Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Παράβαση που παύει να υφίσταται πριν από τη λήξη της τασσόμενης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας - Απαράδεκτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169, εδ. 2)
Περίληψη
Κατά το άρθρο 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως μόνο αν το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός της προθεσμίας που του τάχθηκε προς τούτο από την Επιτροπή. Επομένως, μια προσφυγή λόγω παραβάσεως είναι απαράδεκτη αν κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας δεν υφίσταται πλέον η προσαπτομένη παράβαση, η οποία παρήγαγε τα αποτελέσματά της χωρίς η Επιτροπή να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της για να την εμποδίσει.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-362/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη αρχικώς από τον Guido Berardis και στη συνέχεια από τον Antonio Aresu, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo M. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, επειδή η Unita Sanitaria Locale XI - Genova 2 είχε επιβάλει, ως προϋπόθεση συμμετοχής σε διαγωνισμό κρατικής προμηθείας, το 50 % της απαιτούμενης ελάχιστης αξίας των προμηθειών που έχει πραγματοποιήσει ο υποψήφιος προμηθευτής κατά τα τρία τελευταία έτη να αποτελείται από προμήθειες που έγιναν προς δημόσιες υπηρεσίες, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. A. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και J. L. Murray, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Ιανουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι, η Ιταλική Δημοκρατία επειδή η Unita Sanitaria Locale XI - Genova 2 (στο εξής: USL) είχε επιβάλει, ως προϋπόθεση συμμετοχής σε διαγωνισμό κρατικής προμηθείας, το 50 % της απαιτούμενης ελάχιστης αξίας των προμηθειών που έχει πραγματοποιήσει ο υποψήφιος προμηθευτής κατά τα τρία τελευταία έτη να αποτελείται από προμήθειες που έγιναν προς δημόσιες υπηρεσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24).
2 Η USL δημοσίευσε στην Gazetta ufficiale della Repubblica italiana, parte II ((Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας)) Αριθ. 238, της 10ης Οκτωβρίου 1988, προκήρυξη διαγωνισμού για την προμήθεια διαφόρων προϊόντων, μεταξύ των οποίων και νωπού βοείου κρέατος αξίας 5 800 000 000 ιταλικών λιρών (LIT). Η εν λόγω προκήρυξη προέβλεπε την εξής προϋπόθεση συμμετοχής: οι υποψήφιοι προμηθευτές έπρεπε να είχαν προμηθεύσει κατά τα τρία τελευταία έτη (1985, 1986 και 1987) τα ίδια προϊόντα τουλάχιστον εξαπλάσιας αξίας σε σχέση με την αξία κάθε προμήθειας για την οποία είχαν υποβάλει προσφορά, ενώ 50 % του ποσού αυτού έπρεπε να αποτελείται από προμήθειες προς δημόσιες υπηρεσίες.
3 Η Επιτροπή έκρινε ότι, όσον αφορά την προμήθεια του 50 % των οικείων προϊόντων σε δημόσιες υπηρεσίες, η προϋπόθεση αυτή ήταν αντίθετη προς το άρθρο 23 της οδηγίας 77/62, το οποίο έπρεπε να θεωρηθεί ότι απαριθμεί περιοριστικά τους τρόπους αποδείξεως που μπορούν να λαμβάνουν υπόψη οι αναθέτουσες αρχές για την εξακρίβωση των τεχνικών ικανοτήτων των προμηθευτών και ότι, επομένως, δυνάμει του άρθρου 14, στοιχείο δ, της ίδιας οδηγίας, η εν λόγω προϋπόθεση δεν έπρεπε να περιλαμβάνεται στην προκήρυξη διαγωνισμού της USL.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή κάλεσε με έγγραφο οχλήσεως την Ιταλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της προσαπτομένης παραβάσεως εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών. Θεωρώντας ότι οι εξηγήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, τις οποίες παρέθεσε σε έγγραφο της 30ής Ιουνίου 1989, δεν ήταν ικανοποιητικές, η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία, με αιτιολογημένη γνώμη της 27ης Μαρτίου 1990, να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από της κοινοποιήσεώς της.
5 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και τα επιχειρήματα και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6 Με υπόμνημα αντικρούσεώς της η Ιταλική Κυβέρνηση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η σύμβαση παροχής προμηθειών που συνήφθη κατόπιν της προκηρύξεως του εν λόγω διαγωνισμού για το έτος 1989 είχε παραγάγει όλα τα αποτελέσματά της στις 31 Δεκεμβρίου 1989 και ότι οι προκηρύξεις διαγωνισμών για τα έτη 1990 και 1991, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στα φύλλα S 213 και 216 της ιταλικής Επίσημης Εφημερίδας, δεν περιελάμβαναν την επίμαχη προϋπόθεση. Κατά συνέπεια, ζήτησε από την Επιτροπή να παραιτηθεί από την προσφυγή της, για την περίπτωση δε που η Επιτροπή θα ενέμενε στην προσφυγή της, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς της προσέθεσε ότι η προσαπτόμενη παράβαση είχε παύσει να υφίσταται ήδη πριν από την εκπνοή της δεκαπενθήμερης προθεσμίας που της είχε τάξει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της 27ης Μαρτίου 1990, επειδή δε η Επιτροπή αρνήθηκε να παραιτηθεί από την προσφυγή της, ζήτησε την απόρριψή της ως απαράδεκτης.
7 Στο υπόμνημα απαντήσεώς της η Επιτροπή αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι η προσφυγή είναι άνευ αντικειμένου, καθόσον, λαμβανομένων υπόψη των αντιρρήσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας επί της ουσίας της υποθέσεως, τίποτα δεν βεβαιώνει ότι η επίδικη προϋπόθεση δεν θα περιληφθεί και πάλι σε προκήρυξη κρατικών προμηθειών. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή ανέφερε ότι στις 17 Αυγούστου 1989 εξέδωσε μία πρώτη αιτιολογημένη γνώμη και ότι την αιτιολογημένη γνώμη της 27ης Μαρτίου 1990 την εξέδωσε μόνο για να λάβει υπόψη την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στο έγγραφο οχλήσεως, η οποία περιήλθε στην Επιτροπή στις 6 Ιουλίου 1989.
8 Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η Ιταλική Κυβέρνηση προέβαλε ρητά ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής μόλις στο στάδιο του υπομνήματος ανταπαντήσεως δεν μπορεί να εμποδίσει το Δικαστήριο να εξετάσει το παραδεκτό της προσφυγής. Πράγματι, τα επιχειρήματα που προβάλλει επ' αυτού η Ιταλική Κυβέρνηση είχαν ήδη προταθεί με το υπόμνημα αντικρούσεως, με το οποίο είχε ζητήσει ρητά την απόρριψη της προσφυγής. Επομένως, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να απαντήσει σ' αυτά με το υπόμνημα απαντήσεώς της. Εξάλλου, και εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 169 της Συνθήκης για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως.
9 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι από το γράμμα του άρθρου 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως μόνο αν το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός της προθεσμίας που του τάχθηκε προς τούτο με τη γνώμη αυτή.
10 Κατόπιν, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, σκοπός της προσφυγής η οποία ασκείται δυνάμει του άρθρου 169 είναι να αναγνωριστεί ότι το οικείο κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και ότι δεν έπαυσε την παράβαση αυτή εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. Ι-4747, σκέψη 40). Ομοίως, το Δικαστήριο δέχεται πάγια ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση που επικρατεί στο κράτος μέλος κατά την εκπνοή της προθεσμίας που τάσσεται με την αιτιολογημένη γνώμη (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1990, Επιτροπή κατά Ελλάδος, C-200/88, Συλλογή 1990, σ. Ι-4299, σκέψη 13).
11 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, αφενός, το γεγονός ότι ο επίμαχος διαγωνισμος κρατικών προμηθειών είχε ήδη παραγάγει τα αποτελέσματά του στις 31 Δεκεμβρίου 1980, δηλαδή πριν από την έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης της 27ης Μαρτίου 1990, αφετέρου δε, ότι οι διαγωνισμοί για τα έτη 1990 και 1991, που δημοσιεύθηκαν, αντίστοιχα, στις 4 Νοεμβρίου 1989, ήτοι πριν από την έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης, και στις 3 Νοεμβρίου 1990, ήτοι πριν από την άσκηση της παρούσας προσφυγής, δεν περιελάμβαναν την επίδικη προϋπόθεση.
12 Διαπιστώνεται, επιπλέον, ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε έγκαιρα, κινώντας τις διαδικασίες που έχει στη διάθεσή της, για να εμποδίσει την επέλευση των αποτελεσμάτων της προσαπτομένης παραβάσεως και ότι δεν επικαλέστηκε την ύπαρξη περιστάσεων οι οποίες να την παρεμπόδισαν να ολοκληρώσει την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης πριν η παράβαση παύσει να υφίσταται. Το γεγονός ότι η Επιτροπή, όπως ισχυρίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, είχε εκδώσει ήδη μια πρώτη αιτιολογημένη γνώμη στις 17 Αυγούστου 1989 δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, δεδομένου ότι δεν έγινε καμία αναφορά στη γνώμη αυτή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και ότι η προσφυγή δεν βασίζεται σ' αυτήν. Εξάλλου, αυτό το γεγονός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί νομικό ή πραγματικό στοιχείο που ανέκυψε κατά τη διαδικασία, υπό την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, οπότε ο ισχυρισμός που στηρίζεται σ' αυτό πρέπει να θεωρηθεί εκπρόθεσμος και, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
13 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που τάχθηκε με την από 27 Μαρτίου 1989 αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η προσαπτόμενη παράβαση δεν υφίστατο πλέον. Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορροφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Κατά το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy