Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Εκ των υστέρων είπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών - "Πληροφορίες που δόθηκαν από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν αυτές" - Έννοια - Παραπομπή στην εθνική νομοθεσία για τον πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1715/90 χρόνο (Κανονισμοί του Συμβουλίου 1697/79, άρθρο 5 PAR 1, και 1715/90)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Εκ των υστέρων είπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών - Διάκριση μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του κανονισμού 1697/79 - Σφάλμα της διοικήσεως το οποίο δεν μπορούσε "λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεω" - Κριτήρια εκτιμήσεως
(Κανονισμός 1697/79 του Συμβουλίου, άρθρο 5 PAR 1 και 2)
Περίληψη
1. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1697/79, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, δεν παρέχει διευκρινίσεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να θεωρούνται ως δεσμεύουσες τις αρμόδιες αρχές, σχετικά με τις αρχές που μπορούν να παρέχουν αυτές τις πληροφορίες, καθώς και σχετικά με τη μορφή υπό την οποίο πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες.
Πράγματι, ο κανονισμός αυτός δεν αποβλέπει στην εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών αλλά στην κατοχύρωση της ασφάλειας που οι φορολογούμενοι δικαιούνται να προσδοκούν από πράξεις της διοικήσεως έχουσες χρηματικές συνέπειες, στην περίπτωση που η αρχική καταβολή των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών βασίστηκε σε πληροφορίες που δόθηκαν από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν τις αρχές αυτές. Συνεπώς, ελλείψει ενδείξεως περιεχομένης στην κοινοτική νομοθεσία που ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1715/90, τα ανωτέρω στοιχεία καθορίζονται από τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους.
2. Για να αποκλεισθεί η εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, δεν απαιτεί να μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεω το σφάλμα που διέπραξαν οι αρμόδιες αρχές που του παρέσχον τις πληροφορίες. Η διάταξη αυτή προβλέπει ειδική προστασία του υποχρέου, βασιζόμενη στο γεγονός ότι οι εσφαλμένες πληροφορίες που δεσμεύουν την αρμόδια αρχή δημιουργούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, η οποία παρέχει στον υπόχρεω δικαίωμα στη μη απαίτηση του δασμού εκ των υστέρων.
Αντιθέτως, το ότι το σφάλμα που διέπραξαν οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεω αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις της εφαρμογής της δεύτερης παραγράφου του ιδίου άρθρου, κανόνα τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί ο υπόχρεως, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του, όταν η πλάνη στηρίζεται σε πληροφορίες που δεν δεσμεύουν τις αρμόδιες αρχές. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του σφάλματος, την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου επιχειρηματία και την επιμέλεια την οποία επέδειξε ο τελευταίος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-371/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Beirafrio - Industria de Produtos Alimentares, Ld. a
και
Alfandega do Porto (Chefe do Servico da Conferencia final),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
- η εταιρία Beirafrio, εκπροσωπούμενη από τους Ricardo Garcao Soares και Αdriano Garcao Soares, δικηγόρους Πόρτο,
- η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Luis Fernandes, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας της Γενικής Διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και τη Maria Luisa Duarte, νομικό σύμβουλο στη Νομική Υπηρεσία της Γενικής Διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
- η Εισαγγελική Αρχή της Πορτογαλίας, εκπροσωπούμενη από την Isabel Aguiar,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Blanca Rodriguez Galindo, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, και την Helena Varandas, δημόσια υπάλληλο της Πορτογαλικής Δημοκρατίας αποσπασμένη στη νομική υπηρεσία της Επιτροπής,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Beirafrio, της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Δεκεμβρίου 1990, το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto (Πορτογαλία) υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254).
2 Tα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής με την οποία η εταιρία Beirafrio-Industria de Produtos Alimentares, Ld. a (στο εξής: Beirafrio) ζητεί την ακύρωση της πράξεως περί της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών, την οποία εξέδωσε το τελωνείο του Πόρτο.
3 Η Beirafrio, προτιθέμενη να εισαγάγει διάφορες παρτίδες κατεψυγμένου μερλουκίου από τη Χιλή, απευθύνθηκε με τηλετύπημα της 4ης Δεκεμβρίου 1989 στο τμήμα Ονοματολογίας και Δασμολογικής Πολιτικής της Γενικής Διευθύνσεως Τελωνείων, ζητώντας πληροφορίες περί των δασμολογικών συντελεστών που ίσχυαν για το προϊόν αυτό στο πλαίσιο του συστήματος των γενικευμένων προτιμήσεων (στο εξής: ΣΓΠ).
4 Με τηλετύπημα της 5ης Δεκεμβρίου 1989, η ανωτέρω υπηρεσία παρέσχε τις αιτηθείσες πληροφορίες διευκρινίζοντας ότι ο εφαρμοστέος δασμολογικός συντελεστής ήταν 6 %.
5 Βάσει αυτής της πληροφορίας, η Beirafrio εισήγαγε από τη Χιλή επτά παρτίδες κατεψυγμένου μερλουκίου οι οποίες, μετά την καταβολή των δασμών υπολογισθέντων με συντελεστή 6 %, εκτελωνίσθηκαν και τέθηκαν στην κατανάλωση.
6 Αργότερα, η υπηρεσία "Conferencia final" (Υπηρεσία Οριστικής Βεβαιώσεως Δασμών) του Τελωνείου του Πόρτο διαπίστωσε ότι ο κατεψυγμένος μερλούκιος προελεύσεως Χιλής δεν μπορούσε να υπαχθεί στο καθεστώς του ΣΓΠ, το οποίο είχε εφαρμογή μόνο για τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, και ότι, επομένως, οι εφαρμοστέοι συντελεστές ήταν οι συντελεστές ΚΤΧ (καθεστώτος τρίτων χωρών), ήτοι 13,5 % κατά το
δασμολόγιο εισαγωγής και 15 % κατά το κοινό δασμολόγιο).
7 Στη συνέχεια, το Τελωνείο του Πόρτο κίνησε, διά της υπηρεσίας "Conferencia final", επτά διαδικασίες περί της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών για την εισαγωγή των επτά παρτίδων κατεψυγμένου μερλουκίου και προέβη στην εκ των υστέρων εκκαθάριση των δασμών αυτών, χρεώνοντας τη Beirafrio με συνολικό ποσό 45 095 670 εσκούδος (ESC).
8 Κατά της πράξεως εκκαθαρίσεως, η Beirafrio υπέβαλε στη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων του Πόρτο διοικητική ένσταση επικαλούμενη την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1697/79, σύμφωνα με το οποίο οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη μη εισπραχθέντων δασμών όταν το ύψος των οφειλομένων δασμών έχει υπολογιστεί βάσει "πληροφοριών που δόθηκαν από αυτές τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν αυτές".
9 Η Γενική Διεύθυνση Τελωνείων του Πόρτο απέρριψε την ένσταση κρίνοντας ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79, καθόσον οι παρασχεθείσες πληροφορίες ως προς τους εφαρμοστέους δασμολογικούς συντελεστές δεν τη δέσμευαν.
10 Το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto, ενώπιον του οποίου η Beirafrio άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της πράξεως περί της εκ των υστέρων εισπράξεως των δασμών, έχοντας αμφιβολίες ως προς την ακριβή έννοια των όρων "πληροφορίες που δόθηκαν από αυτές τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν αυτές", οι οποίοι περιέχονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Περιλαμβάνει ή όχι η έκφραση αυτή τις πληροφορίες περί των δασμολογικών συντελεστών;
2) Περιλαμβάνει η έκφραση αυτή τις πληροφορίες που παρέχουν οι κεντρικές τελωνειακές υπηρεσίες ή μόνο τις πληροφορίες που παρέχει το εθνικό όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί με εσωτερικό νόμο η εξουσία να παρέχει δεσμευτικές πληροφορίες;
3) Μπορεί ο εθνικός νόμος να περιορίσει την έννοια των δεσμευτικών πληροφοριών; Πρέπει αυτές να δίδονται γραπτώς;
4) Πρέπει να θεωρούνται δεσμευτικές πληροφορίες, συνεπαγόμενες τη μη είσπραξη, μόνον εκείνες των οποίων ο εσφαλμένος χαρακτήρας δεν μπορεί λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεω;"
11 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κυρίας δίκης, το ισχύον κοινοτικό και πορτογαλικό νομικό πλαίσιο, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12 Η υπό κρίση υπόθεση αφορά ουσιαστικά δύο διατάξεις:
- το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1697/79, το οποίο ορίζει ότι
"καμία ενέργεια εισπράξεως δεν δύναται να αναλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές όταν το ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι είναι κατώτερο του νομίμως οφειλομένου, υπολογίσθηκε (...) βάσει πληροφοριών που δόθηκαν από αυτές τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν αυτές"
καθώς και
- το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, το οποίο προβλέπει ότι
"οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως εκ των υστέρων ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως".
Επί του πρώτου, δευτέρου και τρίτου ερωτήματος
13 Με τα τρία πρώτα ερωτήματα, τα οποία, λόγω της στενής σχέσεως μεταξύ τους, πρέπει να εξεταστούν μαζί, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις, ενόψει του άρθρου 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1697/79, σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να θεωρούνται ως δεσμεύουσες τις αρμόδιες αρχές, σχετικά με τις αρχές που μπορούν να παρέχουν αυτές τις πληροφορίες, καθώς και σχετικά με τη μορφή υπό την οποία πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες.
14 Οι διευκρινίσεις αυτές δεν παρέχονται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, ούτε συνάγονται από τον σκοπό του κανονισμού 1697/79, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός δεν αποβλέπει στην εναρμόνιση των όρων υπό τους οποίους παρέχονται οι πληροφορίες από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών αλλά, όπως αναφέρεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, στην κατοχύρωση της ασφάλειας που οι φορολογούμενοι δικαιούνται να προσδοκούν από πράξεις της διοικήσεως έχουσες χρηματικές συνέπειες, στην περίπτωση που η αρχική καταβολή των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών βασίστηκε σε πληροφορίες που δόθηκαν από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν τις αρχές αυτές.
15 Πράγματι, μόνο με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1715/90 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, περί των πληροφοριών οι οποίες παρέχονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη των εμπορευμάτων στην τελωνειακή ονοματολογία (ΕΕ L 160, σ. 1), ο οποίος ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1991, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη στην
εναρμόνιση στον τομέα αυτό, ορίζοντας ότι θεωρούνται ως δεσμευτικές πληροφορίες μόνον οι πληροφορίες που αφορούν τη δασμολογική κατάταξη, καθορίζοντας τις αρχές που είναι αρμόδιες να παρέχουν τις πληροφορίες αυτές και προβλέποντας κοινές διαδικασίες για την παροχή αυτών των πληροφοριών.
16 Από τα ανωτέρω έπεται ότι, ελλείψει σχετικής ενδείξεως στην κοινοτική νομοθεσία που ίσχυε κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να καθορίσει τις πληροφορίες που δεσμεύουν τις αρμόδιες αρχές καθώς και τους όρους υπό τους οποίους πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες αυτές.
17 Συνεπώς, στο πρώτο, δεύτερο και τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι οι πληροφορίες που δεσμεύουν τις αρμόδιες αρχές, οι αρχές που είναι αρμόδιες να παρέχουν τέτοιες πληροφορίες, καθώς και ο τύπος υπό τον οποίο παρέχονται αυτές, καθορίζονται, ελλείψει σχετικής ενδείξεως στην κοινοτική νομοθεσία που ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1715/90 του Συμβουλίου, από τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
18 Με το τέταρτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79 προϋποθέτει ότι το σφάλμα που περιέχεται στις πληροφορίες που δεσμεύουν τις αρμόδιες αρχές δεν μπορεί λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεω.
19 Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του κανονισμού 1697/79 δεν προβλέπει την προϋπόθεση να μη μπορεί λογικά ο υπόχρεως να ανακαλύψει το σφάλμα.
20 Η διάταξη αυτή προβλέπει ειδική προστασία του υποχρέου, βασιζόμενη στο γεγονός ότι οι εσφαλμένες πληροφορίες που δεσμεύουν την αρμόδια αρχή δημιουργούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, η οποία παρέχει στον ενδιαφερόμενο δικαίωμα προς μη αναζήτηση του δασμού εκ των υστέρων, ανεξαρτήτως του αν ο εν λόγω ενδιαφερόμενος μπορούσε ή όχι να ανακαλύψει λογικά το σφάλμα.
21 Αντιθέτως, το να μη μπορεί ο υπόχρεως να ανακαλύψει λογικά το σφάλμα που διέπραξαν οι αρμόδιες αρχές αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Συνεπώς, η προϋπόθεση αυτή πρέπει να πληρούται όταν ο υπόχρεως, σε περίπτωση που δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, ιδίως όταν οι πληροφορίες που του δόθηκαν δεν δεσμεύουν τη διοίκηση, προτίθεται να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του σφάλματος, την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου επιχειρηματία και την επιμέλεια την οποία επέδειξε ο τελευταίος (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, υπόθεση C-64/89, Deutsche Fernsprecher, Συλλογή 1990, σ. Ι-2535, σκέψη 24).
22 Συνεπώς, στο τέταρτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1697/79, δεν λαμβάνεται υπόψη το ότι το σφάλμα που περιέχεται στις πληροφορίες που δόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεω. Αντιθέτως, η προϋπόθεση αυτή συνιστά
ένα από τα προαπαιτούμενα της εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, κανόνα τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί ο επιχειρηματίας, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του, όταν η πλάνη στηρίζεται σε πληροφορίες που δεν δεσμεύουν τις αρμόδιες αρχές.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Εισαγγελική Αρχή της Πορτογαλίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς του διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος το οποίο ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 1990 το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, έχει την έννοια ότι οι πληροφορίες που δεσμεύουν τις αρμόδιες αρχές, οι αρχές που είναι αρμόδιες να
παρέχουν τέτοιες πληροφορίες, καθώς και η μορφή υπό την οποία παρέχονται αυτές, καθορίζονται, ελλείψει σχετικής ενδείξεως στην κοινοτική νομοθεσία που ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1715/90 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, περί των πληροφοριών οι οποίες παρέχονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη των εμπορευμάτων στην τελωνειακή ονοματολογία, από τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους.
2) Για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79, δεν λαμβάνεται υπόψη το ότι το σφάλμα που περιέχεται στις πληροφορίες που δόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές δεν μπορούσε λογικά να ανακαλυφθεί από τον υπόχρεω. Αντιθέτως, η προϋπόθεση αυτή συνιστά ένα από τα προαπαιτούμενα της εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, κανόνα τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί ο επιχειρηματίας, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του, όταν η πλάνη στηρίζεται σε πληροφορίες που δεν δεσμεύουν τις αρμόδιες αρχές.
Full & Egal Universal Law Academy