ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Ιουλίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-195/90 R,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Rolf Wägenbaur, νομικό σύμβουλο, και Ricardo Gosalbo Bono, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
αιτούσα,
υποστηριζόμενη από
το Βασίλειο τοο Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τον Eduard Marissens, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Lucy Dupong, 14 A, rue des Bains,
το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον Jörgen Molde, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βασιλείου της Δανίας, 11 Β, boulebard Joseph-Il,
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Jean-Pierre Puissochet, διευθυντή νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Géraud de Bergues, αναπληρωτή γενικό γραμματέα του ίδιου υπουργείου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Γαλλίας, 9, boulevard Prince-Henri,
το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενο από τον Fernand Kesseler, πρώτο σύμβουλο της κυβερνήσεως στο Υπουργείο Μεταφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το Υπουργείο Μεταφορών, 19-21, boulevard Royal,
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους Α. Bos, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, και J. W. de Zwaan, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο του ίδιου υπουργείου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία των Κάτω Χωρών, 5, rue C. Μ. Spoo,
παρεμβαίνοντες,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους Ernst Roder, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και Joachim Karl, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο, καθώς και από τον Jochim Sedemund, δικηγόρο Κολωνίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Émile-Reuter,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητείται να ανασταλεί η εφαρμογή του γερμανικού νόμου περί των τελών χρήσεως των ομοσπονδιακών αυτοκινητοδρόμων και εθνικών οδών από τα βαριά φορτηγά οχήματα (Gesetz über Gebühren für die Benutzung von Bundesfernstraßen mit schweren Lastfahrzeugen ), της 30ής Απριλίου 1990 ( BGBl. [ Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ] Ι, σ. 826 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler και Μ. Zuleeg, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, F. Grévisse και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Ιουνίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκδίδοντας τον νόμο περί των τελών χρήσεως των ομοσπονδιακών αυτοκινητοδρόμων και εθνικών οδών από τα βαριά φορτηγά οχήματα, της 30ής Απριλίου 1990 (στο εξής: νόμος της 30ής Απριλίου 1990), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 76,95 και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου επίσης στις 23 Ιουνίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αναστολή της εφαρμογής του ανωτέρου νόμου, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής.
3
Με Διάταξη της 28ης Ιουνίου 1990, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, αποφαινόμενος, σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της Επιτροπής πριν η καθής υποβάλει τις παρατηρήσεις της, διέταξε τα εξής:
« 1)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναστέλλει προσωρινά, όσον αφορά τα οχήματα που έχουν άδεια κυκλοφορίας άλλου κράτους μέλους, την είσπραξη του οδικού τέλους που προβλέπεται από τον νόμο περί των τελών χρήσεως των ομοσπονδιακών αυτοκινητοδρόμων και εθνικών οδών, της 30ής Απριλίου 1990, μέχρις ότου εκδοθεί η Διάταξη που θα περατώσει την παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα. »
4
Με απόφαση που εξέδωσε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου στις 27 Ιουνίου 1990, η υπόθεση ήχθη στις 29 Ιουνίου 1990, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85, εδάφιο 1, του κανονισμού διαδικασίας, ενώπιον της ολομέλειας του Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδοθεί η απόφαση που θα περατώσει τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
5
Με Διατάξεις της 4ης Ιουλίου 1990 το Δικαστήριο επέτρεψε στο Βασίλειο του Βελγίου, στο Βασίλειο της Δανίας, στη Γαλλική Δημοκρατία, στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών να παρέμβουν στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπέρ της Επιτροπής.
6
Το Βασίλειο του Βελγίου, η Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατέθεσαν έγγραφες παρατηρήσεις προς στήριξη της αιτήσεως τους περί παρεμβάσεως. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέβαλε έγγραφες παρατηρήσεις στις 29 Ιουνίου 1990. Η Επιτροπή, αιτούσα, το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, η Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παρεμβαίνοντες, και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καθής, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου της 6ης Ιουλίου 1990.
7
Στο άρθρο 1 του νόμου της 30ής Απριλίου 1990 προβλέπεται ένα νέο οδικό τέλος (Straßenbenutzungsgebühr), το οποίο θα καταβάλλεται, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, από κάθε φορτηγό όχημα με συνολικό επιτρεπόμενο βάρος φορτίου άνω των 18 τόνων, το οποίο θα χρησιμοποιεί τους ομοσπονδιακούς αυτοκινητόδρομους και τις ομοσπονδιακές εθνικές οδούς εκτός των κατοικημένων περιοχών, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο έχει χορηγηθεί η άδεια κυκλοφορίας του.
8
Το ύψος του ετήσιου τέλους κυμαίνεται, ανάλογα με το επιτρεπόμενο συνολικό βάρος του φορτίου του οχήματος, από 1000 έως 9000 γερμανικά μάρκα (DM). Προβλέπονται δε ορισμένες μέθοδοι υπολογισμού που δίνουν τη δυνατότητα καταβολής του τέλους για συγκεκριμένο αριθμό ημερών (24ώρων), εβδομάδων ή μηνών.
9
Όταν καταβληθεί το τέλος, εκδίδεται μια βεβαίωση που πρέπει να συνοδεύει το όχημα. Οι αναγκαίοι έλεγχοι διενεργούνται, μεταξύ άλλων, από την αστυνομία και τις τελωνειακές υπηρεσίες· οι έλεγχοι στα σύνορα των κρατών μελών πάντως δεν επιτρέπεται να διενεργούνται παρά μόνο δειγματοληπτικά, στο πλαίσιο άλλων ελέγχων.
10
Περαιτέρω, το άρθρο 2 του νόμου της 30ής Απριλίου 1990 τροποποιεί τον γερμανικό νόμο περί των τελών κυκλοφορίας των οχημάτων ( τον Kraftfahrzeugsteuergesetz ) και μειώνει μέχρι το τέλος του 1993 τον συντελεστή του εν λόγω φόρου, ο οποίος καταβάλλεται για κάθε όχημα και είναι ανάλογος προς το ολικό βάρος του οχήματος· ο φόρος αυτός πάντως δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 3500 DM ετησίως.
11
Το άρθρο 5 του νόμου της 30ής Απριλίου 1990 προβλέπει ότι ο νόμος αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 1990 και παύει να ισχύει στο τέλος του 1993.
12
Από τη δικογραφία προκύπτει περαιτέρω ότι την 21η Μαρτίου 1989 το σχέδιο του εν λόγω νόμου υποβλήθηκε στην Επιτροπή προς διαβούλευση, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1962, περί θεσπίσεως διαδικασίας προηγουμένης εξετάσεως και διαβουλεύσεως για ορισμένες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις στον τομέα των μεταφορών των οποίων τη θέσπιση μελετούν τα κράτη μέλη (ΕΕειδ.έκδ. 07/001, σ. 27).
13
Στη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή στις 15 Ιουνίου 1989 σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση τονίζεται ότι η σχεδιαζόμενη μείωση του φόρου κυκλοφορίας οχημάτων αποβαίνει εις όφελος μόνο των γερμανών μεταφορέων, καθόσον οι μεταφορείς των άλλων κρατών μελών απαλλάσσονται, βάσει διμερών συμφωνιών, από τον φόρο αυτό, και καθόσον η σχεδιαζόμενη μείωση του συντελεστή του φόρου αυτού ήταν στην πράξη ίση προς το ποσό του οδικού τέλους του οποίου σχεδιαζόταν η καθιέρωση. Η καθιέρωση του τέλους αυτού δεν θα αποτελούσε επομένως καμία επιβάρυνση για τους γερμανούς μεταφορείς, αλλά μόνο για τους μεταφορείς των άλλων κρατών μελών, οι οποίοι θα ήσαν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το τέλος αυτό χωρίς να έχουν ωφεληθεί από τη μείωση του φόρου κυκλοφορίας των οχημάτων.
14
Η Επιτροπή κατέληγε στη γνώμη αυτή στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις που σχεδίαζε να θεσπίσει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελούσαν παράβαση της υποχρεώσεως μη μεταβολής των πραγμάτων (standstill) που προβλέπεται από το άρθρο 76 της Συνθήκης ΕΟΚ και κατά την οποία κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί, μέχρι να καθιερωθεί κοινή πολιτική μεταφορών κατά το άρθρο 75, παράγραφος 1, να καταστήσει λιγότερο ευνοϊκές τις διατάξεις που διέπουν τον τομέα των μεταφορών κατά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης, ως προς την άμεση ή την έμμεση επίπτωση τους επί των άλλων μεταφορέων των άλλων κρατών μελών, εκτός αν υπάρχει ομόφωνη συγκατάθεση του Συμβουλίου. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, οι σχεδιαζόμενες διατάξεις αντιβαίνουν επίσης, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
15
Μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου στις 6 Απριλίου 1990, η Επιτροπή απέστειλε στην Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις 11 Απριλίου 1990 προειδοποιητικό έγγραφο, το οποίο ακολούθησε την 1η Ιουνίου 1990 η αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
16
Στην απάντηση που έδωσε στις 30 Απριλίου και στις 22 Ιουνίου 1990 στο προειδοποιητικό έγγραφο και στην αιτιολογημένη γνώμη αντίστοιχα, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εκθέτει ότι σκοπός του νόμου είναι, πρώτον, να εναρμονιστούν οι όροι του ανταγωνισμού που ισχύουν για τους γερμανούς μεταφορείς, αφενός, και τους μεταφορείς των άλλων κρατών μελών, αφετέρου, και, δεύτερον, να καθιερωθεί μια αναλογική εισφορά για τις δαπάνες συντηρήσεως και επεκτάσεως του γερμανικού οδικού δικτύου. Το άρθρο 76 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν προβλέπει συναφώς καμία υποχρέωση standstill, αλλά αποτελεί ειδική εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ούτε το νέο οδικό τέλος ούτε η μείωση του φόρου κυκλοφορίας οδηγούν καθεαυτά σε διακρίσεις.
17
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τονίζει, με τις προαναφερθείσες απαντήσεις της, ότι το οδικό τέλος είναι σύμφωνο προς τις κατευθύνσεις που χάραξε η ίδια η Επιτροπή με την πρόταση που υπέβαλε στις 8 Ιανουαρίου 1988 για οδηγία του Συμβουλίου σχετικά με τον καταλογισμό του κόστους χρήσης του οδικού δικτύου από τα φορτηγά οχήματα και ότι ο νόμος της 30ής Απριλίου 1990 έχει περιορισμένη χρονική ισχύ και θα παύσει να ισχύει στο τέλος του 1993, εφόσον εν τω μεταξύ έχει θεσπιστεί ένα εναρμονισμένο κοινό σύστημα φορολογίας.
18
Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο μπορεί στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του να διατάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
19
Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, προϋπόθεση για την έκδοση αποφάσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι η ύπαρξη περιστάσεων από τις οποίες να προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που να δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του αιτούμενου προσωρινού μέτρου.
20
Οσον αφορά τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του προσωρινού μέτρου, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη που έχουν παρέμβει υπέρ αυτής προβάλλουν τρεις λόγους, που αφορούν την παράβαση του άρθρου 76, του άρθρου 95, και του άρθρου 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 Α, της Συνθήκης ΕΟΚ.
21
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας μέτρα που συνεπάγονται διακρίσεις σε βάρος των μεταφορέων των άλλων κρατών μελών και μη τηρώντας τη ρήτρα standstill την οποία περιέχει το άρθρο 76 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρέβη την εν λόγω διάταξη.
22
Κατά την Επιτροπή, η γερμανική νομοθεσία είναι επίσης αντίθετη προς το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή οι μεταφορείς των άλλων κρατών μελών επιβαρύνονται περισσότερο από τους γερμανούς μεταφορείς και επειδή η επιβάρυνση αυτή, που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των κομίστρων, μετακυλίεται αναπόφευκτα επί της τιμής των εισαγομένων προϊόντων.
23
Η Επιτροπή ισχυρίζεται επιπλέον ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, που της επιβάλλει την υποχρέωση να απέχει από τη λήψη μονομερών μέτρων που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την κοινή πολιτική φορολογήσεως των μέσων μεταφοράς για τη χρήση του οδικού δικτύου από τα φορτηγά, και επομένως εμποδίζει τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, όπως προβλέπει το άρθρο 8 Α της Συνθήκης.
24
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρνείται ότι παρέβη το άρθρο 76 της Συνθήκης ΕΟΚ, ισχυριζόμενη óu το τέλος χρήσεως των οδών από τα φορτηγά, έστω και αν συνοδεύεται από μείωση του φόρου κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων, δεν συνεπάγεται διακρίσεις. Με τον νόμο της 30ής Απριλίου 1990 επιδιώκονται δύο σκοποί, ήτοι, πρώτον, η εναρμόνιση των όρων ανταγωνισμού που ισχύουν για τους γερμανούς μεταφορείς, αφενός, και τους μεταφορείς των άλλων κρατών μελών, αφετέρου, και, δεύτερον, η καθιέρωση μιας αναλογικής εισφοράς για τις δαπάνες συντηρήσεως και επεκτάσεως του γερμανικού οδικού δικτύου, με σκοπό την αποσυμφόρηση των οδών και την προστασία του περιβάλλοντος. Όσον αφορά τον πρώτο σκοπό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρινίζει ότι το γεγονός ότι η μείωση του φόρου κυκλοφορίας των αυτοκινήτων δεν ωφελεί τους μεταφορείς των άλλων κρατών μελών οφείλεται στο ότι οι μεταφορείς αυτοί απαλλάσσονται της καταβολής του φόρου αυτού δυνάμει συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ των κρατών στα οποία είναι εγκατεστημένοι και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο νόμος της 30ής Απριλίου 1990 δεν αντίκειται στην υποχρέωση standstill του άρθρου 76 της Συνθήκης ΕΟΚ.
25
Σε σχέση με την παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αφενός, τονίζει ότι το επίμαχο τέλος δεν συνεπάγεται διακρίσεις και, αφετέρου, υποστηρίζει ότι πρόκειται για έμμεσο φόρο, κατά την έννοια του άρθρου 99 της Συνθήκης ΕΟΚ, για τον οποίο πρέπει να υπάρξει εναρμόνιση σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης.
26
Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν περιέχει γενική ρήτρα standstill και, ενόσω δεν έχει καθιερωθεί κοινή πολιτική μεταφορών σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 75 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα κράτη μέλη εξακολουθούν καταρχήν να είναι αρμόδια στον εν λόγω τομέα.
27
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό της Επιτροπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή προσκόμισε σοβαρά στοιχεία υπέρ της απόψεως της ότι το άρθρο 76 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει κάθε εθνικό μονομερές μέτρο που έχει ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα τη μεταβολή, εις βάρος των άλλων κρατών μελών, της υφισταμένης καταστάσεως, όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιούνται οι διεθνείς μεταφορές που έχουν αφετηρία ή προορισμό το έδαφος κράτους μέλους ή διέρχονται από το έδαφος ενός ή περισσότερων κρατών μελών.
28
Αυτό μπορεί να συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος επιβάλλει την καταβολή ενός νέου τέλους για τη χρήση των οδών από τα φορτηγά, εφόσον η επιβάρυνση των εγχώριων μεταφορέων αντισταθμίζεται ουσιωδώς από τη μείωση του φόρου κυκλοφορίας των οχημάτων, ο οποίος όμως δεν καταβάλλεται από τους μεταφορείς των άλλων κρατών μελών λόγω της υπάρξεως διμερών συμφωνιών μεταξύ των κρατών στα οποία είναι εγκατεστημένοι οι μεταφορείς αυτοί και του κράτους που καθιέρωσε το τέλος.
29
Όσον αφορά το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι με τον νόμο της 30ής Απριλίου 1990 επιδιώκεται η μείωση των οδικών μεταφορών και η αντίστοιχη αύξηση των σιδηροδρομικών ή των ποτάμιων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αν και κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί έναν από τους πρωταρχικούς στόχους της Κοινότητας ( βλέπε απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 302/86, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1988, σ. 4607 ), η δε σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος τονίζεται και στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, επικαλούμενα την προστασία αυτή, να αποφεύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το άρθρο 76 της Συνθήκης ΕΟΚ. Από την εξέταση εξάλλου της αιτιολογικής εκθέσεως του νόμου της 30ής Απριλίου 1990 και από τους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν οι γερμανικές αρχές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προκύπτει ότι κύριος σκοπός του νόμου αυτού είναι η εναρμόνιση των όρων ανταγωνισμού υπέρ των γερμανών μεταφορέων και ότι δευτερευόντως μόνο επιδιώκεται η αποσυμφόρηση του οδικού δικτύου και η προστασία επίσης του περιβάλλοντος.
30
Χωρίς να χρειάζεται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας να εξεταστούν οι λοιποί ισχυρισμοί της Επιτροπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 76 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί, εκ πρώτης όψεως, επαρκή λόγο για τη λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου.
31
Όσον αφορά την προϋπόθεση του επείγοντος της υποθέσεως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επείγον ενός ασφαλιστικού μέτρου κατά την έννοια του άρθρου 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας λόγω της άμεσης εφαρμογής του μέτρου κατά του οποίου βάλλει η προσφυγή.
32
Επ' αυτού η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τα κράτη μέλη που έχουν παρέμβει υπέρ της, ισχυρίζεται καταρχάς ότι η επιβολή του επίμαχου τέλους ενδέχεται να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία, τουλάχιστον σε ορισμένους μεταφορείς των άλλων κρατών μελών. Η ζημία που υφίστανται οι μεταφορείς αυτοί συνίσταται, κατά την Επιτροπή, σε αύξηση των δαπανών μεταφοράς, η οποία ενδέχεται να τους υποχρεώσει είτε να αυξήσουν τα κόμιστρα, με κίνδυνο να χάσουν ένα μέρος των πελατών τους, είτε να μειώσουν το κέρδος τους, με κίνδυνο να υποχρεωθούν να παύσουν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Γενικότερα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μονομερής επιβολή του οδικού τέλους από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελεί απαράδεκτη διατάραξη της κοινοτικής δημόσιας τάξης. Δεδομένου ότι από την καθιέρωση του οδικού αυτού τέλους υπάρχει κίνδυνος να ληφθούν αντίμετρα από τα άλλα κράτη μέλη, η επιβολή του τέλους αυτού θα καθιστούσε ανέφικτη κάθε πρόοδο προς τον σκοπό της καθιερώσεως μιας κοινής πολιτικής μεταφορών.
33
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί ότι υπάρχει ανεπανόρθωτη ζημία για την κοινοτική δημόσια τάξη ή για τους επιχειρηματίες που δρουν στον τομέα των μεταφορών, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή.
34
Κατά τη Γερμανία δηλαδή, το γερμανικό οδικό τέλος είναι ουδέτερο από άποψη ανταγωνισμού, εναρμονίζει το γερμανικό φορολογικό σύστημα προς τα συστήματα των περισσοτέρων κρατών μελών και έχει ως σκοπό την εφαρμογή μιας πολιτικής μεταφορών που να βασίζεται στην αρχή της εδαφικότητας. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι θέτει σε κίνδυνο την καθιέρωση της κοινής πολιτικής μεταφορών.
35
Εξάλλου, λόγω των περιορισμένων αποτελεσμάτων του επί των δαπανών μεταφοράς, το νέο τέλος δεν μπορεί, κατά τη Γερμανία, να επηρεάσει ούτε την ανταγωνιστικότητα των μεταφορέων των άλλων κρατών μελών. Αντίθετα, τον κίνδυνο μειώσεως της ανταγωνιστικότητας τους διατρέχουν περισσότερο οι γερμανοί μεταφορείς, στους οποίους επιβάλλονται μεγαλύτερες φορολογικές επιβαρύνσεις απ' ό,τι στους συναδέλφους τους των άλλων κρατών μελών.
36
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται επιπλέον ότι, κατά τη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων, προτεραιότητα πρέπει να δίδεται στην προστασία του περιβάλλοντος και την αποσυμφόρηση του γερμανικού οδικού δικτύου.
37
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το Δικαστήριο δεχθεί την προσφυγή και κρίνει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιβάλλοντας το επίμαχο τέλος, παρέβη τις κοινοτικές της υποχρεώσεις, θα είναι οπωσδήποτε δυνατή η αποκατάσταση της ζημίας που θα έχουν ενδεχομένως υποστεί οι επιχειρήσεις μεταφορών των άλλων κρατών μελών. Αντίθετα, η ζημία που θα προκληθεί, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από την έκδοση Διατάξεως για την αναστολή της εφαρμογής του νόμου της 30ής Απριλίου 1990 θα είναι ανεπανόρθωτη.
38
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, μολονότι η χρηματική ζημία δεν μπορεί καταρχήν να θεωρείται ανεπανόρθωτη, τα πράγματα ενδέχεται να διαφέρουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες η χρηματική αποζημίωση δεν μπορεί να επαναφέρει τον ζημιωθέντα στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από την επέλευση της ζημίας.
39
Αυτό δεν αποκλείεται να συμβαίνει και στην προκειμένη υπόθεση. Πράγματι, δεδομένου ότι πολλές επιχειρήσεις μεταφορών μεσαίου μεγέθους έχουν, όπως αναφέρθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, πολύ περιορισμένα περιθώρια κέρδους, οι επιπτώσεις του επιμάχου τέλους επί του ύψους των κερδών των μεταφορέων των άλλων κρατών μελών ενδέχεται να υποχρεώσουν πολλούς από τους μεταφορείς αυτούς να παύσουν την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. Εξάλλου, η επιβολή του επίμαχου τέλους μπορεί να οδηγήσει σε ανεπανόρθωτες μεταβολές της κατανομής των μεριδίων της αγοράς μεταξύ γερμανών μεταφορέων και μεταφορέων από άλλα κράτη μέλη. Η προκαλούμενη από μονομερές εθνικό μέτρο αιφνίδια και ουσιώδης αυτή μεταβολή των σημερινών συνθηκών της αγοράς οδικών μεταφορών της Κοινότητας, οι οποίες δεν θα μπορούσαν αργότερα να αποκατασταθούν πλήρως, αν το επίμαχο μέτρο αποδεικνυόταν αντίθετο προς τη Συνθήκη, θα δυσχέραινε επίσης την εκπόνηση και την ολοκλήρωση της κοινής πολιτικής μεταφορών, όπως επιβάλλει το άρθρο 74 της Συνθήκης ΕΟΚ.
40
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τους παρεμβαίνοντες, απέδειξε την ύπαρξη κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
41
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου τής προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημία που συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος λόγω μη εισπράξεως τελών ενόσω διαρκεί η εκδίκαση της κύριας υποθέσεως και στη διακύβευση της οικονομικής επιβιώσεως των γερμανών μεταφορέων.
42
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η ζημία την οποία ισχυρίζεται ότι θα υποστεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελεί απλώς τις επιζήμιες συνέπειες μιας καταστάσεως που υπήρχε πριν από την καθιέρωση του νέου τέλους. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι τα επιβληθέντα μέτρα είχαν καταστεί αναγκαία λόγω του ότι η εξέλιξη της καταστάσεως μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την υφιστάμενη ζημία και επομένως να δικαιολογήσει τη μεταβολή της στάσης των γερμανικών αρχών. Τέλος, δεν πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής αυξήσεως της εν λόγω ζημίας μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση επί της ουσίας.
43
Όσον αφορά συγκεκριμένα τη ζημία που θα προκληθεί από τη μη είσπραξη τελών που θα είναι αδύνατο να εισπραχθούν εκ των υστέρων, αρκεί η διαπίστωση ότι το τέλος αυτό ουδέποτε υπήρξε στο παρελθόν και κατά συνέπεια μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ζημιωθούν σοβαρά τα δημόσια οικονομικά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας λόγω του διαφυγόντος αυτού κέρδους που η Γερμανία υποστηρίζει ότι θα προκύψει στο μέλλον.
44
Όσον αφορά τον κίνδυνο να μην επιβιώσουν οικονομικά οι γερμανοί μεταφορείς λόγω της μειώσεως της ανταγωνιστικότητας τους, δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως πιθανό ότι, αν δεν επέλθουν ουσιώδεις μεταβολές της καταστάσεως της αγοράς σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούσαν επί μια μεγάλη χρονική περίοδο, ο κίνδυνος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί εντός των επόμενων μηνών.
45
Όσον αφορά το ειδικό επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως σε σχέση με την καταστροφή του περιβάλλοντος, πρέπει να τονιστεί ότι η Κυβέρνηση αυτή δεν απέδειξε επαρκώς ότι η επιβολή του επίμαχου τέλους στους μεταφορείς των άλλων κρατών μελών θα συνεπαγόταν μείωση των οδικών μεταφορών και αντίστοιχη αύξηση των σιδηροδρομικών και ποτάμιων μεταφορών και όχι μείωση των μεριδίων της αγοράς που κατέχουν οι μεταφορείς από τα άλλα κράτη μέλη και αντίστοιχη αύξηση των μεριδίων των γερμανών μεταφορέων.
46
Κατόπιν αυτών επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον της υποθέσεως.
47
Κατά συνέπεια, πρέπει να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα και να υποχρεωθεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναστείλει, όσον αφορά τα οχήματα που έχουν άδεια κυκλοφορίας άλλου κράτους μέλους, την είσπραξη του οδικού τέλους που προβλέπεται από τον νόμο περί των τελών χρήσεως των ομοσπονδιακών αυτοκινητοδρόμων και εθνικών οδών από τα βαριά φορτηγά οχήματα, της 30ής Απριλίου 1990, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της προσφυγής της Επιτροπής.
48
Όσον αφορά το αίτημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να υποχρεωθεί η Επιτροπή, σε περίπτωση λήψεως των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων, να παράσχει εγγύηση 500 εκατομμυρίων DM, ώστε να εξασφαλιστεί η καταβολή των τελών που θα κατέβαλλαν οι μεταφορείς των άλλων κρατών μελών μέχρι την περάτωση της διαδικασίας και τα οποία η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να εισπράξει εκ των υστέρων, ακόμη και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της προσφυγής της, πρέπει να τονιστεί ότι εγγυοδοσία προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος στον οποίο επιβάλλεται είναι ο οφειλέτης των ποσών τα οποία καλύπτει η εγγύηση και υπάρχει ο κίνδυνος αφερεγγυότητας του.
49
Αυτό όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει το ενδεχόμενο να μην μπορεί η Κοινότητα να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας δικαστικής αποφάσεως που θα την υποχρέωνε σε καταβολή αποζημιώσεως.
50
Συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος να εξαρτηθεί η λήψη των ασφαλιστικών μέτρων από εγγυοδοσία 500 εκατομμυρίων DM εκ μέρους της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της προσφυγής, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναστέλλει, όσον αφορά τα οχήματα ου έχουν άδεια κυκλοφορίας άλλου κράτους μέλους, την είσπραξη του οδικού τέλους που προβλέπεται από τον νόμο περί των τελών χρήσεως των ομοσπονδιακών αυτοκινητοδρόμων και εθνικών οδών από τα βαριά φορτηγά οχήματα, της 30ής Απριλίου 1990.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Έγινε στο Λουξεμβούργο, 12 Ιουλίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy