ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 27ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-285/90,
Κωνσταντίνος Τσίτουρας, Γεώργιος Κάλυκας και Γεώργιος Λάππας, κάτοικοι Πειραιά, εκπροσωπούμενοι από τον Γ. Δαβάκη, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ηλία Κυπραίο, 57-59, rue Α. Mayer,
προσφεύγοντες,
κατά
Ελληνικού Δημοσίου,
καθής,
η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 53/1989 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και της αποφάσεως 158/1989 του Αρείου Πάγου σχετικά με την εκλογή στην Ελλάδα των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliét, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Σεπτεμβρίου 1990, οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία, κατ' ουσίαν, ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως 53/1989 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και της αποφάσεως 158/1989 του Αρείου Πάγου.
2
Οι επίμαχες αποφάσεις εκδόθηκαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των προσφευγόντων, υποψηφίων του κόμματος « Βασιλοφρόνων Εθνικών Αγωνιστών » κατά την εκλογή στην Ελλάδα των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και των Ελληνικών Αρχών, σχετικά με την απαγόρευση της εκ μέρους των χρησιμοποιήσεως του όρου « βασιλοφρόνων » στην ονομασία του κόμματος τους.
3
Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, « όταν το Δικαστήριο είναι προφανώς αναρμόδιο για να επιληφθεί μιας προσφυγής που του υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 38, μπορεί να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη με αιτιολογημένη Διάταξη. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδοθεί ακόμα και πριν από τη γνωστοποίηση της προσφυγής στον αντίδικο ».
4
Καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ δεν προβλέπει τη δυνατότητα, για ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, της ασκήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγής στρεφόμενης κατά κράτους μέλους και επιδιώκουσας την ακύρωση αποφάσεων που εκδόθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια.
5
Επομένως, δεδομένου ότι το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί της παρούσας προσφυγής, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ακόμα και πριν από τη γνωστοποίηση της στον αντίδικο κατά του οποίου στρέφεται.
6
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 27 Φεβρουαρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy