Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Απαγόρευση * Παρεκκλίσεις * Ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες * Οδηγία 87/167 * Πεδίο εφαρμογής * 'Αμεσες και έμμεσες ενισχύσεις
(Οδηγία 87/167 του Συμβουλίου, άρθρα 3 PAR 2, και 4 PAR 4)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * 'Ελεγχος από την Επιτροπή * Εκτίμηση έναντι του άρθρου 92 της Συνθήκης * Διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2 * Προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 169 * Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 93 PAR 2, και 169)
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Απαγόρευση * Παρεκκλίσεις * Ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες * Οδηγία 87/167 * Κριτήρια για τις παρεκκλίσεις * Τήρηση ενός κοινού ανωτάτου ορίου * Ασυμφωνία προς την κοινή αγορά κάθε ενισχύσεως υπερβαίνουσας το καθορισθέν όριο * Ρόλος της Επιτροπής * 'Ελεγχος της τηρήσεως του ανωτάτου ορίου
(Οδηγία 87/167 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 1)
Περίληψη
1. Από τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 87/167, προκύπτει σαφώς ότι με την οδηγία αυτή θεσπίστηκε ένα ενιαίο σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού μιας ενισχύσεως η οποία χορηγείται κατά τη ναυπήγηση ενός σκάφους όχι μόνο οι άμεσες αλλά και οι έμμεσες ενισχύσεις που μπορούν να χορηγούν τα κράτη υπέρ της ναυπηγικής βιομηχανίας τους.
2. 'Οσον αφορά το ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά κρατικών ενισχύσεων, ακόμα και νόμος, προβλέπων τη χορήγηση τέτοιων ενισχύσεων, πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, και όχι με τη διαδικασία του άρθρου 169.
3. Εφόσον το Συμβούλιο, έχοντας ως σημείο αφετηρίας το ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά των ενισχύσεων στις ναυπηγικές εργασίες, έλαβε υπόψη μια σειρά επιταγών οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα, οι οποίες το οδήγησαν να κάνει χρήση της αναγνωριζόμενης από τη Συνθήκη δυνατότητας να θεωρήσει, παρ' όλα αυτά, τις εν λόγω ενισχύσεις ως σύμφωνες προς την κοινή αγορά, υπό τον όρο ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για την αποδοχή παρεκκλίσεων, που ορίζονται από την οδηγία 87/167, και, όσον αφορά τις ενισχύσεις στην παραγωγή υπέρ της ναυπηγήσεως και της μετατροπής πλοίων, επέλεξε ως κριτήριο τη μη υπέρβαση του κοινού ανωτάτου ορίου που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, το εν λόγω όριο αποτελεί αυτό το οποίο το Συμβούλιο θεώρησε ως το σημείο ισορροπίας μεταξύ των αντιφατικών επιταγών της τηρήσεως των κανόνων της κοινής αγοράς και της διατηρήσεως ενός επαρκούς επιπέδου δραστηριότητας των ευρωπαϊκών ναυπηγείων, που αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής ναυπηγικής βιομηχανίας.
Επομένως, η τήρηση του εν λόγω ανωτάτου ορίου αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για να μπορεί να θεωρηθεί μια ενίσχυση στις ναυπηγικές εργασίες ως σύμφωνη προς την κοινή αγορά, η δε υπέρβασή της συνεπάγεται ipso facto ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι αντίθετη προς την κοινή αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος της Επιτροπής περιορίζεται στην εξέταση της τηρήσεως της εν λόγω προϋποθέσεως.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-356/90 και C-180/91,
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τον Jan Devadder, σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Τρίτες Χώρες, επικουρούμενο από τους Eduard Marissens, δικηγόρο Βρυξελλών, και Patrick Devers, δικηγόρο Γάνδης, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
προσφεύγoν,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Thomas F. Cusack, νομικό σύμβουλο, και Berend J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο, αντιστοίχως, την ακύρωση της αποφάσεως 90/627/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 1990, σχετικά με τις πιστώσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές σε εφοπλιστή για την αγορά πλοίου μεταφοράς υγροποιημένου αερίου LPG 34 000 κυβικών μέτρων και δύο σκαφών ψυγείων (ΕΕ L 338, σ. 21) και της αποφάσεως 91/375/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1991, σχετικά με τις πιστώσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές σε διάφορους εφοπλιστές για την κατασκευή εννέα πλοίων (ΕΕ L 203, σ. 105),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. C. Rodriguez Iglesias και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 20ής Οκτωβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Δεκεμβρίου 1990 και στις 11 Ιουλίου 1991, το Βασίλειο του Βελγίου, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση, αντιστοίχως, της αποφάσεως 90/627/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 1990, σχετικά με τις πιστώσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές σε εφοπλιστή για την αγορά πλοίου μεταφοράς υγροποιημένου αερίου LPG 34 000 κυβικών μέτρων και δύο σκαφών ψυγείων (ΕΕ L 338, σ. 21), κοινοποιηθείσας στις 4 Οκτωβρίου 1990, και της αποφάσεως 91/375/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1991, σχετικά με τις πιστώσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές σε διάφορους εφοπλιστές για την κατασκευή εννέα πλοίων (ΕΕ L 203, σ. 105), κοινοποιηθείσας στις 13 Μαΐου 1991.
2 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Δεκεμβρίου 1990, ταυτόχρονα με την άσκηση της προσφυγής C-356/90, το Βασίλειο του Βελγίου υπέβαλε, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να ανασταλεί η εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως 90/627 και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να επαναλάβει τη διοικητική διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Με διάταξη της 8ης Μαΐου 1991 (C-356/90 R, Συλλογή 1991, σ. Ι-2423), ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
3 Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, καθώς και βάσει της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 26ης Ιανουαρίου 1987, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ L 69, σ. 55, στο εξής: οδηγία).
4 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι ενισχύσεις στην παραγωγή για τη ναυπήγηση και τη μετατροπή πλοίων μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά εάν το συνολικό ποσό της ενισχύσεως που χορηγείται για κάποια σύμβαση δεν υπερβαίνει σε ισοδύναμο επιδοτήσεως ένα κοινό ανώτατο όριο, που εκφράζεται σε ποσοστό της συμβατικής αξίας πριν από την ενίσχυση.
5 Το όριο αυτό καθορίζεται, κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, από την Επιτροπή με βάση τη διαφορά μεταξύ του κόστους των πλέον ανταγωνιστικών ναυπηγείων της Κοινότητας και των τιμών που εφαρμόζουν οι κύριοι ανταγωνιστές τους στη διεθνή αγορά. Επανεξετάζεται κάθε δώδεκα μήνες, ή σε μικρότερο διάστημα όταν το απαιτούν έκτακτες περιστάσεις, με στόχο την προοδευτική μείωσή του.
6 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας ορίζει ότι το όριο αυτό αφορά όχι μόνον όλες τις μορφές ενισχύσεων στην παραγωγή που χορηγούνται απευθείας στα ναυπηγεία, αλλά επίσης (άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2) όλες τις μορφές ενισχύσεων στους εφοπλιστές ή σε τρίτους που είναι διαθέσιμες ως ενίσχυση για τη ναυπήγηση ή τη μετατροπή πλοίων, όταν οι ενισχύσεις αυτές χρησιμοποιούνται πράγματι για τη ναυπήγηση ή τη μετατροπή πλοίων στα ναυπηγεία της Κοινότητας.
7 Με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις η Επιτροπή, αφενός, κήρυξε ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά μια σειρά ενισχύσεων στις ναυπηγικές εργασίες, που χορηγήθηκαν με μορφή πιστώσεων από τις βελγικές αρχές το 1989, δεδομένου ότι αντιστοιχούσαν σε επιχορήγηση υπερβαίνουσα το ανώτατο όριο που είχε καθοριστεί για το 1989, και, αφετέρου, υποχρέωσε τη Βελγική Κυβέρνηση να αναθεωρήσει τους όρους χορηγήσεως των πιστώσεων ώστε αυτές να μειωθούν μέχρι το ως άνω προβλεπόμενο όριο.
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσεται διεξοδικώς η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι λόγοι και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Προς στήριξη των δύο προσφυγών του το Βασίλειο του Βελγίου επικαλείται στην ουσία δύο λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος αφορά τη φύση των χορηγηθεισών ενισχύσεων, καθόσον, κατά την άποψή του, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ορίου μόνον οι ενισχύσεις που χορηγούνται πράγματι ως ενίσχυση για τη ναυπήγηση, ενώ ενισχύσεις στην εκμετάλλευση δεν πρέπει να λαμβάνονται σχετικά υπόψη. Ο δεύτερος αφορά το περιεχόμενο του ορίου που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
10 Ως επικουρικόν του πρώτου λόγου, το Βασίλειο του Βελγίου διατείνεται ότι η Επιτροπή έπρεπε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 για να αντιταχθεί στη χορήγηση των ενισχύσεων στην εκμετάλλευση. Ως επικουρικόν του δευτέρου λόγου του, το Βασίλειο του Βελγίου επικαλείται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά την έννοια του άρθρου 190 της Συνθήκης, καθώς και προσβολή του δικαιώματος άμυνας.
Επί του πρώτου λόγου σχετικά με τη διάκριση μεταξύ ενισχύσεων στην παραγωγή και ενισχύσεων στην εκμετάλλευση
11 Το σύστημα ενισχύσεων στις ναυπηγικές εργασίες διέπεται στο Βέλγιο από τον νόμο της 23ης Αυγούστου 1948 (στο εξής: νόμος), που τροποποιήθηκε επανειλημμένα και ο οποίος αποσκοπεί στην εξασφάλιση της διατηρήσεως και της εξελίξεως του εμπορικού ναυτικού, της θαλάσσιας αλιείας και των ναυπηγικών εργασιών, συνιστά δε προς τούτο, ένα Ταμείο Εφοπλισμού και Ναυπηγικών Κατασκευών.
12 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, με τον νόμο αυτό, ο οποίος κοινοποιήθηκε νομοτύπως στην Επιτροπή, επιδιώκονται δύο σκοποί: ο νόμος αφορά, αφενός, τις άμεσες ενισχύσεις στο πλαίσιο συγκεκριμένης συμβάσεως στα ναυπηγεία για τη ναυπήγηση ή τη μετατροπή σκάφους και, αφετέρου, τις ενισχύσεις στην εκμετάλλευση που χορηγούνται στους εφοπλιστές, δηλαδή τις ενισχύσεις με τις οποίες επιδιώκεται η παρακίνηση των εφοπλιστών να υψώνουν τη σημαία του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου, ακόμα και σε σκάφη ναυπηγηθέντα σε τρίτες χώρες, οι οποίες αφορούν τόσο τη χρησιμοποίηση όσο και τον εκσυγχρονισμό των σκαφών ενός συγκεκριμένου εφοπλιστή, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σύμβαση περί ναυπηγήσεως ή ανακατασκευής μέσω ναυπηγείων.
13 Όμως, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, μόνο το πρώτο είδος ενισχύσεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, σκοπός της οποίας είναι η αποφυγή της αυξήσεως της παραγωγικής ικανότητας των ναυπηγείων της Κοινότητας. Επομένως, η Επιτροπή έπρεπε να απομονώσει το αποτελούν ενίσχυση στην εκμετάλλευση μέρος του συνολικού ποσού των χορηγηθεισών πιστώσεων, ώστε να λάβει υπόψη μόνο το μέρος που αποτελεί πράγματι ενίσχυση στην παραγωγή και να εξετάσει τη συμφωνία προς το ισχύον κοινό ανώτατο όριο μόνο αυτής της τελευταίας ενισχύσεως, εκφραζομένης σε ισοδύναμο επιδοτήσεως. Όπως ενήργησε η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να διαπιστώσει υπέρβαση του ανωτάτου ορίου και, κατά συνέπεια, να κρίνει ότι οι εν λόγω ενισχύσεις είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
14 Συναφώς πρέπει να σημειωθεί, όπως ορθά παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας, ότι με την οδηγία θεσπίστηκε ένα ενιαίο σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού μιας ενισχύσεως η οποία χορηγείται κατά τη ναυπήγηση ενός σκάφους όχι μόνο οι άμεσες, αλλά και οι έμμεσες ενισχύσεις που μπορούν να χορηγούν τα κράτη υπέρ της ναυπηγικής βιομηχανίας τους. Τούτο προκύπτει σαφώς από το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας, κατά το οποίο το ανώτατο όριο αφορά όχι μόνο όλες τις μορφές ενισχύσεων στην παραγωγή που χορηγούνται απευθείας στα ναυπηγεία, αλλά και τις ενισχύσεις περί των οποίων γίνεται λόγος, στο άρθρο 3, παράγραφος 2 η τελευταία αυτή διάταξη μνημονεύει όλα τα είδη ενισχύσεων που χορηγούνται στους εφοπλιστές ή σε τρίτους, εφόσον οι ενισχύσεις αυτές χρησιμοποιούνται πράγματι για τη ναυπήγηση ή τη μετατροπή πλοίων στα ναυπηγεία της Κοινότητας.
15 Εν προκειμένω, από το κείμενο των επιδίκων αποφάσεων προκύπτει ότι οι εν λόγω ενισχύσεις προορίζονταν πράγματι για τη ναυπήγηση πλοίων στα βελγικά ναυπηγεία. Δεδομένου ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του αντιθέτου, είναι αναμφισβήτητο ότι οι ως άνω ενισχύσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
16 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
17 Επικουρικά, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο προς την οδηγία της διακρίσεως μεταξύ ενισχύσεων στην παραγωγή και ενισχύσεων στην εκμετάλλευση δεν προκύπτει από τις ενισχύσεις τις οποίες αφορούν οι επίδικες αποφάσεις, αλλά από τον ίδιο τον νόμο της 23ης Αυγούστου 1948, οπότε η Επιτροπή όφειλε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης και όχι την ειδική, όσον αφορά τις ενισχύσεις, διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2.
18 Επ' αυτού αρκεί να υπομνησθεί, όπως προκύπτει από την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, 290/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 439), ότι ακόμα και ο προβλέπων τη χορήγηση ενισχύσεων νόμος πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, όταν πρόκειται για διαπίστωση της συμφωνίας των σχετικών ενισχύσεων αυτών καθαυτές προς την κοινή αγορά.
19 Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει στην προκειμένη περίπτωση τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεδομένου ότι επρόκειτο για ενισχύσεις των οποίων τη συμφωνία προς την κοινή αγορά επεδίωκε να ελέγξει.
20 Επομένως, ο επικουρικός αυτός λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί του δευτέρου λόγου σχετικά με το περιεχόμενο του ανωτάτου ορίου που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας
21 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, κακώς η Επιτροπή θεώρησε ως απόλυτο το ανώτατο όριο που θεσπίζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας και περιορίστηκε απλώς στο να διαπιστώσει ότι οι επίδικες ενισχύσεις υπερέβαιναν το εν λόγω όριο, για να συμπεράνει αυτόματα από αυτό ότι είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
22 Αντίθετα, τόσο από το προοίμιο της οδηγίας, σκοπός της οποίας είναι ο περιορισμός της πλεονάζουσας παραγωγικής ναυπηγικής ικανότητας εντός της Κοινότητας, όσο και από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1 ("μπορούν") προκύπτει ότι η διάταξη αυτή απλώς θεσπίζει ρητά ένα τεκμήριο συμφωνίας προς την κοινή αγορά όσον αφορά τις ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο, ενώ θεσπίζει σιωπηρά ένα τεκμήριο ασυμφωνίας προς την κοινή αγορά όσον αφορά τις ενισχύσεις που το υπερβαίνουν. Πρόκειται για μαχητά τεκμήρια, υπό την έννοια ότι, στην πρώτη περίπτωση, δεν αποκλείεται η δυνατότητα της Επιτροπής να κηρύξει ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά μια ενίσχυση έστω και αν αυτή δεν υπερβαίνει το όριο, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει αποδείξεις ότι, παρά την υπέρβαση του ορίου, η συγκεκριμένη ενίσχυση συμβιβάζεται, εντούτοις, προς την κοινή αγορά.
23 Αυτή η ερμηνεία δικαιολογείται κυρίως από το γεγονός ότι η οδηγία, ως πράξη παραγώγου δικαίου, δεν μπορεί να θεσπίζει παρεκκλίσεις από το πρωτογενές δίκαιο, εν προκειμένω από τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης, τα οποία προβλέπουν, αφενός, τα κριτήρια βάσει των οποίων κρίνεται το ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά μιας ενισχύσεως και, αφετέρου, την υποχρέωση της Επιτροπής να προβαίνει σε εμπεριστατωμένο και ειδικό έλεγχο των ενισχύσεων εξετάζοντας χωριστά κάθε περίπτωση. Επομένως, η οδηγία δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει το ανώτατο όριο ως γενικό κριτήριο εφαρμογής, μη επιτρέπον απόδειξη περί του αντιθέτου.
24 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 92 της Συνθήκης θεσπίζει, στην παράγραφο 1, μια απαγόρευση αρχής των χορηγούμενων από τα κράτη ενισχύσεων που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, στον βαθμό που επηρεάζουν τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές, και καθορίζει, αφενός μεν, στην παράγραφο 2, τις ενισχύσεις οι οποίες μπορούν εν πάση περιπτώσει να θεωρηθούν ως σύμφωνες προς την κοινή αγορά, αφετέρου δε, στην παράγραφο 3, τις ενισχύσεις που μπορούν να θεωρηθούν ως σύμφωνες προς την κοινή αγορά.
25 Από τη δομή και την οικονομία του άρθρου 92 προκύπτει ότι η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού θεσπίζει τη δυνατότητα παρεκκλίσεως, σε ειδικές περιπτώσεις, από την απαγόρευση των ενισχύσεων, οι οποίες διαφορετικά θα θεωρούνταν ως ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί συνάρτηση της υπάρξεως και της σημασίας ορισμένων προϋποθέσεων, ιδίως κοινωνικού και περιφερειακού χαρακτήρα, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και βάσει των οποίων μπορεί να δικαιολογείται η χορήγηση μιας ενισχύσεως παρά την ασυμφωνία της προς την κοινή αγορά.
26 Επιπλέον, το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ', παρέχει τη δυνατότητα στο Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία προτάσει της Επιτροπής, να επεκτείνει τις κατηγορίες των ενισχύσεων που μπορούν να θεωρηθούν σύμφωνες προς την κοινή αγορά πέραν εκείνων που διαλαμβάνονται στα στοιχεία α', β' και γ'.
27 Το Συμβούλιο έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής εκδίδοντας την προαναφερθείσα οδηγία 87/167, η οποία είναι η έκτη μιας σειράς οδηγιών που αφορούν τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες.
28 Από την εξέταση της οδηγίας και, ειδικότερα, του προοιμίου της, διαπιστώνεται ότι το Συμβούλιο προέβη σε έρευνα του οικείου τομέα, όπως είχε ενεργήσει και στο πλαίσιο των προηγούμενων οδηγιών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, αφενός, ότι, ενόψει της κρίσεως την οποία αντιμετωπίζει ο τομέας αυτός, οι ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες είναι αντίθετες προς τα συμφέροντα της κοινής αγοράς καθόσον επιτείνουν τη στεγανοποίηση της εσωτερικής αγοράς (πέμπτη αιτιολογική σκέψη) και, αφετέρου, ότι, λόγω ιδίως των διαφορών κόστους για τις περισσότερες κατηγορίες πλοίων σε σύγκριση με τα ναυπηγεία ορισμένων τρίτων χωρών, δεν είναι δυνατή η άμεση κατάργηση των εν λόγω ενισχύσεων λόγω της ανάγκης να ενθαρρυνθεί η αναδιάρθρωση πολλών ναυπηγείων, αλλά και ότι, παρ' όλ' αυτά, είναι αναγκαία μια αυστηρότερη και περισσότερο επιλεκτική πολιτική προκειμένου, ιδίως, να εξασφαλιστούν δίκαιοι και ενιαίοι όροι για τον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό.
29 Επίσης, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη διαλαμβάνεται ότι μια ανταγωνιστική ναυπηγική βιομηχανία είναι ζωτικής σημασίας για την Κοινότητα και συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική της ανάπτυξη, καθώς και στη διατήρηση της απασχολήσεως σε ορισμένες περιοχές οι οποίες πλήττονται ήδη από υψηλό ποσοστό ανεργίας.
30 Από αυτά προκύπτει ότι, σύμφωνα προς τη ratio του άρθρου 92, παράγραφος 3, το Συμβούλιο, έχοντας ως σημείο αφετηρίας το ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά των ενισχύσεων στις ναυπηγικές εργασίες, έλαβε υπόψη μια σειρά επιταγών οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα, οι οποίες το οδήγησαν να κάνει χρήση της αναγνωριζόμενης από τη Συνθήκη δυνατότητας να θεωρήσει, παρ' όλ' αυτά, τις εν λόγω ενισχύσεις ως σύμφωνες προς την κοινή αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για την αποδοχή παρεκκλίσεων που ορίζονται στην οδηγία (άρθρο 1, στοιχείο δ', δεύτερο εδάφιο).
31 Όσον αφορά τις ενισχύσεις στην παραγωγή υπέρ της ναυπηγήσεως και της μετατροπής πλοίων, το επιλεγέν κριτήριο είναι η μη υπέρβαση του κοινού ανωτάτου ορίου που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το εν λόγω όριο αποτελεί αυτό που το Συμβούλιο θεώρησε ως το σημείο ισορροπίας μεταξύ των αντιφατικών επιταγών της τηρήσεως των κανόνων της κοινής αγοράς και της διατηρήσεως ενός επαρκούς επιπέδου δραστηριότητας των ευρωπαϊκών ναυπηγείων, καθώς και της επιβιώσεως μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής ναυπηγικής βιομηχανίας (έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας).
32 Προκύπτει επομένως ότι η τήρηση του επιδίκου ανωτάτου ορίου αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για να μπορεί να θεωρηθεί μια ενίσχυση στις ναυπηγικές εργασίες ως σύμφωνη προς την κοινή αγορά και ότι η υπέρβασή της συνεπάγεται ipso facto ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι αντίθετη προς την κοινή αγορά.
33 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος της Επιτροπής περιορίζεται στην εξέταση της τηρήσεως της εν λόγω προϋποθέσεως. Η επιβολή στην Επιτροπή, όπως υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση, της υποχρεώσεως να προβεί σε νέα εξέταση, χωριστά για κάθε περίπτωση, της συμφωνίας των ενισχύσεων έναντι των κριτηρίων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, όχι μόνο θα στερούσε την οδηγία από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, αλλά θα ήταν και παράλογη για ένα σύστημα που προβλέπει παρεκκλίσεις, το οποίο προϋποθέτει οπωσδήποτε ότι οι εν λόγω ενισχύσεις είναι εξαρχής ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
34 Ενόψει των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
35 Όσον αφορά τον επικουρικό λόγο ακυρώσεως, σχετικά με την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης, καθώς και την προσβολή του δικαιώματος άμυνας, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι εν λόγω αποφάσεις στερούνται αιτιολογίας, δεδομένου ότι η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε ότι η χορήγηση των επιδίκων ενισχύσεων αντιβαίνει προς τον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στην αποφυγή της αυξήσεως της παραγωγικής ικανότητας των ναυπηγείων της Κοινότητας. Ακόμη, το δικαίωμα άμυνας παραβιάστηκε και λόγω του γεγονότος ότι η Επιτροπή παρέλειψε να παράσχει στο προσφεύγον κράτος μέλος τη δυνατότητα να αποδείξει ότι οι εν λόγω ενισχύσεις δεν ήταν ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
36 Συναφώς διαπιστώνεται ότι, όπως δέχεται η Βελγική Κυβέρνηση, και οι δύο αιτιάσεις συνδέονται άρρηκτα με την κύρια επιχειρηματολογία σχετικά με το περιεχόμενο του επιδίκου ανωτάτου ορίου. Δεδομένου ότι η επιχειρηματολογία αυτή απορρίφθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε άλλη έρευνα πέραν της εξετάσεως της τηρήσεως του ορίου αυτού. Επομένως, δεν υφίσταται καμία ανάγκη αιτιολογήσεως πέραν της διαπιστώσεως της υπερβάσεως του ορίου, ούτε υποχρέωση διαβουλεύσεως της Επιτροπής με το οικείο κράτος μέλος για ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας της Επιτροπής.
37 Συνεπώς, και αυτός ο επικουρικός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
38 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.
Full & Egal Universal Law Academy