Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1991 (1) το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε επί προσφυγής την οποία η V., πρώην έκτακτος υπάλληλος μιας από τις πολιτικές ομάδες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχε ασκήσει κατά του κοινοτικού αυτού οργάνου και στο πλαίσιο της οποίας είχε ζητήσει κυρίως την ακύρωση της αποφάσεως της επιτροπής αναπηρίας και την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ). Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή. Η V., με δικόγραφο της 18ης Ιανουαρίου 1991, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής.
Τα περιστατικά της υποθέσεως και τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων αναπτύσσονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και στην έκθεση του εισηγητή δικαστή, στις οποίες και παραπέμπω. Στη συνέχεια θα περιοριστώ στην εξέταση των λόγων που πρoβάλλει η V. προς στήριξη της αναιρέσεώς της.
Επί της συγκροτήσεως της επιτροπής αναπηρίας
2. Η V. προβάλλει, κυρίως, ότι ο ιατρός τον οποίο αυτή είχε ορίσει και ο ιατρός τον οποίο είχε ορίσει το Κοινοβούλιο είχαν συμφωνήσει ήδη, κατά την τηλεφωνική συνδιάλεξη της 12ης Οκτωβρίου 1987, ως προς τον τρίτο ιατρό της επιτροπής αναπηρίας. Το περιεχόμενο της επιστολής την οποία ο ορισθείς από
την V. ιατρός είχε στείλει εν συνεχεία, στις 17 Οκτωβρίου 1987, δεν μπορούσε να μεταβάλει αυτή την πραγματική κατάσταση. Η προφορική συμφωνία ήταν οριστική και δέσμευε τα δύο μέρη. Επικουρικώς, η V. προβάλλει ότι η από 17 Οκτωβρίου 1987 επιστολή, ερμηνευόμενη κατά εύλογο τρόπο και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι είχε γραφεί από ιατρό και όχι από νομικό, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εξαρτώσα την αποδοχή της συμφωνίας από όρους.
Το επικρουρικό επιχείρημα πρέπει προφανώς να απορριφθεί. Η επιστολή δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μόνον ότι σήμαινε ότι η συμφωνία ως προς τον τρίτο προτεινόμενο ιατρό εξηρτάτο από την αποδοχή από το άλλο μέρος υποχρεώσεων που καθορίζονταν επακριβώς. Το μέρος το οποίο υπέβαλε γραπτώς όρους για τη σύναψη μιας οριστικής συμφωνίας δεν μπορεί εν συνεχεία να υποστηρίξει ότι είχε δώσει την οριστική συγκατάθεσή του πριν από την αποστολή της υπό όρους αποδοχής της συμφωνίας. Αυτό θα πρέπει να είναι ακόμη περισσότερο προφανές όταν γίνεται επίκληση της εν λόγω προφορικής συμφωνίας μετά τον τερματισμό των εργασιών της Επιτροπής αναπηρίας η οποία, κατά τη V., συγκροτήθηκε κατά παράβαση της προφορικής συμφωνίας.
Επί της αποστολής από τη διοίκηση των πορισμάτων της επιτροπής αναπηρίας
3. Η V. προβάλλει ότι το έγγραφο με το οποίο η διοίκηση του Κοινοβουλίου της διαβίβασε τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας πρέπει να θεωρηθεί ως απόφαση και ότι η απόφαση αυτή δεν είναι έγκυρη διότι δεν λήφθηκε από την αρμόδια αρχή, δηλαδή την ΑΔΑ. Η V. υποστήριξε ότι όλες οι πράξεις που αναπτύσσουν έννομα αποτελέσματα επί της σχέσεως εργασίας μεταξύ του κοινοτικού οργάνου και του προσωπικού του έπρεπε να εκδίδονται από την ΑΔΑ, εκτός αν η σχετική αρμοδιότητα έχει ανατεθεί σε άλλο όργανο. Συναφώς, περιορίζομαι στην παρατήρηση ότι το άρθρο 33, παράγραφος 2, του καθεστώτος
που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει ότι η "κατάσταση αναπηρίας καθορίζεται από την επιτροπή αναπηρίας που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: ΚΥΚ)". Επομένως, η ΑΔΑ δεν έχει την εξουσία να θεωρήσει έναν υπάλληλο ως ανάπηρο αν η επιτροπή αναπηρίας κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα. Εφόσον η ΑΔΑ δεν έχει καμιά αρμοδιότητα επί του θέματος αυτού, η αποστολή των πορισμάτων της επιτροπής αναπηρίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί του κύρους των πορισμάτων της επιτροπής αναπηρίας
4. Η V. προβάλλει ότι τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας δεν είναι έγκυρα διότι δεν αιτιολογούνται, προς τούτο δε βασίζεται στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Jaensch (2). Αναφέρει ότι τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας αποτελούνται αποκλειστικά από ένα έντυπο προς συμπλήρωση, οι δε ιατροί αρκέστηκαν κυρίως στην αναγραφή των προσωπικών τους στοιχείων και στη διαγραφή των ενδείξεων που δεν ασκούσαν επιρροή επομένως, τα πορίσματα στερούνται αιτιολογίας. Η V. αναφέρει ότι από την εκδοθείσα στην υπόθεση Jaensch απόφαση προκύπτει ότι η έκθεση της επιτροπής πρέπει να περιλαμβάνει μια "κατανοητή σχέση μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων που περιέχει και των πορισμάτων στα οποία καταλήγει".
5. Ο λόγος αυτός, τον οποίο η V. προέβαλε στα υπομνήματα που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου και τον οποίο αυτό το τελευταίο απέρριψε εμμέσως δεχόμενο ότι οι εργασίες της επιτροπής δεν ήταν πλημμελείς, δεν είναι βάσιμος.
Από το άρθρο 9, δεύτερο εδάφιο του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ προκύπτει ότι τα "συμπεράσματα της επιτροπής διαβιβάζονται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και στον ενδιαφερόμενο". Επομένως, η Επιτροπή αναπηρίας ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπεται στον ΚΥΚ. Περιορίστηκε στην αποστολή των πορισμάτων της καταρτισθείσας εκθέσεως.
Εξάλλου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η έκθεση της επιτροπής εστάλη στον ιατρό που όρισε η V, όπως συνάγεται από την απάντηση του Κοινοβουλίου στη διοικητική ένσταση της V, η οποία επισυνάπτεται στο δικόγραφο της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Αυτό δεν αμφισβητείται από τη V.
Η V. δεν προσπάθησε να αμφισβητήσει την ιατρική εκτίμηση στην οποία βασίζονται τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας.
Η V., επομένως, δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η απόφαση της επιτροπής αναπηρίας δεν είναι έγκυρη ελλείψει αιτιολογίας.
Η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Jaensch αφορούσε το ζήτημα του περιεχομένου του ελέγχου το οποίο ασκεί το Δικαστήριο επί της εκθέσεως μιας υγειονομικής επιτροπής σε υπόθεση που αφορούσε την αναγνώριση επαγγελματικής ασθένειας και, στο πλαίσιο αυτό, αναφέρει τους όρους τους οποίους πρέπει να πληροί η έκθεση. Επομένως, η απόφαση δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω.
Επί της συγκροτήσεως νέας επιτροπής αναπηρίας
6. Η V. υποστήριξε ότι είχε το δικαίωμα όπως η περίπτωσή της υποβληθεί εκ νέου στην επιτροπή αναπηρίας.
Συναφώς, περιορίζομαι στην παρατήρηση ότι το άρθρο 59, παράγραφος 1, του ΚΥΚ ορίζει ότι η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή δύναται να προσφύγει στην επιτροπή αναπηρίας για την περίπτωση υπαλλήλου του οποίου το σύνολο αναρρωτικών αδειών υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες κατά τη διάρκεια περιόδου τριών ετών. Από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως προκύπτει ότι η ΑΔΑ έκανε χρήση της εξουσίας αυτής και το αποτέλεσμα ήταν ότι η επιτροπή αναπηρίας δεν αναγνώρισε στη V. κατάσταση αναπηρίας. Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί της απορρίψεως των ιατρικών πιστοποιητικών που υπέβαλε η V.
7. Η V. προβάλλει ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε την εξουσία να απορρίψει τα ιατρικά πιστοποιητικά που αυτή απέστειλε στις 23 Φεβρουαρίου και την 1η Μαρτίου 1988 και ότι δεν μπορεί να απαιτείται όπως τα πιστοποιητικά είναι αιτιολογημένα. Αναγνωρίζω ότι από τον ΚΥΚ δεν προκύπτει ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά πρέπει να αιτιολογούνται, από δε την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Απριλίου 1989, Fedeli κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (3), προκύπτει πράγματι ότι ένα κοινοτικό όργανο δεν μπορεί να απορρίψει ένα ιατρικό πιστοποιητικό βάσει των πορισμάτων της επιτροπής αναπηρίας που αφορούν τον ίδιο αυτόν υπάλληλο. Πάντως, εν προκειμένω, τα πραγματικά περιστατικά είναι τα εξής:
- τα ιατρικά πιστοποιητικά υποβλήθηκαν ευθύς ως η επιτροπή αναπηρίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν ανάπηρη
- το ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο ήταν αιτιολογημένο περιείχε την ίδια διάγνωση με εκείνο το οποίο η επιτροπή αναπηρίας είχε απορρίψει, και
- ο ιατρός-σύμβουλος του Κοινοβουλίου είχε διαπιστώσει, κατά την επίσκεψη ελέγχου που πραγματοποίησε στην κατοικία της αναιρεσείουσας, ότι αυτή ήταν σε θέση να εκπληρώνει τα καθήκοντά της.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν θεωρώ ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου παρανόμως απέρριψε τα ιατρικά πιστοποιητικά που υπέβαλε η αναιρεσείουσα.
Επί της καταγγελίας της συμβάσεως της V.
8. Τέλος, η V. προβάλλει ότι η κίνηση της διαδικασίας προς διαπίστωση της αναπηρίας αναστέλλει το δικαίωμα της ΑΔΑ να καταγγείλει τη σύμβαση ενός εκτάκτου υπαλλήλου. Υποστηρίζεται, εξάλλου, ότι η απόφαση συνιστά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον η απόφαση αυτή βασίστηκε στην κακή υγεία της V., έρεισμα στο οποίο η καταγγελία δεν μπορεί να βασιστεί νομίμως.
9. Συμμερίζομαι την άποψη της αναιρεσείουσας ότι η ΑΔΑ δεν μπορεί να ματαιώσει τη συνταξιοδότηση ενός εκτάκτου υπαλλήλου καταγγέλοντας τη σύμβασή του. Εν προκειμένω, όμως, η ΑΔΑ ανέμενε τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας. Μόνον τότε και συνακολούθως με την αποστολή των πορισμάτων αυτών στην αναιρεσείουσα η ΑΔΑ κατήγγειλε και τη σύμβασή της. Κατά τη γνώμη μου, ο τρόπος αυτός ενεργείας δεν είναι παράνομος.
10. Ο λόγος που αντλείται από την κατάχρηση εξουσίας, που προέβαλε η αναιρεσείουσα, πρέπει επίσης να απορριφθεί. 'Οπως έγινε δεκτό με τη σκέψη 48 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η καταγγελία είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις των άρθρων 47 και 48 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και δεν μπορεί να υποτεθεί ότι η ΑΔΑ έλαβε την απόφαση περί
απολύσεως για λόγους οι οποίοι είναι παράνομοι.
Επί των δικαστικών εξόδων
11. Κατά συνέπεια, όλοι οι λόγοι που προέβαλε η V. πρέπει να απορριφθούν. 'Οσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 69, παράγραφος 2, και του άρθρου 122 του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδα, αν υπάρχει σχετικό αίτημα. Το Κοινοβούλιο δεν ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Συμπέρασμα
12. Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αναίρεση και να κρίνει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1990, Τ-54/89, V. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-659).
(2) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, 277/84, Jaensch κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4923).
(3) Υπόθεση 271/87, Συλλογή 1989, σ. 993.
Full & Egal Universal Law Academy