι, μέρος 1 ( « τομέας σιτηρών » ) των κανονισμών της Επιτροπής περί καθορισμού των ΝΕΠ και πλέον πρόσφατα στην υποσημείωση 5 στο κάτω άκρο της σελίδας του παραρτήματος Ι, μέρος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1036/78, της 19ης Μαΐου 1978 (JO 1978, L 133, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 468/79, της 8ης Μαρτίου 1979 (JO 1979, L 61, σ. 1).
18
Επειδή οι ανωτέρω διατάξεις αποδείχθηκαν ανεπαρκείς, η Επιτροπή τροποποίησε, με τον προαναφερθέντα κανονισμό 495/79, την εν λόγω υποσημείωση, ώστε να αποκλείσει τη χορήγηση ΝΕΠ στα παρασκευάσματα που υπάγονται στις διακρίσεις 23.07 Β Ι α 1 και 2, 23.07 Β Ι β 1 και 2, 23.07 Β Ι γ 1 και 2 του ΚΔ και περιέχουν προϊόντα υπαγόμενα στην κλάση 7.06 ή στη διάκριση 11.04 Γ. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του συστήματος έπρεπε, όπως και προηγουμένως, να υποβάλλεται εκ μέρους του ενδιαφερομένου επιχειρηματία η δήλωση συνθέσεως.
19
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού όριζε στο δεύτερο εδάφιο ότι:
« Κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων
—
(...)
—
κατά την εισαγωγή που πραγματοποιείται σε κράτος μέλος με υποτιμημένο νόμισμα,
—
(...)
ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να αναφέρει στη δήλωση που προβλέπεται για τον σκοπό αυτό την πλήρη σύνθεση του προϊόντος, με ακρίβεια ως προς την περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος. »
20
Τέλος, για την οικεία περίοδο, οι ανωτέρω διατάξεις επαναλαμβάνονται στην υποσημείωση 9 στο κάτω άκρο της σελίδας του παραρτήματος Ι, μέρος 1 ( « τομέας σιτηρών » ), των κανονισμών της Επιτροπής ( ΕΟΚ ) 2901/81, της 7ης Οκτωβρίου 1981 ( ΕΕ 1981, L 288, σ. 1 ), ( ΕΟΚ) 1071/82, της 5ης Μαΐου 1982 ( ΕΕ 1982, L 124, σ. 1 ), και ( ΕΟΚ ) 1235/82, της 19ης Μαΐου 1982 ( ΕΕ 1982, L 142, σ. 1 ), όπως έχουν τροποποιηθεί, που ορίζουν τα ΝΕΠ καθώς και ορισμένους συντελεστές απαραιτήτους για την εφαρμογή τους.
21
Οι διατάξεις αυτές πρέπει να συγκριθούν με εκείνες του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, περί λεπτομερειών διοικητικής εφαρμογής των ΝΕΠ ( ΕΕ 1981, L 138, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2898/81 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1981 ( ΕΕ 1981, L 287, σ. 1 ), ο οποίος, αφενός μεν, προβλέπει στο άρθρο 6 ότι: « Κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παράσχει στο προβλεπόμενο προς τον σκοπό αυτό έντυπο όλες τις ενδείξεις που είναι αναγκαίες για τον υπολογισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού, και ιδιαίτερα: (...) δ ) κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για τον υπολογισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού, τη σύνθεση των αντιστοίχων προϊόντων », αφετέρου δε, προσδιορίζει, στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ότι « το νομισματικό εξισωτικό ποσό που χορηγείται κατά την εισαγωγή καταβάλλεται μόνο κατόπιν υποβολής αντιγράφου της διασαφήσεως εισαγωγής και, στην ανάλογη περίπτωση, κάθε σχετικού συνημμένου εγγράφου, στο οποίο αναγράφονται οι ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 και στο οποίο βεβαιούται ότι τα προϊόντα εισήχθησαν(...).»
22
Το Δικαστήριο έκρινε ήδη ( βλ., ιδίως, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 46/82, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3549, σκέψη 10) ότι η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος ΝΕΠ ενέκειτο στον αποτελεσματικό έλεγχο των πράξεων διαμετακομίσεως. Τούτο επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στην προκειμένη περίπτωση όπου η καταβολή των ΝΕΠ υπόκειται σε ειδικούς κανόνες που αποσκοπούν στο να θέσουν τέρμα στα τεχνητά εμπορικά ρεύματα που προκαλεί η χορήγηση τους.
23
Στα πλαίσια του συστήματος που καθιερώθηκε για τα υπαγόμενα στη διάκριση 23.07 Β Ι γ 1 ή 2 προϊόντα, με την έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού 1497/76, στη συνέχεια δε για τα υπαγόμενα στις διακρίσεις 23.07 Β Ι α 1 ή 2, 23.07 Β Ι β 1 ή 2 και 23 07 Β Ι γ 1 ή 2 προϊόντα, με την έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού 495/79, η δήλωση συνθέσεως έχει ακριβώς ως προορισμό, όπως προκύπτει σαφώς από τις αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών, να επιτρέπει τη διενέργεια του ελέγχου αυτού.
24
Πάντως, η δήλωση συνθέσεως, της οποίας οι αναγραφόμενες ενδείξεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων προς λήψη των ΝΕΠ, μπορεί να ελεγχθεί λυσιτελώς μόνο κατά τη διέλευση από το τελωνείο, δεδομένου ότι μόνον ο έλεγχος της συνθέσεως του εμπορεύματος που διενεργείται κατά τον χρόνο εκείνο επιτρέπει να διαπιστωθεί το ακριβές της συνθέσεως αυτής. Πράγματι, ο μεταγενέστερος έλεγχος δεν εγγυάται ότι το ελεγχθέν εμπόρευμα είναι αυτό για το οποίο χορηγήθηκαν τα ΝΕΠ και, συνακόλουθα, δεν παρέχει εγγυήσεις ως προς την ειλικρίνεια της δηλώσεως.
25
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η δήλωση συνθέσεως που κατατίθεται στο τελωνείο του κράτους εισαγωγής διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον μηχανισμό χορηγήσεως των ΝΕΠ για τα προϊόντα της διακρίσεως 23.07 Β Ι και δεν μπορεί να υποβληθεί εκ των υστέρων. Συνεπώς, η παράλειψη της διατυπώσεως αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή διαδικαστική πλημμέλεια δυνάμενη να τακτοποιηθεί εκ των υστέρων.
26
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 495/79 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1979, περί εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένες σύνθετες τροφές με βάση τα σιτηρά, που διαλαμβάνονται στην υποσημείωση 9 στο κάτω άκρο της σελίδας του παραρτήματος Ι, μέρος 1, των κανονισμών (ΕΟΚ) της Επιτροπής 2901/81, της 7ης Οκτωβρίου 1981, 1071/82, της 5ης Μαΐου 1982, και 1235/82, της 19ης Μαΐου 1982, όπως έχουν τροποποιηθεί, έχουν την έννοια ότι ο επιχειρηματίας που παραλείπει, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων σχετικά με την εισαγωγή σε κράτος μέλος με υποτιμημένο νόμισμα συνθέτων ζωοτροφών υπαγομένων στις διακρίσεις 23.07 Β Ι α 1 ή 2, 23.07 Β Ι β 1 ή 2, 23.07 Β Ι γ 1 ή 2 του Κοινού Δασμολογίου, να δηλώσει την πλήρη σύνθεση του προϊόντος, αναφέροντας επακριβώς την περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος, στερείται οποιουδήποτε δικαιώματος να εισπράξει νομισματικά εξισωτικά ποσά και δεν μπορεί να τακτοποιήσει εκ των υστέρων την παράλειψη αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
27
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το tribunal de première instance του Verviers, με Διάταξη της 22ας Οκτωβρίου 1990, αποφαίνεται:
Οι διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 495/79 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1979, περί εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένες σύνθετες τροφές με βάση τα σιτηρά, που διαλαμβάνονται στην υποσημείωση 9 στο κάτω άκρο της σελίδας του παραρτήματος Ι, μέρος 1, των κανονισμών της Επιτροπής ( ΕΟΚ ) 2901/81, της 7ης Οκτωβρίου 1981, ( ΕΟΚ ) 1071/82, της 5ης Μαΐου 1982, και ( ΕΟΚ ) 1235/82, της 19ης Μαΐου 1982, όπως έχουν τροποποιηθεί, έχουν την έννοια ότι ο επιχειρηματίας που παραλείπει, κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων σχετικά με την εισαγωγή σε κράτος μέλος με υποτιμημένο νόμισμα συνθέτων ζωοτροφών υπαγομένων στις διακρίσεις 23.07 Β Ι α 1 ή 2, 23.07 Β Ι β 1 ή 2, 23.07 Β Ι γ 1 ή 2 του Κοινού Δασμολογίου, να δηλώσει την πλήρη σύνθεση του προϊόντος, αναφέροντας επακριβώς την περιεκτικότητα σε βάρος, ανά δασμολογική κλάση, κάθε ενσωματωμένου μη γαλακτοκομικού προϊόντος, στερείται οποιουδήποτε δικαιώματος να εισπράξει νομισματικά εξισωτικά ποσά και δεν μπορεί να τακτοποιήσει εκ των υστέρων την παράλειψη αυτή.
Joliét
Grévisse
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Ιανουαρίου 1992.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
R. Joliét
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy