ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΊ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 13ης Μαΐου 1992 ( *1 )
Κύριε Προεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην υπό κρίση υπόθεση ζητείται από το Δικαστήριο να διασαφηνίσει τις διατάξεις που πρέπει να εφαρμόζονται για τον καθορισμό της αξίας των παραγώγων προϊόντων και των προϊόντων προσωρινής εξαγωγής στο πλαίσιο του καθεστώτος παθητικής τελειοποιήσεως.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2473/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, σχετικά με το καθεστώς της παθητικής τελειοποιήσεως και το σύστημα σταθερών ανταλλαγών ( 1 ), το εν λόγω σύστημα επιτρέπει την προσωρινή εξαγωγή κοινοτικών εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας προκειμένου αυτά να υποστούν εργασίες μεταποιήσεως, κατεργασίας ή επιδιορθώσεως και να τεθούν τα προκύπτοντα από τις εργασίες αυτές προϊόντα («παράγωγα» προϊόντα) σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας με ολική ή μερική απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς.
Όπως είναι γνωστό, ο μηχανισμός αυτός σκοπεί στο να αποφεύγεται όπως τα προϊόντα που εξάγονται από την Κοινότητα για τελειοποίηση υπόκεινται σε τελωνειακές επιβαρύνσεις. Προς τούτο, το άρθρο 13, σημείο 1, του προαναφερθέντος κανονισμού ορίζει συγκεκριμένα ότι:
«Η ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, συνίσταται στην αφαίρεση από το ποσό των εισαγωγικών δασμών που αντιστοιχούν στα παράγωγα προϊόντα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία του ποσού των εισαγωγικών δασμών που θα έπρεπε να επιβληθούν στα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής αν είχαν εισαχθεί στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας από τη χώρα στην οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της εργασίας ή της τελευταίας εργασίας τελειοποιήσεως.»
Ο υπολογισμός των εισαγωγικών δασμών που πράγματι πρέπει να αξιώνονται για τα παράγωγα προϊόντα γίνεται στην πράξη δι' αφαιρέσεως από το θεωρητικό ποσό των ισχυόντων για τα προϊόντα αυτά δασμών, κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής στην Κοινότητα, του πλασματικού ποσού των δασμών που ισχύουν για τα προϊόντα προσωρινής εξαγωγής.
2.
Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης είναι σχετικώς απλό.
Η επιχείρηση Wacker Werke εξάγει στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό καθεστώς παθητικής τελειοποιήσεως, βενζινοκινητήρες και κινητήρες ντίζελ και εισάγει συσκευές που έχουν κατασκευαστεί από την επιχείρηση Wacker Corporation (με την οποία συνδέεται οικονομικώς) και στις οποίες έχουν ενσωματωθεί οι εν λόγω κινητήρες.
Συγκεκριμένα, η Wacker Werke χρεώνει τους βενζινοκινητήρες δικής της κατασκευής βάσει του κόστους παραγωγής με μια προσαύξηση 25 % για τα γενικά έξοδα και τα κέρδη, ενώ χρεώνει τους κινητήρες ντίζελ, που προμηθεύεται από τρίτους παραγωγούς, στην τιμή αγοράς προσαυξημένη κατά 5 %. Αντιθέτως, οι εισαγόμενες συσκευές χρεώνονται στις τιμές που ορίζονται στους τιμοκαταλόγους του πωλητή, μειωμένες κατά 45 %.
Από πουθενά δεν προκύπτει, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, ότι οι τιμές που χρεώνονται για τα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής και για τα παράγωγα προϊόντα επηρεάζονται από τους υφιστάμενους μεταξύ των δύο εταιριών δεσμούς.
3.
Το Hauptzollamt München καθόρισε αρχικώς τη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων και των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής με βάση τις τιμές που οι δύο εταιρίες χρέωναν η μία στην άλλη ωστόσο, η εν λόγω αρχή έκρινε στη συνέχεια ότι, καίτοι η αξία των παραγώγων προϊόντων έπρεπε να καθορίζεται βάσει των χρεου-μένων τιμών πωλήσεως, η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής έπρεπε να καθορίζεται με βάση το κόστος παραγωγής (βενζινοκινητήρες) ή την τιμή αγοράς (κινητήρες ντίζελ), δηλαδή αφού αφαιρεθεί η προσαύξηση του 25 ή του 5 % που είχε γίνει από τη Wacker Werke συνεπώς, αναζήτησε το ποσό των 36057,20 γερμανικών μάρκων (DM) ως τελωνειακούς δασμούς.
Θεωρώντας ότι η ορθή μέθοδος υπολογισμού ήταν η αρχικώς υιοθετηθείσα, η προαναφερθείσα εταιρία υπέβαλε καταρχάς διοικητική ένσταση και στη συνέχεια προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht München. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Wacker Werke ισχυρίστηκε, κατ' ουσίαν, ότι οι κινητήρες είχαν παραδοθεί εξ επαχθούς αιτίας και ότι η καθής δεν μπορούσε, όπως ήταν επόμενο, να στηριχθεί στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', σημείο i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( 2 ), κατά το οποίο, για τον καθορισμό της αξίας των εμπορευμάτων πριν από την τελειοποίηση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξία των «υλών, συστατικών, μερών και παρομοίων στοιχείων που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα», διότι η διάταξη αυτή δεν αφορά, όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα του κανόνα αυτού, παρά μόνο την περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω ύλες και συστατικά έχουν παρασχεθεί «αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος».
4.
Με διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 1990, το Finanzgericht München αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα.
Με το πρώτο από τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2473/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για τον υπολογισμό των εισαγωγικών δασμών, πρέπει η δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων και των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής να στηρίζεται καταρχήν στη συναλλακτική αξία σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80.
Το ερώτημα αυτό, με το οποίο σκοπείται κατ' ουσίαν να ελεγχθεί ο τρόπος προσδιορισμού των εισαγωγικών δασμών που πράγματι πρέπει να απαιτούνται για τα προϊόντα που υπάγονται σε καθεστώς τελειοποιήσεως, θέτει δύο χωριστά προβλήματα: το πρώτο έχει σχέση με τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού των δασμών που ισχύουν για τα παράγωγα προϊόντα και το δεύτερο με τον υπολογισμό του πλασματικού ποσού των δασμών που ισχύουν για τα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής.
5.
Θα αρχίσω εξετάζοντας το πρώτο από τα ανωτέρω επισημανθέντα προβλήματα.
Συναφώς, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι το κείμενο του άρθρου 13 του κανονισμού 2473/86 δεν παρέχει άμεσες ενδείξεις σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας των παραγώγων προϊόντων ωστόσο, σύμφωνα με το γράμμα της παραγράφου 2, δεύτερο εδάφιο, του κανόνα αυτού, η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής είναι αυτή που λαμβάνεται υπόψη γι' αυτά τα εμπορεύματα κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των παραγώγων προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', σημείο i, του κανονισμού 1224/80. Από τη διατύπωση αυτή και, ειδικότερα, από την παραπομπή στο άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80 προκύπτει κατά τρόπο αρκετά κατά τη γνώμη μου σαφή ότι η αξία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού των δασμών που εφαρμόζονται στα παράγωγα προϊόντα είναι η συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, σύμφωνα με το οποίο «η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων (...) είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8».
Εξάλλου, ένας τέτοιος ισχυρισμός ενισχύεται από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 13 του κανονισμού 2473/86, το οποίο παραπέμπει, με την παράγραφό του 1, στο ποσό των εισαγωγικών δασμών που αντιστοιχούν στα παράγωγα προϊόντα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και, επομένως, φαίνεται να προϋποθέτει, όσον αφορά τα παράγωγα προϊόντα, την εφαρμογή των σχετικών κανόνων της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
6.
Άλλως έχουν τα πράγματα όσον αφορά τον υπολογισμό της αξίας των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής. Πράγματι, σε σχέση με τα προϊόντα αυτά, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ρητώς διασαφηνίσει, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2473/86, τη μέθοδο υπολογισμού της αξίας τους, προβλέποντας ότι «η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής είναι αυτή που λαμβάνεται υπόψη γι' αυτά τα εμπορεύματα πατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των παραγώγων προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', σημείο i, του κανονισμού 1224/80, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1055/85, ή, εάν η αξία δεν μπορεί να καθοριστεί με τον τρόπο αυτό, η διαφορά μεταξύ της δασμολογητέας αξίας των παραγώγων προϊόντων και των εξόδων τελειοποιήσεως που καθορίζονται με εύλογο τρόπο».
Ειρήσθω εν παρόδω ότι το προαναφερθέν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', σημείο i, ορίζει ότι, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας μέσω της εφαρμογής του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80, προστίθεται στην πράγματι πληρωτέα ή πληρωθείσα για τα εισαχθέντα εμπορεύματα τιμή η αξία, επιμεριζόμενη με τον κατάλληλο τρόπο, των υλών, συστατικών, μερών και παρομοίων στοιχείων που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα όταν αυτά παρέχονται αμέσως ή εμμέσως από τον αγοραστή, αδαπάνως ή με μειωμένα έξοδα, και χρησιμοποιούνται πατά την παραγωγή και την πώληση προς εξαγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων, στο μέτρο που η αξία αυτή δεν έχει περιληφθεί στην πράγματι πληρω-θείσα ή πληρωτέα τιμή.
Στην πράξη, δύο είναι οι τρόποι που προβλέπονται για τον υπολογισμό της αξίας των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής. Ο πρώτος αναφέρεται στην περίπτωση, μάλλον την πλέον συχνή, κατά την οποία η δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 1224/80, ενώ εξυπακούεται ότι τα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής έχουν παρασχεθεί από τον αγοραστή αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι ανάγκη, για να προσδιοριστεί η δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων, να γίνουν οι προσαρμογές που προβλέπονται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80 και θα είναι ως εκ τούτου δυνατό να χρησιμοποιηθεί η κατ' αυτόν τον τρόπο εξευρεθείσα αξία και για τον καθορισμό της αξίας των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής.
Αντιθέτως, ο δεύτερος τρόπος που προβλέπει ο σχετικός κανόνας αφορά καταστάσεις όπου το ενσωματωμένο στα εισαγόμενα εμπορεύματα προϊόν έχει παρασχεθεί έναντι αντιτίμου, όπως ακριβώς στην υπό κρίση περίπτωση, οπότε δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού 1224/80 — όπου γίνεται λόγος για προϊόντα που έχουν παρασχεθεί από τον αγοραστή αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος. Υπό τέτοιες περιστάσεις, από το γράμμα του κανόνα προκύπτει ότι η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής θα πρέπει να προσδιορίζεται κατόπιν αφαιρέσεως από τη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων των εξόδων τελειοποιήσεως, υπολογιζόμένων με εύλογο τρόπο.
7.
Επομένως, το πρόβλημα που τίθεται εν προκειμένω συνίσταται στον καθορισμό του τρόπου υπολογισμού τω εξόδων τελειοποιήσεως των προϊόντων και, ειδικότερα, στο ζήτημα αν τα γενικά έξοδα και το περιθώριο κέρδους που η προσφεύγουσα της κύριας δίκης έχει προσθέσει στο κόστος των παρασχεθέντων στη Wacker Corporation κινητήρων πρέπει να θεωρηθούν ως έξοδα τελειοποιήσεως που φέρει η επιχείρηση μεταποιήσεως.
Γενικώς, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα έξοδα που φέρει η επιχείρηση μεταποιήσεως για την κατασκευή των παραγώγων προϊόντων αποτελούν στο σύνολό τους έξοδα τελειοποιήσεως. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση καταλήγει στο να εξισώνει τη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων προς το ποσό των εξόδων τελειοποιήσεως, με συνέπεια η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής να ισούται με μηδέν.
Είναι όμως σαφές ότι μια τέτοια συνέπεια δεν επιδιώχθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη και έρχεται σε καταφανή αντίθεση προς το καθεστώς της παθητικής τελειοποιήσεως.
Αντιθέτως, ένας ορθός και εύλογος τρόπος υπολογισμού του κόστους τελειοποιήσεως συνίσταται — όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η συναλλακτική αξία του προϊόντος προσωρινής εξαγωγής δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση — στην αφαίρεση από τα έξοδα που φέρει η μεταποιητική βιομηχανία τα οποία μετακυλίονται στην τιμή πωλήσεως και, κατά συνέπεια, στη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων των εξόδων που έχουν γίνει για την αγορά των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής, εφόσον αυτά ακριβώς τα εμπορεύματα αποτελούν και το αντικείμενο της διαδικασίας τελειοποιήσεως.
Στην πράξη, τα έξοδα τελειοποιήσεως για τα παράγωγα προϊόντα που παρέχονται από τη Wacker Corporation ισούνται προς την τιμή πωλήσεως που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων αυτών, μειωμένη κατά τα ποσά που έχουν καταβληθεί από τη Wacker Corporation για την απόκτηση των κινητήρων, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων που έχουν γίνει από την προσφεύγουσα της κύριας δίκης,
8.
Πράγματι, μια τέτοια προσέγγιση καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα με αυτό που υποθέτει το αιτούν δικαστήριο, το οποίο φαίνεται ωστόσο να θεωρεί ότι, όταν είναι δυνατός, όσον αφορά τόσο το παράγωγο προϊόν όσο και τα προσωρινώς εξαγόμενα εμπορεύματα, ο καθορισμός, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, των συναλλακτικών αξιών, οι αξίες αυτές πρέπει κατ' ανάγκη να λαμβάνονται ως βάση για τον υπολογισμό του δασμού που πράγματι επιβαρύνει τα προερχόμενα από την τελειοποίηση προϊόντα, και τούτο επί τη βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2473/86.
Ωστόσο, αυτός ο τρόπος ενεργείας δεν μου φαίνεται ορθός από τυπική άποψη, καθόσον, αφενός, ο κανονισμός 2473/86 ρητώς προβλέπει, στο άρθρο του 13, παράγραφος 2, τον τρόπο υπολογισμού της αξίας των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής και, αφετέρου, αν γίνει δεκτή η άποψη ότι η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής είναι ίση προς τη δασμολογητέα αξία τους υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον κανονισμό 1224/80, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο τούτο δεν θα πρέπει να ισχύει και για την περίπτωση κατά την οποία η αξία αυτή υπολογίζεται με βάση το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού.
Πράγματι, νομίζω ότι, με τον κανονισμό 2473/86, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να αφήσει στις εθνικές αρχές κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή του τρόπου καθορισμού της αξίας των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής, αρκεί ο τρόπος αυτός να παρέχει όλες τις εγγυήσεις που απαιτούνται για την επίτευξη του σκο- πού που επιδιώκει ο κανονισμός, δηλαδή να αποφεύγεται η φορολόγηση των εμπορευμάτων που εξάγονται από την Κοινότητα προς τελειοποίηση.
Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2473/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για τον προσδιορισμό των εισαγωγικών δασμών, η δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων πρέπει να στηρίζεται στη συναλλακτική αξία τους καθοριζομένη σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1224/80, ενώ η αξία των προϊόντων προσωρινής εξαγωγής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2473/86.
9.
Από τις προηγούμενες σκέψεις απορρέει επίσης η απάντηση που πρέπει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού 2473/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη αυτή ακόμα και όταν ο κάτοχος της αδείας τελειοποιήσεως δεν έχει εξαγάγει προσωρινώς εμπορεύματα αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', σημείο i, του κανονισμού 1224/80.
Δοθέντος ότι, όπως προανέφερα, το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 2473/86 αφορά όχι τη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων αλλά την αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής, είναι ανάγκη, κατά τη γνώμη μου, να διευκρινιστεί ότι, όσον αφορά και τα εμπορεύματα αυτά, η δεύτερη δυνατότητα που μνημονεύεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2473/86 ισχύει μόνον όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 8 του κανονισμού 1224/80, δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία το εμπόρευμα προσωρινής εξαγωγής έχει παρασχεθεί αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος.
Εξάλλου, κατόπιν της αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού 1224/80.
10.
Επομένως, υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Finanzgericht München ερωτήματα ως εξής:
«1)
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2473/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για τον υπολογισμό των εισαγωγικών δασμών, η δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϊόντων πρέπει να στηρίζεται στη συναλλακτική αξία τους σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, και τις λοιπές ισχύουσες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80.
2)
Η αξία των προϊόντων προσωρινής εξαγωγής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2473/86.
3)
Η πρώτη δυνατότητα του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2473/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δασμολογητέα αξία των προϊόντων προσωρινής εξαγωγής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη αυτή μόνο σε περίπτωση που ο κάτοχος της αδείας τελειοποιήσεως έχει εξαγάγει προσωρινώς τα εμπορεύματα αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', σημείο i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ L 212, σ. 1.
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218.
Full & Egal Universal Law Academy