Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή λόγω παραλείψεως κατά του Βασιλείου της Ισπανίας, η Επιτροπή επικρίνει τη μη τήρηση των εφαρμοστέων διατάξεων της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (1), κατά την ανάθεση εκτελέσεως δημοσίων έργων που είχε ως αντικείμενο την επέκταση του Πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης.
2. Στις αρχές του 1989, η πρυτανεία του πανεπιστημίου συνήψε σύμβαση δημοσίων έργων που είχε ως αντικείμενο την επέκταση και τη μετατροπή της σχολής πολιτικών επιστημών και κοινωνιολογίας και της σχολής κοινωνικών λειτουργών του εν λόγω πανεπιστημίου με τη διαδικασία της απευθείας αναθέσεως.
3. Η καθής κυβέρνηση υπεραμύνεται του τρόπου με τον οποίο ενήργησε η διοίκηση του πανεπιστημίου, προβάλλοντας ότι το επείγον των προς εκτέλεση έργων δεν επέτρεπε την τήρηση των προθεσμιών που επιβάλλει η οδηγία. Οι αναγκαίες εγκρίσεις των πιστώσεων για την κίνηση της διαδικασίας διακηρύξεως εγκρίθηκαν μόλις τον Ιανουάριο του 1989. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, ο υπεύθυνος για το πρόγραμμα αρχιτέκτονας είχε προβλέψει ότι τα έργα θα διαρκούσαν επτάμισι μήνες. Εφόσον τα έργα αυτά έπρεπε να περατωθούν την
1η Οκτωβρίου 1989, ημερομηνία ενάρξεως του ακαδημαϊκού έτους 1989/1990, δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Τα πραγματικά δεδομένα πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 9, στοιχείο δ, της οδηγίας. Κατά τη διάταξη αυτή, οι αναθέτουσες αρχές δεν υποχρεούνται να τηρήσουν τις διατάξεις της οδηγίας, "κατά το απολύτως αναγκαίο μέτρο, όταν για λόγους κατεπείγοντος που προκύπτουν από γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν από τις αναθέτουσες αρχές δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται από άλλες διαδικασίες".
4. Κατά την Επιτροπή, οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής της κατά παρέκκλιση διατάξεως δεν συνέτρεχαν. Η Επιτροπή προβάλλει ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η σύναψη της εν λόγω συμβάσεως επέβαλλε την κατεπείγουσα αντιμετώπισή της, θα ήταν δυνατό να τηρηθεί η ταχεία διαδικασία για τη σύναψη της συμβάσεως δημοσίων έργων του άρθρου 15 της οδηγίας.
5. Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, επιτρέποντας στην πρυτανεία του Πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης την απευθείας ανάθεση των έργων που έχουν ως αντικείμενο την επέκταση και τη μετατροπή της σχολής πολιτικών επιστημών και κοινωνιολογίας και της σχολής κοινωνικών λειτουργών του πανεπιστημίου αυτού και παραλείποντας τη δημοσίευση προκηρύξεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, ειδικότερα από τα άρθρα 9 και 12 έως 19
- να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
6. Η Ισπανική Κυβέρνηση, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
7. 'Οσον αφορά τις λεπτομέρειες της υποθέσεως, το νομικό πλαίσιο, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
Β - Αιτήματα
1. Επί του παραδεκτού
8. Μολονότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν προέβαλε ισχυρισμούς ως προς το απαράδεκτο της παρούσας προσφυγής, επιβάλλεται συναφώς να αναπτυχθούν προηγουμένως μερικές σκέψεις.
9. Σε προσφυγή λόγω παραβάσεως, έχει σημασία το ότι η προσαπτόμενη συμπεριφορά καταλογίζεται στο κράτος από το οποίο ζητείται να δικαιολογηθεί. Το πρόβλημα αυτό τίθεται ιδίως όταν το κράτος χρησιμοποιεί τύπους ιδιωτικού δικαίου προς εκπλήρωση των καθηκόντων που υπέχει. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, είναι αναγκαίο η επίδραση του κράτους να διαπιστώνεται κατά τρόπο θετικό (2).
10. Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν οι πράξεις των οποίων η νομιμότητα αμφισβητείται είναι πράξεις οργανισμού ο οποίος ήταν αρχικά κρατικός οργανισμός. Το κράτος μέλος εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι της Κοινότητας, ακόμη και όταν οι επίμαχες πράξεις εκδίδονται από ανεξάρτητα όργανα των οποίων τη συμπεριφορά σε ορισμένους τομείς δεν μπορεί να επηρεάσει ευθέως η κυβέρνηση.
11. Τα κρατικά πανεπιστήμια είναι κανονικά κρατικοί θεσμοί, έστω και αν αυτά κατέστησαν αυτόνομα όσον αφορά την οργάνωση. Σχετικώς, ελάχιστα ενδιαφέρει ποιο τύπο νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου επιλέγει το κράτος μέλος για τη δημιουργία τους. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο μιας προσφυγής λόγω παραλείψεως, οι νομικές πράξεις ενός πανεπιστημίου καταλογίζονται στο κράτος.
12. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από την περιγραφή του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 71/305, στο άρθρο 1, στοιχείο β. Θεωρούνται ως "αναθέτουσες αρχές" κατά την έννοια του άρθρου αυτού "το δημόσιο, οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου", που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, τα οποία στην Ισπανία είναι τα "άλλα νομικά πρόσωπα που υπόκεινται σε δημόσιο καθεστώς αναθέσεως έργων" (3). Το γεγονός ότι υπόκεινται σε δημόσιο καθεστώς αναθέσεως έργων συνιστά ήδη, αυτό καθαυτό, ένδειξη επιτρέπουσα να χαρακτηριστεί ο οργανισμός ο οποίος συνάπτει τη σύμβαση δημοσίων έργων ως "οργανισμός δημοσίου δικαίου".
13. Κατά τη διαδικασία, δεν διατυπώθηκε καμιά επιφύλαξη ως προς τη νομική φύση του πανεπιστημίου ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ούτε ως προς την εφαρμογή της οδηγίας, ώστε επιβάλλεται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προσαπτόμενη συμπεριφορά μπορεί να καταλογιστεί στο καθού κράτος μέλος.
2. Επί του βασίμου της προσφυγής
14. Η σύμβαση δημοσίων έργων για την οποία γίνεται λόγος, της οποίας το ύψος ανέρχεται σε 430 256 250 πεσέτες (ΡΤΑ), εμπίπτει καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας. Η αύξηση του κατωτάτου ορίου για την εφαρμογή της οδηγίας από 1 σε 5 εκατομμύρια νομισματικών μονάδων με την οδηγία 89/440 δεν έχει καμιά συνέπεια ως προς την παρούσα υπόθεση, καθόσον η κανονιστική αυτή ρύθμιση τέθηκε σε ισχύ μετά τα περιστατικά
τα οποία κρίνονται εν προκειμένω.
15. Επομένως, εφόσον εκκινώ από την αρχή ότι η οδηγία έχει εφαρμογή, το ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσον υπάρχουν επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν παρέκκλιση από τις εφαρμοστέες διατάξεις ως προς τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων. Εφόσον η ίδια η οδηγία προβλέπει στο άρθρο 9, αφενός, εξαιρετικές καταστάσεις που επιτρέπουν παρέκκλιση και, αφετέρου, τη δυνατότητα εφαρμογής ταχείας διαδικασίας όταν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, οι προβλεπόμενες γενικώς παρεκκλίσεις από τις διατάξεις περί δημοσιότητας πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο των ορίων που καθορίζονται με την οδηγία για τις παρεκκλίσεις.
16. Κατά την Επιτροπή, το πανεπιστήμιο θα μπορούσε, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι πιστώσεις χορηγήθηκαν τον Ιανουάριο του 1989 - πράγμα που δεν αμφισβητείται - να κινήσει τη διαδικασία για τη σύναψη της συμβάσεως ενωρίτερα, ώστε να μπορεί να διαθέτει περισσότερο χρόνο για τη διαδικασία υποβολής προσφορών. Η Ισπανική Κυβέρνηση αντιτίθεται στην αντίληψη αυτή προβάλλοντας ότι η διαδικασία συνάψεως της συμβάσεως δεν μπορούσε να αρχίσει παρά μόνον όταν το αντίστοιχο κονδύλι του προϋπολογισμού καθορίστηκε οριστικά με τον νόμο περί εγκρίσεως του προϋπολογισμού. Η διαφωνία ως προς τα μέτρα τα οποία μπορούσαν ενδεχομένως να προετοιμάσουν τουλάχιστον τη σύναψη συμβάσεως σε προγενέστερη ημερομηνία εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ των διαδίκων.
17. Για να συνεχίσω την παρούσα εξέταση, θα ήθελα, κατά συνέπεια, να εκκινήσω από την ευνοϊκότερη για το καθού κράτος μέλος εκδοχή των περιστατικών, λαμβάνοντας εν προκειμένω ως υπόθεση ότι η σύμβαση δεν μπορούσε να συναφθεί πριν από την οριστική έγκριση των πιστώσεων.
18. Δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί αδιαμφισβήτητα σε ποια ακριβώς ημερομηνία οι πιστώσεις τέθηκαν στη διάθεση του πανεπιστημίου. Η πρώτη ημερομηνία, που κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί, είναι η 9η Φεβρουαρίου 1989, ημερομηνία κατά την οποία το διοικητικό συμβούλιο του πανεπιστημίου
Complutense ενέκρινε την εκτέλεση των επίδικων έργων. Το ζήτημα αν παρατηρήθηκε καθυστέρηση μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίο οι πιστώσεις εγκρίθηκαν οριστικά και της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου στις 9 Φεβρουαρίου 1989 έμεινε αναπάντητο.
19. Εφόσον η κατά παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 9, στοιχείο δ, της οδηγίας, ενδεχομένως κρίσιμη εν προκειμένω, εφαρμόζεται μόνον όταν οι λεπτομερώς οριζόμενες με τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, δηλαδή ότι "δεν είναι δυνατό να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται από άλλες διαδικασίες", επιβάλλεται πρωτίστως να εξεταστεί το ζήτημα αν η οδηγία παρέχει άλλες δυνατότητες προκειμένου να ενεργήσει κανείς καταλλήλως.
20. Η Επιτροπή επέσυρε την προσοχή στο γεγονός ότι η ταχεία διαδικασία του άρθρου 15 της οδηγίας μπορούσε να είχε επιλεγεί. Στην περίπτωση της κλειστής διαδικασίας, οι προθεσμίες για τις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών είναι οι εξής: η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας, να γίνει το αργότερο πέντε ημέρες μετά την ημερομηνία αποστολής. Η προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής είναι τότε, σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας, δώδεκα ημέρες, οι οποίες επίσης υπολογίζονται από την ημέρα αποστολής της προκηρύξεως, ώστε η προθεσμία των πέντε ημερών που προβλέπεται για τη δημοσίευση δεν πρέπει να προστίθεται στην προθεσμία των δώδεκα ημερών. Στην περίπτωση μιας κλειστής ταχείας διαδικασίας, πρέπει, για την παραλαβή των προσφορών, να υπολογίζεται πρόσθετη προθεσμία δέκα ημερών από της ημερομηνίας αποστολής της προσκλήσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να υπολογίζονται τουλάχιστον 22 ημέρες μεταξύ της αποστολής της προκηρύξεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της οριστικής ημερομηνίας για την παραλαβή των προσφορών. Εφόσον η ημερομηνία της προσκλήσεως προς υποβολή των προσφορών είναι μεταγενέστερη από την ημερομηνία της αιτήσεως συμμετοχής, μπορεί να παρατηρηθεί πρόσθετη μικρή καθυστέρηση.
21. Δεν χρειάζεται να τοποθετηθώ επί του ζητήματος αν η προηγουμένως περιγραφείσα διαδικασία παρέχει όντως στους αλλοδαπούς προσφέροντες τη δυνατότητα πραγματικής συμμετοχής στη διαδικασία. 'Εστω κι αν αρκεστώ σε
έναν απλό υπολογισμό του αριθμού των ημερών, εν πάση περιπτώσει θα ήταν δυνατό στην εν λόγω υπόθεση να εφαρμοστεί η ταχεία διαδικασία.
22. Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε την εκτέλεση των έργων στις 9 Φεβρουαρίου 1989, ημέρα Πέμπτη. Κατά συνέπεια, η πρυτανεία θα μπορούσε χωρίς δυσκολία από την επόμενη Παρασκευή, δηλαδή στις 10 Φεβρουαρίου 1989, να προβεί στα αναγκαία διαβήματα για τη δημοσίευση της ανακοινώσεως προς υποβολή προσφορών και, ενδεχομένως, να εκπληρώσει άλλες απαιτήσεις διοικητικής φύσεως.
23. Στην πράξη, η πρυτανεία ενήργησε μόλις στις 27 Φεβρουαρίου, δηλαδή δυόμισι εβδομάδες μετά την απόφαση των πανεπιστημιακών αρχών, και τότε λοιπόν προέβη στα αναγκαία διαβήματα για τη δημοσίευση. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή των δυόμισι εβδομάδων. 'Εγινε λόγος για αναγκαιότητες διοικητικής φύσεως οι οποίες δεν αναπτύχθηκαν λεπτομερώς.
24. Σε μια περίπτωση στην οποία επιβάλλεται η μεγαλύτερη ταχύτητα, πρέπει να είναι δυνατό να προετοιμαστεί η εξέλιξη των τεχνικοδιοικητικών διαδικασιών κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη συνεπάγονται άλλες καθυστερήσεις. Κατά συνέπεια, αν ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι πιστώσεις θα χορηγούνταν προσεχώς με τον προϋπολογισμό - ακόμη και η ημερομηνία εγκρίσεως του προϋπολογισμού ήταν προβλεπτή -, η διαδικασία συνάψεως της συμβάσεως θα μπορούσε να είχε προετοιμαστεί σε διοικητικό επίπεδο, έστω και αν δεν είχε ακόμη αρχίσει τυπικά.
25. Η δήλωση του προϊσταμένου του τεχνικού γραφείου ως προς το επείγον των εργασιών, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα IV του υπομνήματος αντικρούσεως, θα μπορούσε προφανώς να ζητηθεί πριν από την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και όχι στις 12 Φεβρουαρίου 1989.
26. Αν υποτεθεί ότι οι αρχές είχαν ενεργήσει αμελλητί μετά την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1989, έστω και αν δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο στις 10, 11
και 12 Φεβρουαρίου, η αναγκαία προθεσμία των 22 ημερών για την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας θα είχε περατωθεί στις 6 Μαρτίου 1989, ημέρα ακριβώς κατά την οποία έληξε η προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών, σύμφωνα με τους όρους της ανακοινώσεως που δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1989. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να προβάλλεται ότι τα έργα θα είχαν καθυστερήσει αν είχε τηρηθεί η περιγραφόμενη στην οδηγία διαδικασία.
27. Η εξακρίβωση του ζητήματος αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9, στοιχείο δ, της οδηγίας για τη χορήγηση παρεκκλίσεως τίθεται, κατά συνέπεια, μόνον ως υπόθεση. Το άρθρο 9, στοιχείο δ, της οδηγίας απαιτεί όπως "για λόγους κατεπείγοντος που προκύπτουν από γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν από τις αναθέτουσες αρχές δεν είναι δυνατό να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται από άλλες διαδικασίες". Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 199/85, υποστήριξα ήδη ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρώς και ότι οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο παρατεθέν άρθρο πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (4). Κατά συνέπεια αν μια από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ελλείπει, η κατά παρέκκλιση διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Ακόμη και αν τα περιστατικά της υποθέσεως 199/85 ήταν διαφορετικά από αυτά της υποθέσεως επί της οποίας το Δικαστήριο πρέπει εν προκειμένω να αποφανθεί, όσον αφορά το κατεπείγον των έργων, αυτό δεν μεταβάλλει σε τίποτε την ακρίβεια της αφηρημένης μνείας της εν λόγω διατάξεως.
28. Με την απόφαση που εξέδωσε στην προαναφερθείσα απόφαση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης επί της ερμηνείας του άρθρου 9, στοιχείο δ, της οδηγίας και έκρινε ότι οι παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά (5).
29. Είναι πιθανόν ότι η αύξηση του αριθμού των φοιτητών σε σχέση με την ανεπάρκεια των κτιρίων συνιστούσε πραγματικά στις αρχές του 1989 κατεπείγον,
επιβάλλοντας τη λήψη μέτρων για την αύξηση της χωρητικότητας. Ωστόσο, οι σημαντικές νέες εγγραφές δεν συνιστούσαν αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός το οποίο έπληξε το πανεπιστήμιο κατά τρόπο απρόσμενο και επέβαλε άμεσα μέτρα. Δέχομαι ότι η σταθερή αύξηση του αριθμού των φοιτητών είχε ως συνέπεια να καταστήσει ανυπόφορη την κατάσταση σε δεδομένη στιγμή. Πάντως, μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι καθόλου απρόβλεπτη. Ο ακριβής αριθμός των νέων εγγραφών δεν μπορεί να έχει συναφώς σημασία, καθόσον οι ελάχιστα σημαντικές διακυμάνσεις δεν μπορεί ούτε να βελτιώσουν ούτε να καταστήσουν σημαντικά δυσχερέστερη τη συνολική κατάσταση. 'Αλλωστε, τον Φεβρουάριο του 1989 ο αριθμός των νέων εγγραφών για το πανεπιστημιακό έτος 1989/1990 δεν είχε καθοριστεί ακόμη. Οι νέες αυτές εγγραφές έπρεπε να γίνουν τον Ιούλιο του 1989, ώστε στις αρχές του 1989 μόνον εκτιμήσεις μπορούσαν να ληφθούν ως βάση εργασίας, όσον αφορά τον αριθμό των νέων εγγραφών. Κατά συνέπεια, η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να αναφέρεται σε απρόβλεπτα γεγονότα όσον αφορά την πραγματική επιδείνωση της καταστάσεως.
30. Σχετικά με την έγκριση των πιστώσεων πρέπει, ασφαλώς, να θεωρηθεί ότι δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται η διαδικασία για τη σύναψη της συμβάσεως πριν χορηγηθούν οριστικά οι πιστώσεις. Ωστόσο, έστω και αν πρόκειται για πιστώσεις χορηγούμενες κατόπιν αιτήσεως βάσει του νόμου περί του προϋπολογισμού από τον συμπληρωματικό προϋπολογισμό, δεν πρόκειται για απρόβλεπτα γεγονότα, ώστε η διοίκηση του πανεπιστημίου - ενόψει της προβληματικής καταστάσεως - ήταν ασφαλώς υποχρεωμένη να προετοιμάσει επιμελώς την απόφαση αυτή και εν συνεχεία να ενεργήσει γρήγορα.
31. Η Ισπανική Κυβέρνηση προέβαλε σχετικώς ότι η χορήγηση των πιστώσεων δεν είναι κατ' ανάγκη απρόβλεπτη, εν προκειμένω όμως έπρεπε να θεωρηθεί ως απρόβλεπτη. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, μόνον όταν συντελεστεί ένα γεγονός είναι δυνατό να συναχθούν οι σχετικές συνέπειες.
32. Επ' αυτού, επιβάλλεται πρωτίστως να παρατηρηθεί ότι αυτή η ερμηνεία του άρθρου 9, στοιχείο δ, της οδηγίας αντιβαίνει προς τη διατύπωση της προαναφερθείσας διατάξεως. Επιπλέον, είναι επίσης αντίθετη προς τον σκοπό της διατάξεως αυτής ο οποίος συνίσταται στην καθιέρωση αντικειμενικού κριτηρίου για την εφαρμογή των παρεκκλίσεων. Το κριτήριο ως προς το προβλεπτό ενός γεγονότος είναι κριτήριο που επιτρέπει να μετριέται ο βαθμός προβλεπτικότητας στην οποία υποχρεούται η αναθέτουσα αρχή, όταν ανακύπτουν επιβαρυντικές περιστάσεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μόνον αντικειμενικά απρόβλεπτες περιστάσεις αποδεσμεύουν την αναθέτουσα αρχή από την υποχρέωση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προς τήρηση των διατάξεων της οδηγίας.
33. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι η διοίκηση του πανεπιστημίου δεν εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απέρρεαν γι' αυτή από την οδηγία 71/305 και να καταδικάσει το καθού κράτος μέλος σύμφωνα με ό,τι αιτείται η Επιτροπή.
Γ - Συμπέρασμα
34. Προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Αναγνωρίζει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, διότι η πρυτανεία του Πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης αποφάσισε την απευθείας ανάθεση των έργων για την επέκταση και τη μετατροπή της σχολής πολιτικών επιστημών και κοινωνιολογίας και της σχολής κοινωνικών λειτουργών του εν λόγω πανεπιστημίου.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Οδηγία του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), που τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989 (ΕΕ L 210, σ. 1), με την οποία η αξία των προς εκτέλεση έργων για την εφαρμογή της οδηγίας αυξήθηκε από 1 σε 5 εκατομμύρια ECU.
(2) Βλ. αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1982, σ. 4005), και της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 222/82, Apple and Pear Development Council (Συλλογή 1983, σ. 4083), καθώς και τις παραγράφους 15 επ. των προτάσεων στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-247/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-3659).
(3) Βλ. οδηγία 71/305, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας.
(4) Βλ. σημείο 10 των προτάσεων στην απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987, 199/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1047).
(5) Βλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987, 199/85, σκέψη 14.
Full & Egal Universal Law Academy