ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟ
της 27ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-242/90 PR,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Η. Etienne, κύριο νομικό σύμβουλο, και τον S. Van Raepenbusch, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της ίδιας αυτής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
αιτούσα,
υποστηριζόμενη από τους
John Allen, Balthasar Benz, Ludger Blasig, Martin Dihm, Agnès Guillaud, Chantal Hebberecht, Gerard Kiely, Dirk Lange, Michèle Lemasson, Frédérique Lorenzi, Josefine Loriz-Hoffmann, Christian Rambaud και Hermann Spitz, υπαλλήλους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενους από τον John Ε. Pheasant, solicitor στις Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Loesch & Wolter, 8, rue Zithe, και τους
Purification Alberdi Anchia, Arnaud Bordes, Aldo Longo, Felix Lozano Gallego, F. Javier Maetzu, Jens A. Munch, Adriaan H. Van Der Meer, Rudy Van Der Stappen, Robert Vanhoorde και Jesus Zorrilla Torras, υπαλλήλους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενους από τους G. Vandersanden και S. Dubois, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Α. Schmitt, 62, avenue Guillaume, και τους
Georges-Marc André, Jean-Louis Chomel, David Daly, Marc Debois, Bertrand Delpeuch, Donatella Diane, Ευάγγελο Διβάρη, Michael Gowen, Αναστάσιο Χανιώτη, Jill Hanna, Jacques Humières, Guy Ledoux, James Russel και Gerrit Verhelst, υπαλλήλους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενους από τον John Ε. Pheasant, solicitor στις Βρυξέλλες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο των Loesch & Wolter, 8, rue Zithe, και την
Fédération de la fonction publique européenne, εκπροσωπούμενη από τον François Jongen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Α. Schmitt, 62, avenue Guillaume,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 12 Ιουλίου 1990 στην υπόθεση Τ-35/89, στην οποία διάδικοι ήταν οι Alessandro Albani, Alberto Caferri, Claudio Caruso και Bruno Buffarla, αφενός, υποστηριζόμενοι από το Syndicat des fonctionnaires internationaux et européens και την Union syndicale, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφετέρου,
οι λοιποί διάδικοι είναι:
οι Alessandro Albani, Alberto Caferri, Claudio Caruso και Bruno Buffarla, εκπροσωπούμενοι από τον Gerard Collin, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την εταιρία περιορισμένης ευθύνης Fiduciaire Myson, 6-8, rue Origer,
το Syndicat des fonctionnaires internationaux et européens,
η Union syndicale, εκπροσωπούμενη από τον J.-N. Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την εταιρία περιορισμένης ευθύνης Fiduciaire Myson, 6-8, rue Origer,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 1990, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως της 12ης Ιουλίου 1990 με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού COM/A/482 σχετικά με τη διόρθωση της δεύτερης γραπτής δοκιμασίας, καθώς και τις μετέπειτα πράξεις της διαδικασίας του διαγωνισμού.
2
Η Επιτροπή ζητεί, με το δικόγραφο της, την αναίρεση της αποφάσεως αυτής κατά το μέρος που ακυρώνει όλες τις πράξεις της διαδικασίας του διαγωνισμού COM/A/482 που διενεργήθηκαν μετά τη διόρθωση της δεύτερης γραπτής δοκιμασίας και δεν περιορίζει τις συνέπειες της ακυρώσεως αυτής στην αποκατάσταση μόνο των δικαιωμάτων των προσφυγόντων ενώπιον του Πρωτοδικείου.
3
Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Αυγούστου 1990, η Επιτροπή υπέβαλε επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Οργανισμού ΕΟΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, καθώς % και με το άρθρο 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων για την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά την υποχρέωση της Επιτροπής να ανακαλέσει τους διορισμούς 38 υπαλλήλων κατόπιν της ακυρώσεως της δεύτερης γραπτής δοκιμασίας του διαγωνισμού COM/A/482.
4
Οι προσφυγόντες ενώπιον του Πρωτοδικείου κατέθεσαν έγγραφες παρατηρήσεις στις 19 Σεπτεμβρίου και η Union syndicale στις 10 Σεπτεμβρίου 1990.
5
Με Διατάξεις της 10ης Οκτωβρίου 1990 το Δικαστήριο επέτρεψε στους Allen και λοιπούς, Alberai Anchia και λοιπούς και André και λοιπούς, οι οποίοι έχουν όλοι διοριστεί μόνιμοι υπάλληλοι κατόπιν της επιτυχίας τους στον διαγωνισμό COM/Α/482, να παρέμβουν στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατά της Επιτροπής. Με Διάταξη της ίδιας ημέρας επιτράπηκε επίσης στη Fédération de la fonction publique européenne να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία. Οι παρεμβαίνοντες κατέθεσαν τις έγγραφες παρατηρήσεις τους στις 18 Οκτωβρίου 1990.
6
Η Επιτροπή, οι προσφυγόντες ενώπιον του Πρωτοδικείου και η Union syndicale, καθώς και οι παρεμβαίνοντες στην παρούσα διαδικασία, επεξήγησαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στις 22 Οκτωβρίου 1990.
7
Καταρχάς πρέπει να υπενθυμιστεί η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και οι εκτιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστάσεις υπό τις οποίες το Πρωτοδικείο ακύρωσε την ανωτέρω απόφαση της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τη διόρθωση της δεύτερης γραπτής δοκιμασίας, καθώς και τις μετέπειτα πράξεις της διαδικασίας του διαγωνισμού.
8
Ο επίμαχος διαγωνισμός, γενικός διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων, προκηρύχθηκε από την Επιτροπή το 1987, με σκοπό την κατάρτιση πίνακα μελλοντικών προσλήψεων διοικητικών υπαλλήλων στους βαθμούς 7 και 6 της κατηγορίας Α σε ορισμένους ειδικούς τομείς. Στον διαγωνισμό επιτράπηκε να μετάσχουν 877 υποψήφιοι.
9
Σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, η δεύτερη γραπτή δοκιμασία θα ήταν πρακτικής φύσεως, με σκοπό την αξιολόγηση της αναλυτικής ικανότητας των υποψηφίων και της πείρας τους στην επεξεργασία του φακέλου μιας υποθέσεως.
10
Για τη δεύτερη αυτή γραπτή δοκιμασία, η εξεταστική επιτροπή ζήτησε από τους υποψηφίους να συντάξουν σημείωμα που να συνοψίζει τα στοιχεία του εν λόγω φακέλου και στο οποίο να εκτίθεται επίσης η προσωπική άποψη του υποψηφίου επί του εξεταζομένου προβλήματος. Η έκταση του σημειώματος δεν έπρεπε να υπερβαίνει τις 800 λέξεις, ειδάλλως το σημείωμα δεν θα διορθωνόταν, οι δε υποψήφιοι έπρεπε να μετρήσουν οι ίδιοι τον αριθμό των λέξεων που είχαν χρησιμοποιήσει και να σημειώσουν τον αριθμό αυτό πάνω στο γραπτό τους.
11
Εντούτοις, μετά τη διεξαγωγή της δοκιμασίας αυτής, η εξεταστική επιτροπή έδωσε οδηγίες στους διορθωτές να μη διορθώσουν τα προδήλως μόνο υπερβολικά μακρά χειρόγραφα, δηλαδή τα υπερβαίνοντα τις 1200 λέξεις.
12
Οι προσφυγόντες ενώπιον του Πρωτοδικείου απέτυχαν στη δεύτερη γραπτή δοκιμασία και η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να μην τους δεχθεί στις προφορικές εξετάσεις του διαγωνισμού.
13
Στις 25 Μαΐου 1988 οι ανωτέρω άσκησαν προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, ισχυριζόμενοι ότι η εξεταστική επιτροπή, με τις οδηγίες που είχε δώσει στους διορθωτές, τροποποίησε τους όρους που είχε επιβάλει η ίδια για τη δεύτερη γραπτή δοκιμασία και έτσι επέτρεψε σε ορισμένους υποψηφίους που δεν είχαν τηρήσει τους όρους αυτούς να πλεονεκτήσουν σε βάρος των λοιπών και κατά συνέπεια παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της αντικειμενικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
14
Ενώπιον του Πρωτοδικείου οι προσφεύγοντες ζήτησαν, με τις προσφυγές τους, την ακύρωση της όλης διαδικασίας διορθώσεως των γραπτών δοκιμασιών του διαγωνισμού ή τουλάχιστον της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής περί αποκλεισμού τους από τις προφορικές εξετάσεις.
15
Το Πρωτοδικείο τονίζει στην απόφαση του ότι το γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή αγνόησε το όριο των 800 λέξεων που είχε επιβληθεί για τη δεύτερη γραπτή δοκιμασία αποτελεί ουσιώδη πλημμέλεια, ικανή να θίξει το κύρος τόσο της επίδικης απόφασης της εξεταστικής επιτροπής όσο και της μετέπειτα διαδικασίας.
16
Πάντως το Πρωτοδικείο τονίζει επίσης ότι, προκειμένου για γενικό διαγωνισμό που διενεργείται σε πολλά στάδια, η πλημμέλεια που σημειώνεται σε ένα στάδιο δεν δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρά μόνον αν η πλημμέλεια αυτή νόθευσε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού.
17
Ενώπιον του Πρωτοδικείου η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, καθόσον μόνο 5 από τους 172 υποψηφίους που είχαν γίνει δεκτοί στις προφορικές εξετάσεις είχαν υπερβεί το όριο των 800 λέξεων και κανείς από αυτούς δεν είχε περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων που καταρτίστηκε στις 26 Μαΐου 1988.
18
Από την απόφαση πάντως του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, καθόσον τα γραπτά του διαγωνισμού είχαν καταστραφεί κατά λάθος. Ούτε από τις ενώπιον του Πρωτοδικείου μαρτυρικές καταθέσεις αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η Επιτροπή.
19
Κατόπιν αυτών το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να ελέγξει αν είχε τηρηθεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων κατά τη διόρθωση των γραπτών της δεύτερης δοκιμασίας ούτε αν η εν λόγω πλημμέλεια είχε νοθεύσει το τελικό αποτέλεσμα του διαγωνισμού.
20
Το Πρωτοδικείο κατέληξε στο ότι έπρεπε να γίνουν δεκτά τα αιτήματα των προσφευγόντων και ότι έπρεπε να ακυρώσει « την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού COM/A/482 σχετικά με τη διόρθωση της δεύτερης γραπτής δοκιμασίας, καθώς και τις μετέπειτα πράξεις της διαδικασίας του διαγωνισμού. »
21
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου ούτε το διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου αφορούσαν ή αφορούν τους διορισμούς που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν του επίμαχου διαγωνισμού.
22
Η διαδικασία του διαγωνισμού, όπως καθορίζεται στο παράρτημα III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, περατώνεται με την κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων και τη διαβίβαση του στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μαζί με αιτολογημένη έκθεση της εξεταστικής επιτροπής. Η ακύρωση από το Πρωτοδικείο των μετέπειτα πράξεων της διαδικασίας του διαγωνισμού, πέραν από την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τη διόρθωση της δεύτερης γραπτής δοκιμασίας, δεν μπορεί επομένως να αφορά παρά, το πολύ, την ακύρωση του πίνακα επιτυχόντων.
23
Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, Armelle Detti κατά Δικαστηρίου, 144/82, Συλλογή 1983, σ. 2421 ) προκύπτει ότι ακόμη και μια πλημμέλεια ή παρατυπία κατά τη διεξαγωγή διαγωνισμού που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την τήρηση της αρχής της ισότητας μεταξύ των υποψηφίων δεν συνεπάγεται αυτόματα την ακύρωση των διορισμών που πραγματοποιούνται στη συνέχεια, εφόσον πρόκειται, όπως στην παρούσα υπόθεση, για γενικό διαγωνισμό με σκοπό την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις.
24
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου επί της αναιρέσεως, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να ανακαλέσει τους διορισμούς στους οποίους προέβη πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
25
Αντικείμενο της αιτήσεως της Επιτροπής για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι η αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά την ανωτέρω υποχρέωση της. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία τέτοια υποχρέωση, η αίτηση αναστολής δεν έχει αντικείμενο και επομένως πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 27 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy