Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με τα προδικαστικά ερωτήματα που έχει υποβάλει το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (ΟΔ της Γερμανίας) ζητείται η ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3540/85 της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 1985, για λεπτομέρειες εφαρμογής των ειδικών μέτρων για τα πίσα, τα κουκιά, τα φούλια και τα γλυκά λούπινα (1), διάταξη που επιτρέπει τη μερική ανάκτηση (ανάλογα προς τη βαρύτητα της διαπραχθείσας παραβάσεως) των ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί για τα προϊόντα αυτά όταν η δηλωθείσα από τον πρώτο αγοραστή, για τη χορήγηση της ενισχύσεως, ποσότητα είναι μεγαλύτερη της παραδοθείσας.
Για την ακρίβεια, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν η προαναφερθείσα διάταξη μπορεί να εφαρμοστεί - κατ' αναλογίαν - ακόμα και σε περίπτωση που ο πρώτος αγοραστής δεν έχει τηρήσει την υποχρέωση καταβολής στον παραγωγό της ελαχίστης τιμής που έχει καθοριστεί από τη διέπουσα τον εν λόγω τομέα κοινοτική νομοθεσία.
2. Παραπέμποντας, όσον αφορά τη λεπτομερή περιγραφή της ασκούσας επιρροή κοινοτικής νομοθεσίας, στην έκθεση ακροατηρίου, με τις προτάσεις μου αυτές θα περιοριστώ στο να φωτίσω τις πτυχές του προβλήματος που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη, για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς, σημασία.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1431/82 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1982, περί ειδικών μέτρων για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια (2), θεσπίστηκε, για τη στήριξη της κοινοτικής παραγωγής, ένα σύστημα ενισχύσεων για τα εν λόγω οσπριοειδή, τα οποία συλλέγονται εντός της Κοινότητας και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή προϊόντων διατροφής για ανθρώπους ή ζώα. Η ενίσχυση δεν καταβάλλεται απευθείας στους παραγωγούς αλλά στους τελικούς χρήστες. Ωστόσο, η χορήγησή της εξαρτάται από τη βεβαίωση ότι, όσον αφορά τις ποσότητες για τις οποίες ζητείται ενίσχυση, ο παραγωγός έτυχε τουλάχιστον της ελαχίστης τιμής (άρθρο 3, παράγραφος 3). Στη συνέχεια, με το άρθρο 2α του ίδιου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1485/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985 (3), προβλέφθηκαν μηνιαίες προσαυξήσεις οι οποίες προστίθενται στην ελαχίστη τιμή που πρέπει να καταβληθεί στον παραγωγό.
Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται η ενίσχυση καθώς και ο τρόπος ελέγχου ρυθμίζονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2036/82 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1982, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τα ειδικά μέτρα για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια (4). Στο άρθρο του 4, παράγραφος 1, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ότι ο πρώτος αγοραστής καταθέτει στον οργανισμό που έχει οριστεί από το κράτος μέλος τη σύμβαση που έχει συνάψει με τον παραγωγό καθώς και δήλωση με την οποία βεβαιώνεται η παραδοθείσα από τον οικείο παραγωγό ποσότητα (δήλωση παραδόσεως). Ο εν λόγω οργανισμός, αφού ελέγξει τη σύμβαση και τη δήλωση, χορηγεί στον πρώτο αγοραστή το "πιστοποιητικό αγοράς στην ελαχίστη τιμή", δηλαδή πιστοποιητικό με το οποίο βεβαιώνεται ότι όσον αφορά την παραδοθείσα από τον παραγωγό ποσότητα, ο παραγωγός αυτός έλαβε τουλάχιστον την ελαχίστη τιμή διορθωμένη, ενδεχομένως, με τις μηνιαίες προσαυξήσεις (άρθρο 4, παράγραφος 2). Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ενίσχυση χορηγείται σε κάθε χρήστη, αρκεί αυτός να έχει καταθέσει στον ορισθέντα από το κράτος μέλος οργανισμό αίτηση και πιστοποιητικό αγοράς στην ελαχίστη τιμή και υπό την προϋπόθεση ότι η μνημονευομένη στο πιστοποιητικό ποσότητα πράγματι
χρησιμοποιήθηκε, αφού προηγουμένως υποβλήθηκε σε έλεγχο εντός της ίδιας της επιχειρήσεως (άρθρο 5, παράγραφος 1).
Οι σχετικές με την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος λεπτομέρειες καθορίστηκαν από την Επιτροπή με τον κανονισμό 3540/85. Το άρθρο 6, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, διάταξη ως προς την ερμηνεία της οποίας το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, προβλέπει ότι, "στην περίπτωση που τα κράτη μέλη διαπιστώνουν ότι έχουν εκδώσει πιστοποιητικά αγοράς στην ελαχίστη τιμή για ποσότητα ανώτερη από την ποσότητα που οφείλεται πραγματικά, προβαίνουν στην ανάκτηση των πιστοποιητικών για τις ποσότητες που υπερβαίνουν τις καλυπτόμενες από τα δικαιολογητικά ή, αν έχουν ήδη μεταβιβαστεί, ζητούν από τον πρώτο αγοραστή να καταβάλει ποσό ίσο προς την υψηλότερη ενίσχυση, που ισχύει κατά την ημερομηνία χορηγήσεως του πιστοποιητικού, πολλαπλασιαζόμενη επί την ποσότητα που υπερβαίνει αυτή που καλύπτεται από δικαιολογητικά."
3. Και τώρα όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Η Helmut Haneberg GmbH & Co. KG (στο εξής: Haneberg) αγόρασε, το 1986, πίσα για τα οποία το Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung (στο εξής: BALM) της χορήγησε πιστοποιητικά αγοράς στην ελαχίστη τιμή. Από μεταγενέστερο έλεγχο που διενήργησε ο BALM κατεδείχθη, όσον αφορά τα εν λόγω πίσα, ότι είχε μεν καταβληθεί η ελαχίστη τιμή ((ίση προς 68,29 γερμανικά μάρκα (DM) ανά 100 χιλιόγραμμα)), όχι όμως και η μηνιαία προσαύξηση (ίση προς 0,43 DM ανά 100 χιλιόγραμμα).
Ο BALM, στηριζόμενος στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3540/85, ζήτησε από τη Haneberg είτε να προσκομίσει το πιστοποιητικό αγοράς στην ελαχίστη τιμή είτε να επιστρέψει τη χορηγηθείσα ενίσχυση. Κατά της αποφάσεως αυτής η Haneberg, θεωρώντας ότι ο εν λόγω κανόνας δεν αποτελούσε την κατάλληλη για την ανάκτηση της ενισχύσεως νομική βάση, προσέφυγε στο Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, το οποίο είναι ακριβώς και το υποβαλόν το προδικαστικό ερώτημα εθνικό δικαστήριο.
4. Με το πρώτο του ερώτημα, το εν λόγω δικαστήριο ζητεί να μάθει αν το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3540/85 μπορεί να εφαρμοστεί για την ανάκτηση μιας ενισχύσεως για οσπριοειδή, όταν δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση καταβολής στον παραγωγό τουλάχιστον της ελαχίστης τιμής.
Θα ήθελα καταρχάς να παρατηρήσω ότι η διατύπωση του εν λόγω κανόνα είναι τόσο σαφής ώστε να αποκλείεται η κατ' αναλογίαν εφαρμογή του για την εις το ακέραιο ανάκτηση μιας ενισχύσεως. Πράγματι, ο εν λόγω κανόνας ρητώς αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία η δηλωθείσα ποσότητα είναι μεγαλύτερη της πράγματι παραδοθείσας και προβλέπει την επιστροφή του πιστοποιητικού αγοράς στην ελαχίστη τιμή (προκειμένου να διορθωθεί και, επομένως, να καταστεί δυνατή η καταβολή της δέουσας ενισχύσεως) ή, αν η ενίσχυση έχει ήδη καταβληθεί, την ανάκτησή της εντός των ορίων της πλεονασματικής ποσότητας. Νομίζω ότι το γεγονός ότι η δυνατότητα ανακτήσεως στο ακέραιο της ενισχύσεως είναι εντελώς άσχετη προς τον εν λόγω κανόνα έχει ως συνέπεια ότι πρέπει να αποκλειστεί, σε περίπτωση που δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση καταβολής στον παραγωγό της ελαχίστης τιμής, η a priori δυνατότητα μιας "κατ' αναλογίαν" εφαρμογής, με την οποία να επιτυγχάνεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
5. 'Οσον αφορά τη δυνατότητα μιας κατ' αναλογίαν εφαρμογής, υπό την έννοια που υποδεικνύει το αιτούν δικαστήριο με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, ότι δηλαδή πρέπει η μη τήρηση της υποχρεώσεως καταβολής της ελαχίστης τιμής να κολάζεται σε βαθμό ανάλογο προς τη βαρύτητα της διαπραχθείσας υπερβάσεως, φρονώ ότι η απάντηση πρέπει, επίσης, να είναι αρνητική.
Πράγματι, η αδυναμία εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 5, στην περίπτωση που απασχολεί εδώ το Δικαστήριο προκύπτει από την ίδια τη ratio του εν λόγω κανόνα καθώς και από τη λογική του συστήματος της σχετικής με ενισχύσεις στα οσπριοειδή κοινοτικής νομοθεσίας. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι η νομοθεσία αυτή έχει ακριβώς ως σκοπό τη στήριξη της κοινοτικής παραγωγής
των εν λόγω προϊόντων και ότι ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται διά της διασφαλίσεως στους παραγωγούς δίκαιης αμοιβής, δηλαδή, τουλάχιστον, την καταβολή της ελαχίστης τιμής.
Είναι επομένως προφανές ότι οποιαδήποτε παράβαση της υποχρεώσεως καταβολής της ελαχίστης τιμής, έστω και ασήμαντη, μπορεί να διακυβεύσει την επίτευξη του σκοπού του συστήματος αυτού, εξαλείφοντας έτσι τον λόγο υπάρξεως της ενισχύσεως. Τούτο ενισχύεται και από την εβδόμη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1431/82, όπου σαφώς δηλώνεται ότι η χορήγηση της ενισχύσεως εξαρτάται από τη διαβεβαίωση ότι ο παραγωγός έχει λάβει τουλάχιστον την ελαχίστη τιμή. Συνελόντι ειπείν, η εν λόγω υποχρέωση αποτελεί ουσιώδη και προηγουμένη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως, προϋπόθεση της οποίας η παράβαση, όπως είναι επόμενο, μπορεί να δικαιολογήσει την ολική απώλεια της τελευταίας.
Συναφώς, αρκεί πράγματι να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (5), η ολική απώλεια μιας ενισχύσεως θεωρείται θεμιτή όταν συνδέεται με παράβαση υποχρεώσεως της οποίας η εκπλήρωση είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος των ενισχύσεων.
6. Εξάλλου, από μία, έστω και επιπόλαιη, εξέταση του ενδεχομένου που ρητώς προβλέπεται από το άρθρο 6, παράγραφος 5, σε σχέση με το ενδεχόμενο της μη καταβολής στον παραγωγό της προβλεπόμενης ελαχίστης τιμής καταδεικνύεται ότι πρέπει να αποκλειστεί η κατ' αναλογίαν εφαρμογή. Πράγματι, ενώ στην περίπτωση μιας διαφοράς όσον αφορά ποσότητες ο μηχανισμός που έχει καθιερωθεί με τον εν λόγω κανόνα δεν επηρεάζει τον κύριο σκοπό του συστήματος εφόσον η ενίσχυση χορηγείται οπωσδήποτε μόνο για την ποσότητα για την οποία ο παραγωγός έχει λάβει την ελαχίστη τιμή, αντιθέτως, στην περίπτωση κατά την οποία η
τιμή αυτή δεν έχει εξ ολοκλήρου καταβληθεί, δεν έχει πληρωθεί μια ουσιώδης για τη χορήγηση της ενισχύσεως προϋπόθεση.
Εξάλλου, είναι, εν πάση περιπτώσει, σαφές ότι η εφαρμογή, για τον σκοπό της επανακτήσεως, των διαδικαστικών λεπτομερειών που επιτάσσονται από τον εν λόγω κανόνα θα συνεπαγόταν, μέσω μιας όλως πλασματικής πράξεως, ένα μειονέκτημα για τον παραγωγό ο οποίος δεν θα λάμβανε παρά μόνον εν μέρει της ελαχίστης τιμής και τούτο έστω και αν - αντίθετα με την περίπτωση που απασχολεί εν προκειμένω το Δικαστήριο - η διαφορά μεταξύ της πράγματι καταβληθείσας τιμής και της προβλεπομένης ελαχίστης τιμής ήταν σημαντική. Πράγματι, προκειμένου να εφαρμοστεί κατ' αναλογίαν ο εν λόγω κανόνας, σε μια περίπτωση όπου η ελαχίστη τιμή δεν έχει καταβληθεί, θα ήταν αναγκαία η πλασματική μετατροπή της μη καταβληθείσας τιμής σε ποσότητα, κατά τρόπο που να είναι δυνατή η ανάκτηση της ενισχύσεως αποκλειστικά για την πλεονασματική ποσότητα. Είναι προφανέστατο ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα είναι απαράδεκτο: πράγματι, τούτο θα σήμαινε πλήρη νόθευση του συστήματος καθώς θα επιτρεπόταν στον παραγωγό να λάβει την ελαχίστη τιμή για ένα μόνο μέρος της παραδοθείσας στον πρώτο αγοραστή ποσότητας.
Σε τελευταία ανάλυση, το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3540/85 δεν μπορεί να εφαρμοστεί ούτε, όπως έπραξε ο BALM, για την εις το ακέραιο ανάκτηση της ενισχύσεως ούτε, για τους λόγους που πρόκειται να εκθέσω κατωτέρω, κατά τρόπο αναλογικό προς τη βαρύτητα της διαπραχθείσας παραβάσεως.
7. Οι ανωτέρω θεωρήσεις δίνουν απάντηση στα ερωτήματα, όπως αυτά έχουν υποβληθεί από το αιτούν δικαστήριο: είναι ωστόσο ανάγκη, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση, να εξεταστεί ποιες είναι - ελλείψει ειδικού κανόνα που να διέπει το εν λόγω ενδεχόμενο - οι συνέπειες της παραβάσεως της υποχρεώσεως καταβολής στον παραγωγό της ελαχίστης τιμής.
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να παρατηρήσω ότι, ενόψει των προηγουμένων, η θέση της Haneberg ότι η παράβαση της υποχρεώσεως καταβολής της ελαχίστης τιμής στερούνταν, κατά το κρίσιμο διάστημα, οποιασδήποτε συνέπειας δεν μπορεί, όπως είναι επόμενο, να γίνει δεκτή.
Πράγματι, στον κανονισμό 3540/85, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1561/90 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 1990 (6), προστέθηκε, εν τω μεταξύ, το άρθρο 4α, δυνάμει του οποίου ο πρώτος αγοραστής που δεν πλήρωσε την ελαχίστη τιμή υποχρεούται να καταβάλει στον παραγωγό "ποσό που ισούται με το διπλάσιο της διαφοράς μεταξύ της ελαχίστης τιμής και της τιμής που πληρώθηκε πραγματικά". Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε κατόπιν των τροποποιήσεων που το Συμβούλιο επέφερε, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1789/89 (7), στον κανονισμό 2036/82 οι τροποποιήσεις αυτές αφορούσαν την κατάργηση ορισμένων διοικητικών εγγράφων και ειδικότερα της δηλώσεως παραδόσεως και την εντατικοποίηση μιας σειράς μεταγενεστέρων ελέγχων.
Στηριζόμενη κυρίως στο άρθρο 4α, η Haneberg υποστηρίζει τη θέση ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως καταβολής της ελαχίστης τιμής μπορεί, το πολύ-πολύ, να συνεπάγεται κύρωση ανάλογη προς τη διαπραχθείσα παράβαση και, επομένως, ισόποση προς τη "μη καταβλήθείσα τιμή", αλλά όχι και την ολική ανάκτηση της ενισχύσεως.
8. Στην πραγματικότητα, η έλλειψη προβλέψεως, στο ισχύον κατά τον κρίσιμο χρόνο σύστημα, κανόνα αναλόγου προς το άρθρο 4α εξηγείται ευχερώς αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο προληπτικός από τον αρμόδιο οργανισμό έλεγχος προβλεπόταν για τον σκοπό της χορηγήσεως του πιστοποιητικού αγοράς στην ελαχίστη τιμή. Κατ' ουσία, το πιστοποιητικό αυτό χορηγούνταν ή, εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να χορηγείται μόνο ύστερα από τον έλεγχο του ότι ο παραγωγός είχε πράγματι λάβει την ελαχίστη τιμή, συμπεριλαμβανομένων των
ενδεχομένων προσαυξήσεων. Εξάλλου, η προϋπόθεση αυτή μπορούσε ευχερώς να ελεγχθεί βάσει της δηλώσεως παραδόσεως, δήλωση στην οποία αναγράφονταν ακριβώς η ελαχίστη τιμή και η παραδοθείσα ποσότητα.
Αντιθέτως, όσον αφορά το ισχύον σήμερα σύστημα, ο έλεγχος δεν μπορεί παρά να είναι μεταγενέστερος (και προβλέπεται πράγματι μια σειρά αιφνιδιαστικών ελέγχων στους τελικούς χρήστες), δεδομένου ότι η δήλωση παραδόσεως έχει καταργηθεί. Εξάλλου, όσον αφορά το σύστημα αυτό, προβλέπεται ότι μόνο για τις ποσότητες που πωλούνται στους πρώτους "αναγνωρισμένους" αγοραστές, οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν στον παραγωγό τουλάχιστον την ελαχίστη τιμή, χορηγείται ενίσχυση. Συναφώς, πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί ότι σε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως καταβολής της ελαχίστης τιμής, εκτός από την ήδη υπομνησθείσα κύρωση (καταβολή του διπλασίου της διαφοράς μεταξύ της πράγματι καταβληθείσας τιμής και της ελαχίστης τιμής), προβλέπεται και η προσωρινή ή ακόμα οριστική απόσυρση της "αναγνωρίσεως".
Οι ιδιαιτερότητες της νέας ρυθμίσεως, που μόλις προ ολίγου υπέμνησα, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πρόβλεψη δυνατότητας εκ των υστέρων διορθώσεως της μη εφαρμογής, διά της καταβολής στον παραγωγό του διπλασίου της διαφοράς μεταξύ της ελαχίστης τιμής και της πράγματι καταβληθείσας τιμής, δεν έρχεται σε αντίφαση με αυτά που ανέφερα στην παράγραφο 5: δηλαδή ότι η καταβολή στον παραγωγό της ελαχίστης τιμής αποτελεί τον κύριο σκοπό του εν λόγω συστήματος και ότι, κατά συνέπεια, η μη τήρηση μιας τέτοιας υποχρεώσεως εξαλείφει - καταρχήν - τον λόγο υπάρξεως της ενισχύσεως. Πράγματι, ο σκοπός αυτός διασφαλίζεται αρκούντως με τη νέα ρύθμιση, εφόσον καταβάλλεται οπωσδήποτε στον παραγωγό η ελαχίστη τιμή (και δη το διπλάσιο αυτού που ακόμα του οφείλεται), καθώς και από το γεγονός ότι ο κίνδυνος αποκλεισμού από την αγορά μέσω της αποσύρσεως της "αναγνωρίσεως", εννοείται όσον αφορά τις πράξεις για τις οποίες γίνεται εδώ λόγος, αποτελεί για τον πρώτο αγοραστή αυστηρότατη κύρωση,
βαρύτερη απ' ό,τι θα μπορούσε να είναι η ολική ανάκτηση της ενισχύσεως σε συγκεκριμένη περίπτωση.
9. Επομένως, επανερχόμενος στο ζήτημα που απασχολεί εδώ το Δικαστήριο, πρέπει να υπογραμμίσω ότι το εν λόγω "κενό νόμου", που οφείλεται ίσως από το γεγονός ότι οι κρίκοι του συστήματος θεωρούνταν ως αρκούντως στενοί ώστε να μην επιτρέπουν την εμφάνιση περιπτώσεων όπως η προκειμένη, δεν συνεπάγεται ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως για την οποία γίνεται εδώ λόγος στερούνταν συνεπειών.
Η έλλειψη ειδικής διατάξεως, όσον αφορά τη σχετική με ενισχύσεις στα οσπριοειδή κοινοτική νομοθεσία, η οποία να ρυθμίζει περιπτώσεις όπως η προκειμένη δεν μπορεί, στην πραγματικότητα, να εμποδίσει οποιαδήποτε δυνατότητα ανακτήσεως της ίδιας της ενισχύσεως. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (8), τα κράτη μέλη υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να "ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά".
'Ομως, όπως το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει στην υπόθεση Deutsche Milchkontor (9), "οι διαφορές περί επιστροφής ποσών που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία βάσει του κοινοτικού δικαίου πρέπει, ελλείψει σχετικών κοινοτικών διατάξεων, να επιλύονται από τα εθνικά δικαστήρια κατ' εφαρμογήν του εθνικού τους δικαίου αφού ληφθούν υπόψη τα όρια που θέτει το κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή ότι οι κανόνες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο δεν μπορούν να καταλήγουν στο να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως και ότι η εθνική νομοθεσία πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο
που να μη δημιουργούνται διακρίσεις σε σχέση με τις διαδικασίες που αποβλέπουν στην επίλυση διαφορών του ίδιου τύπου, που όμως είναι αμιγώς εθνικές" (σκέψη 19).
Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο εξέτασε επίσης μια άλλη πτυχή που παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά την περίπτωση που απασχολεί εδώ το Δικαστήριο: συγκεκριμένα τις συνέπειες που απορρέουν από την εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών αρχών παράβαση της υποχρεώσεως ελέγχου που επιβάλλεται από την κοινοτική νομοθεσία προκειμένου να αποφεύγεται όπως οι κοινοτικές ενισχύσεις καταβάλλονται για προϊόντα ως προς τα οποία δεν υφίσταται τέτοιο δικαίωμα. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι "οι συνέπειες αυτές, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, διέπονται από το εθνικό και όχι από το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς, εναπόκειται ομοίως στα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν τις συνέπειες αυτές δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου" (σκέψη 44).
10. Επομένως, βάσει των προηγουμένων θεωρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main ερωτήματα ως εξής:
"1) Το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3540/85 της Επιτροπής δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση καταβολής στον παραγωγό της ελαχίστης τιμής.
2) Η αναζήτηση από τις εθνικές αρχές των ποσών που έχουν άνευ νομίμου αιτίας καταβληθεί ως ενισχύσεις δυνάμει του κοινοτικού δικαίου γίνεται - στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου - σύμφωνα με τα κριτήρια και τις διαδικασίες που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, αφού ληφθούν υπόψη τα όρια που θέτει το κοινοτικό δίκαιο, για την εφαρμογή του εθνικού δικαίου.
3) Οι εθνικές αρχές υποχρεούνταν, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2036/82 του Συμβουλίου, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, να ελέγξουν, πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού αγοράς στην ελαχίστη τιμή, αν ο πρώτος αγοραστής είχε καταβάλει στον παραγωγό τουλάχιστον την τιμή αυτή στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, προκειμένου για την ανάκτηση της άνευ νομίμου αιτίας καταβληθείσας ενισχύσεως, τις συνέπειες ενδεχόμενης παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) ΕΕ L 342, σ. 1.
(2) ΕΕ L 162, σ. 28.
(3) ΕΕ L 151, σ. 7.
(4) ΕΕ L 219, σ. 1.
(5) Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 2ας Μαΐου 1990, C-357/88, Hopermann (Συλλογή 1990, σ. Ι-1669).
(6) ΕΕ L 148, σ. 9.
(7) ΕΕ L 176, σ. 11.
(8) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
(9) Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82 (Συλλογή 1983, σ. 2633).
Full & Egal Universal Law Academy