ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟ
της 31ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-345/90 P-R,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους J. Campinos, jurisconsulte, και Μ. Peter, προϊστάμενο τμήματος, επικουρούμενους από τον Α. Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του, στο γραφείο του jurisconsulte, κτίριο BAK, Kirchberg,
αναιρεσείον,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1990, στην υπόθεση Τ-37/89, Jack Hanning κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
με αντίδικο τον
Jack Hanning, υπάλληλο του Συμβουλίου της Ευρώπης, εκπροσωπούμενο από τον G. Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Α. Schmitt, 62, avenue Guillaume,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την παρούσα
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 1990, το Κοινοβούλιο άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1990 και με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Κοινοβουλίου να αγνοήσει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ΡΕ/41/Α και να προκηρύξει τον διαγωνισμό ΡΕ/4 Ια/Α.
2
Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, το Κοινοβούλιο υπέβαλε εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, καθώς και με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, επιδιώκοντας την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
3
Ο ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφεύγων κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 19 Δεκεμβρίου 1990 και οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους στις 14 Ιανουαρίου 1991.
4
Πρέπει, καταρχάς, να υπομνηστούν συνοπτικώς τα περιστατικά που οδήγησαν το Πρωτοδικείο στο να ακυρώσει την προαναφερθείσα απόφαση του Κοινοβουλίου, όπως αυτά προκύπτουν από την προσβαλλομένη απόφαση.
5
Το Κοινοβούλιο προκήρυξε το 1986 τον γενικό διαγωνισμό ΡΕ/41/Α, βάσει τίτλων και εξετάσεων, προκειμένου να καλυφθεί μία θέση προϊσταμένου τμήματος, βαθμού Α 3, για τη Διεύθυνση του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου στο Λονδίνο.
6
Ο Harming, υποψήφιος του διαγωνισμού αυτού, περιελήφθη στον πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή. Στον πίνακα αυτό κατετάγη πρώτος μεταξύ των εγγεγραμμένων τεσσάρων υποψηφίων, ο δε πίνακας επιτυχόντων έπρεπε, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, να περιλαμβάνει τέσσερις επιτυχόντες κατ' ανώτατο όριο.
7
Εντούτοις, στις 6 Απριλίου 1988, οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου πληροφόρησαν τον Harming ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, έχοντας διαπιστώσει παρατυπίες κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, έκρινε καλό να μη προβεί σε κανένα διορισμό και να προκηρύξει νέο γενικό διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων.
8
Στις 29 Ιουνίου 1988, ο Hanning άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής. Ταυτόχρονα, υπέβαλε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων επιδιώκοντας την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως, κατά το μέρος που αφορούσε την κίνηση νέας διαδικασίας προσλήψεως σε αντικατάσταση της διαδικασίας του διαγωνισμού ΡΕ/41/Α.
9
Με Διάταξη της 11ης Ιουλίου 1988, Hanning κατά Κοινοβουλίου ( 176/88 R, Συλλογή 1988, σ. 3915), η οποία δημοσιεύθηκε πριν από την παραπομπή της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, κρίνοντας ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημία δεν μπορούσε να προκύψει, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, από την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι, στην περίπτωση που αυτός δικαιωνόταν, ο τυχών διορισμός άλλου υποψηφίου κατά τη λήξη της νέας διαδικασίας προσλήψεως θα ήταν άκυρος και η πρώτη διαδικασία θα συνέχιζε τη φυσιολογική της πορεία, σαν να μην είχε μεσολαβήσει η επίμαχη απόφαση.
10
Ο Hanning υπέβαλε την υποψιότητά του στον νέο γενικό διαγωνισμό ΡΕ/41α/Α που προκήρυξε το Κοινοβούλιο και περιελήφθη εκ νέου στον πίνακα επιτυχόντων, τον οποίο κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή του εν λόγω διαγωνισμού. Εντούτοις, στον πίνακα αυτό κατατάχθηκε δεύτερος μεταξύ των τεσσάρων επιτυχόντων υποψηφίων, μετά από έναν υποψήφιο που δεν είχε μετάσχει στον πρώτο διαγωνισμό.
11
Εν συνεχεία του διαγωνισμού αυτού, ο καταταγείς πρώτος υποψήφιος διορίστηκε στη θέση του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου στο Λονδίνο.
12
Το Πρωτοδικείο αναφέρει στην απόφαση του ότι η επίμαχη απόφαση, όπως ανακοινώθηκε στον προσφεύγοντα ενώπιον του Πρωτοδικείου, πάσχει από ανεπαρκή αιτιολογία, δεδομένου ότι δεν έγινε καμία μνεία για τον χαρακτήρα ή τη φύση των παρατυπιών που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του πρώτου διαγωνισμού.
13
Πάντως, το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτή η ανεπάρκεια αιτιολογίας δεν επιφέρει αυτόματα την ακύρωση της εκδοθείσας πράξης, σε περίπτωση που οι συμπληρωματικές διευκρινίσεις που δίδονται κατά τη διάρκεια της δίκης από το καθού θεσμικό όργανο καθιστούν δυνατό στον δικαστή να εξακριβώσει ότι η εν λόγω απόφαση μπορεί νομίμως να στηριχθεί στην προβληθείσα αιτιολογία.
14
Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που έδωσε το Κοινοβούλιο ενώπιον του Πρωτοδικείου, η απόφαση ελήφθη βάσει γνωμοδοτήσεως της νομικής υπηρεσίας του Κοινοβουλίου.
15
Με τη γνωμοδότηση αυτή, η νομική υπηρεσία του Κοινοβουλίου διαπίστωσε ότι δύο υποψήφιοι, περιληφθέντες στον πίνακα επιτυχόντων, στην τρίτη και τέταρτη θέση, είχαν γίνει παρατύπως δεκτοί για να μετάσχουν στον διαγωνισμό. Οι δύο αυτοί υποψήφιοι, υπάλληλοι του Κοινοβουλίου, δεν είχαν επισυνάψει, όπως απαιτούσε η προκήρυξη του διαγωνισμού, τα αναγκαία δικαιολογητικά στις αιτήσεις τους και η εξεταστική επιτροπή, αφού αρχικά απέρριψε τις εν λόγω αιτήσεις, αποφάσισε να τις δεχθεί, κρίνοντας εσφαλμένα ότι τα δικαιολογητικά που περιλαμβάνονταν στους ατομικούς φακέλους τους, τους οποίους χειρίζεται η διοίκηση του Κοινοβουλίου, ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
16
Η γνωμοδότηση περιλαμβάνει, εν συνεχεία, την εξέταση των τριών διοικητικών ενστάσεων που υποβλήθηκαν κατά της διαδικασίας του διαγωνισμού. Η νομική υπηρεσία έκρινε ότι η μία από αυτές, υποβληθείσα από υποψήφιο που αποκλείστηκε από τον διαγωνισμό διότι δεν προσκόμισε δικαιολογητικά και ο οποίος εξέφρασε τη δυσαρέσκεά του επειδή δύο άλλοι υποψήφιοι, ευρισκόμενοι στην ίδια κατάσταση, είχαν γίνει δεκτοί, ήταν παραδεκτή και ότι η ΑΔΑ ήταν αρμόδια να ελέγξει τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε.
17
Εξάλλου, η νομική υπηρεσία του Κοινοβουλίου επικαλέστηκε τη νομολογία του Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων, την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 321/85, Συλλογή 1986, σ. 3199), κατά την οποία η ΑΔΑ αφενός δεν μπορεί να δεσμεύεται από αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής των οποίων ο παράνομος χαρακτήρας θα μπορούσε, εντεύθεν, να επηρεάσει τη νομιμότητα των δικών της αποφάσεων και αφετέρου αδυνατεί να διορίσει οποιονδήποτε υποψήφιο εφόσον κρίνει ότι η εξεταστική επιτροπή παρανόμως απέκλεισε από τον διαγωνισμό έναν ή περισσοτέρους υποψηφίους και ότι η όλη διαδικασία του διαγωνισμού πάσχει λόγω του γεγονότος αυτού.
18
Υπό το φως της νομολογίας αυτής, η νομική υπηρεσία του Κοινοβουλίου παρατήρησε ότι εν προκειμένω, εκτός των τεσσάρων υποψηφίων που περιελήφθησαν στον πίνακα επιτυχόντων, ένας πέμπτος υποψήφιος είχε συγκεντρώσει τον ελάχιστο αριθμό μονάδων που ήταν αναγκαίες για να επιτύχει στον διαγωνισμό, αλλ' ότι η ΑΔΑ αδυνατούσε να τον διορίσει αφού δεν περιελήφθη στον πίνακα επιτυχόντων λόγω της εγγραφής δύο υποψηφίων που δεν έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί σ' αυτόν. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, η νομική υπηρεσία του Κοινοβουλίου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ΑΔΑ είχε το δικαίωμα να αγνοήσει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και να κινήσει τη διαδικασία νέου διαγωνισμού.
19
Με την απόφαση του, το Πρωτοδικείο επικυρώνει το βάσιμο της γνωμοδοτήσεως αυτής όσον αφορά την παρατυπία που συνίσταται στον μη αποκλεισμό των δύο υποψηφίων που παρέλειψαν να προσκομίσουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και αναγνωρίζει ότι η διαδικασία του διαγωνισμού πάσχει όντως από παρατυπίες.
20
Εντούτοις, όσον αφορά την ένσταση που η νομική υπηρεσία του Κοινοβουλίου έκρινε παραδεκτή, το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι η εν λόγω υπηρεσία όφειλε να αναγνωρίσει ότι η ένσταση ήταν αβάσιμη. Ο εν λόγω υποψήφιος, ο οποίος ορθώς είχε αποκλειστεί λόγω μη προσκομίσεως δικαιολογητικών, δεν μπορούσε εγκύρως να γίνει δεκτός για τον λόγο ότι άλλοι υποψήφιοι είχαν παρανόμως γίνει δεκτοί από την εξεταστική επιτροπή. Το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει, συνεπώς, ότι η εν λόγω ένσταση δεν μπορεί να αιτιολογήσει νομίμως την προσβαλλόμενη απόφαση.
21
Τέλος, όσον αφορά τη νομολογία που επικαλέστηκε η νομική υπηρεσία του Κοινοβουλίου, το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι αυτή δεν είναι αλυσιτελής στην προκειμένη περίπτωση. Η εν λόγω νομολογία αφορά την περίπτωση κατά την οποία η παρατυπία απορρέει από τον αδικαιολόγητο αποκλεισμό των υποψηφίων από τον διαγωνισμό και κατά την οποία όλη η διαδικασία του διαγωνισμού κατ' ανάγκη πάσχει εξ αυτού του λόγου. Εν προκειμένω, η παρατυπία απορρέει από το ότι εσφαλμένως δύο υποψήφιοι έγιναν δεκτοί, περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία του διαγωνισμού πάσχει μόνο μερικώς. Τα τμήματα της διαδικασίας και του πίνακα επιτυχόντων που πάσχουν λόγω παρατυπιών δύσκολα μπορούν να διαχωριστούν από τα τμήματα που δεν πάσχουν, κατά το μέτρο που η συμμετοχή και η κατάταξη των υποψηφίων που έγιναν κανονικώς δεκτοί δεν έχουν επηρεαστεί από την παράνομη συμμετοχή των δύο υποψηφίων που έγιναν δεκτοί παρατύπως.
22
Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, το Κοινοβούλιο όφειλε να εξετάσει τη δυνατότητα διορισμού ενός από τους δύο επιτυχόντες που είχαν κανονικώς περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων. Το Πρωτοδικείο διευκρινίζει σχετικά ότι το Κοινοβούλιο όφειλε, επίσης, να συγκρίνει τα προσόντα των δύο αυτών υποψηφίων με αυτά του πέμπτου υποψηφίου ο οποίος, κακώς, δεν είχε περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων λόγω των παρατυπιών που πάσχει ο διαγωνισμός. Κατά την απόφαση του Πρωτοδικείου, το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να αποφασίσει να αγνοήσει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού μόνον στην περίπτωση κατά την οποία αυτό είχε εγκύρως αποφασίσει ότι λόγοι υπηρεσιακού συμφέροντος δικαιολογούσαν τον διορισμό του πέμπτου αυτού υποψηφίου ο οποίος, μη έχοντας περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων, δεν μπορούσε να διοριστεί. Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, μη έχοντας προβεί σ' αυτήν τη συγκριτική εξέταση, το Κοινοβούλιο δεν άσκησε νόμιμα την εξουσία του εκτιμήσεως και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εξ αυτού του λόγου νομικώς πεπλανημένη.
23
Το Πρωτοδικείο καταλήγει, συνεπώς, ότι η επίμαχη απόφαση δεν μπορεί νομίμως να στηριχθεί στην αιτιολογία που επικαλέστηκε το Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της δίκης και ότι πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί.
24
Εν συνεχεία, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 53 του Οργανισμού ΕΟΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, η αναίρεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, υπό την επιφύλαξη, πάντως, της εφαρμογής των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ.
25
Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, το Δικαστήριο μπορεί, αν κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
26
Δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, απόφαση διατάσσουσα την αναστολή κατ' εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων εξαρτάται από την ύπαρξη περιστατικών από τα οποία προκύπτει το επείγον, καθώς και πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη χορήγηση της αναστολής ( το fumus boni juris ). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο επείγων χαρακτήρας αιτήσεως αναστολής πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την ανάγκη λήψεως προσωρινών μέτρων, ώστε να μη προκληθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στον διάδικο που ζητεί την αναστολή.
27
Πρέπει να εξεταστεί αν οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν εν προκειμένω.
28
Καταρχάς, όσον αφορά την προϋπόθεση του fumus boni juris, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου αγνοεί τον χαρακτήρα και τον ρόλο του πίνακα επιτυχόντων στη διαδικασία διαγωνισμού και παραβιάζει τις αρχές που πρέπει να διέπουν τη στάση της ΑΔΑ σε θέματα προσλήψεως κατόπιν διαγωνισμού και ιδίως την υποχρέωση που υπέχει να ελέγχει την κανονικότητα της διαδικασίας. Η απόφαση υποχρέωνε το Κοινοβούλιο να χρησιμοποιήσει έναν πίνακα επιτυχόντων παρατύπως καταρτισθέντα και ακρωτηριασμένο, περιορίζοντας εξ αυτού του λόγου την εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στην ΑΔΑ.
29
Στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, αρκεί να αναφερθεί ότι από τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, όπως επαναλαμβάνεται ανωτέρω στις σκέψεις 21 και 22, ανακύπτουν ζητήματα αρχής που αφορούν τα όρια του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων της ΑΔΑ, ζητήματα που το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να εξετάσει.
30
Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, καθόσον θέτουν υπό αμφισβήτηση τη συλλογιστική που έχει κατ' αυτόν τον τρόπο ακολουθηθεί, οι λόγοι, των οποίων έχει γίνει επίκληση προς στήριξη της αναιρέσεως, δεν στερούνται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρής βάσεως και ότι επομένως πληρούται η προϋπόθεση του fumus boni juris.
31
Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με το επείγον, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου συνεπάγεται την ακύρωση του διορισμού — που επήλθε κατά την περάτωση του διαγωνισμού ΡΕ/41α/Α — του πρωτεύσαντος ο οποίος, από τις 16 Ιανουαρίου 1989, κατέχει τη θέση του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Λονδίνο. Εξ αυτού του γεγονότος, η θέση θα χηρεύει επί μακρόν. Το Κοινοβούλιο τονίζει ότι οι δραστηριότητες των γραφείων του στις πρωτεύουσες της Κοινότητας είναι πολύ σημαντικές και ότι η παρατεταμένη απουσία του προϊσταμένου του εν λόγω Γραφείου Πληροφοριών θα ήταν ιδιαίτερα επιζήμια για το συμφέρον της υπηρεσίας.
32
Πρέπει να αναφερθεί ότι η εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου υποχρεώνει το Κοινοβούλιο να ακυρώσει τον διορισμό που επήλθε κατόπιν του διαγωνισμού ΡΕ/41α/Α και ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η εντεύθεν χηρεύουσα θέση μπορεί να προκαλέσει, όπως ισχυρίζεται το Κοινοβούλιο, σοβαρή και, λόγω της φύσεως της, ανεπανόρθωτη ζημία όσον αφορά τη λειτουργία των υπηρεσιών του.
33
Ακόμη και αν η επάνοδος στον πρώτο διαγωνισμό καθιστούσε δυνατή την ταχεία πλήρωση της κενής αυτής θέσης με τον διορισμό ενός από τους δύο πρώτους επιτυχόντες του διαγωνισμού αυτού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κίνδυνος να περιέλθει σε άλλον η εν λόγω θέση, μετά την ολοκλήρωση της αναιρετικής δίκης, θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει, για το Κοινοβούλιο, σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Το συμφέρον του Κοινοβουλίου να μη διατρέξει αυτόν τον κίνδυνο και το συμφέρον του παρόντος κατόχου της εν λόγω θέσεως, ο οποίος διορίστηκε κατόπιν διαγωνισμού, του οποίου η διενέργεια δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως, πρέπει στην περίπτωση αυτή να υπερισχύσουν του συμφέροντος του νικήσαντος ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδίκου να επιτύχει, ενδεχομένως, ταχύ διορισμό, ο οποίος όμως θα μπορούσε να αποδειχθεί προσωρινός.
34
Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι συντρέχει και η σχετική με το επείγον προϋπόθεση.
35
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
διατάσσει:
1)
Αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 20ής Σεπτεμβρίου 1990 στην υπόθεση Τ-37/89, Jack Hanning κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 31 Ιανουαρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy