Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική πολιτική - 'Ανδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Αμοιβή - 'Εννοια - Αποζημίωση λόγω της συμμετοχής σε εκαπιδευτικά μαθήματα που παρέχουν στα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως τις αναγκαίες γνώσεις για την εκτέλεση της εντολής τους - Περιλαμβάνεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119 οδηγία 75/117 του Συμβουλίου)
2. Κοινωνική πολιτική - 'Ανδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Αποζημίωση λόγω της συμμετοχής σε εκπαιδευτικά μαθήματα που προορίζονται για τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως και διοργανώνονται κατά τον χρόνο εργασίας πλήρους απασχολήσεως - Εθνική κανονιστική ρύθμιση περιορίζουσα έως τον ατομικό χρόνο εργασίας τους την οφειλομένη αποζημίωση στους συμμετέχοντες που εργάζονται με μερική απασχόληση - Διαφορετική μεταχείριση σε σχέση προς τους συμμετέχοντες εργαζομένους με πλήρη απασχόληση - Δυναμικό των μελών των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως που εργάζονται με μερική απασχόληση, αποτελούμενο κυρίως από γυναίκες - Απαράδεκτη ελλείψει αντικειμενικών στοιχείων που να τη δικαιολογούν
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119 οδηγία 75/117 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1. Η έννοια της "αμοιβής" κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης περιλαμβάνει όλα τα οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του, άσχετα αν αυτό συμβαίνει δυνάμει συμβάσεως εργασίας, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή εκουσίως.
Στην έννοια αυτή εμπίπτει η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο εργοδότης στα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως, υπό τη μορφή αδειών μετ' αποδοχών ή υπερωριακής αμοιβής, λόγω της συμμετοχής σε εκπαιδευτικά μαθήματα που παρέχουν τις αναγκαίες γνώσεις για τη δραστηριότητα των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως, σκοπός της οποίας είναι να διασφαλίζει μία πηγή εισοδημάτων στους ενδιαφερομένους, ακόμη και αν, κατά τη διάρκεια των εκπαιδευτικών μαθημάτων, δεν ασκούν καμία δραστηριότητα προβλεπομένη από τη σύμβαση εργασίας τους. Παρόλον ότι μία αποζημίωση δεν απορρέει, ως τοιαύτη, από τη σύμβαση εργασίας, εντούτοις, καταβάλλεται από τον εργοδότη δυνάμει νομοθετικών διατάξεων και λόγω της υπάρξεως έμμισθης εργασιακής σχέσης.
2. Το άρθρο 119 της Συνθήκης και η οδηγία 75/117, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία εφαρμοζομένη σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών, η οποία περιορίζει, μέχρι του ατομικού χρόνου εργασίας τους, την αποζημίωση που τα εργαζόμενα με μερική απασχόληση μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως πρέπει να λαμβάνουν από τον εργοδότη τους, υπό τη μορφή αδείας μετ' αποδοχών ή αποζημιώσεως για υπερωρίες, λόγω της συμμετοχής σε εκπαιδευτικά μαθήματα με τα οποία αποκτώνται αναγκαίες γνώσεις για τις εργασίες στις επιτροπές εργαζομένων επιχειρήσεως και τα οποία διοργανώνονται κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας πλήρους απασχολήσεως που ισχύει στην επιχείρηση, αλλά υπερβαίνουν τον ατομικό χρόνο εργασίας μερικής απασχολήσεως, ενώ τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως με πλήρη απασχόληση αποζημιώνονται, για τη συμμετοχή τους στα ίδια εκπαιδευτικά αυτά μαθήματα, για χρόνο πλήρους απασχολήσεως, εκτός αν το κράτος μέλος αποδείξει ότι η εν λόγω νομοθεσία δικαιολογείται από στοιχεία αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση βασιζομένη στο φύλο.
ΚΟR/SAV
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-360/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landesarbeitsgericht Berlin προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Arbeiterwohlfahrt der Stadt Berlin e.V.
και
Monika Boetel,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, M. Diez de Velasco και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Monika Boetel, εκπροσωπουμένη από τον Hartmut Kuster, δικηγόρο Βερολίνου,
- η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπουμένη από τους Ernst Roeder και Claus-Dieter Quassowski, αντιστοίχως, Regierungsdirektor και Oberregierungsrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Karen Banks και Bernhard Jansen, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας της,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Arbeiterwohlfahrt, εκπροσωπουμένης από τον Walter Meyer, δικηγόρο Βερολίνου, της Monika Boetel, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένου από τον Christopher Vajda, barrister, και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίαση της 29ης Νοεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1990, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1990, το Landesarbeitsgericht Berlin υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), προκειμένου να κρίνει το συμβιβαστό προς την αρχή αυτή ορισμένων διατάξεων του Καταστατικού Νόμου των Επιχειρήσεων (Betriebsverfassungsgesetz), της 15ης Ιανουαρίου 1972.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς ως προς την αποζημίωση που, λόγω της συμμετοχής της σε εκπαιδευτικά μαθήματα, η Boetel, οικιακή νοσοκόμος εργαζομένη με μερική απασχόληση, ζητεί από τον εργοδότη της, την Arbeiterwohlfahrt der Stadt Berlin, ένωση η οποία σκοπό έχει να διασφαλίζει τις αποστολές κοινωνικής βοηθείας εντός του ομοσπόνδου κράτους του Βερολίνου.
3 Ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας της Boetel ανέρχεται σε 29,25 ώρες. Από το 1985, η Boetel είναι πρόεδρος επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως μιας περιφερείας του εργοδότη της. Το 1989 παρακολούθησε έξι εκπαιδευτικά μαθήματα παρέχοντα τις αναγκαίες γνώσεις για τη δραστηριότητα των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 6, του προαναφερθέντος νόμου και αναγόμενα, ιδίως, στο εργατικό δίκαιο και στο δίκαιο επιχειρήσεων.
4 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 6 του άρθρου 37 του προαναφερθέντος νόμου, τα μέλη επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως που συμμετέχουν σε αυτά τα μαθήματα πρέπει να
απαλλάσσονται από τον εργοδότη τους από τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις χωρίς μείωση του μισθού τους.
5 Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ο εργοδότης πλήρωσε στην Boetel, μέχρι του ατομικού χρόνου εργασίας της, τις ώρες εργασίας που δεν παρείχε τις υπηρεσίες της λόγω της συμμετοχής της στα μαθήματα. Συνεπώς, η Boetel δεν έλαβε καμία αποζημίωση για τις ώρες εκπαιδεύσεως που συμπλήρωσε εκτός του ατομικού χρόνου εργασίας της.
6 Δεν αμφισβητείται ότι αν η Boetel είχε εργαστεί με πλήρη απασχόληση, η εναγομένη ένωση θα είχε υποχρεωθεί από τις προαναφερθείσες εθνικές διατάξεις να την αποζημιώσει εντός των ορίων του χρόνου εργασίας με πλήρη απασχόληση, δηλαδή για επιπλέον 50,3 ώρες.
7 Η Boetel ενήγαγε τον εργοδότη της ενώπιον του Αrbeitsgericht Berlin προκειμένου να αποζημιωθεί για τις επιπλέον αυτές ώρες, λαμβάνουσα άδεια μετ' αποδοχών ή υπερωριακή αμοιβή. Με απόφαση της 18ης Μαΐου 1990, το Αrbeitsgericht υποχρέωσε τον εργοδότη να χορηγήσει στην Boetel άδεια μετ' αποδοχών διαρκείας 50,3 ωρών.
8 Ο εργοδότης άσκησε έφεση ενώπιον του Landesarbeitsgericht Berlin, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Συμβιβάζεται με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και με την οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, νομοθετική ρύθμιση η οποία διασφαλίζει μεν αμοιβή στα μέλη της επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως για χρόνο εργασίας που εκπίπτει λόγω της συμμετοχής σε εκπαιδευτικά μαθήματα (με τα οποία αποκτώνται οι αναγκαίες γνώσεις για την εργασία στην επιτροπή εργαζομένων
επιχειρήσεως) (αρχή βάσει της οποίας εξακολουθεί να καταβάλλεται η αμοιβή), πλην όμως αρνείται στα μέλη της επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως με μερική απασχόληση, τα οποία πρέπει να αναλώσουν για την εκπαίδευση αυτή χρόνο πέραν του ατομικού χρόνου εργασίας τους, την αντιστάθμιση με ελεύθερο χρόνο και/ή χρήματα αυτής της πρόσθετης αναλώσεως χρόνου ακόμη και μέχρι το ανώτατο σημείο του χρόνου πλήρους απασχολήσεως στην επιχείρηση, παρ' όλον ότι ο αριθμός των γυναικών που θίγονται από τη ρύθμιση είναι σημαντικά μεγαλύτερος απ' ό,τι ο αριθμός των ανδρών;"
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, της εξελίξεως της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10 'Οπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο επιδιώκει κατ' ουσίαν να καθοριστεί αν, στον βαθμό που τα εργαζόμενα με μερική απασχόληση μέλη επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως είναι κατά γενικό κανόνα γυναίκες, η αρχή της ισότητας των αμοιβών, διατυπουμένη στο άρθρο 119 της Συνθήκης και την οδηγία 75/117, αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας που περιορίζει, μέχρι τον ατομικό χρόνο εργασίας τους, την αποζημίωση που τα εργαζόμενα με μερική απασχόληση μέλη επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως πρέπει να λαμβάνουν από τον εργοδότη τους λόγω της συμμετοχής τους σε εκπαιδευτικά μαθήματα παρέχοντα τις αναγκαίες γνώσεις για τη δραστηριότητα των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως και διοργανούμενα κατά τον χρόνο εργασίας πλήρους απασχολήσεως που ισχύει στην επιχείρηση, αλλά υπερβαίνοντα τον ατομικό χρόνο εργασίας τους μερικής απασχολήσεως, ενώ για τη συμμετοχή τους στα ίδια μαθήματα τα εργαζόμενα με πλήρη απασχόληση μέλη επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως αποζημιώνονται μέχρι του ποσού που οφείλεται για τον χρόνο εργασίας πλήρους απασχολήσεως.
11 Πρώτον, πρέπει να καθοριστεί αν η αποζημίωση, υπό τη μορφή αδειών μετ' αποδοχών ή υπερωριακής αμοιβής, για εκπαιδευτικά μαθήματα που παρέχουν τις αναγκαίες γνώσεις για τη δραστηριότητα επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως, εμπίπτει στην έννοια της "αμοιβής" κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117.
12 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kuehn, Συλλογή 1989, σ. 2743 και της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber, Συλλογή 1990, σ. Ι-1889), η έννοια της "αμοιβής" του άρθρου 119 της Συνθήκης περιλαμβάνει όλα τα οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του, άσχετα αν αυτό συμβαίνει δυνάμει συμβάσεως εργασίας, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή εκουσίως.
13 Ο ορισμός αυτός είναι εφαρμοστέος σε περίπτωση όπως αυτή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
14 Παρόλον ότι μια αποζημίωση, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης, δεν απορρέει, ως τοιαύτη, από τη σύμβαση εργασίας, εντούτοις, καταβάλλεται από τον εργοδότη δυνάμει νομοθετικών διατάξεων και λόγω της υπάρξεως έμμισθης εργασιακής σχέσης. Πράγματι, τα μέλη επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως έχουν κατ' ανάγκη την ιδιότητα του μισθωτού της επιχειρήσεως και είναι επιφορτισμένα με τη μέριμνα των συμφερόντων του προσωπικού, ευνοώντας έτσι την ύπαρξη αρμονικών σχέσεων εργασίας εντός της επιχειρήσεως και προς το γενικό συμφέρον αυτής.
15 Εξάλλου, η αποζημίωση που καταβάλλεται δυνάμει νομοθετικών διατάξεων, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης, έχει ως σκοπό να διασφαλίζει μια πηγή εισοδημάτων στα μέλη των
επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως, ακόμη και αν, κατά τη διάρκεια των εκπαιδευτικών μαθημάτων, δεν ασκούν καμία δραστηριότητα προβλεπομένη από τη σύμβαση εργασίας τους.
16 Δεύτερον, πρέπει να διαπιστωθεί αν, λόγω της εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας, στα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως με μερική απασχόληση επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση έναντι αυτών που εργάζονται με πλήρη απασχόληση ως προς την αποζημίωση για τα εκπαιδευτικά μαθήματα.
17 Φαίνεται ότι οι δύο κατηγορίες μελών των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως αφιερώνουν τον ίδιο αριθμό ωρών για τη συμμετοχή στα εν λόγω μαθήματα. Πάντως, εφόσον η διάρκεια των διοργανουμένων μαθημάτων κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας πλήρους απασχολήσεως που ισχύει στην επιχείρηση υπερβαίνει τον ατομικό χρόνο εργασίας των μελών με μερική απασχόληση, τα τελευταία αυτά μέλη λαμβάνουν από τον εργοδότη κατώτερη αποζημίωση από αυτή των μελών που εργάζονται με πλήρη απασχόληση και αποτελούν, συνεπώς, αντικείμενο διαφορετικής μεταχειρίσεως.
18 Τρίτον, πρέπει να αναφερθεί ότι σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι μεταξύ των μελών των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως ένα σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό γυναικών απ' ό,τι ανδρών εργάζονται με πλήρη απασχόληση, η διαφορετική αυτή μεταχείριση στην οποία υπόκεινται τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως που εργάζονται με μερική απασχόληση θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης και προς την οδηγία 75/117, οσάκις, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες γυναίκες για να μπορέσουν να εργαστούν με πλήρη απασχόληση, η κατώτερη αυτή αποζημίωση δεν μπορεί να εξηγηθεί από στοιχεία αποκλείοντα διάκριση στηριζομένη στο φύλο (βλ. την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka, Συλλογή 1986, σ. 1607, και την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, Rinner-Kuehn).
19 To αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως που έχουν μερική απασχόληση είναι κατά γενικό κανόνα γυναίκες. Εξάλλου, από τον εθνικό φάκελο προκύπτει ότι υπάρχει πολύ μεγαλύτερος αριθμός γυναικών απ' ό,τι ανδρών μεταξύ των μελών των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως του εργοδότη που εργάζονται με μερική απασχόληση.
20 Από αυτό προκύπτει ότι, ως προς την αποζημίωση για τη συμμετοχή στα εκπαιδευτικά μαθήματα, η εφαρμογή νομοθετικών διατάξεων όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης συνεπάγεται καταρχήν, σε θέματα αμοιβής, έμμεση διάκριση των εργαζομένων γυναικών σε σχέση προς τους εργαζομένους άνδρες, αντίθετη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης και προς την οδηγία 75/117.
21 Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο κατηγοριών των μελών των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως θα εδικαιολογείτο από στοιχεία αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση στηριζομένη στο φύλο (βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση 171/88).
22 Ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίχθηκε ότι η διαφορετική μεταχείριση οφείλεται μόνο στη διαφορά του χρόνου εργασίας, δεδομένου ότι η γερμανική νομοθεσία αποζημιώνει αδιακρίτως μόνο τις ώρες εργασίας που δεν παρασχέθηκαν λόγω της συμμετοχής στα εκπαιδευτικά μαθήματα. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί η δυσμενής διάκριση ως αποδειχθείσα εκτός αν χαρακτηριστούν οι δραστηριότητες στις επιτροπές εργαζομένων επιχειρήσεως ως ιδιαίτερη μορφή εργασίας που πρέπει να εκτελείται δυνάμει της συμβάσεως εργασίας.
23 Πρώτον, πρέπει να αναφερθεί ότι οι νομικές έννοιες και οι νομικοί χαρακτηρισμοί του εθνικού δικαίου δεν μπορούν να επηρεάσουν την ερμηνεία ή την υποχρεωτική ισχύ του κοινοτικού δικαίου ούτε,
συνεπώς, το περιεχόμενο της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και των εργαζομένων γυναικών, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης και στην οδηγία 75/117 και αναπτύσσεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., για την έννοια του εργαζομένου, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, 75/63, Unger, Rec. 1964, σ. 347).
24 Εξάλλου, το επιχείρημα κατά το οποίο η χορηγουμένη από την εθνική νομοθεσία αποζημίωση για τη συμμετοχή στα εκπαιδευτικά μαθήματα υπολογίζεται σε συνάρτηση μόνο προς τις μη παρασχεθείσες ώρες εργασίας δεν αλλάζει τίποτε από το γεγονός ότι τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως με μερική απασχόληση λαμβάνουν κατώτερη αποζημίωση απ' αυτήν των ομολόγων τους με πλήρη απασχόληση, ενώ εν τέλει οι δύο κατηγορίες εργαζομένων ακολουθούν αδιακρίτως τον ίδιο αριθμό ωρών εκπαιδεύσεως προκειμένου να μπορούν να προστατεύουν αποτελεσματικά τα συμφέροντα των μισθωτών προς το συμφέρον των καλών σχέσεων εργασίας και για το γενικό καλό της επιχειρήσεως.
25 Τέλος, αυτή η κατάσταση μπορεί να αποτρέπει την κατηγορία των εργαζομένων με μερική απασχόληση, όπου η αναλογία των γυναικών είναι αναμφισβήτητα μεγαλύτερη, από το να ασκούν τα καθήκοντα του μέλους επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως ή να αποκτούν τις αναγκαίες γνώσεις για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων, καθιστώντας έτσι ακόμα δυσκολότερη την εκπροσώπηση αυτής της κατηγορίας εργαζομένων από έχοντα την ιδιότητα αυτή μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως.
26 Μέχρι του σημείου αυτού, η διαφορετική μεταχείριση για την οποία πρόκειται δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη από στοιχεία αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση στηριζομένη στο φύλο, εκτός εάν το συγκεκριμένο κράτος μέλος αποδεικνύει το αντίθετο ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
27 Επομένως, στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης και η οδηγία 75/117 του Συμβουλίου αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία εφαρμοζομένη σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών, η οποία περιορίζει, μέχρι του ατομικού χρόνου εργασίας τους, την αποζημίωση που τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως με μερική απασχόληση πρέπει να λαμβάνουν από τον εργοδότη τους, υπό τη μορφή αδείας μετ' αποδοχών ή αποζημιώσεως για υπερωρίες, λόγω της συμμετοχής τους σε εκπαιδευτικά μαθήματα με τα οποία αποκτώνται αναγκαίες γνώσεις για τις εργασίες στις επιτροπές εργαζομένων επιχειρήσεως και τα οποία διοργανώνονται κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας πλήρους απασχολήσεως που ισχύει στην επιχείρηση, αλλά υπερβαίνουν τον ατομικό χρόνο εργασίας μερικής απασχολήσεως, ενώ τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως με πλήρη απασχόληση αποζημιώνονται, για τη συμμετοχή τους στα ίδια εκπαιδευτικά αυτά μαθήματα, για χρόνο εργασίας πλήρους απασχολήσεως. Το κράτος μέλος είναι ελεύθερο να αποδείξει ότι η εν λόγω νομοθεσία δικαιολογείται από στοιχεία αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση βασιζομένη στο φύλο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Επειδή η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Landesarbeitsgericht Berlin με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1990, αποφαίνεται:
Το άρθρο 119 της Συνθήκης και η οδηγία 75/117/EOK του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία εφαρμοζομένη σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών, η οποία περιορίζει, μέχρι του ατομικού χρόνου εργασίας τους, την αποζημίωση που τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως με μερική απασχόληση πρέπει να λαμβάνουν από τον εργοδότη τους, υπό τη μορφή αδείας μετ' αποδοχών ή αποζημιώσεως για υπερωρίες, λόγω της συμμετοχής τους σε εκπαιδευτικά μαθήματα με τα οποία αποκτώνται αναγκαίες γνώσεις για τις εργασίες στις επιτροπές εργαζομένων επιχειρήσεως και τα οποία διοργανώνονται κατά τον χρόνο εργασίας πλήρους απασχολήσεως που ισχύει στην επιχείρηση, αλλά υπερβαίνουν τον ατομικό χρόνο εργασίας μερικής απασχολήσεως, ενώ τα μέλη των επιτροπών εργαζομένων επιχειρήσεως με πλήρη απασχόληση αποζημιώνονται, για τη συμμετοχή τους στα ίδια εκπαιδευτικά αυτά μαθήματα, για χρόνο εργασίας πλήρους απασχολήσεως. Το κράτος μέλος είναι ελεύθερο να αποδείξει ότι η εν λόγω νομοθεσία δικαιολογείται από στοιχεία αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση βασιζομένη στο φύλο.
Full & Egal Universal Law Academy