ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 20ής Μαρτίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-115/90 Ρ,
Mariette Turner, εκπροσωπούμενη από τον Marc Uyttendaele, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Alex Schmitt, 62, avenue Guillaume,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 1990 στην υπόθεση Τ-40/89 (που δημοσιεύθηκε συνοπτικώς στη Συλλογή 1990, σ. Π-55 ),
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Sean Van Raepenbusch, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliét, F. A. Schockweiler, F. Grévisse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: J.-G. Giraud
έχοντας υπόψη το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Απριλίου 1990, η Μ. Turner υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 1990 ( Τ-40/89, που δημοσιεύθηκε συνοπτικώς στη Συλλογή 1990, σ. II-55 ), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει η Μ. Turner ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως της Επιτροπής, που περιεχόταν στο υπηρεσιακό σημείωμα του της 1ης Ιουλίου 1987 και με την οποία διατηρήθηκε αμετάβλητη η έκθεση βαθμολογίας της αναιρεσείουσας για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1983 έως 30 Ιουνίου 1985, καθώς και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι της αναιρεσείουσας.
2
Με απόφαση της 27ης Απριλίου 1989, το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτο το δεύτερο αίτημα της προσφυγής, ήτοι να υποχρεωθεί η Επιτροπή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Με Διάταξη του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 1989, η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου κατ' εφαρμογή της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3
Με την προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της Μ. Turner.
4
Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν στη γένεση της διαφοράς μεταξύ της Μ. Turner και της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε τα εξής:
« Η Μ. Turner ασκεί στη Γενική Διεύθυνση IX της Επιτροπής καθήκοντα ιατρού-συμβούλου του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών Υγειονομικής Ασφαλίσεως των Βρυξελλών.
Στις 7 Οκτωβρίου 1987; η Μ. Turner υπέβαλε διοικητική ένσταση υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), κατά της αποφάσεως της 1ης Ιουλίου 1987 περί μη τροποποιήσεως της εκθέσεως βαθμολογίας της προσφεύγουσας για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1983 έως 30 Ιουνίου 1985. Υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω έκθεση περιείχε δυσμενέστερες αναλυτικές κρίσεις από αυτές που περιλαμβάνονταν στην έκθεση βαθμολογίας για την περίοδο 1975-1977, η οποία πρέπει να ληφθεί ως σημείο αναφοράς λόγω ελλείψεως εκθέσεως βαθμολογίας για τις ενδιάμεσες περιόδους, καθώς και ότι οι μεταβολές αυτές έπρεπε να αιτιολογηθούν, η προσφεύγουσα ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η έκθεση βαθμολογίας για την περίοδο 1977-1979 ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1985 (υπόθεση 263/83) λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως ενημερώσεως του βαθμολογούμενου και διαβουλεύσεως με αυτόν και ότι η έκθεση που καταρτίστηκε για την περίοδο 1981-1983 ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1987 (υπόθεση 178/86) λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Η Διοίκηση, σε συμφωνία με την Turner, δεν συνέταξε έκθεση για την περίοδο 1979-1981.
Από την εξέταση των αναλυτικών κρίσεων, όπως αυτές προκύπτουν από την οριστική διατύπωση της επίδικης εκθέσεως βαθμολογίας, συνάγεται ότι, όσον αφορά τα “ προσόντα”, τα οποία βαθμολογούνται βάσει έξι σημείων και υποσημείων, η προσφεύγουσα έλαβε, για την περίοδο κρίσεως 1983-1985, τρείς βαθμούς “ λίαν καλώς ” και τρεις βαθμούς “ καλώς ”, ήτοι:
—
στο σημείο “1. Απαραίτητες γνώσεις για την άσκηση των καθηκόντων”, τον βαθμό “ λίαν καλώς ” ·
—
στο σημείο “ 2. Ικανότητες ”:
—
τον βαθμό “ λίαν καλώς ” σε κάθε ένα από τα δύο υποσημεία “ γραπτή έκφραση ” και “ προφορική έκφραση ”
—
τον βαθμό “ καλώς ” σε κάθε ένα από τα τρία υποσημεία “ αντίληψη ”, “ κρίση ” και “ οργανωτικότητα ”.
Το σύνολο των βαθμών αυτών συνοδευόταν από σχόλιο στο οποίο αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι “η ιατρός Μ. Turner έχει καλή κατάρτιση, πολύ καλή ιατρική πείρα (... ) ”, και ότι “ ο βαθμός λίαν καλώς αντιστοιχεί σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο ικανοτήτων ”.
Για την περίοδο αναφοράς 1975-1977, η προσφεύγουσα είχε λάβει όσον αφορά τα “ προσόντα ” την ενιαία μνεία “ άνω του συνήθους ”, συνοδευόμενη από το σχόλιο “ πολύ καλές γνώσεις στην προληπτική ιατρική ”.
Όσον αφορά την “ απόδοση ”, η οποία βαθμολογείται βάσει τεσσάρων σημείων, η προσφεύγουσα έλαβε, για την περίοδο κρίσεως 1983-1985, τρεις βαθμούς “λίαν καλώς ” και έναν βαθμό “ καλώς ”, ήτοι:
—
τον βαθμό “λίαν καλώς” για κάθε ένα από τα τρία σημεία “ 1. Ποιότητα εργασίας ”, “ 3. Τακτικότητα στην άσκηση των καθηκόντων ” και “ 4. Προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας ” ·
—
τον βαθμό “ καλώς ” στο σημείο “ 2. Ταχύτητα κατά την εκτέλεση της εργασίας ”.
Το σύνολο των βαθμών αυτών συνοδευόταν από σχόλιο στο οποίο αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι “ η ιατρός Turner (... ) έχει προσαρμοστεί πολύ καλά στις απαιτήσεις των καθηκόντων της ” και ότι οι τρεις κρίσεις όσον αφορά την ποιότητα της εργασίας, την τακτικότητα στην άσκηση των καθηκόντων και την προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας, “ οι οποίες παρουσιάζουν επίσης πολύ υψηλό επίπεδο, μαρτυρούν μια πολύ καλή προσαρμογή της ενδιαφερόμενης στα καθήκοντα του ιατρού-συμβούλου (... ) ”.
Για την περίοδο αναφοράς 1975-1977, η προσφεύγουσα είχε λάβει για την “ απόδοση ” την ενιαία μνεία “ άνω του συνήθους ”, συνοδευόμενη από το σχόλιο « πολύ ευσυνείδητη στην άσκηση των καθηκόντων της ”.
Αποφαινόμενη επί της προαναφερθείσας διοικητικής ενστάσεως της προσφεύγουσας, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 23 Μαρτίου 1988, απόφαση, κοινοποιηθείσα στην προσφεύγουσα στις 18 Απριλίου 1988, με την οποία ανέφερε ότι δεν θεωρούσε δυνατή τη βελτίωση των αναλυτικών βαθμολογιών της εκθέσεως βαθμολογίας για την περίοδο 1983-1985, αναγνωρίζοντας όμως ότι για ορισμένους από τους αναλυτικούς αυτούς βαθμούς έπρεπε να υπάρξει ειδική αιτιολογία. Η Επιτροπή προσέθετε ότι θα συνιστούσε στους βαθμολογητές να αιτιολογήσουν ορισμένα σημεία.
Με επιστολή της 5ης Ιουλίου 1988, ο δικηγόρος της προσφεύγουσας ζήτησε από τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή να δώσει συνέχεια στη σύσταση της Επιτροπής και να τροποποιήσει την έκθεση βαθμολογίας.
Η υπό. κρίση προσφυγή ασκήθηκε στις 15 Ιουλίου 1988.
Με επιστολή της 20ής Ιουλίου 1988, ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού και Διοικήσεως της Επιτροπής διαβίβασε στην προσφεύγουσα αναθεωρημένο το μέρος 11 της εκθέσεως βαθμολογίας για την περίοδο 1983-1985, το οποίο περιείχε πρόσθετα σχόλια όσον αφορά ιδίως τα “ προσόντα ” και την “ απόδοση ”. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Ιανουαρίου 1990, ο πληρεξούσιος της Επιτροπής, διορθώνοντας ένα τυπικό λάθος που υπήρχε σε συνημμένο στην επιστολή της 20ής Ιουλίου 1988 έγγραφο, ανέφερε ότι το σχόλιο του σημείου “ Γενική κρίση ” έπρεπε να διαβαστεί ως εξής: « η ιατρός Turner έχει ¿ζζ^καλή κατάρτιση (... ) ”. »
5
Το Πρωτοδικείο συνόψισε ως εξής τα προβληθέντα ενώπιον του επιχειρήματα:
« (... ) Βασιζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του οδηγού βαθμολογίας, τον οποίο κατάρτισε η Επιτροπή στις 27 Ιουλίου 1979, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να αιτιολογήσει την μεταβολή των αναλυτικών κρίσεων που διατυπώθηκαν όσον αφορά την προσφεύγουσα στο πλαίσιο της επίδικης εκθέσεως βαθμολογίας σε σχέση προς τη βαθμολογία αναφοράς για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1975 έως 30 Ιουνίου 1977.
Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι ο συνδυασμός τριών βαθμών “λίαν καλώς” και τριών βαθμών “ καλώς ” με τους οποίους κρίθηκαν τα προσόντα συνεπάγεται μειωμένη αναλυτική βαθμολογία σε σχέση προς τη μνεία “ άνω του συνήθους ” που της είχε δοθεί με την έκθεση αναφοράς. Ομοίως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο συνδυασμός τριών βαθμών “ λίαν καλώς ” και ενός βαθμού “ καλώς ” με τους οποίους κρίθηκε η απόδοση συνεπάγεται μειωμένη αναλυτική βαθμολογία σε σχέση προς τη μνεία “ άνω του συνήθους ” που της είχε δοθεί με την έκθεση αναφοράς.
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι ο βαθμολογητής ήταν υποχρεωμένος, βάσει των διατάξεων του οδηγού βαθμολογίας, να αιτιολογήσει κάθε έναν από τους αναλυτικούς βαθμούς που ήταν κάτω του “ λίαν καλώς ” λόγω της συμμετρίας και αντιστοιχίας που υφίσταται μεταξύ της μνείας “ άνω του συνήθους ” και του βαθμού “ καλώς ”. »
6
To Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας την προσφυγή της Turner, αναφέρει πρώτον ότι:
« Είναι σαφές ότι η επίδικη έκθεση και η έκθεση που αφορούσε την περίοδο 1975-1977 καταρτίστηκαν υπό διαφορετικό βαθμολογικό καθεστώς, δεδομένου ότι οι νέες διατάξεις που διέπουν την κατάρτιση των εκθέσεων βαθμολογίας θεσπίστηκαν από την Επιτροπή στις 27 Ιουλίου 1979. »
7
Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο αποφαίνεται ως εξής:
« Παρατηρείται ότι η Επιτροπή, αντικαθιστώντας τη μέθοδο κρίσεως που βασιζόταν στις τρεις μνείες γενικού χαρακτήρα “ άνω του συνήθους ”, “ σύνηθες ” και “ κάτω του συνήθους ” με μια μέθοδο κρίσεως που αναφέρεται σε έξι σημεία και υποσημεία όσον αφορά τα “ προσόντα ”, σε τέσσερα σημεία όσον αφορά την “ απόδοση ” και σε τέσσερα σημεία όσον αφορά τη “ συμπεριφορά στην υπηρεσία ”, αποσκοπούσε στη μεγαλύτερη διαφοροποίηση και στην εισαγωγή λεπτότερων διακρίσεων στις αναλυτικές κρίσεις που αφορούν τους βαθμολογούμενους υπαλλήλους. Αυτή η αλλαγή μεθόδου συνεπάγεται αναγκαστικά ότι η αντιστοιχία μεταξύ της παλαιάς και της νέας μεθόδου βαθμολογήσεως δεν μπορεί να ευρεθεί μέσω ενός σταθερού μηχανισμού συσχετισμών.
Ασφαλώς, μεταξύ της μνείας “ σύνηθες ” και του βαθμού “ καλώς ” υφίσταται μια σχέση συμμετρίας και αντιστοιχίας. Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, για τα κρινόμενα σημεία “ προσόντα ” και “ απόδοση ” οι βαθμοί “ καλώς ” έχουν δοθεί σε συνδυασμό προς έναν αριθμό βαθμών “ λίαν καλώς ” αντιστοίχως ίσο και μεγαλύτερο του αριθμού των βαθμών “ καλώς ” και ότι το σύνολο των βαθμών αυτών συνοδεύεται, στο πλαίσιο των γενικών εκτιμήσεων, από σχόλια από τα οποία καθίσταται σαφές ότι η ιατρός Turner έχει πολύ καλή κατάρτιση, διαθέτει πολύ καλή ιατρική πείρα και έχει πολύ καλά προσαρμοστεί στις απαιτήσεις των καθηκόντων της.
Ομοίως, πρέπει να σημειωθεί ότι η βαθμολόγηση με τη γενική μνεία “ άνω του συνήθους ” για τα σημεία κρίσεως “ προσόντα ” και “ απόδοση ” γινόταν, και υπό το κράτος της παλαιάς μεθόδου βαθμολογήσεως, με τον συνδυασμό διαφορετικών αναλυτικών κρίσεων, η δε τελική μνεία που δινόταν από τον βαθμολογητή δεν σήμαινε αναγκαστικά ότι, για κάθε ένα από τα κρινόμενα σημεία, ο ενδιαφερόμενος είχε επιδείξει τις σαφώς ανώτερες ιδιότητες που απαιτούνται για τη χορήγηση του βαθμού “ λίαν καλώς ” στο πλαίσιο της νέας μεθόδου. »
8
Από τις σκέψεις αυτές, το Πρωτοδικείο καταλήγει στα εξής:
«Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αναλυτικές κρίσεις τις οποίες διατύπωσαν οι βαθμολογητές όσον αφορά τα προσόντα και την απόδοση για την περίοδο κρίσεως 1983-1985 δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δυσμενής για την προσφεύγουσα μεταβολή σε σχέση προς τις κρίσεις που είχαν διατυπωθεί για την περίοδο 1975-1977, η οποία να απαιτείται να αιτιολογηθεί δεόντως. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμη η αιτίαση που συνίσταται στην παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του οδηγού βαθμολογίας. »
9
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ως μόνο λόγο αναιρέσεως την παράβαση του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του οδηγού βαθμολογίας, το οποίο επιβάλλει στην Επιτροπή να αιτιολογεί τις μεταβολές που επιφέρει στις αναλυτικές κρίσεις σε σχέση προς τις κρίσεις που περιέχονται στην προηγούμενη έκθεση κρίσεως. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναλυτικές κρίσεις που περιέχονται στην έκθεση βαθμολογίας για την περίοδο 1983-1985 δεν είναι δυσμενέστερες από αυτές που περιέχονται στην έκθεση αναφοράς, η οποία εν προκειμένω καλύπτει την περίοδο 1975-1977, και ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει τις αναλυτικές κρίσεις της εκθέσεως βαθμολογίας για την περίοδο 1983-1985, ενώ, κατά την αναιρεσείουσα, οι κρίσεις αυτές ήταν δυσμενέστερες σε σχέση προς τις κρίσεις που περιέχονταν στην έκθεση αναφοράς και, συνεπώς, έπρεπε να αιτιολογηθούν από την Επιτροπή.
10
Στο πλαίσιο του μόνου αυτού λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο συγχέει τις κατηγορίες των σημείων κρίσεως προβαίνοντας, για κάθε μία από τις κατηγορίες αυτές, σε στάθμιση των βαθμών « καλώς » και « λίαν καλώς ». 'Ετσι, το Πρωτοδικείο εκμηδενίζει τον αντικειμενικό σκοπό της υπάρξεως στηλών αντιστοι-χουσών σε διαφορετική βαθμολογία, πράγμα το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, συνεπάγεται αυθαιρεσία. Εξάλλου, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο αναφέρεται στα γενικά σχόλια του βαθμολογητή για να φωτίσει το περιεχόμενο των αναλυτικών κρίσεων συνιστά παράβαση του τρόπου βαθμολογήσεως που προβλέπει ο οδηγός βαθμολογίας, σύμφωνα με τον οποίο οι αναλυτικές κρίσεις είναι εκείνες που καθορίζουν τα γενικά σχόλια.
11
Η Επιτροπή, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι ο βαθμός « καλώς » αναφέρεται στις ιδιότητες του υψηλού επιπέδου που δικαιούται να απαιτεί από τους υπαλλήλους και, ως εκ τούτου, αντιστοιχεί στη μνεία « σύνηθες ». Από αυτό προκύπτει ότι η βαθμολόγηση, στις έξι στήλες του σημείου « προσόντα », με τρεις βαθμούς « λίαν καλώς » και τρεις βαθμούς « καλώς » αντιστοιχεί στην παλαιά γενική κρίση « άνω του συνήθους ». Η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η παλαιά αυτή κρίση θα έπρεπε να μεταφράζεται σε έξι βαθμούς κατανεμόμενους μόνο στις στήλες « λίαν καλώς » και « άριστα » δεν λαμβάνει υπόψη τον σκοπό του νέου συστήματος αξιολογήσεως, ο οποίος συνίσταται στην εισαγωγή λεπτότερων απ' ό,τι στο παρελθόν διακρίσεων κατά τη διατύπωση των αναλυτικών κρίσεων για τους υπαλλήλους. Ως προς τα σημεία κρίσεως που αναφέρονται στην « απόδοση », οι τρεις βαθμοί « λίαν καλώς », συνδυαζόμενοι με έναν βαθμό « καλώς », αντιστοιχούν, κατά την Επιτροπή, στην παλαιά γενική κρίση « άνω του συνήθους ». Όσον αφορά το σημείο κρίσεως « συμπεριφορά στην υπηρεσία », η βαθμολογία της αναιρεσείουσας βελτιώθηκε, κατά την Επιτροπή, αισθητά σε σχέση προς τη βαθμολογία που περιεχόταν στην έκθεση αναφοράς.
12
Παρατηρείται, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι μόνον οι δυσμενείς μεταβολές των επιδίκων κρίσεων, σε σχέση προς τις κρίσεις που περιέχονταν στην έκθεση αναφοράς, απαιτείται να αιτιολογηθούν δεόντως, υπό την έννοια του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του οδηγού βαθμολογίας της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 1979.
13
Στη συνέχεια, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι οι επίδικες κρίσεις δεν συνιστούσαν δυσμενή μεταβολή στη βαθμολογία της αναιρεσείουσας σε σχέση προς τις κρίσεις που αφορούσαν την αναιρεσείουσα και κάλυπταν την περίοδο 1975-1977, προέβη σε εκτίμηση πραγματικού ζητήματος η οποία εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα.
14
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως της Μ. Turner πρέπει να απορριφθεί, ως προδήλως απαράδεκτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκούν οι μόνιμοι και λοιποί υπάλληλοι κατά του οικείου οργάνου. Επειδή η Μ. Turner ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει την Μ. Turner στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Λουξεμβούργο, 20 Μαρτίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy