Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Ο Kantongerecht του Groningen (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (1) (στο εξής: οδηγία).
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης που κίνησε το ενάγον της κύριας δίκης, το ίδρυμα Dr Sophie Redmond Stichting (στο εξής: Sophie Redmond), για τη λύση ορισμένων συμβάσεων εργασίας με μέλη του προσωπικού της, μεταξύ των οποίων των συμβάσεων που είχε συνάψει με τους εναγομένους της κύριας δίκης, δηλαδή τον H. Bartol κ.λπ. (στο εξής: εναγόμενοι).
Το ιστορικό της υποθέσεως
2. Το Sophie Redmond είναι ένα ίδρυμα ολλανδικού δικαίου, οι δραστηριότητες του οποίου συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην παροχή αρωγής σε ναρκομανείς, αλκοολικούς και τοξικομανείς που ανήκουν σε ορισμένες μειονότητες της ολλανδικής κοινωνίας (ιδίως άτομα από το Surinam ή τις Αντίλλες, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που κατάγονται από την Aruba). Παράλληλα λειτουργεί και ως τόπος συναντήσεων και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων για τα προαναφερθέντα άτομα που χρήζουν αρωγής. Τα έσοδά του προέρχονταν
πάντοτε από επιδοτήσεις του Δήμου του Groningen, όπου είναι εγκατεστημένο. Οι εναγόμενοι είναι εργαζόμενοι στην υπηρεσία του Sophie Redmond. Με το ίδρυμα αυτό έχουν συνάψει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, επί της οποίας εφαρμόζονται οι κανόνες του αστικού κώδικα.
Την 1η Ιανουαρίου 1991, ο Δήμος του Groningen έπαυσε την επιδότηση προς το Sophie Redmond. Αποφάσισε συγχρόνως να μεταφέρει την επιδότηση υπέρ των ναρκομανών από το Surinam και τις Αντίλλες σ' ένα άλλο ίδρυμα που λειτουργεί στον τομέα της παροχής αρωγής σε τοξικομανείς, δηλαδή το ίδρυμα Sigma (στο εξής: Sigma), υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα αυτό, ως γενικό ίδρυμα για παροχή αρωγής σε ναρκομανείς, θα είναι προσιτό και στους ναρκομανείς. Από την 1η Ιανουαρίου 1991 εκμισθώθηκε στο Sigma το ακίνητο που είχε εκμισθώσει ο Δήμος στο Sophie Redmond το οποίο το χρησιμοποιούσε τόσο για την παροχή αρωγής όσο και για τη διοργάνωση συναντήσεων και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων.
Το Sophie Redmond και το Sigma δήλωσαν ότι είναι έτοιμα να συνεργαστούν δραστήρια για τη μεταφορά των πελατών/ασθενών από το πρώτο ίδρυμα στο δεύτερο. Για τον σκοπό αυτό συστήθηκε η ομάδα εργασίας "ένταξη των δραστηριοτήτων του ιδρύματος Redmond στο ίδρυμα Sigma". Ο Δήμος του Groningen εξέφρασε εν προκειμένω την επιθυμία, κατά την ενσωμάτωση της παροχής αρωγής στο Sigma "να χρησιμοποιηθούν οι γνώσεις και τα μέσα (π.χ. προσωπικό) του ιδρύματος Redmond". Το Sigma πρότεινε σε ορισμένο αριθμό εργαζομένων του Sophie Redmond τη σύναψη νέας συμβάσεως εργασίας.
3. Για τα μέλη του προσωπικού που δεν ανελήφθησαν από το Sigma ζήτησε το Sophie Redmond στα τέλη του 1990 από το αιτούν δικαστήριο τη λύση των συμβάσεων εργασίας που υφίσταντο μεταξύ αυτού και των εν λόγω εργαζομένων. Το σχετικό αίτημα υπέβαλε βάσει μιας διατάξεως του άρθρου 1639w
του αστικού κώδικα (στο εξής: ΑΚ), δυνάμει της οποίας μεταβολή των περιστάσεων μπορεί να δικαιολογήσει την άμεση ή ταχεία λύση μιας συμβάσεως εργασίας (2).
Μία από τις αντιρρήσεις που προέβαλαν οι εναγόμενοι ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της λύσεως της συμβάσεώς τους εργασίας που ζήτησε το Sophie Redmond αφορά τα άρθρα 1639αα επ. ΑΚ, με τα οποία εφαρμόστηκε η οδηγία στις Κάτω Χώρες. Χάριν καλύτερης κατανοήσεως της υποθέσεως παραθέτω τις σημαντικότερες διατάξεις:
'Αρθρο 1639aa
"Για την εφαρμογή του παρόντος τμήματος
α) νοείται ως επιχείρηση μία υπηρεσία ή ένα ίδρυμα
β) μεταβίβαση επιχειρήσεως σημαίνει: μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως ή τμήματος επιχειρήσεων κατόπιν συμβάσεως, ιδίως δε συμβάσεως πωλήσεως, μισθώσεως, αγρομισθώσεως ή επικαρπίας (...)"
'Αρθρο 1639bb
"Με τη μεταβίβαση επιχειρήσεως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν κατά το χρονικό αυτό σημείο για τον εργοδότη από σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτού και εργαζομένου στην επιχείρηση μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον προς ον η μεταβίβαση (...)"
'Αρθρο 1639dd
"Αν η μεταβίβαση της επιχειρήσεως έχει ως συνέπεια μεταβολή των περιστάσεων σε βάρος του εργαζομένου και για τον λόγο αυτό λύεται η σύμβαση εργασίας δυνάμει του άρθρου 1639w, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται, για την εφαρμογή της παραγράφου 8 αυτού του άρθρου, ότι έχει λυθεί για λόγο που αφορά τον εργοδότη."
4. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η παροχή άδειας για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας που ζήτησε το Sophie Redmond εξαρτάται από το ζήτημα αν η οδηγία, ή αντιστοίχως τα στηριζόμενα σ' αυτήν άρθρα 1639αα επ. ΑΚ, εφαρμόζονται στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Θεωρώντας ότι
αντιμετωπίζει ζήτημα ερμηνείας της οδηγίας, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
"α) Αφορά ο όρος 'μεταβιβάσεις επιχειρήσεων (...) σε άλλο επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση' κατά την έννοια της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, και την περίπτωση κατά την οποία η επιδοτούσα αρχή αποφασίζει να σταματήσει την επιδότηση ενός νομικού προσώπου, πράγμα που συνεπάγεται την πλήρη και οριστική παύση των δραστηριοτήτων αυτού του νομικού προσώπου, καθώς και, κατά το ίδιο χρονικό αυτό σημείο, να επιδοτεί ένα άλλο νομικό πρόσωπο με τον ίδιο ή παρόμοιο σκοπό, όταν η πρόθεση και η μεταξύ των δύο αυτών νομικών προσώπων και της χρηματοδοτούσας αρχής συμφωνία δεν συνίστανται μόνο στην κατά το όσο το δυνατό ευρύτερη 'μεταφορά' πελατών/ασθενών από το πρώτο νομικό πρόσωπο προς το δεύτερο, αλλά και στην εκμίσθωση του εκμισθωθέντος από την επιδοτούσα αρχή ακινήτου από το πρώτο νομικό πρόσωπο αποκλειστικά στο δεύτερο και, καθόσον είναι δυνατό (και επιθυμητό) στη χρήση 'γνώσεων και μέσων (π.χ. προσωπικού)' του πρώτου νομικού προσώπου;
β) Διαφέρει η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα λόγω του γεγονότος ότι τα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου νομικού προσώπου δεν μεταβιβάστηκαν στο δευτερο;
γ) 'Εχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα αυτό αν τα μη μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία, αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά, αποτελούνται από βοηθητικά μέσα για την προαναφερθείσα διοργάνωση συναντήσεων και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων;
δ) Μπορεί να γίνει λόγος για διατήρηση της ταυτότητας του (μεταβιβασθέντος μέρους) της επιχειρήσεως, όταν η προαναφερθείσα διοργάνωση συναντήσεων και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων του πρώτου νομικού προσώπου δεν μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται όμως οι δραστηριότητές του που συνίστανται στην παροχή αρωγής;
ε) Διαφέρει η απάντηση στο τελευταίο αυτό ερώτημα αν η διοργάνωση συναντήσεων και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων θεωρηθούν ότι αποτελούν
αυτοτελή σκοπό ή αποκλειστικά βοηθητικό μέσο για την επίτευξη όσο το δυνατό άριστης παροχής αρωγής;
στ) Τέλος, διαφέρει η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα λόγω του ότι η (εν λόγω) μεταβίβαση των δραστηριοτήτων του πρώτου νομικού προσώπου προς το δεύτερο δεν οφείλεται κυρίως στην ύπαρξη σχετικής συμφωνίας (σχετικών συμφωνιών) μεταξύ της επιδοτούσας αρχής και των δύο νομικών προσώπων, αλλά σε απόφαση που στηρίζεται σε μεταβολή της πολιτικής της επιδοτούσας αρχής για την παύση της επιδοτήσεως του πρώτου νομικού προσώπου και τη διάθεσή της στο δεύτερο;"
5. To ζήτημα που επικαλύπτει όλα τα άλλα είναι, όπως νομίζω, το αν η μεταφορά (ενός μέρους) της δραστηριότητας του Sophie Redmond στο Sigma και οι συνακόλουθες απολύσεις προσωπικού εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Το ζήτημα αυτό περιλαμβάνει δύο μέρη. Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να γίνει λόγος για "μεταβίβαση επιχειρήσεων" κατά την έννοια της οδηγίας (κατωτέρω σημεία 11 έως 16). Του μερικού αυτού ζητήματος προηγείται πάντως ένα άλλο ζήτημα, δηλαδή αν το Sophie Redmond είναι "επιχείρηση" κατά την έννοια της οδηγίας (επ' αυτού λεπτομερέστερα στα σημεία 6 έως 10). Το δεύτερο επί μέρους ζήτημα αφορά στη συνέχεια το αν υφίσταται συμβατική μεταβίβαση ή συγχώνευση κατά την έννοια της οδηγίας (κατωτέρω, σημεία 17 έως 24).
Ο όρος "επιχείρηση" κατά την έννοια της οδηγίας
6. 'Οπως σωστά υπογραμμίζει η Επιτροπή, ανακύπτει το ζήτημα αν το Sophie Redmond είναι πράγματι "επιχείρηση". Κατά το ολλανδικό δίκαιο, η απάντηση είναι προφανής: ο Ολλανδός νομοθέτης υπήγαγε ρητώς, κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, οργανισμούς (στους οποίους περιλαμβάνονται και ιδρύματα) στον ορισμό της "επιχειρήσεως" (βλ. το παρατιθέμενο στο σημείο 2 άρθρο 1639αα, στοιχείο α, ΑΚ). Θα εξετάσω πάντως το ζήτημα αυτό,
επειδή η απάντηση, ανεξάρτητα από την κατάσταση που υφίσταται βάσει των ολλανδικών διατάξεων περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, έχει σημασία για την ορθή οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας.
'Οπως είναι γνωστό, το ίδρυμα είναι καταρχήν, κατά το ολλανδικό δίκαιο, ένα νομικό πρόσωπο που δεν επιδιώκει κερδοσκοπικούς σκοπούς. Ο Ολλανδός νομοθέτης θέλησε ενσυνείδητα να το διακρίνει από την εταιρία, μεταξύ άλλων, μη επιτρέποντας να περιέχει ο σκοπός ενός ιδρύματος την κατανομή παροχών μεταξύ των ιδρυτών του, μελών των οργάνων του ή άλλων προσώπων, εκτός αν στην τελευταία αυτή περίπτωση οι παροχές χορηγούνται για ιδεολογικούς ή κοινωνικούς λόγους (3). Παρόλο που το ολλανδικό ίδρυμα στην πράξη χρησιμοποιείται συχνά για εμπορικούς σκοπούς, ειδικότερα δε στο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ ομίλων (4), το ζήτημα είναι αν, όταν αυτό δεν συμβαίνει, η οδηγία εφαρμόζεται παρά ταύτα σε έναν οργανισμό που δεν επιδιώκει κερδοσκοπικούς σκοπούς, όπως το ίδρυμα Sophie Redmond, τα έσοδα του οποίου αποτελούνται αποκλειστικά από επιδοτήσεις.
Το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη εξετάσει το ζήτημα αυτό. Μέχρι τώρα, έχει ασχοληθεί με περιπτώσεις μεταβιβάσεως επιχειρήσεων που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκοπούς.
7. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει πολύ γενικά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας:
"Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σ' έναν επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση."
Στο ίδιο το κείμενο της οδηγίας δεν γίνεται καμία διάκριση ανάλογα με τον εμπορικό ή μη εμπορικό χαρακτήρα της επιχειρήσεως. Ως προς το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής μόνο μία εξαίρεση προβλέπεται ρητώς, δηλαδή ως προς τα πλοία (άρθρο 1, παράγραφος 3).
Από το προοίμιο προκύπτει ότι η συγκεκριμένη αφορμή για τη θέσπιση της οδηγίας ήταν οι μεταβολές στη διάρθρωση εμπορικών επιχειρήσεων που προέκυψαν από την οικονομική ανάπτυξη επί εθνικού και κοινοτικού επιπέδου. Αυτό είναι πράγματι quod plerumque fit: ακριβώς αυτές οι αναδιαρθρώσεις, αναλήψεις και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων έχουν συχνά σημαντικές επιπτώσεις στην τύχη των εργαζομένων (5). Το ότι με την οδηγία αποσκοπείται πρωτίστως η αποφυγή του ενδεχομένου η διαδικασία των αναδιαρθρώσεων εντός της κοινής αγοράς να αποβαίνει σε βάρος των εργαζομένων των οικείων επιχειρήσεων επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Abels (6) και D' Urso (7).
Εντούτοις, το γράμμα της οδηγίας ουδόλως εμποδίζει ευρεία ερμηνεία της εννοίας της επιχειρήσεως που περιέχεται σ' αυτήν. Αντιθέτως, από διάφορους παράγοντες προκύπτει ότι η έννοια αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει ευρύτατη σημασία από απόψεως κοινωνικού δικαίου: η οδηγία αποτελεί μέρος του κοινωνικού προγράμματος δράσεως της Κοινότητας (8) στην επικεφαλίδα της υπογραμμίζεται η "διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων" σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων. Θέτει ως σκοπό, κατά την αιτιολογία της, "την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα" (9), επιδιώκει δε η οδηγία, πάντοτε κατά το προοίμιο, την προώθηση της προσεγγίσεως των νομοθεσιών με στόχο την πρόοδο κατά την έννοια του άρθρου 117 της Συνθήκης, όπου νοείται η βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εργαζομένων (10).
8. Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει κατ' επανάληψη τον σαφέστατο σκοπό κοινωνικού δικαίου. Κατά το Δικαστήριο,
"σκοπός της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει, κατά το μέτρο του δυνατού, τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που είχαν συνομολογήσει με τον μεταβιβάζοντα" (11).
Δεν αμφισβητείται συναφώς ότι
"οι κανόνες που εφαρμόζονται σε περίπτωση μεταβιβάσεως μιας επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως σε άλλο επιχειρηματία αποβλέπουν στη διαφύλαξη, προς το συμφέρον των εργαζομένων, των υφισταμένων σχέσεων εργασίας που αποτελούν τμήμα του μεταβιβασθέντος οικονομικού συνόλου" (12).
Ακριβώς ενόψει αυτού του σκοπού, η οδηγία προβλέπει, μεταξύ άλλων,
"τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιουργούνται, για τον μεταβιβάζοντα, από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση (άρθρο 3, παράγραφος 1), τη διατήρηση, εκ μέρους του προς ον η μεταβίβαση, των όρων εργασίας που έχουν συμφωνηθεί με συλλογική σύμβαση (άρθρο 3, παράγραφος 2), καθώς και την προστασία των καλυπτομένων εργαζομένων από απόλυση, είτε από τον μεταβιβάζοντα είτε από τον προς ον η μεταβίβαση, απλώς και μόνο λόγω της μεταβιβάσεως (άρθρο 4, παράγραφος 1)" (13).
9. Η υπογράμμιση του κοινωνικού δικαίου στόχου της οδηγίας είναι σημαντική, δεδομένου ότι το Δικαστήριο σταθερώς δέχεται σε διάφορους τομείς, ως γενικό κανόνα, ότι στην έννοια της "επιχειρήσεως" πρέπει να προσδοθεί περιεχόμενο που να είναι το πλέον κατάλληλο, σε σχέση με τον σκοπό των σχετικών κοινοτικών κανόνων και την πρακτική τους αποτελεσματικότητα. Περιορίζομαι να αναφερθώ σε δύο πρόσφατες αποφάσεις που παρέχουν εν προκειμένω εναργή εικόνα του ζητήματος, δηλαδή τις υποθέσεις Vandevenne και Hoefner.
Η πρώτη απόφαση αφορούσε, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία της λέξεως "επιχείρηση" κατά το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών (14). Το Δικαστήριο υπογράμμισε μετ' επιτάσεως ότι
"ο ορισμός της επιχειρήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού 3820/85, πρέπει να δοθεί σε συνδυασμό με το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός για τους σκοπούς που επιδιώκει" (15).
Στην υπόθεση Hoefner, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ένας δημόσιος οργανισμός απασχολήσεως εργατικού δυναμικού, ο οποίος, μεταξύ άλλων, προβαίνει στην ανεύρεση θέσεων εργασίας, αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια του οικονομικού δικαίου ανταγωνισμού που περιέχεται στα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης:
"Από την άποψη αυτή πρέπει να διευκρινιστεί, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, αφενός ότι η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει, τον τρόπο της χρηματοδοτήσεώς του, και αφετέρου ότι η διαμεσολάβηση για την ανεύρεση εργασίας ή προσωπικού αποτελεί οικονομική δραστηριότητα" (16).
Θεωρώ ότι έχει σημασία και για την παρούσα υπόθεση το γεγονός ότι το Δικαστήριο στην απόφαση αυτή δεν θεώρησε ότι έχει αποφασιστική σημασία ο τρόπος χρηματοδοτήσεως της επιχειρήσεων. Η υπό κρίση δραστηριότητα, δηλαδή η ανεύρεση θέσεων εργασίας, πραγματοποιούνταν δωρεάν, τα δε έξοδά της καλύπτονταν σε μεγάλο βαθμό από εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων.
10. Υπό το φως των προηγουμένων παρατηρήσεων, μπορεί να υποστηριχθεί ότι κατά την απάντηση στο ερώτημα αν ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια μιας οδηγίας η οποία, όπως η παρούσα, έχει σαφή κοινωνικό σκοπό, έχει αποφασιστική σημασία το γεγονός ότι ένα ή περισσότερα πρόσωπα έχουν σε σχέση προς το φυσικό ή νομικό αυτό πρόσωπο την ιδιότητα του εργαζομένου στο πλαίσιο συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. Η έννοια του "εργαζομένου" αφορά
εν προκειμένω, κατά το Δικαστήριο, διαφορετικά απ' ό,τι η συναφής ερμηνεία της ίδιας έννοια που περιέχεται στο άρθρο 48 της Συνθήκης (17), οποιονδήποτε ο οποίος απολαύει στο οικείο κράτος μέλος ως εργαζόμενος προστασίας βάσει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας (18).
"Μεταβίβαση επιχειρήσεων" κατά την έννοια της οδηγίας
11. Το ζήτημα που τίθεται τώρα είναι αν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση "μεταβίβαση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων" κατά την έννοια της οδηγίας. Το ότι συντρέχει τουλάχιστον μερική μεταβίβαση προκύπτει από τα προεκτεθέντα περιστατικά (σημείο 2). Η διαφωνία μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης αφορά κυρίως το ζήτημα αν κατά τη μεταβίβαση αυτή διατηρήθηκε η ταυτότητα της επιχειρήσεως.
Το Sophie Redmond το αρνείται. Θεωρεί ότι το είδος της παροχής των δύο ιδρυμάτων διαφέρει σημαντικά, ενόψει του ότι εξέλιπε η κατηγορία-στόχος (τοξικομανών από το Surinam και τις Αντίλλες) καθώς και η διοργάνωση συναντήσεων και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων στον χώρο του Sophie Redmond. 'Ενας από τους εναγομένους αντιτάσσει ότι διατηρήθηκε η ταυτότητα της επιχειρήσεως, ενόψει του ότι ανελήφθη ο πυρήνας των δραστηριοτήτων του Sophie Redmond, δηλαδή η παροχή αρωγής σε ναρκομανείς και άλλους τοξικομανείς. Το ότι δεν συνεχίστηκαν ορισμένες μορφές παροχής αρωγής ή ορισμένες δραστηριότητες δεν εμποδίζει το να θεωρηθεί ότι υφίσταται μεταβίβαση επιχειρήσεως ή τουλάχιστον μέρους αυτής.
12. Το Δικαστήριο έχει ήδη κατ' επανάληψη αποφανθεί επί του όρου της διατηρήσεως της ταυτότητας στην περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως κατά την έννοια της οδηγίας.
Στις αποφάσεις Spijkers και Ny Moelle Kro, το Δικαστήριο έκρινε ότι για την απάντηση στο ερώτημα αν υφίσταται μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας το αποφασιστικό κριτήριο είναι ότι διατηρείται η ταυτότητα της οικείας επιχειρήσεως (19). Για να εξακριβωθεί αυτό πρέπει να εξεταστεί
"αν πρόκειται για εκποίηση οικονομικής μονάδας που εξακολουθεί να υφίσταται, πράγμα που προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι η εκμετάλλευσή της πράγματι συνεχίζεται ή αρχίζει εκ νέου από τον νέο επιχειρηματία, με τις ίδιες ή με ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες" (20).
Στο πλαίσιο αυτής της εξετάσεως, συνεχίζει το Δικαστήριο,
"πρέπει να συνεκτιμηθούν όλες οι πραγματικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση συναλλαγή, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ιδίως ο τύπος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης για την οποία πρόκειται, η μεταβίβαση ή μη των υλικών στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης μεταβολής των δραστηριοτήτων αυτών. Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν επί μέρους πλευρές της γενικής αξιολόγησης που επιβάλλεται να γίνει και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να εκτιμηθούν μεμονωμένα" (21).
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται επίσης, όταν όχι όλη η επιχείρηση αλλά μόνο μία ή περισσότερες από τις εγκαταστάσεις ή
τμήματα εγκαταστάσεων μεταβιβάζονται σε άλλο επιχειρηματία. 'Οταν συντρέχει μια τέτοια μερική μεταβίβαση, τότε είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να εφαρμοστούν οι προαναφερθέντες παράγοντες ως προς το ότι διατηρείται η ταυτότητα μόνο σε σχέση με τη μεταβιβασθείσα εγκατάσταση της επιχειρήσεως ή το μεταβιβασθέν τμήμα της.
13. Από τα περιστατικά που έχουν προκύψει καταδεικνύεται ότι εν προκειμένων συντρέχει ένας μεγάλος αριθμός από τους παράγοντες που έχει προσδιορίσει το Δικαστήριο.
Η δραστηριότητα των δύο ιδρυμάτων συμπίπτει σε γενικές γραμμές, δηλαδή η υποδοχή και η παροχή αρωγής σε ναρκομανείς. Το ότι, όπως υποστηρίζει το Sophie Redmond, οι κατηγορίες στόχοι δεν συμπίπτουν πλήρως (ναρκομανείς, αλκοολικοί και εξαρτώμενοι από φάρμακα τοξικομανείς από το Surinam και τις Αντίλλες ως προς το Sophie Redmond έναντι ναρκομανών γενικώς ως προς το Sigma) και το ότι δεν ανελήφθησαν οι δραστηριότητες διοργανώσεως συναντήσεων και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων στον χώρο του πρώτου ιδρύματος δεν θεωρώ ότι έχει ουσιαστική σημασία (βλ., συναφώς, κατωτέρω στο σημείο 15).
Επίσης, επήλθε de facto μεταβίβαση των υλικών στοιχείων του ενεργητικού κατά την έννοια ότι το κτίριο που είχε εκμισθώσει ο Δήμος του Groningen στο Sophie Redmond εκμισθώθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1991 στο Sigma.
'Οσον αφορά την ανάληψη του προσωπικού, ο δικηγόρος του Sophie Redmond διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι δύο ή τρεις εργαζόμενοι δεν ανελήφθησαν, ανελήφθησαν όμως τεσσερισήμισι (ένας εργαζόμενος με μειωμένο ωράριο). Ο αριθμός αυτός δεν είναι καθαυτός ασυμβίβαστος με το χαρακτηριστικό της διατηρήσεως της ιδιότητας κατά τη μεταβίβαση: στην απόφαση Bork International θεωρήθηκε ότι εφαρμόζεται η οδηγία σε μία κατάσταση κατά την οποία απολύθηκε όλο το προσωπικό και στη
συνέχεια έγινε εκ νέου πρόσληψη "του ημίσεως και πλέον" του προσωπικού (22).
Ως προς την πελατεία, υφίσταται επίσης σαφώς συνέχεια: τόσο το Sophie Redmond όσο και το Sigma δήλωσαν ότι είναι πρόθυμα για τη μεταφορά των πελατών/ασθενών του πρώτου ιδρύματος προς το δεύτερο.
Τέλος, κατά τη γνώμη μου, παρόλο που το στοιχείο αυτό δεν διακρίνεται μεταξύ των παραγόντων που προσδιόρισε το Δικαστήριο - εξάλλου απλώς ως παράδειγμα και σε καμία περίπτωση περιοριστικώς -, στην παρούσα υπόθεση έχει αποφασιστική σημασία η μεταβίβαση της χρηματοδοτήσεως της επιχειρήσεως. Η παρεχόμενη από τον Δήμο του Groningen επιδότηση αποτελούσε τη μοναδική πηγή πόρων για τη λειτουργία του Sophie Redmond. Η απόφαση του Δήμου να χορηγεί την επιδότηση αυτή από την 1η Ιανουαρίου 1991 στο Sigma αποτέλεσε χωρίς αμφιβολία, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, το αποφασιστικό στοιχείο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως που εκμεταλλευόταν το Sophie Redmond προς το Sigma.
14. Η τελική κρίση επί του ζητήματος αν, ενόψει των προεκτεθέντων περιστατικών, υφίσταται συνέχιση με νέο επιχειρηματικό φορέα της ίδιας επιχειρήσεως ή τουλάχιστον ενός σημαντικού τμήματος αυτής εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο. 'Οπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Spijkers,
"οι πραγματικές κρίσεις που είναι αναγκαίες για να θεμελιωθεί η ύπαρξη ή μη μεταβιβάσεως κατά την προαναφερθείσα έννοια είναι της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη τα ερμηνευτικά στοιχεία που εξειδικεύθηκαν πιο πάνω" (23).
'Ετσι, το αιτούν δικαστήριο είναι άριστα σε θέση, λαμβάνοντας υπόψη το προαναφερθέν κριτήριο εκτιμήσεως και τους μνημονευθέντες συνδετικούς παράγοντες, να κρίνει τη σημασία των πραγματικών στοιχείων που εκθέτει στο δεύτερο και το τρίτο τμήμα των ερωτημάτων του, δηλαδή τη μη μεταβίβαση των κινητών του Sophie Redmond στο Sigma καθώς και το γεγονός ότι τα κινητά
του πρώτου ιδρύματος αποτελούνται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά από μέσα προοριζόμενα για τη διοργάνωση δραστηριοτήτων συναντήσεως και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούσε και τα οποία δεν ανελήφθησαν από το Sigma. Εδώ πρόκειται πάντως, όπως υπογραμμίστηκε στην απόφαση Spijkers (βλ. ανωτέρω σημείο 12), για την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η γενική εικόνα της μεταβιβάσεως και να μην αποδοθεί, κατά την κρίση επί του ζητήματος αν, με την ευκαιρία αυτή, η επιχείρηση ή η εγκατάσταση για την οποία πρόκειται τήρησε την ταυτότητά της, δυσανάλογη σημασία στα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που δεν ασκούν σημαντική επιρροή.
15. 'Ετσι, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει ποια σημασία πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός που εκτίθεται στο τέταρτο τμήμα του ερωτήματός του ότι οι υπηρεσίες διοργανώσεως συναντήσεων και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων που παρείχε το Sophie Redmond δεν συνεχίζονται από το Sigma. Θα ήθελα εντούτοις να επισημάνω ότι ουδόλως απαιτείται για την εφαρμογή της οδηγίας το ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες πρέπει να είναι οι αυτές πριν και μετά τη μεταβίβαση. Μια τέτοια προϋπόθεση θα αντέβαινε προς το ευρύ πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και το γράμμα της κατά το οποίο, ας υπενθυμιστεί, και η μεταβίβαση των εγκαταστάσεων μιας επιχειρήσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής της. 'Ομως, νομίζω ότι, ανεξάρτητα από τις μη παρεχόμενες πλέον υπηρεσίες διοργανώσεως συναντήσεων ψυχαγωγικών εκδηλώσεων, ό,τι εξακολουθεί να υφίσταται από τις δραστηριότητες της επιχειρήσεως μπορεί να θεωρηθεί χωρίς αμφιβολία ως τμήμα της δραστηριότητας του Sophie Redmond που "διατηρεί την ταυτότητά του".
Επιπλέον, μπορεί να προστεθεί ότι η οδηγία ρητώς λαμβάνει υπόψη τη δυνατότητα ενός επαναπροσανατολισμού της επιχειρηματικής δραστηριότητας συνεπεία της μεταβιβάσεως. Στο άρθρο 4, παράγραφος 1, διευκρινίζεται εν προκειμένω ότι η παρεχόμενη στους εργαζομένους προστασία σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως δεν εμποδίζει "απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν
μεταβολές στο επίπεδο της απασχολήσεως" (24). Κατά συνέπεια το γεγονός ότι δίδεται νέος προσανατολισμός στη δραστηριότητα της επιχειρήσεως δεν εμποδίζει τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας.
16. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο δικηγόρος του Sophie Redmond ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου ένα επιχείρημα το οποίο δεν συνάγεται από τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου.
Η απόφαση του Δήμου του Groningen περί παύσεως χορηγήσεως της επιδοτήσεως, όπως προβάλλεται με την επιχειρηματολογία, είχε ως συνέπεια ότι η διοίκηση του Sophie Redmond έπρεπε να λάβει πρόνοια για την εκκαθάριση του ιδρύματος. Το έργο αυτό ανατέθηκε στον δικηγόρο της τον Σεπτέμβριο του 1990. Σε συνεργασία με τον λογιστή του Sophie Redmond καταρτίστηκε στη συνέχεια ένα πρόγραμμα για την καταγγελία, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως, της συμβάσεως μισθώσεως που είχε συναφθεί με τον Δήμο του Groningen σχετικά με το ακίνητο καθώς και των συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί με τους εργαζομένους, και στις δύο δε περιπτώσεις από την 1η Ιανουαρίου 1991. Κατά συνέπεια, από τον Σεπτέμβριο του 1990 το Sophie Redmond λειτουργούσε στην πράξη υπό καθεστώς εκκαθαρίσεως, μία κατάσταση η οποία πρέπει να εξομοιωθεί με την κατάσταση της πτωχεύσεως. Κατά συνέπεια, υπό το φως της αποφάσεως Abels η οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί.
Μπορώ εν προκειμένω να είμαι σύντομος. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε μία εκτίμηση της πραγματικής καταστάσεως, η οποία δεν προκύπτει από την εκτίμηση των περιστατικών στην οποία προβαίνει το αιτούν δικαστήριο. Στο πλαίσιο της δημιουργηθείσας με την προδικαστική διαδικασία συνεργασίας μεταξύ του εθνικού δικαστηρίου και του Δικαστηρίου εναπόκειται στο πρώτο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και να διατυπώσει κρίση επ' αυτών, στο δε δεύτερο, κατά την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος,
να στηριχθεί αποκλειστικώς στις διαπιστώσεις των περιστατικών και την επ' αυτών κρίση του αιτούντος δικαστηρίου (25).
Στην περίπτωση εντούτοις κατά την οποία το Δικαστήριο θα εξέταζε το επιχείρημα αυτό, αρκούμαι στην ακόλουθη παρατήρηση: από κανένα από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το Sophie Redmond κατά το χρονικό σημείο της μεταφοράς των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στο Sigma είχε παύσει τις πληρωμές του, πολύ λιγότερο δε ότι είχε κινηθεί κατ' αυτού μία δικαστική διαδικασία κηρύξεως σε πτώχευση ή μία διαδικασία surseance van betaling (προσωρινής αναστολής των πληρωμών). Μπορώ εδώ απλώς να αναφερθώ στην απόφαση του Δικαστηρίου Danmols Inventar, της 11ης Ιουλίου 1985, η οποία αφορούσε μεταβίβαση επιχειρήσεως η οποία πραγματοποιήθηκε μετά την παύση των πληρωμών της μεταβιβάσασας εταιρίας πριν όμως από την κήρυξή της σε πτώχευση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε μετά την παύση πληρωμών της μεταβιβάσασας εταιρίας δεν αρκεί αφεαυτού για να αποκλειστεί η εφαρμογή της οδηγίας επί της μεταβιβάσεως αυτής (26). Συμπεραίνω έτσι ότι πολλώ μάλλον στην προκειμένη υπόθεση τίποτα δεν εμποδίζει την εφαρμογή της οδηγίας.
Η έλλειψη "συμβατικής εκχωρήσεως" ή "συγχωνεύσεως"
17. Δεν αμφισβητείται ότι η μεταβίβαση των δραστηριοτήτων του Sophie Redmond στο Sigma δεν επήλθε πρωτίστως βάσει σχετικής συμβάσεως περί "αναλήψεως". 'Οπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, η μεταφορά των δραστηριοτήτων προκλήθηκε από μία απόφαση του Δήμου του Groningen, ο οποίος αποφάσισε να διαθέτει εφεξής την επιδότηση του Sophie Redmond στο Sigma.
Το Sophie Redmond θεωρεί ότι από την έλλειψη οποιασδήποτε (έστω και έμμεσης) συμβάσεως μεταξύ αυτού, του Sigma και του Δήμου του Groningen πρέπει να συναχθεί ότι η οδηγία δεν τυγχάνει εφαρμογής. Αρνείται συναφώς ότι έγιναν συμφωνίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η παροχή αρωγής θα
πραγματοποιούνταν, μετά την 1η Ιανουαρίου του 1991, από το Sigma, επειδή οι σχετικές διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε κανένα αποτέλεσμα.
Οι εναγόμενοι, αντιθέτως, θεωρούν ότι η υφιστάμενη σχέση μεταξύ του Δήμου του Groningen και των επιδοτούμενων από αυτόν οργανισμών πρέπει να θεωρηθεί ως συμβατική σχέση. Δεδομένου ότι αμέσως μετά τη λήξη της σχέσεως του Δήμου με το Sophie Redmond δημιουργήθηκε σχέση με το Sigma, πρέπει να γίνει λόγος για μεταβίβαση της επιχειρήσεως ή τουλάχιστον ενός μέρους της κατά την έννοια της οδηγίας.
18. Εξαρχής επιθυμώ να τονίσω ότι το Δικαστήριο, κατά την κρίση αν σε μία δεδομένη κατάσταση συντρέχει μεταβίβαση που προκύπτει "από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση" κατά την έννοια της οδηγίας, παγίως δέχεται ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του τελικού αποτελέσματος που επιδιώκεται με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Η οδηγία, κατά το Δικαστήριο, εφαρμόζεται
"εφόσον υπάρχει μεταβολή, προκύπτουσα από συμβατική μεταβίβαση ή συγχώνευση, του φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης και που αναλαμβάνει έτσι τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση" (27).
Περαιτέρω, από τη νομολογία προκύπτει σαφέστατα ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει σταθερά την τελολογική ερμηνεία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ιδίως ως προς το ζήτημα πότε συντρέχει μεταβίβαση δυνάμει συμβάσεως. Το βασικό σημείο εν προκειμένω ανευρίσκεται στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Abels, όπου το Δικαστήριο για πρώτη φορά προσέκρουσε σε σημαντικές διαφορές ορολογίας μεταξύ των διαφόρων γλωσσών στις οποίες ήταν διατυπωμένη η διάταξη αυτή. Ενώ στις περισσότερες γλώσσες, μεταξύ των οποίων η ολλανδική, αναφέρονται μόνο μεταβιβάσεις δυνάμει συμβάσεως (28), υποδηλώνεται στην αγγλική ("legal transfer") και τη δανική ("overdragelse") ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. Ενόψει των διαφορών αυτών, όπως συνήγαγε το Δικαστήριο,
"δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί το περιεχόμενο της επίδικης διάταξης βάσει μόνο της γραμματικής ερμηνείας. Επομένως, η έννοιά της πρέπει να διασαφηνιστεί λαμβάνοντας υπόψη την οικονομία της οδηγίας (...) καθώς και τον σκοπό της οδηγίας" (29).
19. Πιστό σ' αυτή την προσέγγιση, το Δικαστήριο προέβη συστηματικά σε πολύ ευρεία ερμηνεία της εκφράσεως "συμβατική εκχώρηση". Χαρακτηριστικές αναπτύξεις εν προκειμένω ανευρίσκονται στις αποφάσεις Berg, Daddy' s Dance Hall και Bork International.
Η πρώτη υπόθεση αφορούσε τη μεταβίβαση επιχειρήσεως στο πλαίσιο συμβάσεως μισθώσεως την οποία ακολούθησε επιστροφή της επιχειρήσεως στον πωλητή συνεπεία δικαστικής αποφάσεως περί λύσεως της συμβάσεως λόγω μη εκτελέσεως ή κακής εκτελέσεως της συμβάσεως εκ μέρους των αγοραστών. Στο επιχείρημα ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται σε μεταβίβαση συνεπεία δικαστικής αποφάσεως περί λύσεως το Δικαστήριο απάντησε ότι δεν έχει σημασία
"αν η λύση απορρέει από συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ή από μονομερή δήλωση του ενός των μερών αυτών ή ακόμη από δικαστική απόφαση. Πράγματι, σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μεταβίβαση επιχειρήσεως για την οποία πρόκειται εντάσσεται στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων" (30).
Η απόφαση Daddy' s Dance Hall αφορούσε την κατάσταση κατά την οποία είχε συναφθεί μη μεταβιβάσιμη σύμβαση παραχωρήσεως εκμεταλλεύσεως μεταξύ του εκμεταλλευομένου ορισμένο αριθμό εστιατορίων και του ιδιοκτήτη τους. Κατά τη λύση της συμβάσεως το προσωπικό απολύθηκε. Η εκμετάλλευση εντούτοις συνεχίστηκε με το ίδιο προσωπικό μέχρι την ημέρα κατά την οποία άρχισε να ισχύει μία νέα σύμβαση παραχωρήσεως εκμεταλλεύσεως μεταξύ του ιδιοκτήτη και ενός νέου δικαιούχου εκμεταλλεύσεως, ο οποίος προσέλαβε αμέσως το προσωπικό του προηγουμένου δικαιούχου εκμεταλλεύσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η συναλλαγή αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Νομίζω ότι είναι πολύ χαρακτηριστικό το ακόλουθο χωρίο, το οποίο mutatis mutandis περιέχεται και στην απόφαση Bork International:
"Το γεγονός ότι σε μια τέτοια περίπτωση η μεταβίβαση διενεργείται σε δύο φάσεις υπό την έννοια ότι η επιχείρηση μεταβιβάζεται καταρχάς από το πρόσωπο στο οποίο είχε αρχικά παραχωρηθεί η εκμετάλλευση προς τον κύριο, ο οποίος τη μεταβιβάζει στη συνέχεια στο νέο πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται η εκμετάλλευση, δεν αποκλείει την εφαρμογή της οδηγίας, εφόσον η οικεία οικονομική μονάδα διατηρεί την ταυτότητά της, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω, η εκμετάλλευση της επιχειρήσεως συνεχίζεται χωρίς καμία διακοπή από το νέο πρόσωπο με το ίδιο προσωπικό που εργαζόταν στην επιχείρηση πριν από τη μεταβίβαση" (31).
20. Από τα παραδείγματα αυτά προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει προσδώσει πολύ ευρύ περιεχόμενο στην έννοια "συμβατική εκχώρηση". Αρκεί ότι η μεταβίβαση πραγματοποιείται "στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων" ή όταν, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στο προαναφερθέν (σκέψη 19) χωρίο της αποφάσεως Berg, η απόδοση, στην περίπτωση αυτή η επιστροφή στον αρχικό δικαιούχο, της επιχειρήσεως οφείλεται σε μία λύση της συμβάσεως η οποία "απορρέει από συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ή από μονομερή δήλωση του ενός των μερών αυτών ή ακόμη από δικαστική απόφαση". Κατά τις αποφάσεις Daddy' s Dance Hall και Bork International δεν απαιτείται να υφίσταται σύμβαση του μεταβιβάζοντος και του τελικού δικαιούχου.
21. Πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση του Sophie Redmond στο Sigma στο πλαίσιο τόσο (χαλαρών) συμβατικών σχέσεων;
Επί του σημείου αυτού επιθυμώ να κάνω έναν παραλληλισμό με τη νομολογία του Δικαστηρίου στις υποθέσεις του ανταγωνισμού. 'Οπως είναι γνωστό, το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται την έννοια "συμφωνία" κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ευρέως, προκειμένου να καταστήσει την απαγόρευση περιοριστικών του ανταγωνισμού συμφωνιών που περιέχεται στη διάταξη αυτή όσο το δυνατό πιο αποτελεσματική. Εν προκειμένω θεωρούνται επίσης, μεταξύ άλλων, και "gentleman' s agreements" ως συμφωνίες κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, καθόσον οι κατ' αυτόν τον τρόπο συναπτόμενες συμφωνίες αποτελούν πιστή απεικόνιση της κοινής προθέσεως των μελών του ομίλου ως προς τη συμπεριφορά τους στην κοινή αγορά (32). Για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, αρκεί επομένως το ότι υφίσταται συμφωνία (γραπτώς ή προφορικώς, ρητώς ή εμμέσως) μεταξύ των μερών για τον αμοιβαίο περιορισμό της ελευθερίας τους δράσεως στην αγορά προκειμένου να περιοριστεί ο ανταγωνισμός (33).
Νομίζω ότι έχει αποφασιστική σημασία το στοιχείο της συμφωνίας και κατά την εκτίμηση της προϋποθέσεως των "συμβατικών σχέσεων" κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, προκειμένου να καταστεί η ρύθμιση που θεσπίστηκε με την οδηγία όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη. Αν προκύπτει ότι υφίστανται μεταξύ των μερών συμφωνίες σχετικά με τη μεταβίβαση της οικείας επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως, τότε η οδηγία πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εφαρμοστεί, ακόμη και αν, όπως στην απόφαση Berg (ανωτέρω σημεία 19 και 20) αποτελεί συνέπεια μονομερών δηλώσεων ενός από τα μέρη ή πράξεων (στην περίπτωση αυτή δικαστικής αποφάσεως) τρίτων.
Αποφασιστική σημασία έχει, όπως προκύπτει από την απόφαση Bork, ότι η επιχείρηση τελικά περιέρχεται στα χέρια ενός δικαιούχου που τη συνεχίζει, έστω και αν δεν υφίσταται μεταξύ αυτού και του αρχικού κυρίου της επιχειρήσεως καμία συμφωνία.
22. Υπό το φως αυτών των παρατηρήσεων, νομίζω ότι έχει μεγάλη σημασία το ότι το αιτούν δικαστήριο, στο πρώτο τμήμα των προδικαστικών του ερωτημάτων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι
"η δε πρόθεση και η μεταξύ των δύο αυτών νομικών προσώπων και της χρηματοδοτούσας αρχής συμφωνία δεν συνίστανται μόνο στην κατά το όσο το δυνατό ευρύτερη 'μεταφορά' πελατών/ασθενών από το πρώτο νομικό πρόσωπο προς το δεύτερο νομικό πρόσωπο, αλλά επίσης και στην εκμίσθωση του εκμισθωθέντος από την επιδοτούσα αρχή ακινήτου από το πρώτο νομικό πρόσωπο αποκλειστικά στο δεύτερο νομικό πρόσωπο και, καθόσον είναι δυνατό (και ουσιώδες) στη χρήση 'γνώσεων και μέσων (π.χ. προσωπικό)' του πρώτου νομικού προσώπου".
Στη Διάταξη περί παραπομπής, το εν λόγω δικαστήριο τονίζει (στο σημείο 11, στοιχείο ζ) ότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε (σημείο 2), το Sophie Redmond και το Sigma
"δήλωσαν ότι είναι έτοιμα να συνεργαστούν ενεργώς στη 'μεταφορά' των πελατών/ασθενών του ενάγοντος προς το ίδρυμα Sigma, προς τον σκοπό δε αυτό δημιουργήθηκε μία ομάδα εργασίας με την ονομασία 'insluizing werkzaamheden Redmond Stichting in Stichting Sigma' (ένταξη δραστηριοτήτων του ιδρύματος Redmond στο ίδρυμα Sigma)".
Δεν περιέχουν οι διαπιστώσεις αυτές επαρκή στοιχεία από τα οποία καταφαίνεται ότι η μεταβίβαση της επιχειρήσεως πραγματοποιήθηκε στο "πλαίσιο συμβατικών σχέσεων", ενόψει της υφισταμένης μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του προν ον η μεταβίβαση καταρχήν συμφωνίας συνεργασίας σε σχέση με το πλέον σημαντικό στοιχείο της μεταβιβάσεως, δηλαδή τη συνέχιση της παροχής υπηρεσιών προς τους ασθενείς του Sophie Redmond;
23. Κατά τη γνώμη μου, το συμβατικό αυτό πλαίσιο δεν επηρεάζεται από τις αντιρρήσεις που διατύπωσε συναφώς το Sophie Redmond. Αυτό ισχύει κατά πρώτο λόγο για την αντίρρηση του Sophie Redmond ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτού και του Sigma σχετικά με τη διοργάνωση της παροχής αρωγής μετά την 1η Ιανουαρίου 1991 δεν κατέληξαν σε κανένα αποτέλεσμα. Καταρχάς το επιχείρημα αυτό ουδόλως επηρεάζει την ύπαρξη της προαναφερθείσας καταρχήν συμφωνίας συνεργασίας προς τον σκοπό της μεταβιβάσεως της παροχής υπηρεσιών. Περαιτέρω, επιβεβαιώνει απλώς ότι διεξήχθησαν πράγματι διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών σχετικά με τη μεταβίβαση (όπως υποθέτω στο πλαίσιο της προαναφερθείσας ομάδας εργασίας). Το ότι οι διαβουλεύσεις αυτές δεν κατέληξαν σε συμφωνία ως προς οποιοδήποτε συγκεκριμένο σημείο δεν επηρεάζει το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν, δηλαδή πρόθεση συνεργασίας για τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως στηριζόμενη σε αμοιβαία συναίνεση (34).
Δεν αποδίδω επίσης σημασία στο επιχείρημα που ανέπτυξε ο δικηγόρος του Sophie Redmond κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, κατά το οποίο δεν μπορεί να γίνει λόγος για οποιαδήποτε σύμπτωση βουλήσεων, επειδή οι σχέσεις που υφίστανται μεταξύ του Δήμου του Groningen και του Sophie Redmond χαρακτηρίζονται από πλήρη εξάρτηση του ιδρύματος αυτού: το Sophie Redmond στηριζόταν πλήρως ως προς τα έσοδά του στην παροχή επιδοτήσεων από τον εν λόγω δήμο. Για συμβατικές σχέσεις μπορεί να γίνει λόγος μόνο όταν υφίστανται "καταρχήν ισοδύναμα μέρη". Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός. Από κανένα σημείο της οδηγίας δεν προκύπτει περιορισμός σε συμβατικές σχέσεις μεταξύ καταρχήν ισοδυνάμων μερών. Επιπλέον, ένα τέτοιο κριτήριο θα έδινε αφορμή για αμέτρητες αμφισβητήσεις: θα αρκούσε για τον μεταβιβάζοντα ή τον προς ον η μεταβίβαση η επίκληση "ανισότητας" στις
συμβατικές σχέσεις για να αμφισβητηθεί η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας.
Τέλος, ούτε το επιχείρημα του Sophie Redmond ότι οι σχέσεις μεταξύ επιδοτούμενου οργανισμού και της επιδοτούσας αρχής δεν είναι, κατά το εθνικό δίκαιο, συμβατικής φύσεως επηρεάζει τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας. Ο όρος "συμβατική εκχώρηση" κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει πράγματι, όπως η έννοια της συμφωνίας κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, κοινοτικό περιεχόμενο, το οποίο δεν μπορεί να περιορίζεται μέσω ερμηνείας στηριζόμενης στο εθνικό δίκαιο (35).
24. Ακόμη και αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι εν προκειμένω δεν υφίσταται μεταβίβαση επιχειρήσεως συνεπεία μεταβιβάσεως δυνάμει συμφωνίας, αυτό δεν σημαίνει ήδη ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αναφέρεται πράγματι ένας δεύτερος τρόπος μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, δηλαδή η περίπτωση "μεταβιβάσεων από (...) συγχώνευση". Το ότι περιελήφθη ρητώς η νομική αυτή βάση, παράλληλα προς τη μεταβίβαση που επέρχεται δυνάμει συμβάσεως, υποδηλώνει την αυτοτελή σημασία του όρου "συγχώνευση" ο οποίος είναι ευρύτερος από την stricto sensu σύμβαση συγχωνεύσεως.
Ελλείψει λεπτομερέστερου καθορισμού της "συγχωνεύσεως" στην ίδια την οδηγία (36) ή στη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να ληφθεί ως βάση η συνήθης σημασία αυτής της λέξεως στο πλαίσιο των επιχειρήσεων: η λέξη αυτή αναφέρεται τότε στη συνένωση ή σύμμειξη δύο ή περισσοτέρων προηγουμένως ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, η οποία συνεπάγεται κατά την ευρεία έννοια της λέξεως συγκέντρωση. Η έννοια αυτή επιβεβαιώνεται από το προοίμιο της οδηγίας, στο οποίο μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που προκύπτουν βάσει συμβάσεως ή από συγχωνεύσεις αναφέρονται ως μορφές που προκαλούνται από "μεταβολές στη διάρθρωση των επιχειρήσεων" οι οποίες επέρχονται λόγω της οικονομικής εξελίξεως (37). Εκλαμβανόμενη κατ' αυτήν την έννοια, η λέξη αυτή αναφέρεται, κατά τη γνώμη μου, στον όρο "συγκέντρωση" κατά την ευρεία έννοιά της όπως, π.χ., χρησιμοποιείται στον ορισμό της "συγκεντρώσεως" στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (38). Κατά τη διάταξη αυτή, συγκέντρωση πραγματοποιείται εφόσον "συγχωνεύονται δύο ή περισσότερες προηγουμένως ανεξάρτητες επιχειρήσεις", αλλά και όταν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις "αποκτούν, άμεσα ή έμμεσα, με αγορά συμμετοχών στο κεφάλαιο ή στοιχείων του ενεργητικού, με σύμβαση ή με άλλο τρόπο, τον έλεγχο του συνόλου ή τμημάτων μιας ή περισσοτέρων άλλων επιχειρήσεων".
Για να καθοριστεί αν η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως είναι συνέπεια συγχωνεύσεως κατά την έννοια της οδηγίας αποφασιστική σημασία έχει, επομένως, το ότι εντάσσεται σε ένα πλαίσιο αναδιαρθρώσεως από το οποίο προκύπτει συγκέντρωση προηγουμένως ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη προς τον σκοπό αυτό νομική (είτε συμβατική είτε μη) τεχνική. Αν αυτό καταλήγει σε μεταβολή του επιχειρηματία - κατά την έννοια του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται ως εργοδότης έναντι των μισθωτών που απασχολεί - τότε πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (ανωτέρω σημείο 8), να εφαρμοστεί η οδηγία.
Συμπέρασμα
25. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ως εξής:
"1) Η εφαρμογή της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, δεν εμποδίζεται από τη μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως που προκλήθηκε από το γεγονός ότι ένας επιδοτών οργανισμός αποφασίζει τη μεταφορά της επιδοτήσεως από ένα νομικό πρόσωπο σε ένα άλλο νομικό πρόσωπο, συνεπεία δε αυτού οι δραστηριότητες του πρώτου λήγουν και μεταβιβάζονται στο δεύτερο, εφόσον πρόκειται για τη μεταβίβαση υφιστάμενης επιχειρήσεως και κατά συνέπεια η ταυτότητα της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως εξακολουθεί να υφίσταται και εφόσον η μεταβίβαση επέρχεται δυνάμει συμβάσεως ή συνεπεία συγχωνεύσεως.
2) Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν εξακολουθεί ή όχι να υφίσταται η ταυτότητα, ιδίως υπό το πρίσμα της εγκαταλείψεως ορισμένων λειτουργιών, οπότε οφείλει να λάβει
υπόψη όλες τις πραγματικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τη σχετική συναλλαγή και από τις οποίες μπορεί ή μη να συναχθεί η συνέχιση των ουσιωδών χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης παροχής υπηρεσιών.
3) Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν η μεταβίβαση πραγματοποιείται δυνάμει συμβάσεως ή συνεπεία συγχωνεύσεως. Για την ύπαρξη μεταβιβάσεως δυνάμει συμβάσεως αρκεί το ότι η μεταβίβαση πραγματοποιείται στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, με το οποίο νοείται η ύπαρξη καταρχήν συμφωνίας και πρόθεση συνεργασίας μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, ακόμη και αν η μεταβίβαση πραγματοποιείται με μονομερείς δηλώσεις των μερών και/ή ενέργειες τρίτων και ακόμη και αν δεν συνομολογείται καμία συμφωνία αναλήψεως της επιχειρήσεως μεταξύ μεταβιβάζοντος και τελικού αποκτώντος. Για την ύπαρξη μεταβιβάσεως συνεπεία συγχωνεύσεως αρκεί το ότι η μεταβίβαση πραγματοποιείται στο πλαίσιο ενός προγράμματος αναδιαρθρώσεως από την οποία προκύπτει συγκέντρωση προηγουμένως ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, ακόμη και όταν αυτό δεν απορρέει από μία κατά κυριολεξία συμφωνία συγχωνεύσεως."
PN/m
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171.
(2) Για το σχετικό χωρίο του νόμου βλέπε την έκθεση ακροατηρίου.
(3) 'Αρθρο 285, παράγραφος 3, ΑΚ. Βλ. σχετικώς, μεταξύ άλλων, Asser, Van der Grinten: De rechtspersoon, τόμος ΙΙ, "de Asser' s handleiding tot de beoefening van het Nederlands burgerlijk recht", Zwolle, Tjeenk Willink, 1986, σημείο 471, σ. 347 έως 349.
(4) Βλ. σχετικώς, μεταξύ άλλων, Van der Burg, V. A. M.: De onderneming in het stichtingsgewaad", στο Van vennootschappelijk belang (Maeijerbundel), Zwolle, Tjeenk Willink, 1988, σ. 21 επ. Dijk, Van der Ploeg: Van vereniging, cooeperatie en stichting, Arnhem, Gouda Quint, 1991, σ. 13. Η χρησιμοποίηση στο πλαίσιο ομίλων καταφαίνεται ιδίως από τα πολυάριθμα καταστήματα αγορών και πωλήσεων που υφίστανται με τη μορφή ιδρύματος, ιδρυμάτων έρευνας, ιδρυμάτων στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, ιδρυμάτων ως διοικητικών γραφείων στο πλαίσιο της πιστοποιήσεως μετοχών ΑΕ (όπου το ίδρυμα έχει τις μετοχές και παρέχει στους πρώην μετόχους πιστοποιητικά) και η διάθεση μετοχών σε ένα ίδρυμα από σημαντικούς μετόχους χωρίς διάδοχο προς τον σκοπό της συνεχίσεως της επιχειρήσεως: Slagter, W. J.: Compendium van het ondernemingsrecht, Deventer, Kluwer, 1990, σ. 335.
(5) Βλ. την πρώτη και δεύτερη αιτολογική σκέψη της οδηγίας.
(6) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 135/83 (Συλλογή 1985, σ. 469, σκέψη 18).
(7) Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-362/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4105, σκέψη 23).
(8) Αναγγέλθηκε με το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1974, σχετικά με ένα πρόγραμμα κοινωνικής δράσεως (ΡΒ 1974, C 13, σ. 1, ειδικότερα σ. 4).
(9) Δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(10) Πέμπτη αιτιολογική σκέψη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171) βλ. συναφώς και την προαναφερθείσα απόφαση Abels, σκέψη 18.
(11) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 287/86, Ny Moelle Kro (Συλλογή 1987, σ. 5465, σκέψη 12) απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, "Daddy' s Dance Hall" (Συλλογή 1988, σ. 739, σκέψη 9) απόφαση της 5ης Μαΐου 1988, συνεκδ. υποθ. 144/84 και 145/87, Berg (Συλλογή 1988, σ. 2559, σκέψη 12) απόφαση της 15ης Ιουνίου 1988, 101/87, Bork International (Συλλογή 1988, σ. 3057, σκέψη 13) και προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, D' Urso, σκέψη 9.
(12) Απόφαση Berg, σκέψη 13 και απόφαση D' Urso, σκέψη 9.
(13) Απόφαση Ny Moelle Kro, σκέψη 11 βλ. επίσης την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 19/83, Wendelboe (Συλλογή 1985, σ. 457, σκέψη 15), και την απόφαση Berg, σκέψη 13.
(14) ΕΕ 1985, L 370, σ. 1.
(15) Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1991, C-7/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4371, σκέψη 6).
(16) Απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hoefner και Elser (Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 21).
(17) Βλ., ιδίως, την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum (Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψη 17) απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86, Brown (Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 21) απόφαση της 31ης Μαΐου 1989, 344/87, Bettray (Συλλογή 1989, σ. 1621, σκέψη 12) απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-3/90, Bernini (Συλλογή 1992, σ. Ι-1071, σκέψη 14).
(18) Αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 105/84, Danmols Inventar (Συλλογή 1985, σ 2639, σκέψη 28) και της 15ης Απριλίου 1986, 237/84, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 1247, σκέψη 13).
(19) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, 24/85 (Συλλογή 1986, σ. 119, σκέψεις 11 και 15), και προαναφερθείσα απόφαση Ny Moelle Kro, σκέψη 18.
(20) Αποφάσεις Spijkers, σκέψη 12, και Ny Moelle Kro, σκέψη 18.
(21) Απόφαση Spijkers, σκέψη 13. Ορισμένους από αυτούς τους παράγοντες επανέλαβε το Δικαστήριο στην απόφαση Bork International, σκέψη 15.
(22) Αυτό προκύπτει από τη σκέψη 4 της αποφάσεως.
(23) Απόφαση Spijkers, σκέψη 14.
(24) Κατά το Δικαστήριο πρέπει, για να διαπιστωθεί αν οι εν λόγω απολύσεις στηρίζονται στους λόγους αυτούς ή απορρέουν απλώς από την ίδια τη μεταβίβαση, να ληφθούν υπόψη οι αντικειμενικές περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιούνται οι απολύσεις: απόφαση Bork International, σκέψη 18.
(25) Βλ. ρητώς την απόφαση της 3ης Μαΐου 1986, 139/85, Kempf (Συλλογή 1986, σ. 1741, σκέψη 12).
(26) Απόφαση Danmols Inventar, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 10.
(27) Απόφαση Ny Moelle Kro, σκέψη 12, απόφαση Daddy' s Dance Hall, σκέψη 9, και απόφαση Berg, σκέψη 17.
(28) Ιδίως στη γερμανική ("vertragliche UEbertragung"), τη γαλλική ("cession conventionnelle"), την ελληνική ("συμβατική εκχώρηση"), την ιταλική ("cessione contrattuale") και την ολλανδική ("overdracht krachtens overeenkomst"): βλ. την απόφαση Abels, σκέψη 11.
(29) Σκέψη 13. Ειδικότερα ως προς το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρόσθεσε το Δικαστήριο ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η "θέση της στο σύστημα του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με τον θεσμό της πτωχεύσεως": στην ίδια σκέψη.
(30) Απόφαση Berg, σκέψη 19.
(31) Απόφαση Daddy' s Dance Hall, σκέψη 10 βλ. με τη σκέψη 14 της αποφάσεως Bork International.
(32) Βλ. τις τρεις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, Chemiefarma κατά Επιτροπής (Jurispr. 1970, σ. 661, σκέψη 112), 44/69, Buchler κατά Επιτροπής (Jurispr. 1970, σ. 733, σκέψη 25, τρίτη παράγραφος), 45/69, Boehringer κατά Επιτροπής (Jurispr. 1970, σ. 769, σκέψη 28, τρίτη παράγραφος).
(33) Βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην υπόθεση της 8ης Φεβρουαρίου 1990, 279/87, Tipp-Ex κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1990, σ. Ι-261, σκέψη 11).
(34) Βλ. επίσης εν προκειμένω, ως προς την ανάγκη σφαιρικής θεωρήσεως των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μερών, τις προτάσεις μου στην υπόθεση 277/87, Sandoz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-45, σημείο 8).
(35) 'Ετσι, για να υπάρχει συμφωνία κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν απαιτείται η ύπαρξη δεσμευτικής και έγκυρης κατά το εθνικό δίκαιο συμβάσεως: απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1990, C-277/87, Sandoz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-45, συνοπτική δημοσίευση, σημείο 2 στο τέλος της περιλήψεως της αποφάσεως) βλ. επίσης την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, συνεκδ. υποθ. 209/78 έως 215/78 και 218/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής (Jurispr. 1980, σ. 3125, σκέψεις 85 και 86).
(36) Σχετικά με ορισμούς στο εταιρικό δίκαιο ή το φορολογικό δίκαιο, βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, και άρθρο 4, παράγραφος 1, της τρίτης οδηγίας 78/855/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1978, βάσει του άρθρου 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ, της Συνθήκης, περί των συγχωνεύσεων των ανωνύμων εταιριών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 38) άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990 (90/434/ΕΟΚ), σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ 1990, L 225, σ. 1).
(37) Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(38) ΕΕ 1989, L 395, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy