ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
στην υπόθεση C-348/90 P ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
Από την απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Σεπτεμβρίου 1990, υπόθεση Τ-139/89, Gabriella Virgili-Schettini κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ( Συλλογή 1990, σ. Π-535 ) προκύπτει ότι:
« 1)
Η προσφεύγουσα ήταν, ως τη λήξη της συμβάσεως της στις 31 Ιανουαρίου 1989, έκτακτος υπάλληλος του βαθμού C 2 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο), όπου είχε τοποθετηθεί στην ομάδα του Λαϊκού Ευρωπαϊκού Κόμματος ( στο εξής: ομάδα του ΛΕΚ ).
2)
Η προσφεύγουσα ζήτησε με επιστολή της 16ης Ιανουαρίου 1989 από τον Γενικό Γραμματέα της ομάδας του ΛΕΚ να τη διαβεβαιώσει ότι οι ημέρες αδείας της θα ρυθμίζονταν μαζί με τα λοιπά δικαιώματα της όταν θα έληγε η προθεσμία καταγγελίας της συμβάσεως της. Με έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 1989, ο Colling, προϊστάμενος της υπηρεσίας διοικητικής διαχειρίσεως της ομάδας του ΛΕΚ, γνώρισε στην προσφεύγουσα ότι το υπόλοιπο των ημερών αδείας της ήταν — 5ημέρες και ότι κατά συνέπεια δεν μπορούσε να αξιώσει πληρωμή ημερών αδείας που δεν έλαβε. Το έγγραφο αυτό συνοδευόταν με τον ακόλουθο υπολογισμό:
“ Άδειες της Gabriella Schettini — Κατάσταση της 31ης Ιανουαρίου 1989
Μεταφορά 1987
12ημέρες
Άδειες 1988
24
Ταξίδι
5
Ηλικία
1
Σύνολο 1988:
+ 42ημέρες
Άοεια μητρότητας
Γέννηση τέκνου στις 22 Αυγούστου 1988
6 εβδομάδες προ της γεννήσεως = 11 Ιουλίου
10 εβδομάδες μετά τη γέννηση = 30 Οκτωβρίου
Σημ.: Η ενδιαφερόμενη δεν κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό για την εικαζόμενη ημερομηνία του τοκετού.
Ειδική άδεια γεννήσεως: 2ημέρες. Ελήφθησαν υπόψη η 3η και η 4η Νοεμβρίου 1988
Καταλογισμός αδικαιολογήτων απουσιών από τις 7 Νοεμβρίου έως 21 Δεκεμβρίου 1988 — 33ημέρες
Μεταφορά 1988
9ημέρες
Άδειες 1989
2
Ταξίδι
5
Ηλικία — (η ηλικία δεν ελήφθη υπόψη για ένα μήνα )
Σύνολο 1989
+ 16ημέρες
Καταλογισμός αδικαιολογήτων απουσιών από την 3η ως την 31η Ιανουαρίου 1989 — 21ημέρες
Υπόλοιπο 31ης Ιανουαρίου 1989: — 5ημέρες ”.
3)
Στις 25 Απριλίου 1989, ο δικηγόρος Vie Elvinger, σύμβουλος της προσφεύγουσας που την εκπροσώπησε κατά την έγγραφη διαδικασία στην παρούσα υπόθεση, απηύθυνε επιστολή υπογεγραμμένη από τον ίδιο προς τον Colling, καλώντας τον τελευταίο “να αναθεωρήσει τη θέση ( του ) και να αποδεχθεί την αίτηση της πελάτισσας (του), αναγνωρίζοντας της τουλάχιστον 75ημέρες”. Αμφισβήτησε δε τον περιορισμό των 12ημερών που εφήρμοσε η διοίκηση για τη μεταφορά των αδειών του έτους 1987 στο έτος 1988. Ισχυρίστηκε εξάλλου ότι η άδεια μητρότητας της προσφεύγουσας δεν μπορούσε να αρχίσει παρά μόνο μετά τη λήξη του χρόνου της νοσοκομειακής περιθάλψεως της που διήρκεσε ως τις 4 Σεπτεμβρίου 1988, δηλαδή διαφορά 8 εβδομάδων σε σχέση με τον υπολογισμό που έκανε η διοίκηση. Τελείωνε με τη φράση: “ Η παρούσα έχει την έννοια διοικητικής ενστάσεως κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2. ”
4)
Η επιστολή αυτή έμεινε αναπάντητη. »
Υπό τις περιστάσεις αυτές, με δικόγραφο της 2ας Οκτωβρίου 1989, η Virgili-Schettini άσκησε προσφυγή με την οποία ζητούσε από το Πρωτοδικείο:
α)
να μεταρρυθμίσει την απόφαση του Karl Colling της 1ης Φεβρουαρίου 1989 που αρνήθηκε να επιβεβαιώσει τις σωρευμένες άδειες της Schettini, κατόπιν αυτού δε να μεταρρυθμίσει τη σιωπηρή απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως που άσκησε η Schettini στις 25 Απριλίου 1989·
β)
να υποχρεώσει το καθού να καταβάλει στην προσφεύγουσα συμψηφιστική αποζημίωση για τις ημέρες αδείας που δεν έλαβε, δηλαδή για 75ημέρες, αποτιμούμενες σε 282347 φράγκα Λουξεμβούργου (LFR) ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, έστω και κατόπιν κρίσεως εμπειρογνωμόνων, εφόσον χρειαστεί να οριστεί εμπειρογνώμονας με εντολή την αποτίμηση της αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στην προσφεύγουσα·
γ)
να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
α)
να του αναγνωρίσει ότι επαφίεται σχετικά στην κρίση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής·
β)
να απορρίψει την προσφυγή κατ' ουσίαν
γ)
να κρίνει για τη δικαστική δαπάνη σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε με το δικόγραφο ανταπαντήσεως του την καταδίκη της προσφεύγουσας «στα δικαστικά έξοδα, ενόψει της προπέτειας της προσφυγής, η οποία τελεί σε κατάφωρη αντίθεση με τις κείμενες διατάξεις ».
Προς στήριξη της προσφυγής της η Virgili-Schettini επικαλέστηκε δύο επιχειρήματα. Πρώτον, ισχυρίστηκε ότι είχε δικαίωμα να μεταφέρει 44ημέρες ετήσιας άδειας του έτους 1987 στο επόμενο έτος. Δεύτερον, ήταν της γνώμης ότι η νοσοκομειακή της περίθαλψη ως τις 4 Σεπτεμβρίου 1988 είχε ως συνέπεια να αρχίσει η άδεια μητρότητας της μόνον από την ημερομηνία αυτή.
Όσον αφορά το παραοεκτό, το Πρωτοδικείο δέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι:
«(...)
15.
Το καθού, καίτοι επαφίεται στην κρίση του Πρωτοδικείου, υποστηρίζει ότι το γράμμα της 25ης Απριλίου 1989, εφόσον είχε υπογραφεί από τον νομικό σύμβουλο της προσφεύγουσας και όχι από αυτή την ίδια, χωρίς να επισυνάπτεται πληρεξουσιότητα της προσφεύγουσας, δεν ισοδυναμεί με διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως. Ελλείψει προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως, όπως απαιτεί το άρθρο 91, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
16.
(...)
17.
(...)
18.
(...)
19.
(...) πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, με πάγια νομολογία, δέχθηκε ότι οι διοικητικές ενστάσεις που υποβάλλονται από τους υπαλλήλους, δεν υπόκεινται σε καμία τυπική προϋπόθεση και ότι το περιεχόμενο τους πρέπει να ερμηνεύεται και να κατανοείται από τη διοίκηση με πάσα επιμέλεια που ένας μεγάλος και καλώς στελεχωμένος φορέας οφείλει προς τους υπαγόμενους σ' αυτόν, συμπεριλαμβανομένων και των μελών του προσωπικού του. Με την προαναφερθείσα απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 54/77, Herpels, το Δικαστήριο δέχθηκε ρητά ότι δεν μπορεί να απαγορευθεί στους ενδιαφερομένους να ζητούν, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητική φάση, τις συμβουλές δικηγόρου. Από αυτό προκύπτει αναγκαίως ότι οι υπάλληλοι είναι απολύτως ελεύθεροι να αναθέτουν στον δικηγόρο τη σύνταξη της διοικητικής ενστάσεως, πράγμα που είναι άλλωστε επίσης προς το συμφέρον της διοικήσεως, αρκεί μόνο τα έξοδα δικηγόρου που προκύπτουν από αυτή τη φάση να μην επιρρίπτονται στη διοίκηση.
20.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι η πρωτοβουλία της διοικητικής ενστάσεως προήλθε από την υπάλληλο και ότι η ίδια προσδιόρισε το περιεχόμενο της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θα συνιστούσε υπερβολική τυπολατρεία, στερούμενη νομικού ερείσματος και αντίθετη προς το πνεύμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, να απαιτείται να υπογράφει ο υπάλληλος το έγγραφο της διοικητικής ενστάσεως που συνέταξε ο δικηγόρος του.
21.
Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι, ακόμη και στην περίπτωση της προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, ο δικηγόρος που επικουρεί ή εκπροσωπεί διάδικο δεν χρειάζεται να αποδεικνύει την ύπαρξη νομότυπου πληρεξουσίου, οφείλει όμως να προσκομίσει αυτό το πληρεξούσιο σε περίπτωση αμφισβητήσεως (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Φεβρουαρίου 1965, 14/64, Barge κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Ree. ΧΙ-4, σ. 2 ).
22.
Παρέπεται ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή. »
Ως προς τον πρώτο λόγο το Πρωτοδικείο έκρινε ότι:
«(...)
26.
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 4, πρώτη περίοδος, του παραρτήματος V του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, το οποίο εφαρμόζεται και στους εκτάκτους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 16 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάθε υπάλληλος έχει το δικαίωμα να μεταφέρει 12ημέρες αδείας που δεν έλαβε σ' ένα ημερολογιακό έτος στο επόμενο και ότι αν ο υπάλληλος δεν μπόρεσε να λάβει την ετήσια άδεια του για λόγους αναγόμενους στις ανάγκες της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί, ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να μεταφέρει άνω των 12ημερών. 'Ετσι, οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις πουθενά δεν προβλέπουν κατά ποιο τρόπο και σε ποια χρονική στιγμή πρέπει να αποδεικνύονται οι “αναγόμενοι στις ανάγκες της υπηρεσίας λόγοι”. Επίσης δεν υφίσταται καμία διάταξη που να απαιτεί προηγούμενη άδεια ή που να ορίζει ανάλογη διαδικασία.
27.
Από αυτό προκύπτει ότι, στο σημείο αυτό, το μόνο ζήτημα που έχει να λύσει το Πρωτοδικείο είναι αν η μεταφορά άνω των 12ημερών δικαιολογείται από λόγους αναγόμενους στις ανάγκες της υπηρεσίας της προσφεύγουσας (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1970, 32/69, Tortora κατά Επιτροπής, Rec. 1970, σ. 593 ).
28.
Στις απαντήσεις που παρέσχε η προσφεύγουσα στις ερωτήσεις που της έθεσε το Πρωτοδικείο κατά την αυτοπρόσωπη παράσταση της στη συνεδρίαση, αναφέρθηκε ρητά σε λόγους αναγόμενους στις ανάγκες της υπηρεσίας, συναπτόμενους ιδίως με την προετοιμασία των συνόδων του Κοινοβουλίου, για να εξηγήσει τη σώρευση από ένα έτος στο επόμενο ημερών αδείας που δεν εξαντλήθηκαν. Εξάλλου, από τον φάκελο προκύπτει ότι η διοίκηση ποτέ δεν κάλεσε την προσφεύγουσα να εξαντλήσει τις ημέρες αδείας που είχε σωρεύσει ( βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1970, που αναφέρθηκε πιο,πάνω ).
29.
Ο εκπρόσωπος του καθού περιορίστηκε να αναφέρει μια δήλωση που του είχε κάνει ο προηγούμενος προϊστάμενος υπηρεσίας της προσφεύγουσας, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να οργανώσει την υπηρεσία του κατά τρόπο διαφορετικό λόγω των μακρών απουσιών της προσφεύγουσας για λόγους ασθενείας.
30.
Πρέπει να υπογραμμιστεί σχετικά ότι η διοίκηση δεν μπορεί να επικαλεστεί απουσίες για λόγους ασθενείας υπαλλήλου για να του αφαιρέσει την πλήρη απόλαυση της ετήσιας αδείας του. Ή πρέπει να δεχθεί η διοίκηση τη φερομένη ασθένεια του υπαλλήλου που δικαιολογείται δεόντως ή πρέπει να κάνει χρήση των μέσων που της δίδει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων για να ρυθμίσει τα ενδεχόμενα προβλήματα. Σε κάθε περίπτωση η διοίκηση δεν έχει το δικαίωμα να άρει τα δικαιώματα του υπαλλήλου κατά την αποχώρηση του.
31.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα κατέστησε, με τις δηλώσεις και την επιχειρηματολογία της ενώπιον του Πρωτοδικείου, πιστευτή την άποψη της ότι η σώρευση αυτών των ημερών αδείας έπρεπε να καταλογιστεί στις ανάγκες της υπηρεσίας, χωρίς να μπορέσει το Κοινοβούλιο να εξασθενήσει τους ισχυρισμούς της.
32.
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο οδηγείται προς τη διαπίστωση ότι η σώρευση από την προσφεύγουσα με την παρέλευση ετών ημερών αδείας που δεν εξαντλήθηκαν οφείλεται στις ανάγκες της υπηρεσίας όπου υπηρετούσε και ότι η απόφαση του καθού της 1ης Φεβρουαρίου 1989 πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που έρχεται σε αντίθεση με τα δικαιώματα της προσφεύγουσας όπως προσδιορίστηκαν.
33.
Κατά το γράμμα του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος V του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, “ αν ο υπάλληλος δεν έχει εξαντλήσει την ετήσια άδεια του κατά τη λήξη των καθηκόντων του, λαμβάνει προς συμψηφισμό, για κάθε ημέρα αδείας που δεν έλαβε, ποσό ίσο με το τριακοστό των μηνιαίων αποδοχών του κατά τον χρόνο της λήξεως των καθηκόντων του ”. Κατόπιν αυτού το Πρωτοδικείο, κατά την άσκηση της εξουσίας πλήρους δικαιοδοσίας που έχει στην παρούσα υπόθεση, υποχρεώνει το Κοινοβούλιο να καταβάλει στην προσφεύγουσα συμψηφιστική αποζημίωση για τις ημέρες αδείας που είχε ακόμη δικαίωμα κατά τον χρόνο λήξεως των καθηκόντων της. »
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγοτο Πρωτοδικείο δέχεται ότι:
«(...)
34.
Όσον αφορά τον υπολογισμό της άδειας μητρότητας, το καθού υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας ισοδυναμεί με στέρηση από κάθε νόημα των έξι εβδομάδων αδείας πριν από τον τοκετό που προβλέπονται από το άρθρο 58 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, καθώς και την αναφορά στην έννοια των “ γυναικών σε κατάσταση εγκυμοσύνης” που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο. Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται επίσης ότι υπήρξε άμεση σχέση μεταξύ των αδειών της προσφεύγουσας και της'εγκυμοσύνης της, όπως βεβαιώνεται από ιατρικά πιστοποιητικά που είχε προσκομίσει τότε η προσφεύγουσα.
35.
Θα πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι κατά το γράμμα του άρθρου 58 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως “οι γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης δικαιούνται, αφού προσκομίσουν ιατρικό πιστοποιητικό, αδείας που αρχίζει έξι εβδομάδες πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό και η οποία λήγει δέκα εβδομάδες μετά την ημερομηνία του τοκετού χωρίς να δύναται η άδεια αυτή να είναι κατώτερη από δεκαέξι εβδομάδες”. Η διάταξη αυτή έχει επομένως ως σκοπό την προστασία των εγκύων γυναικών και των νεογέννητων.
36.
Από τα ιατρικά πιστοποιητικά που επικαλέστηκε το Κοινοβούλιο προκύπτει ότι η αιτία της απουσίας της προσφεύγουσας κατά την περίοδο των έξι εβδομάδων πριν από τον τοκετό της 22ας Αυγούστου 1988 συνδεόταν στενά με την εγκυμοσύνη. Υπό τις περιστάσεις αυτές και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι από τον φάκελο προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε το ιατρικό πιστοποιητικό που προβλέπεται από το άρθρο 58, το καθού δικαίως υπολόγισε τις έξι εβδομάδες που προηγήθηκαν του τοκετού ως τμήμα της αδείας μητρότητας. Όσον αφορά την άδεια των δέκα εβδομάδων μετά τον τοκετό, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση την περίοδο από 22 Αυγούστου ως 30 Οκτωβρίου 1988, είναι προφανές ότι πρέπει να υπολογιστεί αμέσως μετά τον τοκετό.
37.
Από την προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
38.
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι το αίτημα της προσφεύγουσας να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να της καταβάλίΐ συμψηφιστική αποζημίωση για 75ημέρες άδειας που δεν χρησιμοποίησε, πρέπει να γίνει δεκτός για 27ημέρες και να απορριφθεί για τις επιπλέον ημέρες. »
II — Αντικείμενο και αιτήματα της αναιρέσεως
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 1990, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άσκησε αναίρεση κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενδιαφερόμενη στις 27 Σεπτεμβρίου 1990, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή ελήφθη κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή την απόφαση του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1990 στην υπόθεση Τ-139/89, Gabriella Virgili-Schettini κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·
—
να αποδεχθεί τα αιτήματα που υπέβαλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρωτοδίκως·
—
όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποφανθεί κατά δικαία κρίση.
Η Virgili-Schettini ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή την απόφαση του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1990 στην υπόθεση Τ-139/89, Gabriella Schettini κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·
—
να απορρίψει όλα τα αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Δικαστηρίου.
III — Περίληψη των λόγων και επιχειρημάτων των διαδίκων
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβάλλει, προς στήριξη της αναιρέσεως του, τρεις λόγους απαραδέκτου της προσφυγής, την έλλειψη αιτιολογίας και την παράβαση του άρθρου 4 του παραρτήματος V του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: ΚΥΚ).
α) Επί τον παραδεκτού
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβάλλει ότι η υποβολή της διοικητικής ενστάσεως αποκλειστικά από δικηγόρο αντίκειται στο άρθρο 90 του ΚΥΚ και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. 'Ετσι, εκτιμά ότι οι σκέψεις 19 και 20 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου τροποποιούν ουσιωδώς τη φύση της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής, όπου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( ιδίως απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 54/77, Herpels, Rec. 1978, σ. 585), πρόκειται για ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του υπαλλήλου, ο οποίος ενεργεί χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου, και της διοικήσεως. Η απαίτηση της υπογραφής του προσφεύγοντος δεν μπορεί να θεωρηθεί « υπερβολική τυπολα-τρεία », αλλά σαν ελάχιστος τύπος και κατά συνέπεια απαραίτητος, που ανταποκρίνεται συγχρόνως στα συμφέροντα του ενισταμένου και του οργάνου.
Η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του υπαλλήλου και της διοικήσεως θα γινόταν έτσι άμεση ανταλλαγή απόψεων μεταξύ δικηγόρου και διοικήσεως.
Η Virgili-Schettini αναφέρεται στα υπομνήματα της ενώπιον του Πρωτοδικείου, προβάλλοντας ότι η απαιτούμενη από τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ διοικητική ένσταση δεν υπόκειται σε καμιά ιδιαίτερη τυπικότητα και ότι αρκεί να προέρχεται η διοικητική ένσταση από τον υπάλληλο και να επιζητεί τη λήψη αποφάσεως από τη διοικητική αρχή επί του επιδίκου ακριβώς σημείου.
Ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι πρόκειται στο εξής για άμεση συζήτηση μεταξύ του δικηγόρου και της διοικήσεως, η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο δικηγόρος εκπροσωπεί πάντοτε το πρόσωπο του εντολέα του και ότι ακόμη και όταν ένα πρόσωπο προσλαμβάνει δικηγόρο, ο τελευταίος παραμερίζεται κατά κάποιο τρόπο αφού στην πραγματικότητα εκπροσωπεί τον εντολέα του. Πρόκειται λοιπόν πάντοτε για συζήτηση μεταξύ υπαλλήλου και διοικήσεως.
β) Επί της ελλείψεως αιτιολογίας
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι δεν προκύπτει ούτε από την απόφαση ούτε από την έκθεση ακροατηρίου βάσει ποίων νομικών κριτηρίων προέβη το Πρωτοδικείο στους υπολογισμούς που κατέληξαν στο να υποχρεωθεί το όργανο αυτό να καταβάλει στη Virgili-Schettini 27ημέρες μη ληφθείσας άδειας.
Η Virgili-Schettini υποστηρίζει ότι για να κριθεί ο αριθμός των ημερών αδείας, τον οποίο είχε αρχικά υπολογίσει η αναιρεσίβλητη σε 81ημέρες, το Πρωτοδικείο αφενός μεν δέχθηκε ότι υπήρχαν υπηρεσιακοί λόγοι που την εμπόδισαν να λάβει τις άδειες της ώστε να έχει έτσι δικαίωμα μεταφοράς, αφετέρου δε απέρριψε το αίτημα της Schettini για τον υπολογισμό της αδείας μητρότητας. Έτσι, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι απολύτως σαφής διότι στηρίζεται σε απλό συμψηφισμό των ισχυρισμών κάθε διαδίκου (81ημέρες αξιοόμενες από την αναιρεσίβλητη πλην 54ημέρες μη δικαιολογουμένων απουσιών που προέβαλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ).
γ) Επί της ερμηνείας τον άρθρον 4 του παραρτήματος V τον Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι παραβιάστηκε το άρθρο 4 του παραρτήματος V του ΚΥΚ κατά το μέτρο που η ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αγνοεί την εσωτερική κανονιστική ρύθμιση του οργάνου αυτού στα θέματα των αδειών και κατά συνέπεια την εξουσία εσωτερικής οργανώσεως που έχει αναγνωρίσει στα όργανα η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1970, 32/69, Tortora, Rec. 1970, σ. 593) και του Πρωτοδικείου ( απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1990, Τ-46/89, Pitrone, Συλλογή 1990, σ. II-577 ). Το Πρωτοδικείο αμφισβητεί τη βασιμότητα, για τη δυνατότητα μεταφοράς πλέον των 12ημερών, του ισχυρισμού για την ανάγκη προσκομίσεως πιστοποιητικού των ιεραρχικώς προϊσταμένων του οικείου υπαλλήλου που να βεβαιώνει ότι η έκτακτη σώρευση οφείλεται σε « λόγους αναγόμενους στις ανάγκες της υπηρεσίας », διότι, κατά την άποψη του Πρωτοδικείου, δεν υφίσταται καμία διάταξη που να απαιτεί προηγούμενη άδεια ή να ορίζει ανάλογη διαδικασία. Όμως, κατά την άποψη του αναιρεσεί-οντος, το Κοινοβούλιο είχε θεσπίσει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, κανόνες για τις άδειες που προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένη διαδικασία για τη μεταφορά των ετησίων αδειών. Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην κανονιστική αυτή ρύθμιση, που δεν ελήφθησαν καθόλου υπόψη από το Πρωτοδικείο, προδήλως δεν τηρήθηκαν από τη Virgili-Schettini. Κατά συνέπεια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είχε τη δυνατότητα να δεχθεί την αίτηση οικονομικού συμψηφισμού για τις μη ληφθείσες άδειες.
Τέλος, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η ερμηνεία του άρθρου 4 του παραρτήματος V του ΚΥΚ που δέχθηκε το Πρωτοδικείο, επέβαλε στο Κοινοβούλιο το βάρος αρνητικής αποδείξεως, δηλαδή την έλλειψη υπηρεσιακών λόγων ικανών να εμποδίσουν την ενδιαφερόμενη να λάβει τις άδειες της, απαίτηση που είναι προφανώς αδύνατο να ικανοποιηθεί. Πρόκειται επομένως για ανατροπή του βάρους της αποδείξεως, που αντίκειται στις αρχές της δίκαιης δίκης και του δικαιώματος άμυνας.
Η Virgili-Schettini ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν έθιξε την εξουσία εσωτερικής οργανώσεως του οργάνου διότι, κατά τη γνώμη της, οι εσωτερικοί κανόνες του Κοινοβουλίου αφορούν μόνο την περίπτωση της μεταφοράς αδειών υπαλλήλων που δεν μπόρεσαν να εξαντλήσουν την ετήσια άδεια τους για λόγους μη αναγόμενους στις ανάγκες της υπηρεσίας. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι οι μεταφορές της αδείας της οφείλονταν σε υπηρεσιακούς λόγους, η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με το άρθρο 4 του παραρτήματος V του ΚΥΚ ήταν εκτός θέματος.
Η Virgili-Schettini διατείνεται, εξάλλου, ότι οι εσωτερικοί κανόνες δεν υποδείκνυαν τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κριθεί αν κάποιοι υπηρεσιακοί λόγοι εμπόδισαν ή όχι τον τακτικό ή έκτακτο υπάλληλο να λάβει το σύνολο των αδειών που δικαιούται μέσα σ' ένα έτος. Το Πρωτοδικείο είχε επομένως ευρύτατη εξουσία εκτιμήσεως ως προς τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν ενώπιον του για να αποδειχθεί η ύπαρξη λόγων αναγομένων στις ανάγκες της υπηρεσίας. Το Δικαστήριο, που είναι αρμόδιο μόνο για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου, δεν μπορεί να αποφανθεί επί του πραγματικού αυτού περιστατικού.
Τέλος, δεν ζητήθηκε από το Κοινοβούλιο να προβεί σε αρνητική απόδειξη, αλλά στη θετική απόδειξη της υπάρξεως «λόγων μη αναγομένων στις ανάγκες της υπηρεσίας ». Η απόδειξη αυτή δεν προσκομίστηκε διότι το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε μόνο σ' ένα αόριστο πρόβλημα που αφορούσε ορισμένες ασθένειες της αναιρεσίβλητης που την εμπόδισαν να εξαντλήσει την άδεια της.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πρώτο τμήμα)
της 5ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-348/90 P,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Campinos, jurisconsultum, και τους Μ. Peter και J. L. Rufas Quintana, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
αναιρεσείον,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( τρίτο τμήμα ) της 26ης Σεπτεμβρίου 1990 που εκδόθηκε στην υπόθεση Τ-139/89, μεταξύ Gabriella Virgili-Schettini και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
με αναιρεσίβλητη την
Gabriella Virgili-Schettini, εκπροσωπούμενη από τον V. Elvinger, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον ίδιο δικηγόρο, 4, rue Tony Neuman, η οποία ζητεί από το Δικαστήριο να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 1990, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 1990 που εκδόθηκε στην υπόθεση Τ-139/89, με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε εν μέρει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 1ης Φεβρουαρίου 1989 που αφορά τον υπολογισμό των μη ληφθεισών αδειών από μια έκτακτη υπάλληλο του, την Gabriella Virgili-Schettini.
2
Για να στηρίξει την αίτηση του αναιρέσεως, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Κοινοβούλιο προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή, δεύτερον, έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, τρίτον, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 4 του παραρτήματος V του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής: ΚΥΚ).
3
Στην έκθεση του εισηγητή δικαστή αναπτύσσονται διεξοδικώς οι λόγοι αναιρέσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει το Κοινοβούλιο ότι το Πρωτοδικείο έκρινε παραδεκτή την προσφυγή με τη σκέψη ότι προηγήθηκε αυτής η διοικητική ένσταση που προβλέπει το άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, η διοικητική αυτή ένσταση δεν ήταν έγκυρη αφού, αντίθετα απ' ό,τι προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, προήρχετο μόνον από τον δικηγόρο της Virgili-Schettini.
5
Αρκεί σχετικά να τονιστεί, όπως έπραξε και το Πρωτοδικείο, ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου η διοικητική ένσταση που ασκείται από τον υπάλληλο δεν υπόκειται σε καμιά τυπική προϋπόθεση και ότι το περιεχόμενο της πρέπει να ερμηνεύεται και να κατανοείται από τη διοίκηση με όλη την επιμέλεια που οφείλεται από έναν μεγάλο και καλώς στελεχωμένο φορέα προς τους υπαγόμενους σ' αυτόν, συμπεριλαμβανομένων και των μελών του προσωπικού του (βλ. ιδίως την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 54/77, Herpels κατά Επιτροπής, Rec. 1978, σ. 585 ). Το Δικαστήριο προσέθεσε στην ίδια αυτή απόφαση ότι δεν μπορεί να απαγορευθεί στους ενδιαφερομένους να εξασφαλίζουν, στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής, τις συμβουλές δικηγόρου. Ορθώς επομένως έκρινε το Πρωτοδικείο ότι θα συνιστούσε υπερβολική τυπολατρεία, στερούμενη νομικού ερείσματος και αντίθετη προς το πνεύμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, να απαιτείται να υπογράφει ο υπάλληλος το έγγραφο της διοικητικής ενστάσεως που συνέταξε ο δικηγόρος του.
6
Από την προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του Κοινοβουλίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθεί μήπως ο λόγος αυτός ήταν απαράδεκτος επειδή δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
7
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι τα νομικά κριτήρια που πρυτάνευσαν στον υπολογισμό ο οποίος κατέληξε στις 27ημέρες αδείας που έπρεπε να πληρωθούν στην προσφεύγουσα δεν προκύπτουν από την απόφαση.
8
Σχετικά, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 26, 27, 35 και 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε νομικά στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος V του ΚΥΚ, που αφορά τη μεταφορά των ημερών αδείας, και στο άρθρο 58 του ΚΥΚ, που αφορά την άδεια μητρότητας, για να διαπιστώσει αφενός μεν ότι η σώρευση ημερών αδείας υπέρ της Virgili-Schettini οφείλετο στις ανάγκες της υπηρεσίας, αφετέρου δε ότι το Κοινοβούλιο δικαίως έκρινε τις έξι εβδομάδες που προηγήθηκαν του τοκετού ότι αποτελούσαν τμήμα της αδείας μητρότητας. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε επομένως μερικώς τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας και προέβη στην αφαίρεση των ημερών που αντιστοιχούσαν στην άδεια μητρότητας, κάνοντας έτσι δεκτά τα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου.
9
Από την προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά τα νομικά κριτήρια που πρυτάνευσαν. κατά τον υπολογισμό των ημερών αδείας που πρέπει να αποζημιώσει το Κοινοβούλιο. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Κοινοβουλίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
10
Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το Κοινοβούλιο παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Virgili-Schettini μπορούσε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του παραρτήματος V του ΚΥΚ, να μεταφέρει πλέον των 12ημερών χωρίς να προσκομίσει βεβαίωση των ιεραρχικώς προϊσταμένων της που διαπιστώνει ότι η έκτακτη αυτή σώρευση οφειλόταν σε γεγονότα που ανάγονται στις ανάγκες της υπηρεσίας. Με τον τρόπο αυτό παρέλειψε το Πρωτοδικείο να λάβει υπόψη του την εσωτερική κανονιστική ρύθμιση του οργάνου και την εξουσία εσωτερικής οργανώσεως που έχει αναγνωριστεί στα όργανα από την πάγια νομολογία. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή είχε ως αποτέλεσμα να ανατρέψει το βάρος της αποδείξεως, αναγκάζοντας το Κοινοβούλιο να αποδείξει αρνητικό γεγονός, δηλαδή την έλλειψη λόγων που ανάγονται στις ανάγκες της υπηρεσίας.
11
Πρέπει να υπογραμμιστεί σχετικά ότι, ναι μεν τα όργανα μπορούν, στο πλαίσιο της εξουσίας εσωτερικής οργανώσεως που τους έχει αναγνωριστεί, να θεσπίζουν εσωτερική διαδικασία σε θέματα αδειών, η διαδικασία όμως αυτή δεν μπορεί να αποκλείσει το δικαίωμα του υπαλλήλου να αποδείξει με όλα τα μέσα ότι οι άδειες του σωρεύθηκαν για λόγους που ανάγονται στις ανάγκες της υπηρεσίας. Ορθώς επομένως ερμήνευσε το Πρωτοδικείο τον ΚΥΚ, κρίνοντας ότι το καθοριστικό κριτήριο για να γίνει μεταφορά ημερών αδείας έγκειται στο αν η μεταφορά αυτή είναι δικαιολογημένη ή μη από τις ανάγκες της υπηρεσίας στην οποία υπάγεται ο υπάλληλος.
12
Εφαρμόζοντας αυτό το κριτήριο, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η σώρευση από την πρωτοδίκως προσφεύγουσα επί έτη ημερών αδείας που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ανή-γετο στις ανάγκες της υπηρεσίας στην οποία ανήκε. Εφόσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να την κρίνει.
13
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του Κοινοβουλίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί των δικαστικών εξόδων
14
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εφόσον ηττήθηκε το Κοινοβούλιο, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αναίρεση.
2)
Καταδικάζει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Slynn
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Νοεμβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Gordon Slynn
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy