ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 3ης Μαΐου 1991 ( *1 )
Στις υποθέσεις C-372/90 Ρ, C-372/90 P-R και C-22/91 Ρ,
Samenwerkende electriciteits-produktiebedrijven NV, εταιρία ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Arnhem (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τους Μ. van Empei και Ο. W. Brouwer, δικηγόρους Άμστερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Marc Loesch, 8, rue Zithe,
αναιρεσείουσα,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της Διατάξεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1990 από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Τ-39/90 R, Samenwerkende electriciteits-produktiebedrijven NV κατά Επιτροπής των·Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-649),
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Β. J Drijber μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον G. Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Δεκεμβρίου 1990, η Samenwerkende electriciteits-produktiebedrijven NV (στο εξής: SEP) άσκησε επικαλούμενη το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, αναίρεση κατά της Διατάξεως που εζέδωσε στις 21 Νοεμβρίου 1990 ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου (Συλλογή 1990 σ. ΙΙ-649 ), και με την οποία απορρίφθηκε αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 2ας Αυγούστου 1990 σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 5, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ C EE ειδ. εκδ. 08/001, σ. 25 ) ( IV/33.539 - SEP κατά Gasunie ) ( υπόθεση C-372/90 Ρ ).
2
Η τελευταία αυτή απόφαση, της οποίας την ακύρωση ζητεί η SEP με προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου, την επιτάσσει να προσκομίσει στην Επιτροπή, ιδίως, την αρχική σύμβαση περί παροχής αερίου, την οποία αυτή συνήψε με τη νορβηγική επιχείρηση Statoil.
3
Εξάλλου, με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η SEP υπέβαλε αίτηση επιδιώκοντας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, την αναστολή εκτελέσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως της Επιτροπής, μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιόν του ή, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί ταχύτερα, μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει οριστική απόφαση επί της αναιρέσεως κατά της Διατάξεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου ( υπόθεση C-372/90 P-R ).
4
Τέλος, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Ιανουαρίου 1991, η SEP άσκησε, για λόγους προλήψεως, δεύτερη αναίρεση κατά της προαναφερθείσας Διατάξεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου. Εκτός από την ακύρωση της προσβαλλομένης Διατάξεως και τη χορήγηση, από το Δικαστήριο, αναστολής εκτελέσεως που η Διάταξη αυτή της αρνείται, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να της επιστρέψει την εν λόγω σύμβαση, την οποία υποχρεώθηκε να της διαβιβάσει κατόπιν της αποφάσεως που αυτή έλαβε στις 26 Νοεμβρίου 1990 και η οποία καθόριζε πρόστιμο, σύμφωνα προς το άρθρο 16 του προαναφερθέντος κανονισμού 17 του Συμβουλίου, ή, επικουρικώς, το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να μη κοινοποιήσει αντίγραφο της συμβάσεως αυτής στις αρχές των κρατών μελών (υπόθεση C-22/91 Ρ).
5
Η Επιτροπή κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις στις υποθέσεις C-372/90 Ρ και C-372/90 P-R στις 8 Ιανουαρίου 1991, οι δε διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους στις 28 Ιανουαρίου 1991.
6
Κατά την ακρόαση της 28ης Ιανουαρίου 1991, συμφωνήθηκε οι διάδικοι να γνωστοποιήσουν στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, το αργότερο έως τις 18 Φεβρουαρίου 1991, αν κατέληξαν σε συμφωνία μεταξύ τους συνεπαγόμενη κατάργηση της δίκης.
7
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 1991, η SEP κατέστησε γνωστό ότι παραιτείται από τη δίκη, δεδομένου ότι η Επιτροπή ανέλαβε την υποχρέωση να μη γνωστοποιήσει κατά κανένα τρόπο το περιεχόμενο της συμβάσεως Statoil στις αρχές των κρατών μελών προτού το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η SEP.
8
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Μαρτίου 1991, η Επιτροπή γνωστοποίησε ότι δεν είχε αντίρρηση ως προς την παραίτηση και ζήτησε να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα για τον λόγο ότι η παραίτηση δεν δικαιολογείται από τη στάση της Επιτροπής, η δε κατάθεση εκ μέρους της SEP των τριών προαναφερθέντων δικογράφων ανάγκασε την Επιτροπή να υποβληθεί σε περιττά έξοδα.
9
Πρέπει να ληφθεί υπόψη η παραίτηση της αναιρεσείουσας και να διαγραφούν οι υποθέσεις C-372/90 Ρ, C-372/90 P-R και C-22/91 Ρ από το Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου.
10
'Οσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 122, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διάταξη του άρθρου 69, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού εφαρμόζεται σε περίπτωση παραιτήσεως από την αναίρεση και ότι, δυνάμει της διατάξεως αυτής, ο παραιτούμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εκτός αν η παραίτηση αυτή δικαιολογείται από τη στάση του αντιδίκου. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στις αναιρέσεις δυνάμει του άρθρου του 118, το Δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει ακόμα και τον νικήσαντα διάδικο να επιστρέψει στον αντίδικο τα έξοδα στα οποία αυτός τον ανάγκασε να υποβληθεί και τα οποία το Δικαστήριο κρίνει ως προκληθέντα χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.
11
Πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής ότι, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο μπορεί να κληθεί να εκδικάσει αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως μόνο υπό τη μορφή αναιρέσεως που ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 50, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ κατά αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο επί του θέματος αυτού. Παρ' όλον ότι τα δικόγραφα της SEP φαίνονται, από την άποψη αυτή, ελάχιστα πρόσφορα, δεν μπορεί εν τούτοις να συναχθεί από αυτά ότι ανάγκασαν την Επιτροπή να υποβληθεί σε έξοδα που προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως. Η Επιτροπή κατέθεσε, την ίδια ημέρα, δύο υπομνήματα παρατηρήσεων σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυπα ως προς το περιεχόμενο τους και ανέπτυξε, κατά την ακρόαση, προφορικά τις παρατηρήσεις της. Τα υπομνήματα και οι παρατηρήσεις αυτές δεν μπορούν, πάντως, να προκάλεσαν σ' αυτήν έξοδα πέραν αυτών που θα είχε προκαλέσει μια κανονική αναίρεση.
12
Εν συνεχεία, πρέπει να αναφερθεί ότι, κατά την προσβαλλομένη Διάταξη, η SEP, μετά την έκδοση εκ μέρους της Επιτροπής της από 2 Αυγούστου 1990 αποφάσεως της, είχε επιστήσει την προσοχή του θεσμικού αυτού οργάνου στον εμπιστευτικό χαρακτήρα της συμβάσεως Statoil και είχε υπογραμμίσει σχετικά, ιδίως, τη ζημία που μπορούσε να της προκαλέσει η κοινοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 17, της συμβάσεως αυτής στις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες στις Κάτω Χώρες ταυτίζονται με τις αρχές που συμμετέχουν στη διεύθυνση της εταιρίας Nederlandse Gasunie NV, άλλης προμηθεύτριας της αναιρεσείουσας και ανταγωνίστριας της Statoil. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη Διάταξη προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Πρωτοδικείου, αυτήν τη ζημία επικαλέστηκε η SEP ως γεγονός από το οποίο προκύπτει το επείγον της υποθέσεως. Ωστόσο, με την επελθούσα διευθέτηση, η Επιτροπή δεν μπορεί ακριβώς να προκαλέσει τη ζημία αυτή στη SEP.
13
Υπό τις συνθήκες αυτές, παρ' όλον ότι η αναίρεση και η παραίτηση από αυτή δεν μπορούν να θεωρηθούν απολύτως ως το αποτέλεσμα της στάσεως της Επιτροπής, δεν είναι δυνατό να καταδικαστεί ο παραιτηθείς διάδικος στα δικαστικά έξοδα. Αντιθέτως, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Οι υποθέσεις C-372/90 Ρ, C-372/90 P-R και C-22/91 Ρ διαγράφονται από το Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του έξοδα.
Λουξεμβούργο, 3 Μαΐου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy