Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριε δικαστές,
1. Η εταιρία Brasserie Fischer SA, με έδρα το Schiltingheim, Γαλλία, παράγει και πωλεί έναν ζύθο αποκαλούμενο "36,15 Pecheur - La biere amoureuse", αυτό δε σύμφωνα με την ισχύουσα γαλλική νομοθεσία. Ο ζύθος αυτός εισήχθη στην Ιταλία από την εταιρία WAXOR Srl και διατέθηκε εκεί στο εμπόριο ως "αλκοολούχο ποτό με βάση τον ζύθο και φυσικά εκχυλίσματα φυτών" (1).
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο c, του ιταλικού νόμου 1354/62, της 16ης Αυγούστου 1962, περί των υγειονομικών κανόνων στην παρασκευή και την εμπορία του ζύθου (2), ορίζει ότι η μέγιστη ποσότητα θειώδους ανυδρίτη που επιτρέπεται στον ζύθο (και στα αλκοολούχα ποτά με βάση τον ζύθο) είναι 20 χιλιοστόγραμμα ανά λίτρο (mg/l) (3). Κατά το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του νόμου αυτού, η διάταξη αυτή έχει επίσης εφαρμογή στον εισαγόμενο ζύθο. Η ιταλική νομοθεσία δεν προβλέπει διαδικασία επιτρέπουσα τη λήψη άδειας για τη διάθεση στο εμπόριο στην Ιταλία ζύθου ο οποίος παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο νομίμως σε άλλο κράτος μέλος και του οποίου η περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη υπερβαίνει τα 20 mg/l.
2. Κατά τη διάρκεια ελέγχου που διενεργήθηκε τον Απρίλιο του 1990, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο επίμαχος ζύθος περιείχε 36,8 mg θειώδους ανυδρίτη ανά λίτρο, ποσότητα σημαντικά υψηλότερη από την επιτρεπόμενη από την ιταλική νομοθεσία. Εν όψει του αποτελέσματος του ελέγχου αυτού, η εισαγγελική αρχή κίνησε ενώπιον της Pretura circondariale di Pordenone την ποινική διαδικασία λόγω νοθείας κατά του Michel Debus, κατά νόμο υπεύθυνο της εταιρίας Brasserie Fischer SA και διέταξε την κατάσχεση όλης της ποσότητας του επίμαχου ζύθου που κυκλοφορούσε στο εμπόριο στη διοικητική περιφέρεια της Pordenone. Αντίγραφο της εντολής κατασχέσεως διαβιβάστηκε στις εισαγγελικές αρχές των άλλων Preture circondariali. Ακολουθώντας το παράδειγμα του προηγούμενου εισαγγελέα, ο εισαγγελέας της Pretura circondariale di Vigevano διέταξε και αυτός την κατάσχεση του επίδικου ζύθου που κυκλοφορούσε στην υπό τη δικαιοδοσία του περιφέρεια.
Ο Michel Debus αμφισβητεί τη νομιμότητα των κατασχέσεων αυτών ενώπιον της Pretura circondariale di Pordenone και ενώπιον της Pretura circondariale di Vigevano και προς τούτο επικαλείται την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας. Στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών, με Διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 1991 η Pretura circondariale di Pordenone (υπόθεση C-13/91) και, με Διάταξη της 25ης
Μαρτίου 1991, η Pretura circondariale di Vigevano (υπόθεση C-113/91) υπέβαλαν στο Δικαστήριο ταυτόσημα ερωτήματα, τα οποία έχουν ως εξής:
"1) Πρέπει τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι είναι ασυμβίβαστη προς αυτά η ιταλική κανονιστική ρύθμιση περί υγειονομικών κανόνων στην παραγωγή και την εμπορία του ζύθου (νόμος 1354/62, της 16ης Αυγούστου 1962, και νόμος 141/89, της 17ης Απριλίου 1989), καθόσον επιτρέπει τη χρήση θειώδους ανυδρίτη μέχρι ποσότητας μη υπερβαίνουσας τα 20 mg ανά λίτρο;
2) Πρέπει η ιταλική κανονιστική ρύθμιση να μην εφαρμοστεί από τον ποινικό δικαστή;
3) Πρέπει να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία του ζύθου του οποίου το ποσοστό σε θειώδη ανυδρίτη υπερβαίνει τα 20 mg ανά λίτρο;"
3. Πριν από την εξέταση των ερωτημάτων αυτών, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως ερμηνείας που υπέβαλε η Pretura circondariale di Vigevano. Πράγματι, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 16 του ιταλικού κώδικα ποινικής δικονομίας, η Pretura circondariale di Vigevano δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την ουσία της υποθέσεως.
Δεν θεωρώ αναγκαίο να εξετάσω την ένσταση αυτή, διότι δεν αναφέρεται επί του ζητήματος αν η Pretura circondariale di Vigevano είναι δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζήτημα το οποίο είχε τεθεί, για παράδειγμα, στην υπόθεση 14/86, επί της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε στις 11 Ιουνίου 1987 (4). Το μόνο αμφισβητούμενο ζήτημα είναι κατά πόσον η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προέρχεται από δικαστήριο αρμόδιο προς εκδίκαση της διαφοράς σύμφωνα με το εθνικό δικονομικό δίκαιο. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
4. 'Οσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ευθύς εξ αρχής παρατηρώ ότι η προαναφερθείσα ιταλική νομοθεσία αναμφισβήτητα συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η νομοθεσία αυτή, η οποία απαγορεύει την πώληση στην Ιταλία ζύθου του οποίου η περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη υπερβαίνει τα 20 mg/l, είναι όντως εμπορική κανονιστική ρύθμιση ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (5).
Το ζήτημα που τίθεται, επομένως, είναι κατά πόσο το εν λόγω μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος μπορεί να δικαιολογείται από έναν από τους λόγους του άρθρου 36 ή, εφόσον πρόκειται για εμπορική κανονιστική ρύθμιση μη εισάγουσα διακρίσεις, αν μπορεί να δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες αναγνωρισθείσες με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Με τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί, επιπλέον, ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση μπορεί επίσης να δικαιολογείται από λόγους προστασίας του καταναλωτή. Δεν θεωρώ αναγκαίο να απαντήσω επί του τελευταίου αυτού ζητήματος εφόσον η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αναπτύσσει κανένα επιχείρημα προς στήριξη της απόψεώς της και, κατ' εμέ, είναι σαφές ότι, εφόσον θεσπίστηκε από μέριμνα προστασίας του καταναλωτή, η επίδικη κανονιστική ρύθμιση σε καμιά περίπτωση δεν πληροί την απαίτηση αναλογικότητας που καθόρισε η νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, υπάρχουν μέτρα ικανά να εξασφαλίσουν την προστασία του καταναλωτή ενώ συγχρόνως περιορίζουν λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, με την πρόσφορη επισήμανση.
5. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών, στα κράτη μέλη εναπόκειται να αποφασίζουν σε ποια έκταση προτίθενται να εξασφαλίζουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων (6). Ωστόσο, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις απαιτήσεις που συνδέονται προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας. 'Οσον αφορά τη χρήση πρόσθετων στις τροφές, τομέας στον οποίο η εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών είναι ακόμη μερική (7), το Δικαστήριο διασαφήνισε τον σημαντικό αυτό περιορισμό ιδίως με την απόφαση που εξέδωσε στις 6 Μαΐου 1986 στην υπόθεση 304/84, Ministere public κατά Muller κ.λπ. (8). Οι λόγοι που εξέθεσε το Δικαστήριο επί του θέματος αυτού ασκούν μια τέτοια επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση ώστε να δικαιολογείται το μεγάλο απόσπασμα που παραθέτω:
"20. Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι, έστω και αν οι ουσίες στις οποίες αναφέρεται η οδηγία 74/329 δεν είναι αυτές καθαυτές επιβλαβείς, η κατανάλωσή τους πέρα από κάποιο όριο μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε από το
ίδιο το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει δηλώσει την πρόθεση να καθορίσει, σε δεύτερο στάδιο της προσέγγισης των εθνικών νομοθεσιών, τις ανώτατες επιτρεπόμενες δόσεις και τα αντίστοιχα τρόφιμα. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι εξακολουθούν, στην παρούσα φάση εξελίξεως της επιστημονικής έρευνας, να υφίστανται αβεβαιότητες ως προς τον υπολογισμό των κρισίμων ορίων βλαπτικότητας, δεδομένου ότι τα όρια αυτά αποτελούν συνάρτηση των ποσοτήτων προσθέτων που απορροφώνται με το σύνολο της τροφής και εξαρτώνται επομένως σε σημαντικό βαθμό από τις διαιτητικές συνήθειες στα διάφορα κράτη μέλη.
21. 'Οπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων με τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1983 (υπόθεση 174/82, Sandoz, Συλλογή 1983, σ. 2445) και της 10ης Δεκεμβρίου 1985 (Motte, προαναφερθείσα), υπό τέτοιες περιστάσεις και ελλείψει πλήρους κοινοτικής εναρμονίσεως στον οικείο τομέα, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν σε ποια έκταση προτίθενται να εξασφαλίζουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων με γνώμονα τις ιδιαίτερες διαιτητικές συνήθειες των πληθυσμών τους, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις επιταγές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
22. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι η οδηγία 74/329, όπως άλλωστε και οι άλλες βασικές οδηγίες στον τομέα των προσθέτων των τροφίμων, οι οποίες έχουν αντίστοιχη οικονομία, προδίδει μεγάλη επιφυλακτικότητα ως προς τον ενδεχόμενα βλαπτικό χαρακτήρα των ουσιών αυτών, λαμβάνοντας για το λόγο αυτό ως αφετηρία την αρχή ότι πρέπει να περιοριστεί, κατά το μέτρο του δυνατού, η ανεξέλεγκτη κατανάλωσή τους μέσω της τροφής. Η αρχή αυτή, που πρέπει να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται σε ένα θεμιτό στόχο υγειονομικής πολιτικής, εφαρμόζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε μόνο τα πρόσθετα που ανταποκρίνονται σε πραγματική ανάγκη, ιδίως τεχνικού ή οικονομικού χαρακτήρα, να επιτρέπονται στην ανθρώπινη διατροφή.
23. Κατά συνέπεια, το κοινοτικό δίκαιο, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να απαγορεύει την εμπορία τροφίμων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, στα οποία τρόφιμα έχουν προστεθεί τέτοιες ουσίες. Πάντως, η αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί τη βάση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 36 της Συνθήκης, επιβάλλει η απαγόρευση αυτή να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των νόμιμα επιδιωκόμενων στόχων προστασίας της υγείας. Κατά συνέπεια, πρέπει να χορηγούνται άδειες διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων αυτών, με μια προσιτή στους επιχειρηματίες διαδικασία, όταν αυτές συμβιβάζονται με τους εν λόγω στόχους.
24. Στο πλαίσιο της εκτίμησης των πραγματικών στοιχείων, στην οποία οφείλουν να προβούν για τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη, σ' αυτά εναπόκειται να κρίνουν αν η εμπορία των τροφίμων στα οποία έχει γίνει τέτοια προσθήκη ενδέχεται να ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και αν υφίσταται πραγματική ανάγκη προσθήκης των υπό κρίση ουσιών σε συγκεκριμένα τρόφιμα. Κατά την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, λαμβάνουν υπόψη τα πορίσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και ιδίως των εργασιών της κοινοτικής Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων, συνεκτιμώντας τα πάντα με γνώμονα τις ιδιαίτερες διαιτητικές συνήθειες του κράτους μέλους εισαγωγής.
25. Στις εθνικές αρχές εναπόκειται να αποδεικνύουν, κατά περίπτωση, ότι η ρύθμισή τους είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων που αναφέρει το άρθρο 36 της Συνθήκης και ιδίως ότι η εμπορία του υπό κρίση προϊόντος ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ενδεχομένως ότι η προσθήκη των εν λόγω ουσιών δεν ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη."
6. Σχετικά με τη διαδικασία που αναφέρεται στη σκέψη 23 της αποφάσεως, την οποία μόλις προηγουμένως παρέθεσα, το Δικαστήριο προσέθεσε την εξής διευκρίνιση με την απόφαση που εξέδωσε στις 12 Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (9):
"45. Δεύτερον, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 6ης Μαΐου 1986 (Muller, που προαναφέρθηκε), η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει επίσης να μπορούν οι επιχειρηματίες να ζητούν, με διαδικασία που να τους είναι ευχερώς προσιτή και η οποία να μπορεί να τερματίζεται εντός ευλόγου χρόνου, να επιτρέπεται με πράξη γενικής εφαρμογής η χρησιμοποίηση συγκεκριμένων πρόσθετων ουσιών.
46. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι την αδικαιολόγητη έλλειψη άδειας πρέπει να μπορούν να προσβάλλουν οι επιχειρηματίες στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής. Υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας που οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν να ζητούν από τους επιχειρηματίες τα στοιχεία που αυτοί διαθέτουν και που μπορούν να είναι χρήσιμα στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, με την
απόφαση της 6ης Μαΐου 1986 (Muller, που προαναφέρθηκε) κρίθηκε ότι οι εν λόγω αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής υποχρεούνται να αποδεικνύουν ότι η απαγόρευση δικαιολογείται από λόγους προστασίας της υγείας του πληθυσμού τους."
7. Κανείς δεν αμφισβητεί στις υπό κρίση υποθέσεις ότι η υπερβολική λήψη θειώδους ανυδρίτη μέσω του σωρευτικού αποτελέσματος των δόσεων που περιλαμβάνονται στα διάφορα καταναλωνόμενα τρόφιμα είναι βλαβερή για την υγεία του ανθρώπου (10). Λόγω της ελλείψεως κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως στον τομέα αυτό (βλ. παράγραφο 5, υποσημείωση 7), εναπόκειται επομένως στην Ιταλία - όπως σαφώς αναγνωρίστηκε με την προηγουμένως παρατεθείσα νομολογία - να καθορίσει πολιτική αποβλέπουσα στο να διατηρηθεί εντός των ορίων που διασφαλίζουν την ασφάλεια των προσώπων η συνολική λήψη θειώδους ανυδρίτη που προκύπτει από τη λήψη τροφών και να περιοριστεί, στο πλαίσιο μιας τέτοιας προληπτικής πολιτικής υγείας, η μέγιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα θειώδους ανυδρίτη στον ζύθο. Η προαναφερθείσα νομολογία επιτρέπει ακόμη στην Ιταλία να απαγορεύσει κάθε προσθήκη θειώδους ανυδρίτη στον ζύθο που δεν θα ανταποκρινόταν σε μια πραγματική ανάγκη, ιδίως σε τεχνολογική ή οικονομική ανάγκη.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί άλλωστε την ίδια την αρχή της αρμοδιότητας που επιφυλάσσεται στα κράτη μέλη, εν προκειμένω στην Ιταλία. Ωστόσο, θέτει το ζήτημα αν περιορίζοντας σε 20 mg/l τη μέγιστη περιεκτικότητα του θειώδους ανυδρίτη τόσο στον ιταλικό όσο και στον εισαγόμενο ζύθο και μη προβλέποντας διαδικασία επιτρέπουσα τη λήψη αδείας για τη διάθεση στο εμπόριο στην Ιταλία του ζύθου του οποίου η περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη υπερβαίνει τα 20 mg/l, αλλά παρήχθη νομίμως σε άλλο κράτος μέλος,
η ιταλική νομοθεσία πληροί την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, το ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η ιταλική νομοθεσία δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την προστασία της δημόσια υγείας.
8. Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί σχετικώς ότι, για να εξασφαλίσουν την προστασία της δημόσιας υγείας, τα περισσότερα κράτη μέλη περιορίζουν τη χρήση θειώδους ανυδρίτη στον ζύθο, η δε ιταλική νομοθεσία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των πλέον περιοριστικών εθνικών νομοθεσιών. Η Γερμανία, το Βέλγιο, οι Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο, η Δανία και η Ελλάδα εφαρμόζουν παρόμοιο περιορισμό ή ακόμη αυστηρότερο όσον αφορά τη μέγιστη περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη (11), πράγμα που δείχνει, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ότι ο κανόνας που θεσπίζεται με την ιταλική νομοθεσία δεν είναι δυσανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή την προστασία της δημόσιας υγείας, επιπλέον δε αποδεικνύει ότι η προσθήκη μιας ποσότητας θειώδους ανυδρίτη που υπερβαίνει τα 20 mg/l δεν ανταποκρίνεται σε τεχνολογική ή οικονομική ανάγκη.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η ιταλική νομοθεσία επιτρέπει για τον οίνο μέγιστη περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη δέκα φορές υψηλότερη, δηλαδή 200 mg/l, από την επιτρεπόμενη για τον ζύθο, και αυτό παρά το γεγονός ότι η κατανάλωση οίνου στην Ιταλία είναι σαφώς σημαντικότερη από την κατανάλωση ζύθου. Ο συνήγορος του Michel Debus προσέθεσε κατά την προφορική διαδικασία ότι οι καμπανίτες οίνοι και οι γαλλικοί οίνοι μπορεί να έχουν
περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη 400 mg/l και η Ιταλία δεν έλαβε κανένα περιοριστικό μέτρο όσον αφορά την εισαγωγή των οίνων αυτών.
9. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να απαντήσει στο ερώτημα αν η επίδικη ιταλική νομοθεσία παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας επιβάλλοντας για τον ζύθο μέγιστη περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη σαφώς μικρότερη από ό,τι για τον οίνο, αυτό δε παρά το γεγονός ότι, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στις χώρες της Benelux, στη Δανία και τη Γερμανία, η κατανάλωση ζύθου στην Ιταλία είναι σαφώς μικρότερη από την κατανάλωση οίνου. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, αφενός, τη σχετική σπουδαιότητα της αντίστοιχης καταναλώσεως ζύθου και οίνου στη συνολική διατροφή του πληθυσμού του οικείου κράτους μέλους και του πραγματικού κινδύνου που κάθε ένα από τα προϊόντα αυτά αντιπροσωπεύει για την υγεία ως συνέπεια υπερβολικής λήψεως θειώδους ανυδρίτη μέσω του σωρευτικού αποτελέσματος των δόσεων που περιέχονται στο σύνολο των τροφών που καταναλώνονται και, αφετέρου, θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του ζύθου και του οίνου όσον αφορά την τεχνολογική ή οικονομική αναγκαιότητα προσθήκης στα προϊόντα αυτά του επίμαχου συντηρητικού.
Εν όψει των συνηθειών διατροφής που επικρατούν στο οικείο κράτος μέλος, η μεγάλη διαφορά μεταξύ της επιτρεπόμενης στην Ιταλία μέγιστης περιεκτικότητας του ζύθου σε θειώδη ανυδρίτη και εκείνης που επιτρέπεται για τον οίνο φαίνεται, ωστόσο, ως σοβαρή ένδειξη από την οποία προκύπτει ότι, υπό την επιφύλαξη σαφών τεχνολογικών διαφορών που να δικαιολογούν τη σημαντικότερη προσθήκη θειώδους ανυδρίτη στον οίνο, η επίδικη ιταλική νομοθεσία δεν πρέπει να θεωρείται σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, δεν πρέπει να αναμένεται όπως η νομοθεσία ενός κράτους μέλους - όπου η κατανάλωση ζύθου είναι σχετικά μικρή σε σχέση με την κατανάλωση
οίνου, που είναι πολύ υψηλότερη, και όπου, επομένως, η προσθήκη θειώδους ανυδρίτη στον οίνο αντιπροσωπεύει σχετικά μικρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία - επιτρέπει περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη πολύ υψηλότερη για τον ζύθο παρά για τον οίνο και επιτρέπει επίσης υψηλότερη περιεκτικότητα από την επιτρεπόμενη με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους στο οποίο η κατανάλωση ζύθου είναι πολύ μεγαλύτερη από την κατανάλωση οίνου; Σχετικώς, υπενθυμίζω ακόμη ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία (βλ. σκέψη 25 της αποφάσεως που παρατέθηκε στην παράγραφο 5 και σκέψη 46 της αποφάσεως που παρατέθηκε στην παράγραφο 6), στην Ιταλική Κυβέρνηση εναπόκειται να αποδείξει ότι η επίδικη νομοθεσία είναι σύμφωνη προς την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας.
10. Η ιταλική νομοθεσία μου φαίνεται, εν πάση περιπτώσει, ότι παρεκκλίνει από την αρχή της αναλογικότητας υπό μια άλλη έποψη, παρέκκλιση ακόμη περισσότερο προφανής και, επομένως, ευκολότερο να διαπιστωθεί. 'Οπως ανέφερα ήδη, η ιταλική νομοθεσία δεν προβλέπει διαδικασία που να επιτρέπει τη λήψη εγκρίσεως για τη διάθεση στο εμπόριο στην Ιταλία του ζύθου που παρασκευάζεται νομίμως σε άλλο κράτος μέλος με περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη υπερβαίνουσα 20 mg/l.
Ο συνήγορος του Michel Debus παρατηρεί σχετικώς ότι η περιεκτικότητα του επίμαχου γαλλικού ζύθου σε θειώδη ανυδρίτη ανέρχεται σε 36,8 mg/l, σαφώς μικρότερη από την περιεκτικότητα που επιτρέπει η γαλλική νομοθεσία (100 mg/l). Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι πρόκειται για ειδικό ζύθο, δηλαδή για αλκοολούχο ποτό με βάση τον ζύθο και φυσικά εκκχυλίσματα φυτών (12), ειδικός ζύθος για τον οποίο, όσον αφορά την προσθήκη θειώδους ανυδρίτη, πρέπει ίσως να ληφθούν υπόψη τεχνολογικές
απαιτήσεις διαφορετικές από εκείνες που εφαρμόζονται για τους "κανονικούς" ζύθους.
Επομένως, δεν θεωρώ ότι είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή διευκρινίστηκε με την προπαρατεθείσα νομολογία (βλ. τη σκέψη 23 που παρατίθεται στην παράγραφο 5 και τις σκέψεις 45 και 46 που παρατίθενται στην παράγραφο 6), το ότι ο εισαγωγέας δεν διαθέτει στην Ιταλία μια διαδικασία η οποία μπορεί εύκολα να κινηθεί και η οποία μπορεί να περατωθεί σε εύλογο χρόνο (13), διαδικασία με την οποία ο εισαγωγέας μπορούσε, για ένα είδος συγκεκριμένου ζύθου, να λάβει απαλλαγή, με πράξη γενικής ισχύος, από την απαγόρευση εμπορίας που του είχε αντιταχθεί και να ασκήσει προσφυγή κατά της ενδεχόμενης αρνήσεως.
11. Θα είμαι σύντομος όσον αφορά τα δύο άλλα ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο. Το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει εσωτερική νομοθεσία η οποία είναι ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 30 και 36 και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του υποχρεούται να λάβει όλα τα μέτρα που είναι ικανά να καταστήσουν δυνατή, σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας του ζύθου που εισάγεται από άλλο κράτος μέλος.
12. Εν όψει των παρατηρήσεων που μόλις προηγουμένως ανέπτυξα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν:
"1) Τα άρθρα 30 και 36 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία απαγορεύει την εμπορία εισαγομένου από άλλο κράτος μέλος ζύθου, του οποίου η
περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη υπερβαίνει το 20 mg/l, όταν η κανονιστική αυτή ρύθμιση δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας όπως αυτή προσδιορίστηκε με τη Νομολογία του Δικαστηρίου, όταν δηλαδή βαίνει πέραν του μέτρου που απαιτείται για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας. 'Οταν το συγκεκριμένο κράτος μέλος επιτρέπει για άλλα τρόφιμα, όπως π.χ. για τον οίνο, ανώτατη περιεκτικότητα σε θειώδη ανυδρίτη σαφώς υψηλότερη, η αναλογικότητα της ανωτέρω νομικής ρυθμίσεως περί ζύθου, πρέπει να εκτιμάται, αφενός μεν, υπό το πρίσμα της σχετικής σημασίας της καταναλώσεως ζύθου σε σχέση με την κατανάλωση άλλων τροφίμων, ειδικότερα δε σε σχέση με την κατανάλωση οίνου, από το σύνολο των τροφίμων που καταναλίσκονται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, όπως επίσης και σε σχέση με τον πραγματικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν τα εν λόγω προϊόντα για την υγεία σε περίπτωση λήψεως υπερβολικών ποσοτήτων θειώδους ανυδρίτη, σε σχέση με το σωρευτικό αποτέλεσμα των ποσοτήτων που περιέχονται στο σύνολο των καταναλισκομένων τροφίμων, αφετέρου δε, υπό το πρίσμα των υφισταμένων διαφορών μεταξύ του ζύθου και των άλλων τροφίμων, ειδικότερα δε του οίνου, σε ό,τι αφορά την τεχνολογική ή οικονομική ανάγκη προσθήκης της επίδικης πρόσθετης ουσίας στα εν λόγω προϊόντα. Εν πάση περιπτώσει, η προαναφερθείσα νομοθετική ρύθμιση δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας καθόσον δεν προβλέπει τη δυνατότητα παροχής, με πράξη γενικής ισχύος, εξαιρέσεως από την απαγόρευση εμπορίας μέσω απλουστευμένης διαδικασίας, περατούμενης εντός ευλόγου προθεσμίας και προβλέπουσας τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής σε περίπτωση αρνήσεως χορηγήσεως της εξαιρέσεως.
2) Τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να εφαρμόσουν εσωτερική νομοθετική ρύθμιση ασυμβίβαστη με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
3) Τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους, να λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση, κατά τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας ζύθου εισαχθέντος από άλλο κράτος μέλος."
SP/km
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) Η ετικέτα στις μικρές φιάλες του επίμαχου ζύθου που διατίθεται στο εμπόριο στην Ιταλία φέρει την ένδειξη: "36,15 Pecheur - Bevanda alcolica a base di birra ed estratti vegetali". H ιταλική νομοθεσία δεν επιτρέπει τη διάθεση στο εμπόριο της μπύρας αυτής υπό την ονομασία birra (ζύθος). Με τις παρατηρήσεις τις, η Επιτροπή θέτει το ζήτημα αν η απαγόρευση αυτή συμβιβάζεται με την οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978. Πάντως, τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται στην παρούσα διαδικασία.
(2) Βλ. GURI αριθ. 234, της 17ης Σεπτεμβρίου 1962. Ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με τον νόμο 329/74, της 16ης Ιουλίου 1974 (GURI αριθ. 211 της 12.8.1974), και με τον νόμο 141/89, της 17ης Απριλίου 1989 (GURI, αριθ. 96, της 26.4.1989). Ωστόσο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο c, δεν τροποποιήθηκε.
(3) Ο θειώδης ανυδρίτης (SO 2) είναι πρόσθετο (Ε 220) που προστίθεται στα τρόφιμα ως συντηρητικό και, ειδικότερα, όχι όμως αποκλειστικά, στον ζύθο και τον οίνο.
(4) Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salo κατά Χ (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 6 και 7).
(5) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Jurispr. 1974, σ. 837, σκέψη 5).
(6) Βλ. την προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-347/89, Freistaat Bayern κατά Eurim-Pharm (Συλλογή 1991, σ. Ι-1747, σκέψη 26).
(7) Κανένας δεν αμφισβητεί ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. Η οδηγία 64/54/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 1963, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα συντηρητικά που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 89), και η οδηγία 89/107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα πρόσθετα που μπορούν να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα τα οποία προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή (ΕΕ 1989, L 40, σ. 27), επιτρέπουν την προσθήκη θειώδους ανυδρίτη στα τρόφιμα, δεν διευκρινίζουν όμως τη μέγιστη επιτρεπόμενη ποσότητα.
(8) Σκέψεις 20 έως 25 (Συλλογή 1986, σ. 1511). Βλ. επίσης, για παράδειγμα, την περισσότερο πρόσφατη απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-42/90, Ministere public κατά Bellon (Συλλογή 1990, σ. Ι-4863, σκέψεις 11 έως 17).
(9) (Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψεις 45 έως 47).
(10) Αναφέρομαι σχετικώς στη γνώμη που διατύπωσε η μικτή επιτροπή εμπειρογνωμόνων του FAO και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, καθώς και στη γνώμη που διατύπωσε η Κοινοτική Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων. Πάντως, πρέπει να παρατηρήσω ότι, κατά την Επιτροπή, η συνολική λήψη θειώδους ανυδρίτη δεν μπορεί να υπερβαίνει 21 mg ανά ημέρα για άτομο 60 κιλών, ενώ κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η οποία βασίζεται στις ίδιες πηγές, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι περίπου 40 mg.
(11) Η μέγιστη περιεκτικότητα που επιτρέπεται στα κράτη αυτά είναι η εξής: Γαλλία: 100 mg/l, Ισπανία: 30 mg/l, Ιταλία και Δανία: 20 mg/l για τους ζύθους με υψηλό αλκοολικό τίτλο και 10 mg/l για τους ζύθους με χαμηλό αλκοολικό τίτλο, Γερμανία: 10 mg/l. Στην Ελλάδα, η χρήση θειώδους ανυδρίτη απαγορεύεται πλήρως.
(12) 'Οπως παρατήρησα ήδη στην παράγραφο 1 και στην υποσημείωση 1, ο εν λόγω ζύθος δεν μπορούσε καν να διατεθεί στο εμπόριο στην Ιταλία υπό την ονομασία birra (ζύθος).
(13) Πράγμα που συμβαίνει, για παράδειγμα, στις Κάτω Χώρες, όπως ανέφερε κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy