ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 19ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-358/90 R,
Compagnia italiana alcool Sas di Mario Mariano & Co., εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα τη Νεάπολη, εκπροσωπούμενη από τους Ε. Η. Pijnacker Hordijk, δικηγόρο Άμστερνταμ, και Η. J. Bronkhorst, δικηγόρο παρά τω Hoge Raad der Nederlanden, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο L. Frieden, 62, avenue Guillaume,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους R. Fischer, νομικό της σύμβουλο, και C. Docksey, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον G. Berardis, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων για την αναστολή της εφαρμογής των κανονισμών ( ΕΟΚ ) 3389/90 και ( ΕΟΚ ) 3390/90 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 1990, σχετικών, αμφοτέρων, με την έναρξη πωλήσεως με ειδική δημοπρασία για χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων στην Κοινότητα αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Δεκεμβρίου 1990, η Compagnia italiana alcool Sas di Mario Mariano & Co. άσκησε, δυνάμει των άρθρων 173, δεύτερο εδάφιο, 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί, κυρίως, την ακύρωση της αποφάσεως ή των αποφάσεων της Επιτροπής που κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα με έγγραφα της 21ης Νοεμβρίου 1990, περί απορρίψεως των προσφορών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών ειδικής δημοπρασίας υπ. αριθ. 5/90 και 6/90, που άρχισαν με τους κανονισμούς ( ΕΟΚ) 2575/90 και ( ΕΟΚ) 2576/90 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 1990, σχετικών, αμφοτέρων, με την έναρξη πωλήσεως με ειδική δημοπρασία για χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων στην Κοινότητα αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρέμβασης ( ΕΕ L 243, σ. 22 και 24 ). Με την προσφυγή ζητείται επίσης η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στην προσφεύγουσα από την ή τις βαλλόμενες αποφάσεις και τη συνακόλουθη πώληση των ιδίων ποσοτήτων αλκοόλης μέσω δύο νέων διαδικασιών ειδικής δημοπρασίας, των υπ' αριθ. 7/90 και 8/90, που έχουν αρχίσει με τους κανονισμούς ( ΕΟΚ ) 3389/90 και (ΕΟΚ) 3390/90 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 1990, σχετικών, αμφοτέρων, με την έναρξη πωλήσεως με ειδική δημοπρασία για χρησιμοποίηση στον τομέα των καυσίμων στην Κοινότητα αλκοολών οινικής προελεύσεως που βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρέμβασης ( ΕΕ L 327, σ. 19 και 21 ).
2
Εξάλλου, με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε αυθημερόν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητεί την αναστολή της εφαρμογής των δύο αυτών κανονισμών σχετικά με την έναρξη των διαδικασιών ειδικής δημοπρασίας υπ' αριθ. 7/90 και 8/90, έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής.
3
Η Επιτροπή υπέβαλε τις σχετικές με την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων γραπτές της παρατηρήσεις στις 14 Δεκεμβρίου 1990.
4
Πριν εξεταστεί το βάσιμο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να υπομνηστεί, εν συντομία, το ιστορικό της διαφοράς και το νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εντάσσεται.
5
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς ( ΕΕ L 84, σ. 1 ), προβλέπει, στο άρθρο του 35, μέτρα αποστάξεως για ορισμένους οίνους και, στο άρθρο του 39, μέτρα υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων όταν η αγορά τέτοιων οίνων παρουσιάζει σοβαρή ανισορροπία.
6
Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, τα προϊόντα που προέρχονται από τις αναφερόμενες στις προαναφερθείσες διατάξεις αποστάξεις αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
7
Σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 40 του ανωτέρω κανονισμού, τα προϊόντα των αποστάξεων αυτών που κατέχουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως διατίθενται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε διαταραχή των αγορών αλκοόλης και οινοπνευματωδών ποτών. Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 1, σχετικά με τα προϊόντα των αναφερομένων στα άρθρα 35 και 36 του κανονισμού αποστάξεων, η διάθεση αυτή γίνεται σε άλλους τομείς και, κυρίως, στον τομέα των καυσίμων, κάθε φορά που είναι δυνατόν να προκληθεί τέτοια διαταραχή. Σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 2, σχετικά με τα προϊόντα της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων που αναφέρεται στο άρθρο 39 του κανονισμού, τα προϊόντα αυτά μπορούν να διατίθενται μόνο υπό μορφή ουδέτερης ή μετουσιωμένης αλκοόλης. Εξάλλου, το ίδιο άρθρο διευκρινίζει ότι η διάθεση των επίμαχων προϊόντων πραγματοποιείται, ιδίως, μέσω δημοπρασίας υπό όρους διασφαλίζοντες την ισότητα όσον αφορά την προμήθεια των εμπορευμάτων καθώς και την ίση μεταχείριση των αγοραστών.
8
Κρίνοντας ότι έπρεπε να υφίστανται την ίδια μεταχείριση, όσον αφορά τις διαδικασίες διαθέσεως, οι αλκοόλες που προέρχονται από διαφορετικά μέτρα αποστάξεως, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 12 Δεκεμβρίου 1988, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3877/88 για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τη διάθεση των αλκοολών που λαμβάνονται από τις αποστάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 35, 36 και 39 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 822/87 και βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρέμβασης ( ΕΕ L 346, σ. 7 ).
9
Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, οι εν λόγω αλκοόλες διατίθενται μέσω δημοπρασιών των οποίων οι όροι πρέπει να εξασφαλίζουν ίση μεταχείριση για όλους τους ενδιαφερομένους ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεως τους στην Κοινότητα.
10
Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, δεδομένου ότι η κτηθείσα πείρα έδειξε ότι απέβη μάταιη η προσπάθεια πωλήσεως των αλκοολών αυτών στις αγορές για διάφορες συνήθεις χρήσεις λόγω του κορεσμού των αγορών αυτών, κατέστη επιβεβλημένο να ζητηθεί κάποια προνομιακή δυνατότητα διαθέσεως στον τομέα των καυσίμων, ενώ, για να μην επηρεαστεί ο ανταγωνισμός με τα προϊόντα τα οποία θα μπορούσε να αντικαταστήσει η αλκοόλη, έπρεπε να παρασχεθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να αποκρούει τις λαμβανόμενες προσφορές.
11
Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι, για κάθε μία από τις δημοπρασίες για τις οποίες μπορούν να προβλέπονται ειδικοί όροι προκειμένου, ιδίως, να αποφεύγονται διαταραχές στις αγορές, η Επιτροπή μπορεί είτε να αποδέχεται είτε να αποκρούει τις λαμβανόμενες προσφορές.
12
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ιδίου κανονισμού, οι όροι διενεργείας των δημοπρασιών αυτών καθορίστηκαν με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1780/89 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1989, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής σχετικά με τη διάθεση των αλκοολών που λαμβάνονται από τις αποστάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 35, 36 και 39 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 822/87 του Συμβουλίου και βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως ( ΕΕ L 178, σ. 1 ).
13
Αυτός ο κανονισμός της Επιτροπής προβλέπει τρία συστήματα δημοπρασίας, ήτοι τη διαρκή δημοπρασία, την απλή δημοπρασία, και την ειδική δημοπρασία.
14
Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σύστημα, που προορίζεται για την πώληση σημαντικών ποσοτήτων αλκοόλης, ο κανονισμός προέβλεπε, στο αρχικό του κείμενο, ότι κάθε δημοπρασία αφορούσε δύο παρτίδες από τις οποίες κάθε μία περιελάμβανε ποσότητα όχι μικρότερη των 600000 εκατολίτρων ούτε μεγαλύτερη από 1200000 εκατολίτρων αλκοόλης εκφρασμένης σε εκατόλιτρα αλκοόλης 100 % vol. Ο υπερθεματιστής του οποίου η προσφορά έγινε δεκτή όφειλε, μεταξύ άλλων, εντός είκοσι ημερών, να προσκομίσει την απόδειξη της συστάσεως εγγυήσεως ορθής εκτελέσεως, της οποίας το ύψος έπρεπε να καθορίζεται στην προκήρυξη της δημοπρασίας και η οποία αποσκοπούσε στο να διασφαλιστεί η χρησιμοποίηση της αλκοόλης, που αποτελούσε το αντικείμενο της πρώτης παρτίδας, για τους προβλεπόμενους στην προκήρυξη της δημοπρασίας σκοπούς, ενώ η παραλαβή της δεύτερης παρτίδας εξηρτάτο από τη σύσταση παρόμοιας εγγυήσεως ορθής εκτελέσεως.
15
Κρίνοντας ότι ήταν ανάγκη να ληφθεί υπόψη το κόστος της επενδύσεως που πρέπει να πραγματοποιηθεί στα εργοστάσια μεταποιήσεως για τη χρησιμοποίηση της αλκοόλης οινικής καταγωγής στον τομέα των καυσίμων στο εσωτερικό της Κοινότητας, η Επιτροπή επέφερε, με τον κανονισμό της ( ΕΟΚ) 2568/90, της 5ης Σεπτεμβρίου 1990, για την τροποποίηση του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 1780/89 (ΕΕ L 243, σ. 11), μεταβολές όσον αφορά τους όρους σχετικά με τις πωλήσεις μέσω ειδικής δημοπρασίας. Σύμφωνα με τους κατ' αυτόν τον τρόπο διαμορφωμένους όρους, κάθε δημοπρασία αφορά πλέον όχι δύο αλλά περισσότερες παρτίδες από τις οποίες κάθε μία περιλαμβάνει ποσότητα όχι μικρότερη των 300000 εκατολίτρων ούτε μεγαλύτερη του 1200000 εκατολίτρων. Εξάλλου, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, να αποφασίζει την αντικατάσταση της εγγυήσεως ορθής εκτελέσεως από την υποχρέωση για τον υπερθεματιστή να υποβάλλεται στον έλεγχο διεθνούς ελεγκτικής εταιρίας. Αντιθέτως, με τον κανονισμό αυτό προστέθηκε, όσον αφορά τον υπερθεματιστή του οποίου η προσφορά έγινε δεκτή, η υποχρέωση συστάσεως, εντός είκοσι ημερών, εγγυήσεως παραλαβής της οποίας το ύψος καθορίζεται στην προκήρυξη της δημοπρασίας και η οποία αποσκοπεί στο να διασφαλίζεται η παραλαβή της αλκοόλης της πρώτης παρτίδας εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, ενώ η παραλαβή των λοιπών παρτίδων εξαρτάται από τη σύσταση παρομοίων εγγυήσεων παραλαβής.
16
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1990 η Επιτροπή αποφάσισε, με τους προαναφερθέντες κανονισμούς της 2575/90 και 2576/90, σχετικά με τις ειδικές δημοπρασίες 5/90 και 6/90, να πωλήσει ποσότητα 3200000 εκατολίτρων σε πέντε παρτίδες των 640000 εκατολίτρων και ποσότητα 1600000 εκατολίτρων σε πέντε παρτίδες των 320000 εκατολίτρων, αντίστοιχα, τις οποίες διέθεταν ισπανικοί, γαλλικοί και ιταλικοί οργανισμοί παρεμβάσεως και οι οποίες προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν εντός της Κοινότητας στον τομέα των καυσίμων. Σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτούς, η εγγύηση σωστής εκτελέσεως αντικαθίσταται, όσον αφορά τις δημοπρασίες αυτές, από την υποχρέωση του υπερθεματιστή να υποβληθεί στον έλεγχο διεθνούς ελεγκτικής εταιρίας. Σύμφωνα με τις σχετικές προκηρύξεις όσον αφορά τις δύο αυτές ειδικές δημοπρασίες (ΕΕ C 224, σ. 10 και 15 ), η εγγύηση παραλαβής όσον αφορά τις πρώτες παρτίδες καθορίζεται σε 40 ECU ανά εκατόλιτρο αλκοόλης 100 % vol.
17
Πριν από την εκπνοή των προθεσμιών, που είχαν οριστεί με τις προκηρύξεις δημοπρασίας στις 25 Σεπτεμβρίου 1990, η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή δύο προσφορές σχετικά με τις δύο αυτές διαδικασίες δημοπρασίας.
18
Αφού κλήθηκε να παράσχει ορισμένα πρόσθετα στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητες της, η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε, με έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 1990, ότι η Επιτροπή, ενόψει των προσφορών που είχε λάβει και της καταστάσεως που επικρατούσε στην παγκόσμια αγορά καυσίμων, είχε αποφασίσει να μη λάβει υπόψη τις προσφορές της όσον αφορά τις δύο αυτές δημοπρασίες. Στα έγγραφα αυτά η Επιτροπή κάνει μνεία για την απόφαση της να προβεί το ταχύτερο δυνατό σε εκ νέου έναρξη των ειδικών δημοπρασιών για την εν λόγω αλκοόλη ειδικής προελεύσεως.
19
Κρίνοντας ότι, για την απλούστευση του συστήματος των απαιτουμένων εγγυήσεων, επιβαλλόταν η σύσταση μιας και μόνης εγγυήσεως, καλούμενης σωστής εκτελέσεως, προκειμένου να διασφαλίζεται ταυτόχρονα και η λήψη και η χρησιμοποίηση της αλκοόλης δημοπρασίας για τους προβλεπόμενους σκοπούς, η Επιτροπή επέφερε, με τον κανονισμό της (ΕΟΚ) 3391/90, της 26ης Νοεμβρίου 1990, για την τροποποίηση του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 1780/89 (EE L 327, σ. 23), νέες τροποποιήσεις στους όρους σχετικά με τις πωλήσεις μέσω ειδικής δημοπρασίας. Σύμφωνα με τους νέους αυτούς όρους, η εγγύηση σωστής εκτελέσεως δεν μπορεί πλέον να αντικαθίσταται από την υποχρέωση, για τον υπερθεματιστή, να υπόκειται στον έλεγχο διεθνούς ελεγκτικής εταιρίας και πρέπει να αποσκοπεί στη διασφάλιση της χρησιμοποιήσεως ολόκληρης της κατακυρωθείσας αλκοόλης για τους προβλεπόμενους από την προκήρυξη της δημοπρασίας σκοπούς. Αντιθέτως, η εγγύηση παραλαβής παύει να υφίσταται.
20
Επίσης, στις 26 Νοεμβρίου 1990, η Επιτροπή έθεσε εκ νέου, προς πώληση, με τους προαναφερθέντες κανονισμούς 3389/90 και 3390/90 σχετικά με τις ειδικές δημοπρασίες υπ' αριθ. 7/90 και 8/90, ποσότητες αλκοόλης τις οποίες διέθεταν ο ισπανικός, γαλλικός και ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως. Οι ποσότητες αυτές, που ήταν οι ίδιες με αυτές που αφορούσαν οι ειδικές δημοπρασίες υπ' αριθ. 5/90 και 6/90, προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν εντός της Κοινότητας στον τομέα των καυσίμων. Σύμφωνα με τις δύο προκηρύξεις δημοπρασίας (ΕΕ C 296, σ. 9 και 14), η εγγύηση σωστής εκτελέσεως για τη συνολική ποσότητα που πωλείται μέσω δημοπρασίας ορίζεται σε 90 ECU ανά εκατόλιτρο αλκοόλης 100 % vol.
21
Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να συστήσει τέτοια εγγύηση για ολόκληρη την ποσότητα που πωλείται σε δημοπρασία και ότι η υποχρέωση συστάσεως παρομοίας εγγυήσεως αποτελεί τέτοιο οικονομικό βάρος για τις επιχειρήσεις, ακόμα και μέσου μεγέθους, ώστε να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας όσον αφορά την προμήθεια των προϊόντων αυτών, αρχή που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 40 του προαναφερθέντος κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου.
22
Η αιτούσα φρονεί ότι οι προσφορές που υπέβαλε στο πλαίσιο των ειδικών δημοπρασιών υπ' αριθ. 5/90 και 6/90 ήταν οι πλέον συμφέρουσες και ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η ή οι αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες αποκρούστηκαν οι ληφθείσες προσφορές στερείται ή στερούνται νομιμότητας λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και ότι η διάθεση προς πώληση των ιδίων ποσοτήτων αλκοόλης υπό επαχθείς όρους συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
23
Δεδομένου ότι η κατακύρωση των πωλουμένων μέσω δημοπρασίας ποσοτήτων αλκοόλης μπορούσε να επέλθει ήδη από τις 20 Δεκεμβρίου 1990, ημερομηνία που έχει οριστεί με τις προκηρύξεις ειδικής δημοπρασίας υπ' αριθ. 7/90 και 8/90 ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την κατάθεση των προσφορών, η αιτούσα ζητεί όπως τα προσωρινά μέτρα, με τα οποία θα διατάσσεται η αναστολή της εφαρμογής των σχετικών με τις διαδικασίες αυτές δημοπρασίας κανονισμών, ληφθούν πριν από την ημερομηνία αυτή.
24
Περαιτέρω, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διατάσσουσα τη λήψη προσωρινών μέτρων απόφαση προϋποθέτει την ύπαρξη περιστατικών που θεμελιώνουν το επείγον καθώς και πραγματικών και νομικών περιστατικών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των ζητουμένων προσωρινών μέτρων.
25
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επείγον μιας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να εκτιμάται ενόψει της ανάγκης που υφίσταται να διαταχθούν τέτοια μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στον διάδικο που τα ζητεί.
26
Όσον αφορά αυτή τη σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία που απειλεί τον διάδικο που ζητεί τα προσωρινά μέτρα, με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ. την πρόσφατη Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1990, Italsolar SpA κατά Επιτροπής, C-257/90 R, Συλλογή 1990, σ. I-3841 ), διευκρινίζεται ότι μια χρηματοοικονομικής φύσεως ζημία θεωρείται, καταρχήν, σοβαρή και ανεπανόρθωτη μόνο αν δεν μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως, ακόμη και αν οι αιτούντες κερδίσουν την κύρια δίκη.
27
Συναφώς, η αιτούσα υπογραμμίζει ότι, αν κερδίσει την υπόθεση της κύριας δίκης, η ακύρωση της ή των προσβαλλόμενων αποφάσεων θα πρέπει να τη θέσει στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχαν ληφθεί αυτή ή αυτές οι αποφάσεις. Αυτό θα ήταν αδύνατο χωρίς τα ζητηθέντα προσωρινά μέτρα, εφόσον η αιτούσα δεν θα είναι πλέον σε θέση να αποκτήσει τις σημαντικές ποσότητες αλκοόλης που διατίθενται προς πώληση στην τιμή που προσέφερε και υπό τους όρους που έχουν καθοριστεί για τις ειδικές δημοπρασίες υπ' αριθ. 5/90 και 6/90. Δεδομένου ότι η αιτούσα δεν μπορεί να μετάσχει στις διαδικασίες δημοπρασίας υπ' αριθ. 7/90 και 8/90 λόγω των επαχθών όρων που έχουν καθοριστεί γι' αυτές, θα βρεθεί, σε περίπτωση που δεν θα διαταχθούν τα ζητηθέντα προσωρινά μέτρα και λόγω της σπουδαιότητας και της διάρκειας των σχετικών συμβάσεων, αποκλεισμένη για μακρό χρόνο από την αγορά της αλκοόλης που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στον τομέα των καυσίμων.
28
Πρέπει να επισημανθεί ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο προβαλλόμενη ζημία είναι οικονομικής φύσεως. Η αιτούσα δεν μνημονεύει κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι η προβαλλόμενη ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως. Με την κύρια προσφυγή της η αιτούσα ζητεί, ιδίως, την αποκατάσταση όλων των ζημιών που θα υποστεί λόγω της ή των προσβαλλόμενων αποφάσεων και της εκ νέου διαθέσεως προς πώληση των ιδίων ποσοτήτων αλκοόλης, ζημιών ως προς τις οποίες η αιτούσα επιφυλάσσεται να υποβάλει τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία.
29
Έστω και αν υποτεθεί ότι η προβαλλόμενη ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως με την επιδίκαση αποζημιώσεως, τα εμπορικής φύσεως συμφέροντα που η αιτούσα επιδιώκει να διασφαλίσει πρέπει να σταθμιστούν με τα συμφέροντα της Κοινότητας να διαθέσει, υπό τους όρους που έχουν κριθεί από την Επιτροπή ως οι ενδεδειγμένοι, τις σημαντικότατες ποσότητες αλκοόλης παρεμβάσεως που προκύπτουν από τα μέτρα αποστάξεως που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αμπελοοινικής αγοράς, ποσότητες των οποίων η αποθεματοποίηση θέτει, κατά την Επιτροπή, σημαντικές λογιστικής φύσεως δυσχέρειες.
30
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν πληροί τη σχετική με το επείγον προϋπόθεση. Επομένως, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 19 Δεκεμβρίου 1990.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy