Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Οίνος - Απόσταξη - Διάθεση των αλκοολών - Σύστημα δημοπρασίας - Δικαίωμα της Επιτροπής να αρνηθεί να δώσει συνέχεια σε διαδικασία ειδικής δημοπρασίας για την οποία υποβλήθηκαν έγκυρες προσφορές - Αρνητική απόφαση - Αιτιολογία - Περιεχόμενο της υποχρεώσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 190 κανονισμός του Συμβουλίου 3877/88, άρθρο 2 κανονισμός της Επιτροπής 1780/89, άρθρο 23)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Οίνος - Απόσταξη - Διάθεση των αλκοολών - Σύστημα δημοπρασίας - 'Οροι εγγυήσεως που επιβάλλονται στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις - Αποκλεισμός των επιχειρήσεων που δεν μπορούν να εκπληρώσουν τους όρους αυτούς - Διάκριση - 'Ελλειψη
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 822/87, άρθρο 40 PAR 3, και 3877/88, άρθρο 1 PAR 2)
Περίληψη
1. Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα, στο πλαίσιο διαθέσεως των αλκοολών οινικής προελεύσεως που είναι στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως, να αρνείται να δώσει συνέχεια σε διαδικασία ειδικής δημοπρασίας για την οποία υποβλήθηκαν έγκυρες προσφορές, όταν θεωρεί ότι με τη διάθεση του εν λόγω προϊόντος υπάρχει κίνδυνος διαταράξεως των αγορών. Το δικαίωμα αυτό απορρέει από τα άρθρα 2 του κανονισμού 3877/88 και 23 του κανονισμού 1780/89, καθώς και από το καθήκον που επιβάλλει στην Επιτροπή ο κανονισμός 3877/88 να μη διαταράσσει τις αγορές αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών, να μη δημιουργεί πρόσθετες δυσχέρειες σε άλλους τομείς χρησιμοποιήσεως και να μην επηρεάζει τον ανταγωνισμό με τα προϊόντα τα οποία μπορούσε να υποκαταστήσει η αλκοόλη.
Η απόφαση με την οποία η Επιτροπή αρνείται να δώσει συνέχεια σε ειδική διαδικασία δημοπρασίας, για την οποία υποβλήθηκαν έγκυρες προσφορές, δεν μπορεί να περιορίζεται στην έκθεση απλών πραγματικών παρατηρήσεων, άλλως παραβιάζεται η υποχρέωση αιτιολογίας του άρθρου 190 της Συνθήκης, αλλά πρέπει επίσης, εφόσον πρόκειται για τομέα στον οποίο αναγνωρίζεται στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως των πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων, να διευκρινίζει την επίπτωση που είχαν οι καταστάσεις αυτές στην εκτίμηση του κινδύνου διαταράξεως της αγοράς.
2. Εφόσον η Επιτροπή υποχρεούται από τον κανονισμό 3877/88 να μη διαταράσσει τις αγορές με τη διάθεση αλκοολών οινικής προελεύσεως, είναι φυσικό να επιβάλλει αυστηρές εγγυήσεις στις επιχειρήσεις που επιθυμούν να συμμετάσχουν στις διαδικασίες δημοπρασίας που διοργανώνονται για να εξασφαλιστεί η διάθεση αυτή. Το γεγονός ότι αυτοί οι όροι εγγυήσεως αποκλείουν από τη διαδικασία τις επιχειρήσεις που δεν είναι σε θέση να εκπληρώσουν τους όρους αυτούς δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή διευκρινίζεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού 822/87 και το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 3877/88. Αυτό το αποτέλεσμα αποκλεισμού είναι πράγματι συμφυές προς κάθε όρο εγγυήσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-358/90,
Compagnia italiana alcool SAS di Mario Mariano & Cο., εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα τη Νεάπολη (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους E. H. Pijnacker Hordijk, δικηγόρο 'Αμστερνταμ, και H. Bronkhorst, δικηγόρο παρά τω Hoge Raad der Nederlanden, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον L. Frieden, 62, avenue Guillaume,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον C. Docksey, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της 18ης Οκτωβρίου 1990 με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στη διαδικασία ειδικής δημοπρασίας 5/90 ΕΚ, που προβλέπεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2575/90 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 1990, για την έναρξη πωλήσεως με ειδική δημοπρασία για χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων στην Κοινότητα αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρέμβασης (ΕΕ L 243, σ. 22), καθώς και αποκατάσταση της ζημίας που θα υποστεί λόγω της αποφάσεως αυτής και της διοργανώσεως της ειδικής δημοπρασίας 7/90 ΕΚ, που προβλέπεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3389/90 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 1990, για την έναρξη πωλήσεως με ειδική δημοπρασία για χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων στην Κοινότητα αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρέμβασης (ΕΕ L 327, σ. 19),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας, F. G. Jacobs
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 13ης Νοεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Δεκεμβρίου 1990, η εταιρία Compagnia italiana alcool SAS di Mario Mariano & Co. (στο εξής: CΙΑ) ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως της 18ης Οκτωβρίου 1990 με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στη διαδικασία ειδικής δημοπρασίας 5/90 ΕΚ, που προβλέπεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2575/90 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 1990, για την έναρξη πωλήσεως με ειδική δημοπρασία για χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων στην Κοινότητα αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρέμβασης (ΕΕ L 243, σ. 22), καθώς και, βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της αποφάσεως αυτής και της διοργανώσεως της ειδικής δημοπρασίας 7/90 ΕΚ, που προβλέπεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3389/90 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 1990, για την έναρξη πωλήσεως με ειδική δημοπρασία για χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων στην Κοινότητα αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρέμβασης (ΕΕ L 327, σ. 19).
2 Τα άρθρα 35 και 36 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 84, σ. 1), αφορούν την απόσταξη ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων. Το άρθρο 37 ορίζει ότι η διάθεση των προϊόντων των αποστάξεων αυτών τα οποία κατέχουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως δεν πρέπει να διαταράσσει της αγορές αλκοόλης και οινοπνευματωδών ποτών που παράγονται στην Κοινότητα και, προς τούτο, η διάθεσή τους γίνεται σε άλλους τομείς, ιδίως στον τομέα των καυσίμων, κάθε φορά που είναι δυνατόν να προκαλέσει παρόμοια διαταραχή.
3 Το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 αφορά την υποχρεωτική απόσταξη των επιτραπέζιων οίνων. Το άρθρο 40, παράγραφος 3, διευκρινίζει σχετικώς ότι:
"Η διάθεση των προϊόντων που αναλαμβάνει ο οργανισμός παρέμβασης ή προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίησή τους πραγματοποιείται είτε με δημόσιο πλειστηριασμό είτε με δημοπρασία και υπό όρους που να εξασφαλίζουν:
- ότι η αλκοόλη θα μπορέσει να πωληθεί κανονικά στις αγορές για διάφορες χρήσεις,
- ότι θα αποφευχθεί κάθε διατάραξη της αγοράς αλκοόλης και οινοπνευματωδών ποτών,
- ότι οι αγοραστές θα έχουν ίση μεταχείριση και ίσες ευκαιρίες να προμηθευτούν τα εμπορεύματα."
4 Oι γενικοί κανόνες περί διαθέσεως αλκοολών που λαμβάνονται από τις αποστάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 35, 36 και 39 του κανονισμού 822/87 και βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως καθορίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3877/88 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1988 (ΕΕ L 346, σ. 7), και ορίζουν ότι τα αποστάγματα αυτά διατίθενται στο πλαίσιο διαδικασιών δημοπρασίας.
5 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 3877/88, οι όροι των δημοπρασιών πρέπει να εξασφαλίζουν ίση μεταχείριση όλων των ενδιαφερομένων, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκαταστάσεώς τους στην Κοινότητα. Πάντως, κατά την παράγραφο 4, του άρθρου αυτού, στις διαδικασίες δημοπρασιών γίνονται δεκτοί οι ενδιαφερόμενοι που εγγυώνται την τήρηση των υποχρεώσεών τους με σύσταση ασφάλειας.
6 Το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 του κανονισμού 822/87, είτε να δώσει είτε να μη δώσει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές για καθεμία από τις δημοπρασίες για τις οποίες μπορούν να προβλεφθούν ειδικοί όροι προκειμένου ιδίως να αποφευχθούν διαταραχές στις αγορές.
7 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1780/89 της Επιτροπής, της 21ης Ιουλίου 1989, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής σχετικά με τη διάθεση των αλκοολών που λαμβάνονται από τις αποστάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 35, 36 και 39 του κανονισμού 822/87 και ευρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως (ΕΕ L 178, σ. 1), προβλέπει τρία συστήματα δημοπρασίας για τη διάθεση των αποσταγμάτων αυτών, ήτοι, ένα σύστημα διαρκούς δημοπρασίας, ένα σύστημα απλής δημοπρασίας και ένα σύστημα ειδικής δημοπρασίας. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει ότι ως δημοπρασία θεωρείται η διαδικασία κατά την οποία οι ενδιαφερόμενοι καλούνται, με πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, να ανταγωνιστούν μεταξύ τους και η σύμβαση συνάπτεται με το πρόσωπο του οποίου η προσφορά είναι η πλέον ευνοϊκή και σύμφωνη με τον κανονισμό.
8 Με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού διευκρινίζεται, συναφώς, ότι ο στόχος της δημοπρασίας είναι η επίτευξη της πλέον ευνοϊκής τιμής και πρέπει να κατακυρώνεται στον υπερθεματιστή εφόσον η Επιτροπή αποφανθεί σχετικά με τις προσφορές. Κατά την επόμενη αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή μπορεί επίσης να αποφασίσει να μη δώσει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές, για να μην επηρεαστεί ο ανταγωνισμός με άλλα προϊόντα τα οποία η αλκοόλη δύναται να υποκαταστήσει.
9 Ο τίτλος ΙΙΙ του κανονισμού 1780/89 περιέχει τις διατάξεις που αφορούν την ειδική δημοπρασία. Κάθε δημοπρασία αποτελεί αντικείμενο δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η δημοσιευόμενη προκήρυξη διευκρινίζει τους όρους της δημοπρασίας και καθορίζει την τελευταία ημέρα για την υποβολή προσφορών. Το άρθρο 18 του κανονισμού 1780/89 ορίζει σχετικώς ότι κάθε δημοπρασία αφορά δύο παρτίδες για τις οποίες αποφασίζεται η ανάληψη, η δε δημοπρασία αφορά την τιμή της πρώτης παρτίδας ενώ η τιμή της δεύτερης παρτίδας καθορίζεται σε συνάρτηση με τη συμφωνηθείσα τιμή για την πρώτη παρτίδα, αναπροσαρμοζόμενη με ένα συντελεστή ο οποίος καθορίζεται στην προκήρυξη της δημοπρασίας.
10 Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι εντός δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την τελευταία ημέρα υποβολής των προσφορών, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει είτε να δώσει συνέχεια είτε να μη δώσει συνέχεια στις εν λόγω προσφορές.
11 Στην περίπτωση που δοθεί συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές, η Επιτροπή οφείλει, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1780/89, να εγκρίνει την υψηλότερη προσφορά. Το άρθρο 24 του κανονισμού 1780/89 ορίζει ότι, εντός 20 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποιήσεως με την οποία ο υπερθεματιστής πληροφορείται την τύχη της προσφυγάς του, παραλαμβάνει από κάθε οικείο οργανισμό παρεμβάσεως τη δήλωση αναθέσεως και συγχρόνως παρέχει την απόδειξη ότι σύστησε υπέρ του ή των οργανισμών αυτών εγγύηση περί της ορθής εκτελέσεως προκειμένου να διασφαλιστεί η χρησιμοποίηση της αλκοόλης για τους σκοπούς που προβλέπονται στην προκήρυξη της δημοπρασίας που αφορά την πρώτη παρτίδα.
12 Τα άρθρα 25 έως 28 του κανονισμού 1780/89 αφορούν τις λεπτομέρειες και τη σταδιακή παραλαβή της αλκοόλης. Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 1, η παραλαβή της αλκοόλης της δεύτερης παρτίδας δεν είναι δυνατόν να αρχίσει πριν από την παραλαβή της πρώτης παρτίδας. Το άρθρο 26, παράγραφος 2, ορίζει ότι πριν από την παραλαβή της δεύτερης παρτίδας, ο υπερθεματιστής προσκομίζει την απόδειξη ότι σύστησε εγγύηση περί της ορθής εκτελέσεως ως προς την παρτίδα αυτή.
13 Θεωρώντας ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη το κόστος της επενδύσεως που πρέπει να πραγματοποιηθεί σε εργοστάσια μεταποιήσεως για τη χρησιμοποίηση της αλκοόλης οινικής προελεύσεως στον τομέα των καυσίμων εντός της Κοινότητας, η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2568/90, της 5ης Σεπτεμβρίου 1990 (ΕΕ L 243, σ. 11), τροποποίησε τον κανονισμό 1780/89.
14 Οι τροποποιήσεις που έγιναν με τον κανονισμό 2568/90 αφορούν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 24 και 26 του κανονισμού 1780/89. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι ο υπερθεματιστής πρέπει να προσκομίσει την απόδειξη ότι σύστησε εγγύηση περί ορθής εκτελέσεως με σκοπό τη διασφάλιση της χρησιμοποιήσεως της κατακυρωθείσας αλκοόλης για σκοπούς που προβλέπονται στην προκήρυξη της δημοπρασίας, εκτός αν η Επιτροπή αποφασίσει να αντικαταστήσει αυτή την εγγύηση με την υποχρέωση να υπόκειται ο υπερθεματιστής, μέχρι την τελική χρήση, στον έλεγχο εταιρίας διεθνούς εποπτείας, καθώς και της αποδείξεως της εγγυήσεως περί της ορθής παραλαβής με σκοπό τη διασφάλιση της παραλαβής της αλκοόλης της πρώτης παρτίδας εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Κατά το άρθρο 26, όπως τροποποιήθηκε, ο υπερθεματιστής πρέπει επίσης να προσκομίσει την απόδειξη ότι σύστησε εγγύηση περί της ορθής παραλαβής της δεύτερης παρτίδας πριν από την παραλαβή της παρτίδας αυτής, η οποία δεν μπορεί να παραληφθεί πριν από τη λήξη παραλαβής της πρώτης παρτίδας.
15 Οι νέες αυτές διατάξεις είναι συγχρόνως και πιο δεσμευτικές και πιο ελαστικές απ' ό,τι ως είχαν αρχικώς. Είναι περισσότερο δεσμευτικές για δύο λόγους: η εγγύηση περί της ορθής εκτελέσεως πρέπει να συσταθεί για το σύνολο της κατακυρωθείσας αλκοόλης και ο υπερθεματιστής πρέπει να συστήσει πρόσθετες εγγυήσεις για την καλή παραλαβή. Αντιθέτως όμως είναι περισσότερο ελαστικές, διότι η εγγύηση περί της ορθής εκτελέσεως μπορεί να αντικατασταθεί από έλεγχο.
16 Στις 5 Σεπτεμβρίου 1990, η Επιτροπή αποφάσισε, με τους κανονισμούς 2575/90, που παρατέθηκε ήδη, και (ΕΟΚ) 2576/90 (ΕΕ L 243, σ. 24), να προκηρύξει δύο διαδικασίες ειδικής δημοπρασίας, που έφεραν αντιστοίχως τους αριθμούς 5/90 ΕΚ και 6/90 ΕΚ, για τις ποσότητες αλκοόλης που βρίσκονταν στην κατοχή του ιταλικού και γαλλικού οργανισμού παρεμβάσεως. Σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτούς, η εγγύηση περί της ορθής εκτελέσεως αντικαταστάθηκε από την υποχρέωση για τον υπερθεματιστή να υποβληθεί στον έλεγχο διεθνούς εταιρίας. Οι προκηρύξεις που δημοσιεύθηκαν για τις διαδικασίες 5/90 ΕΚ και 6/90 ΕΚ (ΕΕ C 224, σ. 10 και 15) διευκρινίζουν ότι η εγγύηση περί της ορθής εκτελέσεως για τις πρώτες παρτίδες καθορίζεται σε 40 ECU ανά εκατόλιτρο αλκοόλης.
17 Για τη δημοπρασία 5/90 ΕΚ, η Επιτροπή έλαβε προσφορά της CΙΑ ανερχόμενη σε 4,52 ECU ανά εκατόλιτρο. Για τη δημοπρασία 6/90 ΕΚ υποβλήθηκαν αρκετές προσφορές. Ωστόσο, η προσφορά της CΙΑ που ανερχόταν σε 4,40 ECU ανά εκατόλιτρο δεν ήταν έγκυρη για την εν λόγω διαδικασία, καθόσον δεν είχε τηρηθεί η προθεσμία υποβολής προσφορών. Για τον ίδιο λόγο οι προσφορές που υπέβαλε για τις δύο δημοπρασίες η αμερικανική εταιρία Union Carbide δεν ήταν έγκυρες.
18 Στις 18 Οκτωβρίου 1990, η Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της επιτροπής διαχειρίσεως οίνων, να μη δώσει συνέχεια στις προσφορές που ελήφθησαν για τις ειδικές δημοπρασίες 5/90 ΕΚ και 6/90 ΕΚ. Η απόφαση αυτή ελήφθη ενόψει των προσφορών που υποβλήθηκαν για τις πρώτες παρτίδες και λαμβάνοντας υπόψη την παρούσα κατάσταση της διεθνούς αγοράς καυσίμων.
19 Στις 26 Νοεμβρίου 1990, η Επιτροπή αποφάσισε, με τους κανονισμούς 3389/90, ο οποίος παρατέθηκε ήδη, και (ΕΟΚ) 3390/90 (ΕΕ L 327, σ. 21), να προκηρύξει μια δεύτερη σειρά ειδικών δημοπρασιών για τις ίδιες παρτίδες αλκοόλης με εκείνες που υπήρξαν αντικείμενο των διαδικασιών 5/90 ΕΚ και 6/90 ΕΚ. Οι δύο νέες διαδικασίες φέρουν αντιστοίχως τους αριθμούς 7/90 ΕΚ και 8/90 ΕΚ.
20 Θεωρώντας ότι, προς απλούστευση του συστήματος των απαιτούμενων εγγυήσεων, επιβαλλόταν η σύσταση μιας μόνο εγγυήσεως, η της αποκαλούμενης καλής εκτελέσεως, που αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί συγχρόνως η ανάληψη και η χρησιμοποίηση της κατακυρωθείσας αλκοόλης για τους προβλεπόμενους σκοπούς, και θεωρώντας ότι οι τιμές που πρέπει να καταβάλλονται για την κατακυρωθείσα αλκοόλη πρέπει να παρακολουθούν στενότερα τη διακύμανση των τιμών στις διεθνείς αγορές, η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3391/90, της 26ης Νοεμβρίου 1990 (ΕΕ L 327, σ. 23), επέφερε νέες τροποποιήσεις στους όρους ως προς τις πωλήσεις με ειδική δημοπρασία.
21 Οι νέες αυτές τροποποιήσεις αφορούσαν επίσης τα άρθρα 24 και 26 του κανονισμού 1780/89. Κατά το αναθεωρηθέν άρθρο 24, η εγγύηση περί της καλής εκτελέσεως, που πρέπει να συσταθεί για το σύνολο της κατακυρωθείσας αλκοόλης, δεν μπορεί πλέον να αντικατασταθεί από τον έλεγχο εταιρίας διεθνούς εποπτείας. Αντιθέτως, το τροποποιηθέν άρθρο 26 δεν απαιτεί πλέον τη σύσταση εγγυήσεως περί της ορθής παραλαβής.
22 Σύμφωνα με τις προκηρύξεις για τις διαδικασίες 7/90 ΕΚ και 8/90 ΕΚ (ΕΕ C 296, σ. 9 και 14), το ύψος της εγγυήσεως περί της καλής εκτελέσεως καθορίστηκε σε 90 ECU ανά εκατόλιτρο αλκοόλης για το σύνολο των προς δημοπράτηση ποσοτήτων.
23 Στις 22 Ιανουαρίου 1991, η Επιτροπή αποφάσισε να αποδεχθεί τις προσφορές των 3 ECU ανά εκατόλιτρο για κάθε μια από τις δύο διαδικασίες στην εταιρία ΙΜΑ κατακυρώθηκε η δημοπρασία 7/90 ΕΚ και η δημοπρασία 8/90 ΕΚ κατακυρώθηκε στην εταιρία Palma, εταιρία ανήκουσα στην εταιρία Palfin, η οποία είναι μια από τις μητρικές επιχειρήσεις της CΙΑ. Για τη δημοπρασία αυτή, η Επιτροπή έλαβε επίσης προσφορά εκ μέρους της άλλης μητρικής εταιρίας της CIA. Ωστόσο, η προσφορά αυτή δεν ήταν έγκυρη. Η εταιρία Union Carbide δεν μετέσχε σε καμιά από τις δύο διαδικασίες δημοπρασίας.
24 Με το πρώτο αίτημα της προσφυγής η CΙΑ ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την προσφορά που υπέβαλε η CΙΑ για την ειδική δημπορασία 5/90 ΕΚ. Με το δεύτερο αίτημα η CΙΑ ζητεί αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της αποφάσεως αυτής και των όρων εγγυήσεως που επέβαλε η Επιτροπή για τη διαδικασία ειδικής δημοπρασίας 7/90 ΕΚ, η οποία αφορούσε τις ίδιες παρτίδες αλκοόλης με εκείνες της δημοπρασίας 5/90 ΕΚ.
25 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 1990
26 Η CΙΑ προβάλλει ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, ενήργησε κατά τρόπο αυθαίρετο, καθόσον υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που της παρέχουν οι προαναφερθέντες κανονισμοί 822/87 και 3877/88 και, κυρίως, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που επιβάλλουν οι κανονισμοί αυτοί. Σχετικώς, η CΙΑ διευκρινίζει ότι η προσφορά της για τη δημοπρασία 5/90 ΕΚ πληρούσε όλους τους όρους που είχαν τεθεί με την προκήρυξη της δημοπρασίας και ότι, επομένως, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μη γίνει δεκτή η προσφορά αυτή.
27 Η CΙΑ θεωρεί ότι η Επιτροπή επιθυμούσε στην πραγματικότητα να κατακυρώσει την εν λόγω δημοπρασία σε προκαθορισμένη επιχείρηση, ήτοι στην αμερικανική εταιρία Union Carbide. 'Οταν όμως αποδείχθηκε ότι η καλύτερη προσφορά είχε υποβληθεί από τη CΙΑ και όχι από την Union Carbide, η Επιτροπή, κατά τη CΙΑ, έλαβε την επίδικη απόφαση. Η CΙΑ υποστηρίζει ότι οι λόγοι τους οποίους προέβαλε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, για να καλύψει αυτή την εισάγουσα διακρίσεις συμπεριφορά, είναι αντιφατικοί, όψιμοι και αβάσιμοι.
28 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η διακριτική της εξουσία της επιτρέπει να αποφασίζει για τη συνέχεια που πρέπει να δώσει σε μια δημοπρασία, λαμβάνοντας υπόψη πραγματικά στοιχεία τα οποία δεν είχαν αναφερθεί στους όρους της δημοπρασίας. Διευκρινίζει ότι εν προκειμένω έλαβε κυρίως υπόψη την αστάθεια της αγοράς πετρελαίου που ήταν αποτέλεσμα της κρίσεως στον Κόλπο, την ανάγκη όπως η κατακυρωθείσα αλκοόλη χρησιμοποιηθεί για τους προβλεπόμενους σκοπούς και το γεγονός ότι η αποτελεσματικότητα των δημοσιευθέντων όρων εγγυήσεως για τη δημοπρασία 5/90 ΕΚ δεν θα διασφαλιζόταν αν οι παρτίδες κατακυρώνονταν στη CΙΑ. 'Οσον αφορά το τελευταίο αυτό στοιχείο, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι οι μητρικές εταιρίες της CΙΑ φέρουν περιορισμένη ευθύνη.
29 H Επιτροπή θεωρεί ότι απόφαση ληφθείσα βάσει τέτοιων αντικειμενικών κριτηρίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και ότι η ταυτότητα των υποβαλόντων προσφορά ουδόλως επηρεάσε την απόφαση αυτή. Κατά την Επιτροπή, ο αμερόληπτος χαρακτήρας της συμπεριφοράς της επιβεβαιώνεται άλλωστε από το γεγονός ότι οι παρτίδες αλκοόλης στις οποίες αναφερόταν η διαδικασία 8/90 ΕΚ κατακυρώθηκαν στον όμιλο Palma, ο οποίος ελέγχεται από μια μητρική εταιρία της CΙΑ, και ότι οι μητρικές αυτές εταιρίες μετέσχαν, γενικώς με επιτυχία, στις διαδικασίες δημοπρασίας που διοργάνωσε η Επιτροπή.
30 Προκειμένου να εξεταστεί η νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως, επιβάλλεται πρωτίστως να εξεταστεί αν η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να μη δώσει συνέχεια σε μια διαδικασία ειδικής δημοπρασίας, όταν ο υπερθεματιστής έχει υποβάλει όχι μόνο την υψηλότερη προσφορά, αλλά πληροί επίσης όλους τους όρους εγγυήσεως οι οποίοι είχαν διευκρινιστεί και δημοσιευθεί με την προκήρυξη για τη διαδικασία αυτή.
31 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 3877/88 επιβάλλει στην Επιτροπή το καθήκον να μη διαταράσσει τις αγορές αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών που παράγονται εντός της Κοινότητας, - με τη διάθεση αλκοολών οινικής προελεύσεως - να μη δημιουργεί πρόσθετες δυσχέρειες οι οποίες θα μπορούσαν να εμφανιστούν σε άλλους τομείς χρησιμοποιήσεως και να μην επηρεάζει τον ανταγωνισμό με τα προϊόντα τα οποία θα μπορούσε να υποκαταστήσει η αλκοόλη.
32 Προς τούτο, το άρθρο 2 του κανονισμού 3877/88 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να δίδει ή να μη δίδει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές.
33 Το άρθρο 23 του προαναφερθέντος κανονισμού 1780/89 καθορίζει τις λεπτομέρειες ασκήσεως της εξουσίας αυτής. Από την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού προκύπτει ότι μόνον όταν η Επιτροπή αποφασίζει να δώσει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές υποχρεούται να δεχθεί την υψηλότερη προσφορά.
34 Επομένως, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να μη δώσει συνέχεια σε διαδικασία ειδικής δημπορασίας, για την οποία υποβλήθηκαν έγκυρες προσφορές, όταν θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος διαταράξεως των αγορών.
35 Επιβάλλεται εν συνεχεία να εξεταστεί κατά πόσον η Επιτροπή θέλησε, μολονότι επικαλείται οικονομικούς λόγους για να δικαιολογήσει την άρνησή της να δώσει συνέχεια στις ληφθείσες προσφορές, να επιφυλάξει όντως τις οικείες παρτίδες αλκοόλης σε συγκεκριμένη επιχείρηση.
36 Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι η CΙΑ δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει εκ των προτέρων να επιφυλάξει τις ποσότητες αλκοόλης στις οποίες αναφερόταν η ειδική διαδικασία 5/90 ΕΚ σε συγκεκριμένη επιχείρηση. Συναφώς, παρατηρείται ότι οι υποβληθείσες εκ μέρους της Union Carbide προσφορές για τις διαδικασίες 5/90 ΕΚ και 6/90 ΕΚ δεν ήταν έγκυρες, η επιχείρηση αυτή δεν μετέσχε στις διαδικασίες 7/90 ΕΚ και 8/90 ΕΚ, οι μητρικές εταιρίες της CΙΑ μετείχαν τακτικά με επιτυχία σε άλλες δημοπρασίες και, εξ άλλου, η εταιρία Palma, η οποία ανήκει σε μια από τις μητρικές εταιρίες της CΙΑ, απέσπασε τη σύμβαση στη διαδικασία 8/90 ΕΚ.
37 Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν αποδείχθηκε ότι, λαμβάνοντας την επίδικη απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
38 Η CΙΑ προβάλλει, εξάλλου, ότι η απόφαση αυτή δεν πληροί τις απαιτήσεις αιτιολογήσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης, καθόσον δεν παρέχει τη δυνατότητα ούτε στη CΙΑ ούτε στο Δικαστήριο να εξακριβώσουν αν η Επιτροπή έλαβε προσηκόντως υπόψη τα όρια που περιορίζουν τη διακριτική της εξουσία. Κατά τη CΙΑ, με την απόφαση ουδόλως εξηγείται γιατί η δημοπρασία για την οποία πρόκειται μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της αγοράς.
39 Η Επιτροπή δέχεται ότι η αιτιολογία της αποφάσεώς της είναι συνοπτική, ισχυρίζεται όμως ότι πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης. Κατ' αυτήν, η επίδικη απόφαση περιλαμβάνει δύο αιτιολογικές σκέψεις, ήτοι τις "ληφθείσες προσφορές" και την "παρούσα κατάσταση της διεθνούς αγοράς καυσίμων", οι οποίες, στο γενικό πλαίσιο της αποφάσεως, καθιστούσαν δυνατό στη CΙΑ, ως ειδικευμένη επιχείρηση στον οικείο τομέα, να διακρίνει σαφώς τους λόγους για τους οποίους δεν δόθηκε συνέχεια στη διαδικασία 5/90 ΕΚ. Η Επιτροπή προβάλλει, επικουρικώς, ότι στην προκειμένη περίπτωση η ενδεχομένως ανεπαρκής αιτιολογία δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου.
40 Συναφώς, διαπιστώνεται πρωτίστως ότι, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη αμφιλεγόμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, έτσι ώστε να παρέχεται δυνατότητα στους μεν ενδιαφερόμενους να γνωρίζουν τη δικαιολογητική βάση του ληφθέντος μέτρου για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Κατά πάγια επίσης νομολογία, η απαίτηση αυτή πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεως της επίδικης πράξεως, αλλά και βάσει των συμφραζομένων της, καθώς και του συνόλου των νομικών κανόνων που διέπουν τον οικείο τομέα.
41 'Οσον αφορά τη διατύπωση της επίδικης αποφάσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι οι όροι "ενόψει των ληφθεισών προσφορών" και "η παρούσα κατάσταση της διεθνούς αγοράς καυσίμων" είναι απλές πραγματικές παρατηρήσεις οι οποίες, καθαυτές, στερούνται κάθε λυσιτέλειας. Πράγματι, υπάρχει πάντοτε μια κατάσταση της διεθνούς αγοράς καυσίμων και είναι φυσικό η Επιτροπή να δέχεται προσφορές στο πλαίσιο των διαδικασιών δημοπρασίας.
42 'Οσον αφορά το γενικό πλαίσιο στο οποίο η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της, επιβάλλεται κατ' αρχάς να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 3877/88 παρέχει στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως των πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων και, κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες που μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα διαταράξεις της αγοράς. 'Οταν η Επιτροπή διαθέτει μια τέτοια ευχέρεια, οφείλει όχι μόνο να εξακριβώνει τους παράγοντες οι οποίοι επηρέασαν την απόφασή της, αλλά να διευκρινίζει επίσης την επίπτωσή τους (βλ. σχετικώς την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-269/90, Technische Universitaet Muenchen, Συλλογή 1991, σ. Ι-5469, σκέψη 27).
43 Παρατηρείται εν συνεχεία, ότι η διαδικασία ειδικής δημοπρασίας 5/90 ΕΚ αφορούσε πολύ σημαντικές ποσότητες αλκοόλης συγκρινόμενες προς τις ποσότητες των προγενέστερων ειδικών δημοπρασιών, η δε προσφορά που υπέβαλε η CΙΑ για τη διαδικασία αυτή πληρούσε όλους τους όρους της δημοπρασίας που έθεσε η Επιτροπή. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η CΙΑ είχε νόμιμο συμφέρον να πληροφορηθεί προσηκόντως τους λόγους που οδήγησαν την Επιτροπή να μη δεχθεί μια τέτοια προσφορά.
44 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η αιτιολογία της αποφάσεως της 18ης Οκτωβρίου 1990 με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στη διαδικασία ειδικής δημοπρασίας 5/90 ΕΚ δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ και, επομένως, πρέπει να ακυρωθεί.
Επί του αιτήματος αποκαταστάσεως της ζημίας
45 Η CΙΑ θεωρεί ότι η απόφαση να μη δοθεί συνέχεια στη διαδικασία 5/90 ΕΚ και οι όροι που η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει για τη διαδικασία 7/90 ΕΚ έχουν ως αποτέλεσμα ότι, στην πράξη, της απαγορεύουν για μεγάλη περίοδο την πρόσβαση στην αγορά αλκοόλης που πωλούν οι οργανισμοί παρεμβάσεως και προορίζεται για τον τομέα των καυσίμων. Υποστηρίζει ότι η ζημία που προέκυψε ως αποτέλεσμα του αποκλεισμού πρέπει να αποκατασταθεί, καθόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο ως προς την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
46 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν το υποστατό της ζημίας, την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προβαλλόμενης ζημίας και της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα και του παρανόμου της συμπεριφοράς αυτής. Επιβάλλεται να εξεταστεί αν οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν εν προκειμένω, καταρχάς όσον αφορά την αρνητική απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990 και, εν συνεχεία, όσον αφορά τους όρους εγγυήσεως που επέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας ειδικής δημοπρασίας 7/90 ΕΚ.
47 'Οσον αφορά την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι αυτή η έλλειψη νομιμότητας προκύπτει μόνον από το γεγονός ότι η αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ανεξάρτητα από το ζήτημα αν αυτή η έλλειψη νομιμότητας είναι τέτοιας φύσεως ώστε να συνεπάγεται ευθύνη της Κοινότητας, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας που επικαλείται η CΙΑ και της ελλείψεως αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως. Πράγματι, αν η έλλειψη αυτή δεν υπήρχε, η ζημία που η CΙΑ ισχυρίζεται ότι υπέστη θα ήταν η ίδια.
48 'Οσον αφορά τους όρους εγγυήσεως που απαιτούνταν για τη δημοπρασία 7/90 ΕΚ, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή, επιβάλλοντας τους όρους αυτούς, ενήργησε παρανόμως.
49 Η CΙΑ προβάλλει σχετικώς ότι η διαδικασία 7/90 ΕΚ αφορά τις ίδιες παρτίδες αλκοόλης με εκείνες της διαδικασίας 5/90 ΕΚ, οπότε η ακυρότητα της αρνητικής αποφάσεως ως προς τη δημοπρασία 5/90 ΕΚ συνεπάγεται αυτομάτως την ακυρότητα της αποφάσεως για τη διοργάνωση της άλλης δημοπρασίας. Η CΙΑ υποστηρίζει εν συνεχεία ότι οι όροι της δημοπρασίας ως προς τη διαδικασία 7/90 ΕΚ και ειδικότερα ο όρος ως προς την εγγύηση των 90 ECU ανά εκατόλιτρο είναι αντίθετοι προς τον προαναφερθέντα κανονισμό 2568/90 και, κυρίως, προς την πέμπτη αιτιολογική του σκέψη, η οποία αναφέρεται στην απαίτηση χαμηλότερης εγγυήσεως. Τέλος, η CΙΑ ισχυρίζεται ότι οι όροι της δημοπρασίας 7/90 ΕΚ δεν είναι μόνο δυσανάλογοι σε σχέση με εκείνους των προηγούμενων διαδικασιών και, κυρίως, τους όρους της διαδικασίας 5/90 ΕΚ, αλλά είναι επίσης αντίθετοι προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 822/87 και το άρθρο 1, παράγραφος 2, του επίσης προαναφερθέντος κανονισμού 3877/88, διότι στην πράξη απαγορεύουν στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να μετέχουν στις σχετικές δημοπρασίες.
50 Η Επιτροπή θεωρεί, αντιθέτως, ότι τα αποθέματα αλκοόλης που διαθέτει της επέτρεπαν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως προς τη διαδικασία 7/90 ΕΚ και να παραδώσει τις σχετικές παρτίδες αλκοόλης, έστω κι αν, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως ως προς τη διαδικασία 5/90 ΕΚ, ήταν υποχρεωμένη να πωλήσει τις παρτίδες που αφορούσε η τελευταία αυτή διαδικασία. Η Επιτροπή εκθέτει εν συνεχεία ότι οι νέοι όροι εγγυήσεως είναι περισσότερο απλοί και επιβλήθηκαν προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αστάθεια της αγοράς που προκλήθηκε από την κρίση στον Κόλπο. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι οι όροι αυτοί είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους. Διευκρινίζει σχετικώς ότι η εγγύηση των 90 ECU δεν είναι ουσιαστικά σημαντικότερη από την εγγύηση περί της καλής εκτελέσεως των 80 ECU που απαιτούσε το 1986. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι όροι εγγυήσεως δεν ήταν ασφαλώς αδύνατο να εκπληρωθούν από επιχειρήσεις όπως η CΙΑ, καθόσον η επιχείρηση αυτή ελέγχεται από δύο μεγάλους ομίλους οι οποίοι αναλαμβάνουν τακτικά την απόσταξη μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλης.
51 'Οσον αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας 7/90 ΕΚ, επιβάλλεται καταρχάς να παρατηρηθεί ότι το ζήτημα αν η ακύρωση της από 18 Οκτωβρίου 1990 αποφάσεως της Επιτροπής ως προς τη διαδικασία 5/90 ΕΚ συνεπάγεται κατ' ανάγκη την ακυρότητα της διαδικασίας 7/90 ΕΚ θα ετίθετο μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ακύρωση θα ήταν συνέπεια του ότι η Επιτροπή υπείχε την υποχρέωση να κατακυρώσει στη CΙΑ τις παρτίδες στις οποίες αναφερόταν η διαδικασία 5/90 ΕΚ. Η ακύρωση επήλθε αποκλειστικά λόγω μη τηρήσεως του τύπου που συνίστατο στην έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας κατά την έννοια του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ.
52 Επιβάλλεται εν συνεχεία να εξεταστεί αν οι όροι εγγυήσεως που επέβαλε η Επιτροπή για τη διαδικασία 7/90 ΕΚ είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους και αν είναι αντίθετοι προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως η αρχή αυτή διευκρινίζεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 822/87 και στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 3877/88.
53 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι η Επιτροπή υποχρεούται να μεριμνά ώστε η διάθεση αλκοολών οινικής προελεύσεως να μη διαταράσσει τις αγορές. Επομένως, η Επιτροπή οφείλει να ενεργεί με φρόνηση και να διοργανώνει τις διαδικασίες δημοπρασίας κατά τρόπο που να μη προκαλείται μια τέτοια διατάραξη της αγοράς. Απ' αυτό έπεται ότι το να απαιτούνται αυστηρότερες εγγυήσεις συνιστά καταρχήν ένδειξη ότι η Επιτροπή εκπληρώνει ορθά το έργο της.
54 Τέτοιοι όροι εγγυήσεως συνεπάγονται κατ' ανάγκη τον αποκλεισμό των επιχειρήσεων οι οποίες δεν είναι σε θέση να εκπληρώσουν τους όρους αυτούς. Αυτό το αποτέλεσμα αποκλεισμού, συμφυές προς κάθε όρο εγγυήσεως, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως την οποία μπορούσε να επικαλεστεί η προσφεύγουσα.
55 Μολονότι είναι αληθές ότι η εγγύηση των 90 ECU νά εκατόλιτρο που απαιτήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας 7/90 ΕΚ για το σύνολο της προς κατακύρωση αλκοόλης συνιστούσε σημαντικό οικονομικό εμπόδιο για τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, είναι εξίσου αληθές ότι δεν επρόκειτο για ανυπέρβλητο εμπόδιο. Εξάλλου, παρατηρείται ότι το ποσό των 90 ECU ανά εκατόλιτρο δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με τα 80 ECU ανά εκατόλιτρο που απαιτούνταν για τη σειρά διαδικασιών οι οποίες διενεργήθηκαν το 1986, η δε δυνατότητα να απαιτείται ενιαία εγγύηση για το σύνολο των προς κατακύρωση παρτίδων προβλεπόταν ήδη με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2568/90.
56 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν αποδείχθηκε ότι οι όροι εγγυήσεως που απαιτούνταν στο πλαίσιο της διαδικασίας 7/90 ΕΚ δημιουργούσαν διακρίσεις ή ήταν δυσανάλογοι. Επομένως, η Επιτροπή δεν ενήργησε παρανόμως διοργανώνοντας τη διαδικασία αυτή και πωλώντας τις κατακυρωθείσες παρτίδες αλκοόλης.
57 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της προσφυγής της CΙΑ σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας που αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη.
58 Από το σύνολο των προηγούμενων σκέψεων προκύπτει ότι πρέπει να ακυρωθεί η από 18 Οκτωβρίου 1990 απόφαση της Επιτροπής ως προς την πώληση αλκοόλης με την ειδική δημοπρασία 5/90 ΕΚ και να απορριφθεί η προσφυγή κατά τα λοιπά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή εν πολλοίς ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την από 18 Οκτωβρίου 1990 απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την πώληση αλκοόλης με την ειδική δημοπρασία 5/90 ΕΚ.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy