ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 4ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση T-47/90,
Annie Herremanns, σύζυγος Bach, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενη από τον Jacques Bourgaux, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντικλήτους στο Λουξεμβούργο τους Arendt και Medernach, δικηγόρους, 4, avenue Marie-Thérèse,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Sean van Raepenbusch, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της τοποθετήσεως της προσφεύγουσας σε άλλο κτίριο της Επιτροπής για να ασκεί εκεί τα καθήκοντα της ως κλητήρας-αγγελειοφόρος
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C Ρ. Briët, Πρόεδρο, Η. Kirschner και J. Biancarelli, δικαστές,
γραμματέας: Η. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Νοεμβρίου 1990, η Annie Herremans άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει την « απόφαση της 12ης Μαρτίου 1990 της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής » ( στο εξής: ΑΔΑ ), με την οποία η προσφεύγουσα μετακινήθηκε από το κτίριο Breydel για να τοποθετηθεί στο κτίριο Saint-Michel, και να « λάβει υπόψη ότι η προσφεύγουσα επιφυλάσσεται όσον αφορά τον υπολογισμό της ηθικής της βλάβης ».
Περιστατικά, διαδικασία και αιτήματα
2
Η προσφεύγουσα, γεννηθείσα το 1935, προσλήφθηκε το 1973 ως τοπική υπάλληλος από την Επιτροπή. Το 1985, μονιμοποιήθηκε στον βαθμό D 3. Η προσφεύγουσα έχει τώρα βαθμό D 2 και ασκεί καθήκοντα κλητήρα-αγγελειοφόρου στη Γενική Διεύθυνση IX, γενική διοίκηση 4, εσωτερικές υπηρεσίες.
3
Μετά από αναρρωτική άδεια, η προσφεύγουσα επανήλθε στα καθήκοντα της πριν από τα Χριστούγεννα 1989. Αφού τοποθετήθηκε διαδοχικά σε δύο διαφορετικά κτίρια, η προσφεύγουσα ζήτησε αλλαγή τοποθετήσεως ώστε ο τόπος εργασίας της να είναι πλησιέστερος προς την κατοικία της. Ως εκ τούτου, τοποθετήθηκε στο κτίριο Breydel, το οποίο μόλις είχε αρχίσει να λειτουργεί.
4
Από τον Ιανουάριο 1990, δημιουργήθηκαν αρκετά επεισόδια μεταξύ της προσφεύγουσας και του S., υπευθύνου του κτιρίου αυτού, υπαλλήλου βαθμού C 4, κατά τα οποία ο τελευταίος, ο οποίος, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, χρησιμοποιούσε συχνά χυδαία γλώσσα με σεξουαλικά υπονοούμενα έναντι των συνεργατών του, απηύθυνε στην προσφεύγουσα ενώπιον των συναδέλφων της χυδαίες και υβριστικές φράσεις. Η προσφεύγουσα κατάγγειλε τη συμπεριφορά αυτή στους εκπροσώπους του προσωπικού.
5
Οι σχέσεις μεταξύ της προσφεύγουσας και του υπευθύνου του κτιρίου εξηκολούθησαν να επιδεινώνονται. Στις 11 Μαρτίου 1990, μετά από νέο επεισόδιο, ο υπεύθυνος του κτιρίου οδήγησε την προσφεύγουσα στο γραφείο του Garcia Souto, προϊσταμένου του τομέα. Λόγω απουσίας του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας, ο προϊστάμενος του τομέα πρότεινε στην προσφεύγουσα να ασκεί τα καθήκοντα της, από της επομένης, σε άλλο κτίριο. Κληθείσα να επιλέξει άλλο κτίριο η προσφεύγουσα υπέδειξε το κτίριο Saint Michel το οποίο βρίσκεται κοντά στην κατοικία της.
6
Την επομένη, 12 Μαρτίου 1990, η προσφεύγουσα ανέλαβε τα καθήκοντα της στο κτίριο Saint Michel. Την ίδια ημέρα, κλήθηκε από τον προϊστάμενο της διοικητικής μονάδας Ravier για να συζητήσουν τη νέα τοποθέτηση της.
7
Στις 27 Μαρτίου 1990, η προσφεύγουσα απηύθυνε υπηρεσιακό σημείωμα στον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως Hay. Με το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα, η προσφεύγουσα κατάγγειλε ότι o S., υπεύθυνος του κτιρίου στο οποίο αυτή υπηρετούσε προηγουμένως, την είχε μετακινήσει σε άλλο κτίριο χωρίς λόγο, αν ο λόγος αυτός δεν συνίστατο στο ότι η προσφεύγουσα είχε πάρα πολλές επαφές με τους εκπροσώπους του προσωπικού. Προσέθεσε ότι είχε πληροφορήσει τους εκπροσώπους του προσωπικού για τις χυδαίες φράσεις που της απηύθυνε o S. και δήλωσε ότι δεν μπορούσε, επομένως, να δεχθεί αυτή την αυθαίρετη μετακίνηση.
8
Στις 6 Απριλίου 1990, η προσφεύγουσα, με δύο χωριστά υπηρεσιακά σημειώματα, υπέβαλε αίτηση αρωγής, στηριζόμενη στο άρθρο 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), καθώς και διοικητική ένσταση. Με την αίτηση της παραπονέθηκε ότι υπήρξε θύμα « σεξουαλικής παρενοχλήσεως που εκδηλώθηκε με υβριστικές φράσεις » του S., υπευθύνου του κτιρίου Breydel όπου αυτή υπηρετούσε. Εξάλλου, προέβαλε ότι υπήρξε θύμα « ψυχολογικής παρενοχλήσεως » λόγω του ότι ο ιεραρχικά προϊστάμενος της Garcia Souto της είχε ζητήσει, ενώπιον του εν λόγω S., να δεχθεί τη μετακίνηση της σε άλλο κτίριο και είχε ασκήσει τέτοιες πιέσεις σ' αυτήν ώστε της ήταν αδύνατο να μη « αποδεχθεί ». Προσέθεσε ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν για να δικαιολογήσουν το μέτρο αυτό ήταν οι κακές προσωπικές σχέσεις οι οποίες είχαν δημιουργηθεί μεταξύ του υπευθύνου του κτιρίου και της ιδίας και ότι της είχε διευκρινιστεί ότι η μετακίνηση δεν είχε καμιά σχέση με τις επαγγελματικές της ικανότητες. Επιπλέον, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι της είχε δοθεί η συμβουλή να αποσιωπήσει τους λόγους της μετακινήσεως της η οποία « θα γινόταν επισήμως λόγω αναγκών της υπηρεσίας ».
9
Η διοικητική ένσταση, που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 90 του ΚΥΚ, στρεφόταν κατά της αποφάσεως του Garcia Souto να « μεταθέσει » την προσφεύγουσα σε άλλο κτίριο. Η προσφεύγουσα προέβαλε ότι η απόφαση αυτή δεν της είχε ανακοινωθεί εγγράφως και ότι είχε ληφθεί υπό απατηλά προσχήματα που απέκρυπταν μια πραγματικότητα πολύ σοβαρότερη. Προσέθετε ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να συσχετιστεί με τα περιστατικά τα οποία περιέγραψε στην αίτηση αρωγής, αντίγραφο της οποίας επισύναψε στη διοικητική της ένσταση και από τα οποία προέκυπτε, κατ' αυτήν, ότι ήταν δύο φορές θύμα της συμπεριφοράς των ιεραρχικά ανωτέρων της.
10
Κατόπιν της αιτήσεως αρωγής της προσφεύγουσας, διενεργήθηκε εξέταση κατά την οποία ακούστηκαν η προσφεύγουσα και πέντε μάρτυρες που αυτή υπέδειξε. Κατά την κατάθεση της, η προσφεύγουσα απάντησε ως εξής στο ερώτημα αν επιθυμούσε πραγματικά να ακυρωθεί η μετακίνηση της στο κτίριο Saint Michel και να επιστρέψει στο κτίριο Breydel: « ότι ήταν ευτυχής στο Saint Michel, οι συνάδελφοι της ήταν πολύ ευγενικοί και ότι επιθυμούσε, τουλάχιστον, να μη επιστρέψει στο κτίριο Breydel εφόσον βρισκόταν εκεί ο S. ».
11
Μετά τις καταθέσεις αυτές, κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία του άρθρου 87 του ΚΥΚ, κατά το οποίο η ΑΔΑ « δύναται να επιβάλει την κύρωση της εγγράφου προειδοποιήσεως και της επιπλήξεως, χωρίς διαβούλευση με το πειθαρχικό συμβούλιο, προ-τάσει του ιεραρχικώς ανωτέρου του υπαλλήλου ή με δική της πρωτοβουλία ». Αφού εξετάστηκε η υπόθεση από τον γενικό διευθυντή προσωπικού και έναν διευθυντή της Επιτροπής, επιβλήθηκε στον S. η κύρωση της έγγραφης προειδοποιήσεως η οποία τέθηκε στον προσωπικό του φάκελο.
12
Προς στήριξη της παρούσας προσφυγής, η προσφεύγουσα επικαλείται τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος αντλείται από το μη σύννομο της μετακινήσεως της η οποία, κατ' αυτήν, δεν δικαιολογείται ούτε από το συμφέρον ούτε από τις ανάγκες της υπηρεσίας και την θεωρεί άδικη, καθόσον ισοδυναμεί με επιβολή κυρώσεων στο θύμα μάλλον παρά στον δράστη των ύβρεων. Συναφώς, προβάλλει ότι οι περιστάσεις που περιέβαλαν την ανατοποθέτησή της προκάλεσαν σ' αυτήν ζημία διότι έθιξαν την υπόληψη της, καθόσον ο κύκλος των επαγγελματικών και προσωπικών της σχέσεων μπορούσε νομίμως να εκπλαγεί βλέποντας « ένα πρόσωπο της ηλικίας της να εγκαταλείπει ξαφνικά τα καθήκοντα που ασκούσε », μετά δύο διαδοχικές τοποθετήσεις σε δύο διαφορετικά κτίρια. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα υποστήριξε επί πλέον ότι οι αναγόμενοι στο συμφέρον της υπηρεσίας λόγοι, όπως προβάλλονται από την Επιτροπή, υποκρύπτουν στην πραγματικότητα παράνομη πρόθεση. Κατά την προσφεύγουσα, το διάβημα στο οποίο προέβη ενώπιον της επιτροπής προσωπικού « διαδραμάτισε προφανώς ρόλο » στις θεωρήσεις οι οποίες είναι δυνατό να καθόρισαν την απόφαση μετακινήσεως της προσφεύγουσας μάλλον παρά του υπευθύνου του κτιρίου.
13
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 25 του ΚΥΚ, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση μετακινήσεως δεν της κοινοποιήθηκε γραπτώς και ότι δεν είναι αιτιολογημένη. Με το υπόμνημα απαντήσεως, προσέθεσε ότι η τοποθέτηση της σε άλλο κτίριο συνιστά πράξη προκαλούσα βλάβη, δεδομένου ότι της επιβλήθηκε σε μια στιγμή κατά την οποία η ένταση βρισκόταν στο αποκορύφωμα της και κατά την οποία δεν ήταν σε θέση να υπερασπίσει τον εαυτό της.
14
Ο τρίτος λόγος αντλείται από την παράβαση του καθήκοντος αρωγής της διοικήσεως. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι αποδεδειγμένως υπέστη ηθική βλάβη και διατυπώνει εντονότατες επιφυλάξεις όσον αφορά τον υπολογισμό της ζημίας της.
15
Κατά του πρώτου λόγου της προσφεύγουσας, η Επιτροπή επικαλείται εκ προοιμίου την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει για την οργάνωση των υπηρεσιών της και την τοποθέτηση του προσωπικού της, υπό την προϋπόθεση ότι η τοποθέτηση αυτή γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και τηρείται η αντιστοιχία των θέσεων. Παρατηρεί ότι τα καθήκοντα της προσφεύγουσας δεν υπέστησαν καμιά αλλαγή ούτε καμιά μείωση, λόγω της ανατοποθετήσεως της. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, αν ληφθεί υπόψη η πολύ τεταμένη κατάσταση που επικρατούσε στην υπηρεσία όπου εργαζόταν η προσφεύγουσα, η διοίκηση νομίμως μπορούσε να εκτιμήσει ότι το συμφέρον της υπηρεσίας επέβαλλε την απομάκρυνση της προσφεύγουσας. Προσθέτει ότι η μετακίνηση του υπευθύνου του κτιρίου, « του οποίου η επαγγελματική αξία, πέρα από τις φραστικές παρεκτροπές του, εκτιμάται », σε εποχή κατά την οποία το κτίριο Breydel μόλις είχε αρχίσει να λειτουργεί, θα έβλαπτε το συμφέρον της υπηρεσίας. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο προϊστάμενος του τομέα Garcia Souto πρότεινε μόνο στην προσφεύγουσα τοποθέτηση σε άλλο κτίριο χωρίς να της την επιβάλει. Ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση κατά της μετακινήσεως της, κατά τις συζητήσεις με τους Garcia Souto και Ravier, στις 11 και 12 Μαρτίου 1990 και, στο πλαίσιο της διεξαχθείσας εξέτασης μετά την αίτηση αρωγής, δήλωσε ότι είναι πολύ ικανοποιημένη από το μέτρο αυτό. Η Επιτροπή δέχεται ότι είναι προτιμότερο, κατά γενικό κανόνα, ενώπιον μιας σεξουαλικής παρενοχλήσεως, να μετατίθεται ο δράστης της παρενοχλήσεως μάλλον παρά το θύμα. Κατά την Επιτροπή, αυτό θα πρέπει ωστόσο να είναι πρακτικά δυνατό, ειδικότερα όταν η εξέταση για τα επίμαχα περι-στικά πρέπει ακόμη να συνεχιστεί. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ουδόλως μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύρωση το μέτρο ανατοποθετήσεως που ελήφθη έναντι του θύματος και υπενθυμίζει ότι, εν προκειμένω, το μέτρο ελήφθη ουσιαστικά για να προστατευθεί η προσφεύγουσα και με τη συναίνεση της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή υποκρύπτουν στην πραγματικότητα παράνομη πρόθεση, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρόκειται για νέον ισχυρισμό, ο οποίος αντλείται από τη φερόμενη κατάχρηση εξουσίας, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο αποδείξεως ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό της.
16
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας, που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 25 του ΚΥΚ, η Επιτροπή προβάλλει, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι η ανατοποθέτηση της προσφεύγουσας ήταν απλό μέτρο εσωτερικής οργανώσεως το οποίο δεν έθιξε την υπηρεσιακή κατάσταση της προσφεύγουσας και το οποίο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν χρειάζεται επομένως να αιτιολογηθεί. Υπογραμμίζει ότι η προσφεύγουσα δεν μετακινήθηκε παρά τη θέληση της, οπότε δεν επρόκειτο για πράξη προκαλούσα βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 25 του ΚΥΚ. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, προσθέτει ότι η προσφεύγουσα εξακολουθεί πάντα να υπηρετεί στη γενική διεύθυνση IX « Προσωπικό και Διοίκηση », διεύθυνση « Γενική Διοίκηση », « Εσωτερικές Υπηρεσίες », και ότι τα καθήκοντα της δεν μεταβλήθηκαν. Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
17
Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του τρίτου λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας, που αντλείται από τη φερόμενη εκ μέρους της διοικήσεως παράβαση του καθήκοντος προστασίας, λόγω του ότι η αίτηση αρωγής της προσφεύγουσας δεν ακολουθήθηκε από καμιά διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Επί της ουσίας, η Επιτροπή αναφέρεται στην εξέταση που αυτή διεξήγαγε, από την οποία προέκυψε ότι η απομάκρυνση της προσφεύγουσας, αποφα-σισθείσα από τον Garcia Souto, αποτελούσε την πρώτη επείγουσα απάντηση σε μια διοικητική κατάσταση η οποία έγινε αφόρητη λόγω της συμπεριφοράς του S. και της οποίας η προσφεύγουσα ήταν θύμα.
18
Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη ηθική βλάβη που υπέστη η προσφεύγουσα, η καθής θεωρεί ότι δεν διέπραξε καμιά παράνομη πράξη ικανή να προκαλέσει μια τέτοια ζημία. Επί πλέον, προβάλλει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη οποιασδήποτε ηθικής ζημίας καταλογιστέας στην Επιτροπή.
19
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει την από 12 Μαρτίου 1990 απόφαση της ΑΔΑ, με την οποία η προσφεύγουσα μετακινήθηκε από το κτίριο Breydel στο κτίριο Saint Michel,
—
να ακυρώσει τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 6 Απριλίου 1990, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ,
—
να λάβει υπόψη ότι η προσφεύγουσα επιφυλάσσεται όσον αφορά τον υπολογισμό της ηθικής της βλάβης,
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να κρίνει την προσφυγή αβάσιμη,
—
να αποφανθεί κατά νόμον επί των δικαστικών εξόδων.
Επί του παραδεκτού
20
Όταν προσφυγή που ασκείται ενώπιον του Πρωτοδικείου είναι προδήλως απαράδεκτη, το Πρωτοδικείο, κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 ( ΕΕ L 136, σ. 1 ), μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη Διάταξη. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι έχει φωτιστεί επαρκώς από τα έγγραφα της δικογραφίας και αποφασίζει ότι δεν συντρέχει λόγος να συνεχίσει τη διαδικασία.
21
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των διαφορών μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, οι οποίες αφορούν τη νομιμότητα πράξεως που προκαλεί βλάβη στο πρόσωπο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Επομένως, η ύπαρξη μιας τέτοιας πράξεως αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό της προσφυγής. Η πρόδηλη ανυπαρξία τέτοιας πράξεως μπορεί να δώσει λαβή για την εφαρμογή του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
22
Σχετικώς, επιβάλλεται ή παρατήρηση ότι βλάβη προκαλούν μόνον οι πράξεις οι οποίες είναι ικανές να θίξουν ευθέως τη νομική κατάσταση του υπαλλήλου ( βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 32/68, Grasselli κατά Επιτροπής, Rec. 1969, σ. 505, συγκεκριμένα σ. 511 ). Επιβάλλεται η διάκριση των πράξεων αυτών από τα απλά μέτρα εσωτερικής οργανώσεως των υπηρεσιών, τα οποία δεν θίγουν την υπηρεσιακή κατάσταση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου ( βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1976, 129/75, Hirschberg κατά Επιτροπής, Rec. 1976, σ. 1259, συγκεκριμένα σ. 1270).
23
Όσον αφορά τη μετακίνηση της προσφεύγουσας από το κτίριο Breydel στο κτίριο Saint-Michel, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η μετακίνηση αυτή ουδόλως έθιξε τα από τον ΚΥΚ δικαιώματα της προσφεύγουσας. Πράγματι, το μέτρο αυτό δεν συνεπαγόταν καμιά μεταβολή της ιεραρχικής θέσεως της προσφεύγουσας, ούτε των ουσιαστικών δικαιωμάτων που της αναγνωρίζονται με τον ΚΥΚ.
24
Πρέπει να προστεθεί ότι η μετακίνηση αυτή από ένα κτίριο σε άλλο στην ίδια πόλη δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μετακίνηση μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου από έναν τόπο υπηρεσίας σε άλλον ο οποίος, λόγω των αποτελεσμάτων που μπορεί να προκαλέσει στην προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερομένου, είναι δυνατό να του προκαλεί βλάβη ( βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1981, 161 και 162/80, Carbognani και Coda Zabetta κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 543).
25
Επιβάλλεται εν συνεχεία η διαπίστωση ότι τα καθήκοντα της προσφεύγουσας παρέμειναν τα ίδια μετά τη μετακίνηση της, οπότε προκύπτει σαφώς ότι η αρχή της αντιστοιχίας μεταξύ του βαθμού και της θέσεως δεν παραβιάστηκε με το επίδικο μέτρο. Πρέπει να υπομνηστεί, στην αλληλουχία αυτή, ότι ακόμη και η αλλαγή των επιστημονικών ή διοικητικών καθηκόντων που έχει ανατεθεί στον υπάλληλο, η οποία βαίνει πολύ πέραν της απλής μετακινήσεως από ένα κτίριο σε άλλο, δεν είναι πράξη ικανή να του προκαλέσει βλάβη, εφόσον τα μεταβληθέντα καθήκοντα αντιστοιχούν πάντοτε στον βαθμό του ( βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1984, 338/82, Albertini και Montagnani κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2123, συγκεκριμένα σ. 2145 της 27ης Οκτωβρίου 1988, 280/87, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 6433, συγκεκριμένα σ. 6446, και της 7ης Μαρτίου 1990, C-116 και C-149/88, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-599, συγκεκριμένα σ. I-625 ).
26
Πρέπει να προστεθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ορισμένες πράξεις, έστω και αν δεν θίγουν τα υλικά συμφέροντα ή την ιεραρχική θέση του υπαλλήλου, μπορούν να θεωρηθούν ως πράξεις προκαλούσες βλάβη αν θίγουν τα ειδικά συμφέροντα ή τις μελλοντικές προοπτικές του ενδιαφερομένου ( βλ., ως προς τις μεταθέσεις, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1973, Kley κατά Επιτροπής, Rec. 1973, σ. 679, συγκεκριμένα σ. 687 επ., και της 29ης Οκτωβρίου 1981, 125/80, Arning κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2539, συγκεκριμένα σ. 2554). Ωστόσο, είναι σαφές ότι εν προκειμένω το προσβαλλόμενο μέτρο δεν είχε τέτοιες συνέπειες. Εφόσον δεν υπήρξε αλλαγή των καθηκόντων της, το ηθικό συμφέρον που η προσφεύγουσα μπορούσε να έχει προτιμώντας να εκτελεί ορισμένα καθήκοντα μάλλον παρά άλλα ( βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 1978, 7/77, von Wüllerstorf und Urbair κατά Επιτροπής, Rec. 1978, σ. 769, συγκεκριμένα σ. 779 ) δεν εθίγη. Από τίποτε δεν προκύπτει ότι οι προοπτικές σταδιοδρομίας της προσφεύγουσας μεταβλήθηκαν ή εθίγησαν από το γεγονός ότι κλήθηκε να ασκεί τα καθήκοντα της σε άλλο κτίριο. Τέλος, και εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι φόβοι της προσφεύγουσας σχετικά με τη φερόμενη προσβολή της υπολήψεώς της είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι, αφενός, η προσφεύγουσα μπορεί προσωπικά να εξηγήσει τις περιστάσεις της ανατοποθετήσεως της στον « κύκλο των σχέσεων της », και, αφετέρου, ο S. τιμωρήθηκε.
27
Κατά συνέπεια, το επίδικο μέτρο προδήλως δεν μετέβαλε τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι δεν εθίγησαν ούτε τα εκ του ΚΥΚ δικαιώματα της ούτε τα ηθικά της συμφέροντα. Επομένως, είναι σαφές ότι το μέτρο αυτό δεν συνιστά βλαπτική πράξη, αλλά απλό μέτρο εσωτερικής οργανώσεως των υπηρεσιών της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το αίτημα που αποβλέπει στην ακύρωση του μέτρου αυτού είναι προδήλως απαράδεκτο.
28
Τέλος, όσον αφορά το αίτημα « να ληφθεί υπόψη το ότι η προσφεύγουσα επιφυλάσσεται όσον αφορά τον υπολογισμό της ηθικής της βλάβης », το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι πρέπει να ερμηνεύσει το αίτημα αυτό υπό την έννοια ότι η προσφεύγουσα θέλησε να περιοριστεί στο να επισύρει την προσοχή του Πρωτοδικείου στο γεγονός ότι η παρούσα προσφυγή δεν αποβλέπει στην ανόρθωση μιας τέτοιας βλάβης. Παρόμοια αιτήματα είναι επίσης, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτα.
Επί των δικαστικών εξόδων
29
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 88 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων, τα κοινοτικά όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Λουξεμβούργο, 4 Ιουλίου 1991.
Ο Γραμματέας
H. Jung
Ο Πρόεδρος
C. P. Briet
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy