ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 25ης Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-257/90 R,
Italsolar SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα το Μιλάνο, εκπροσωπουμένη από τους Μ. Siragusa, Μ. Nicolazzi και G. Scassellati-Sforzolini, δικηγόρους Ρώμης, Μιλάνου και Βολώνιας αντιστοίχως, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο των Arendt και Medernach, 4, avenue Marie-Thérèse,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους E. de March και Η.-Ρ. Hartvig, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με την οποία επιδιώκεται η εκ νέου συμμετοχή της αιτούσας στη διαδικασία διαγωνισμού μέσω περιορισμένης προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών για την προμήθεια και εγκατάσταση φωτοβολταϊκών ηλιακών συστημάτων που προκήρυξε η Μόνιμη Διακρατική Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Ξηρασίας στο Σαχέλ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Αυγούστου 1990, η Italsolar SpA άσκησε, δυνάμει των άρθρων 173, δεύτερο εδάφιο, 175, τρίτο εδάφιο, 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται, πρώτον, η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα/αιτούσα με έγγραφο της Γενικής Διευθύνσεως Αναπτύξεως, της 12ης Ιουνίου 1990, στο οποίο η εν λόγω γενική διεύθυνση επιβεβαιώνει ότι η υποβληθείσα από την αιτούσα προσφορά σχετικά με τα τμήματα 2 και 3 συγκεκριμένου έργου για την προμήθεια και εγκατάσταση φωτοβολταϊκών ηλιακών συστημάτων στις χώρες του Σαχέλ δεν έγινε δεκτή από τον γραμματέα της Μόνιμης Διακρατικής Επιτροπής για την Καταπολέμηση της Ξηρασίας στο Σαχέλ (εφεξής: CILSS). Επικουρικώς, με την προσφυγή ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει τα μέτρα που όφειλε να θεσπίσει έναντι της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της διαδικασίας του διαγωνισμού. Τέλος, ζητείται η αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν στην προσφεύγουσα λόγω του αποκλεισμού της από τον διαγωνισμό.
2
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η προσφεύγουσα υπέβαλε, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία επιδιώκεται η αναστολή εκτελέσεως της προαναφερθείσας απόφασης ή η λήψη οποιουδήποτε άλλου προσωρινού μέτρου, ικανού να διασφαλίσει την εκ νέου συμμετοχή της αιτούσας στη διαδικασία του διαγωνισμού.
3
Η Επιτροπή υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 20 Σεπτεμβρίου 1990, αμφότεροι δε οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στις 12 Οκτωβρίου 1990.
4
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ύστερα από διαδικασία προεπιλογής, η αιτούσα κλήθηκε τον Ιούλιο του 1989 να συμμετάσχει σε περιορισμένη πρόσκληση της CILSS για την υποβολή προσφορών σχετικά με την προμήθεια και εγκατάσταση φωτοβολταϊκών ηλιακών συστημάτων στις συμμετέχουσες στην CILSS χώρες.
5
Το έργο αυτό εμπίπτει στο πλαίσιο περιφερειακού προγράμματος χρησιμοποιήσεως της ηλιακής ενεργείας που χρηματοδοτεί το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως σύμφωνα με τις διατάξεις της τρίτης Συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ, που υπογράφηκε στη Λομέ στις 8 Δεκεμβρίου 1984 ( EE L 86 της 31.3.1986 ).
6
Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προκήρυξη του διαγωνισμού, το άνοιγμα των προσφορών, περιλαμβανομένης και της προσφοράς της αιτούσας, έγινε στις 7 Νοεμβρίου 1989 στην έδρα της Επιτροπής στις Βρυξέλλες.
7
Με τηλετύπημα της 3ης Μαΐου 1990, το οποίο επιβεβαιώθηκε με έγγραφο της 7ης Μαΐου 1990, η CILSS, στην οποία εναπόκειται, σύμφωνα με τις διατάξεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού, να συνάψει τη σύμβαση αναθέσεως του έργου, ενημέρωσε την αιτούσα σχετικά με την απόρριψη της προσφοράς της.
8
Φρονούσα ότι η προσφορά της, η οποία αφορούσε τα τμήματα 2 και 3 του έργου, ήταν η ολιγότερο εξεζητημένη και κακώς απορρίφθηκε, η αιτούσα απηύθυνε στις 7 Μαΐου 1990 έγγραφο στην Επιτροπή.
9
Στην αλληλουχία αυτή μεσολάβησε το προαναφερθέν έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1990 της Επιτροπής, με το οποίο επιβεβαιώθηκε ότι η CILSS δεν δέχθηκε την προσφορά της αιτούσας. Πέραν αυτού, στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι το πρόγραμμα στο οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο έργο εκτελέστηκε με ευθύνη της CILSS, στην οποία ανήκει η εξουσία λήψεως αποφάσεως σχετικά με την ανάθεση του έργου και η οποία δεν είναι υποχρεωμένη να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.
10
Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, κάθε αίτηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως ενός οργάνου ή κάθε αίτηση για τη λήψη άλλου προσωρινού μέτρου είναι παραδεκτή μόνο αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ή αν προέρχεται από διάδικο σε εκκρεμή ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση και εφόσον η αίτηση αφορά την υπόθεση αυτή.
11
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής της κύριας δίκης που άσκησε η προσφεύγουσα, υπό την έννοια ότι σκοπείται η ακύρωση της αποφάσεως που περιέχει το προαναφερθέν από 12 Ιουνίου 1990 έγγραφο της Επιτροπής.
12
Πάντως, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, παρέλκει η απόφανση επί του παραδεκτού της προσφυγής.
13
Στη συνέχεια, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, η έκδοση Διατάξεως περί αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως προσωρινών μέτρων εξαρτάται από την ύπαρξη περιστατικών από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και από πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη χορήγηση της αναστολής ή τη λήψη των προσωρινών μέτρων.
14
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επείγον της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση προς την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί την αναστολή ή τη λήψη των προσωρινών μέτρων.
15
Ως προς τη σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία που απειλεί τον αιτούντα την αναστολή ή τη λήψη των προσωρινών μέτρων διάδικο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε τελευταίως Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Μαΐου 1990 στις υποθέσεις C-51/90 R και C-59/90 R, Comos Tank BV και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2167), μια χρηματοοικονομικής φύσεως ζημία δεν θεωρείται καταρχήν σοβαρή και ανεπανόρθωτη παρά μόνον αν δεν μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως, ακόμη και αν οι αιτούντες κερδίσουν την κύρια δίκη.
16
Η αιτούσα υπογραμμίζει συναφώς ότι η ζημία που την απειλεί δεν είναι αποκλειστικώς χρηματοοικονομικής φύσεως, αλλ' απορρέει από το γεγονός ότι αποκλείστηκε, σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, χωρίς αιτιολογία από την εκτέλεση ενιαίου έργου σε μια από τις γεωγραφικές ζώνες στις οποίες εφαρμόζεται για πρώτη φορά η τεχνολογία της φωτοβολταϊκής ενέργειας, αποκλειστικής δραστηριότητας της αιτούσας. Η ζήτηση στη ζώνη αυτή θα είναι κεκορεσμένη επί σειρά ετών που θα ακολουθήσουν, το γεγονός δε ότι δεν ανέλαβε τουλάχιστον ένα από τα στάδια του οικείου έργου πρόκειται να έχει ως συνέπεια τη σοβαρή υποθήκευση της μελλοντικής αναπτύξεως των δραστηριοτήτων της αιτούσας.
17
Η αιτούσα διευκρινίζει ότι, κατόπιν αυτού, η αναστολή εκτελέσεως ή τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα πρέπει να έχουν ως συνέπεια την προσωρινή εκ νέου αποδοχή της συμμετοχής της αιτούσας στη διαδικασία διενεργείας διαγωνισμού για την εκτέλεση του επιδίκου έργου, διαδικασία η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη οριστικά. Υπό την έννοια αυτή, καθίσταται δυνατή η αποφυγή οποιασδήποτε ζημίας εν αναμονή της οριστικής επιλύσεως της διαφοράς.
18
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από την προκήρυξη του διαγωνισμού, η εξουσία αναθέσεως ή μη του έργου δεν εναπόκειται στην Επιτροπή αλλά στην CILSS, η οποία ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό των κρατών μελών που είναι μέλη της, σύμφωνα με το άρθρο 192 της τρίτης Συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ που προαναφέρθηκε, βάσει του οποίου, όσον αφορά τις χρηματοδοτούμενες ιδίως από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως παρεμβάσεις, τα κράτη ΑΚΕ φέρουν την ευθύνη για την προετοιμασία, διαπραγμάτευση και σύναψη των συμβάσεων.
19
Κατά συνέπεια, η αναστολή εκτελέσεως πράξεως της Επιτροπής ή η λήψη προσωρινών μέτρων κατ' αυτής δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εκ νέου συμμετοχή της αιτούσας στη διαδικασία του διαγωνισμού.
20
Η απόφαση για τον αποκλεισμό ή την εκ νέου συμμετοχή της αιτούσας στη διαδικασία του διαγωνισμού για την εκτέλεση του επιδίκου έργου εναπόκειται στην CILSS. Σύμφωνα με τις γενικές ρήτρες της συγγραφής υποχρεώσεων και του άρθρου 238 της ανωτέρω τρίτης Συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ, οι υποβάλλοντες προσφορά μπορούν να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις των διοικήσεων των κρατών ΑΚΕ μέσω διαιτησίας, διαδικαστικής οδού της οποίας χρήση έκανε ήδη η αιτούσα.
21
Από τα ανωτέρω έπεται ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι τα αιτούμενα μέτρα είναι αναγκαία προκειμένου να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, αλλ' ούτε ότι τα μέτρα αυτά είναι ικανά να παραγάγουν τα αποτελέσματα αυτά. Συνεπώς, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 25 Οκτωβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy