ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 15ης Σεπτεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με τα υπό εξέταση προδικαστικά ερωτήματα, το Corte suprema de cassazione ζητεί από το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αμπε-λοοινικής αγοράς, ειδικότερα όσον αφορά τους οίνους ποιότητας τους παραγόμενους εντός ορισμένων περιοχών (στο εξής: ν. q. p. r. d.), να ερμηνεύσει το άρθρο 1 κανονισμού (ΕΟΚ) 1311/73 της Επιτροπής ( 1 ) και, γενικότερα, να εξετάσει, ενόψει του σκοπού των νομισματικών εξισωτικών ποσών και της εννοίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τη δυνατότητα εθνικής αρχής να εισπράξει, μετά πάροδο πολλών ετών, εξισωτικά ποσά που είχε παραλείψει να εισπράξει.
2.
Τα πραγματικά περιστατικά συνοψίζονται ως εξής. Μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 1973, πολλές ιταλικές εξαγωγικές εταιρίες ασχολούμενες με το εμπόριο του οίνου, μεταξύ των οποίων η εταιρία SpA Alois Lageder (στο εξής: εταιρία Lageder), παρέδωσαν εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας οίνους ποιότητας. Αμπε-λοοινικά συνοδευτικά παραστατικά, τύπου VA2, καταρτισθέντα από το laboratorio di analisi e di ricerca dell'Istituto agrario provinciale di S. Michele all'Agide, εκδόθηκαν για κάθε μεταφορά. Αυτές οι παραδόσεις, λόγω του ότι αφορούσαν ν. q. p. r. d., δεν υπήχθησαν στην κανονιστική ρύθμιση περί νομισματικών εξισωτικών ποσών. Μόλις το 1977 και 1978 οι ιταλικές δημοσιονομικές αρχές ζήτησαν, αρχικά, και στη συνέχεια υποχρέωσαν τους οινεμπόρους που είχαν προβεί στις εν λόγω εξαγωγές να καταβάλουν τα εξισωτικά ποσά που κακώς δεν εισπράχθηκαν, με την αιτιολογία ότι το Istituto agrario provinciale di S. Michele — το οποίο, εξάλλου, δεν είχε πλέον το δικαίωμα να ασκεί αρμοδιότητα που είχε στο εξής ανατεθεί στο Υπουργείο Γεωργίας — είχε, σ' αυτή την περίπτωση, εκδώσει παραστατικά βάσει προσωρινού καταλόγου ν. q. p. r. d., του οποίου η ισχύς είχε λήξει στις 22 Μαΐου 1973.
3.
Παρόλον ότι τα επιχειρήματα της εταιρίας Lageder έγιναν δεκτά πρωτοδίκως, το Corte d'appello di Trento, με την απόφαση του της 22ας Αυγούστου 1987, δέχθηκε την υποστηριζόμενη από τις ιταλικές αρχές άποψη. Το Corte suprema di cassazione, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως από την εξαγωγική εταιρία, υποβάλλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερώτημα που, στην ουσία, αποσκοπούν:
—
στο να καθοριστεί αν το άρθρο 1 του κανονισμού 1311/73 επιτρέπει να περιληφθούν στον κατάλογο των ν. q. p. r. d. του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 817/70 του Συμβουλίου ( 2 ) μόνον οι οίνοι που φέρουν την denominazione di origine controllata (DOC) και την denominazione di origine controllata e garantita (DOCG) ή εάν περιλαμβάνει επίσης τους οίνους που αναφέρονται σε προηγούμενο προσωρινό κατάλογο-
—
στο να κρίνει το Δικαστήριο εάν υφίσταται δικαίωμα και συμφέρον των δημοσιονομικών αρχών κράτους μέλους να εισπράττουν, πολλά έτη μετά την εξαγωγή, τα μη εισπραχθέντα νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω πλάνης στην οποία υπέπεσαν οι εν λόγω αρχές
—
στο να εκτιμηθεί εάν συμβιβάζεται η καθυστερημένη είσπραξη εξισωτικών ποσών με την κοινοτική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
4.
Δεκατρείς άλλες υποθέσεις, που εμφανίζουν παρόμοιες δυσκολίες και αφορούν εξαγωγικές εταιρίες ασχολούμενες με το εμπόριο του οίνου και που έχουν διαφορές με την ίδια καθής, ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας με τη διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 1991.
5.
Η απάντηση στο υποβληθέν από το Corte suprema di cassazione πρώτο ερώτημα συνεπάγεται εμπεριστατωμένη εξέταση της εφαρμοστέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
6.
Προκαταρκτικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αμπελοοινική αγορά γνώρισε, κατά την οργάνωση της, τρία μεγάλα στάδια: το στάδιο ορισμού των στόχων και των δομών, το στάδιο της κανονιστικής ρυθμίσεως και τέλος το στάδιο της κωδικοποιήσεως και διασαφηνίσεως των ισχυουσών διατάξεων.
7.
Πρώτος ο κανονισμός 24 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962 ( 3 ), έθεσε τις βάσεις για την οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς και καθόρισε τα πρώτα μέτρα — όπως η κατάρτιση αμπελουργικού κτηματολογίου, η καθιέρωση συστήματος δηλώσεως παραγωγής και αποθεμάτων, η κατάρτιση ετησίας προβλέψεως, η συγκρότηση επιτροπής διαχειρίσεως οίνων — που επιτρέπουν την ευόδωση ποιοτικής πολιτικής και την απορρόφηση των πλεονασμάτων, που είναι η κύρια αιτία των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν ορισμένες χώρες παραγωγής.
8.
Τη δεκαετία '70 χαρακτηρίζει περαιτέρω σημαντική δραστηριότητα εκδόσεως κανονισμών που εκδηλώνεται με τη θέση σε εφαρμογή αρμονικού λειτουργικού μηχανισμού αφορώντος τόσο την αμπελοοινική εν γένει αγορά όσο και την παραγωγή ειδικών ποικιλιών. Έτσι, οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 816/70 και 817/70 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1970 ( 4 ), καθιερώνουν ένα πρώτο σύστημα υποκείμενο σε πολλές τροποποιήσεις.
9.
Τέλος, ο περίπλοκος χαρακτήρας του ισχύοντος κανονιστικού συστήματος και το πλήθος των τροποποιητικών κανονισμών οδήγησαν το Συμβούλιο στο να θεσπίσει, στις 5 Φεβρουαρίου 1979, δύο κανονισμούς (ΕΟΚ), τους κανονισμούς 337/79 και 338/79 ( 5 ), που κωδικοποίησαν τις εφαρμοστέες στον αμπελοοινικό τομέα διατάξεις ( 6 ). Οι δύο αυτοί κανονισμοί καταργούν τον κανονισμό 24, τους κανονισμούς 816/70 και 817/70, καθώς και όλα τα άλλα σχετικά μέτρα. Ο νέος αυτός μηχανισμός τροποποιήθηκε με τη σειρά του με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 822/87 και 823/87 του Συμβουλίου ( 7 ).
10.
Δεδομένου ότι οι εξαγωγές που προκάλεσαν τη διαφορά στην κύρια δίκη πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 1973, πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια το εφαρμοστέο σ' αυτές σύστημα.
11.
Προς διασαφήνιση των σχετικών κανονιστικών διατάξεων, θα παρουσιάσω χωριστά τα κείμενα που αφορούν στα συνοδευτικά παραστατικά και τα κείμενα που αφορούν τους καταλόγους ν. q. p. r. d., διευκρινίζοντας ότι ορισμένοι κανονισμοί αφορούν συγχρόνως και τα συνοδευτικά παραστατικά και τους καταλόγους.
12.
Προκειμένου, καταρχάς, για τους καταλόγους των ν. q. p. r. d., τρία κείμενα πρέπει να συγκεντρώσουν την προσοχή σας.
13.
Πρώτον, ο κανονισμός 817/70, ο οποίος στο άρθρο 1 που αρχικά περιελάμβανε μόνο δύο εδάφια, ορίζει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ειδικές διατάξεις για τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών.
Ως οίνοι ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών, στο εξής αναφερόμενοι με τον όρο “ν. q. p. r. d.”, νοούνται οι οίνοι που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού, καθώς και τις επιβαλλόμενες σε εφαρμογή του και που καθορίζονται από τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις.»
14.
Αργότερα, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1627/71 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971 ( 8 ), ο οποίος προσέθεσε στο άρθρο 1 του κανονισμού 817/70 ένα τρίτο εδάφιο διατυπωμένο ως εξής:
«Μέχρις ότου τα κράτη μέλη θεσπίσουν για τους ν. q. p. r. d., προϊόντα του εδάφους τους, οι εθνικές διατάξεις σχετικά με τους όρους παραγωγής και που αναφέρονται στα άρθρα 2, 3, 4, 6, παράγραφος 1, 7 και 10, και το αργότερο μέχρι τις 31 Αυγούστου 1973, θεωρούνται οίνοι ν. q. p. r. d. οι οίνοι που αναφέρονται σε κατάλογο καταρτιζόμενο κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 7 του κανονισμού 24 διαδικασία υπό τον όρο ότι οι εν λόγω οίνοι συγκεντρώνουν τις επιβαλλόμενες από τις άλλες διατάξεις του κανονισμού προϋποθέσεις.» ( 9 )
15.
Τέλος, ο προαναφερθείς κανονισμός 1311/73, ο οποίος στο άρθρο 1 περιορίζει κατά τον ακόλουθο τρόπο το περιεχόμενο του «καταλόγου» που αναφέρεται στο τρίτου εδάφιο του άρθρου 1 του κανονισμού 817/70:
«(Αυτός) ο κατάλογος (...) περιλαμβάνει τους οίνους που δικαιούνται, κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους παραγωγής, να φέρουν τις ενδείξεις που αναφέρονται για καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 817/70.»
Δημοσιευθείς στην Επίσημη Εφημερίδα της 19ης Μαΐου 1973, ο τελευταίος αυτός κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την τρίτη ήμερα μετά τη δημοσίευση του, ήτοι στις 22 Μαΐου 1973.
16.
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 817/70 στο οποίο παραπέμπει ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη συμπληρωματικών ενδείξεων που γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες, οι ειδικές παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ( 10 ) είναι — υπό τον όρο ότι τηρούνται οι εθνικές διατάξεις που αφορούν τους εν λόγω οίνους — οι εξής (...)
γ)
Για την Ιταλία:
denominazione di origine controllata και denominazione di origine controllata e garantita (...).»
17.
Όπως προκύπτει από τους εν λόγω τρεις κανονισμούς, το προσωρινό καθεστώς, το περιγραφόμενο στον κανονισμό 1627/71, εφαρμοστέο «το αργότερο μέχρι τις 31 Αυγούστου 1973», συμπληρώθηκε, πριν από την προβλεπόμενη οριακή ημερομηνία, με το άρθρο 1 του κανονισμού 1311/73, ο οποίος θέτει ως αναγκαία προϋπόθεση αναγνωρίσεως της ιδιότητας ν. q. p. r. d. την αναγνώριση από το ιταλικό κράτος του να φέρει ο σχετικός οίνος την ονομασία DOC ή DOCG.
18.
Αυτή η ερμηνεία ενισχύεται με την εξέταση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2247/73 της 16ης Αυγούστου 1973 ( 11 ) ο οποίος, με το άρθρο 3, επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή που εξασφαλίζει τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τις ονομασίες των ν. q. p. r. d. που παράγονται στο έδαφός τους. Πράγματι, ο εν λόγω κανονισμός, ένας από τους στόχους του οποίου συνίσταται στην κατάρτιση του καταλόγου των οίνων που μπορούν να φέρουν την ονομασία ν. q. p. r. d., προβλέπει, στο άρθρο 4, την κατάργηση του μόνου ακόμα εν ισχύι κειμένου ως προς την κατάρτιση καταλόγου — προσωρινού κατα-. λόγου, το υπενθυμίζω —, δηλαδή του κανονισμού 1311/73. Αυτό το κείμενο διευκρινίζει:
«Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1311/73 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1973, σχετικά με τον προσωρινό κατάλογο των ν. q. p. r. d., καθώς και την αναγνώριση αυτών των οίνων στα συνοδευτικά έγγραφα, καταργείται την 31η Αυγούστου 1973.»
19.
Ως προς τα συνοδευτικά παραστατικά, δεύτερο σημείο αυτής της παρουσιάσεως κειμένων, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1704/70 της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 1970 ( 12 ), που αφορά συγχρόνως τα εν λόγω παραστατικά και τον κατάλογο των ν. q. p. r. d., είχε ιδίως ως αντικείμενο την τροποποίηση του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1022/70 ( 13 ), διευκρινίζοντας ότι
«για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θεωρούνται ως ν. q. p. r. d.:
(...)
—
οι οίνοι καταγωγής Ιταλικής Δημοκρατίας και που αποτελούν το αντικείμενο του παραρτήματος III Β, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω οίνοι συνοδεύονται από πιστοποιητικό καταγωγής εκδιδόμενο από ένα εκ των απαριθμούμενων στο παράρτημα III C οργανισμών (...)» ( 14 )
20.
Το Istituto S. Michele, που μνημονεύεται στο παράρτημα III C, μπορούσε, επομένως, αναμφίβολα να εκδίδει πιστοποιητικό καταγωγής του οίνου από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1704/70, δηλαδή από τις 29 Αυγούστου 1970, μέχρι την ημερομηνία λήξεως της ισχύος του κανονισμού 1022/70, δηλαδή μέχρι τις 31 Μαρτίου 1973 ( 15 ).
21.
Όπως τονίστηκε κατά την προφορική διαδικασία, μεταξύ 31ης Μαρτίου 1973, ημερομηνίας λήξεως της ισχύος του κανονισμού 1022/70, και 22ας Μαΐου 1973, ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1311/73, κανένας ειδικός κατάλογος δεν είχε εφαρμογή τόσον όσον αφορά τους ν. q. p. r. d. όσον και τους οργανισμούς που μέχρι τότε ήσαν εξουσιοδοτημένοι να εκδίδουν πιστοποιητικά εγκρίσεως. Ωστόσο, θα ήταν ανακριβές να γίνεται λόγος περί νομοθετικού κενού στον εν λόγω τομέα, καθόσον ο κανονισμός 1627/71 εξακολουθούσε να έχει εφαρμογή «το αργότερο μέχρι τις 31 Αυγούστου 1973» όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των ν. q. p. r. d. (η προβλεπόμενη διαδικασία ήταν αυτή του άρθρου 7 του κανονισμού 24) και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1769/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972 ( 16 ), ρύθμιζε, από την 1η Απριλίου 1973, την έκδοση των συνοδευτικών παραστατικών. Ο κανονισμός 1311/73 υπέμνησε, εξάλλου, απλώς τις τότε εφαρμοστέες στους ν. q. p. r. d. διατάξεις, δηλαδή, για τα πιστοποιητικά τον κανονισμό 1769/72 και για τον κατάλογο των οίνων τις ειδικές παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 817/70 και που για την Ιταλία είναι οι χαρακτηρισμοί DOC ή DOCG.
22.
Όσον αφορά, ειδικότερα, τα πιστοποιητικά, κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 1769/72, κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν ή περισσότερους αρμόδιους οργανισμούς για την έκδοση των παραστατικών, δηλαδή, για τους ν. q. p. r. d., τα έντυπα VA2 ή VA5. Κατά την εν λόγω περίοδο (Ιούνιος-Αύγουστος 1973), και όσον αφορά την Ιταλία, το ministero Agricoltura e Foreste, servizio Repressione frodi ήταν αποκλειστικά αρμόδιο ( 17 ).
23.
Τονίζω, εξάλλου, ότι η απόκτηση του εντύπου VA2 ή VA5 δεν αποτελεί αναμφισβήτητη απόδειξη της ιδιότητας ν. q. p. r. d. και ότι η καλή πίστη των επιχειρηματιών δεν προδίδεται με την αμφισβήτηση της ισχύος αυτού του εγγράφου. Πράγματι, το άρθρο 2 του κανονισμού 1311/73 ορίζει τα εξής:
«Η ιδιότητα ν. q. p. r. d. βεβαιούται, εκτός αντιθέτου αποδείξεως, με την ένδειξη της ονομασίας της καθορισμένης περιοχής στο τετράγωνο 11 των εντύπων VA2 ή VA5 (...).» ( 18 )
24.
Τέλος, ο εφαρμοστέος κανονιστικός μηχανισμός φαίνεται να είναι ο εξής: μέχρι τις 22 Μαΐου 1973, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1311/73, είχαν εφαρμογή τα προβλεπόμενα με τον κανονισμό 1627/71 προσωρινά μέτρα από τις 22 Μαΐου 1973, ο προσωρινός κατάλογος του κανονισμού 1311/73 περιλαμβάνει μόνον τους οίνους που το ιταλικό κράτος χαρακτηρίζει ως DOC ή DOCG. Το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 817/70 όπως τροποποιήθηκε, έχει, επομένως, την έννοια ότι μόνον οι οίνοι που μπορούν να φέρουν την ονομασία DOC ή DOCG μπορούσαν μεταξύ 22ας Μαΐου 1973 και 31ης Αυγούστου 1973 να υπάγονται στο καθεστώς των ν. q. p. r. d. και, επομένως, να εξάγονται μ' αυτήν την ονομασία και υπό την προβλεπόμενη προς τον σκοπό αυτόν μορφή εκτός του κράτους μέλους.
25.
Κατά συνέπεια, εάν κατά την προαναφερθείσα περίοδο, οι οίνοι που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς δεν είχαν το δικαίωμα να φέρουν την ονομασία DOC ή DOCG, έπρεπε να εισπραχθούν τα εξισωτικά ποσά σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) της Επιτροπής 648/73 ( 19 ) και 649/73 ( 20 ).
26.
Πρέπει τώρα να καθορισθεί, αυτό δε είναι και το αντικείμενο του δευτέρου ερωτήματος του Corte suprema di cassazione, εάν τα οφειλόμενα εξισωτικά ποσά μπορούν να εισπραχθούν μετά παρέλευση πολλών ετών, στην προκειμένη περίπτωση τεσσάρων, μετά την ημερομηνία που είχαν καταστεί απαιτητά. Ακριβέστερα, μπορούν οι μη εισπραχθείσες από τις εθνικές αρχές επιβαρύνσεις λόγω της εσφαλμένης από αυτές ερμηνείας της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως να παραγραφούν και εντός ποιας προθεσμίας;
27.
Μόλις το 1979 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1697/79, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( 21 ).
28.
Ο στόχος του εν λόγω κανονισμού είναι διττός. Αποσκοπεί, αφενός, στο να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να εισπράττουν εκ των υστέρων δασμούς που εξακολουθούν να είναι απαιτητοί και, αφετέρου, στο να εξασφαλίζει την ασφάλεια των φορολογουμένων περιορίζοντας χρονικά το δικαίωμα των διοικητικών αρχών. Έτσι, η προθεσμία τριών ετών (από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικώς απαιτουμένου από τον φορολογούμενο ποσού ή από την ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής) καθορίστηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού ως προθεσμία εντός της οποίας οι αρμόδιες αρχές μπορούν να κινήσουν τη διαδικασία εισπράξεως των μη καταβληθέντων δασμών.
29.
Η εκ των υστέρων είσπραξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών που αφορούν την προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι εμπίπτει, ratione matériae, στο πεδίο εφαρμογής 1697/79. Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«(...) νοούνται με τον όρο:
(...)
β)
εξαγωγικοί δασμοί, οι γεωργικές εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή εκείνης των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης, σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων
(...)»
30.
Ωστόσο, το ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της αναδρομικής ισχύος του εν λόγω κανονισμού. Δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 3 Αυγούστου 1979 και ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ορίστηκε η 1η Ιουλίου 1980 (άρθρο 11 του κανονισμού). Μπορεί να εφαρμοστεί σε κατάσταση πολύ προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής;
31.
Το Δικαστήριο απάντησε ήδη σαφώς σ' αυτό το ερώτημα με την απόφαση Salumi II ( 22 ). Η συλλογιστική του Δικαστηρίου συνοψίζεται ως εξής. Ο κανονισμός 1697/79 δεν περιέχει καμία μεταβατική διάταξη: κατά συνέπεια πρέπει να γίνει προσφυγή στις γενικώς αναγνωρισμένες ερμηνευτικές αρχές που διαφέρουν ανάλογα με το αν πρόκειται για διαδικαστικούς ή για ουσιαστικούς κανόνες. Ενώ οι διαδικαστικοί κανόνες θεωρούνται γενικώς ως εφαρμοζόμενοι αμέσως επί των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο ενάρξεως της ισχύος τους, αντιθέτως, οι ουσιαστικοί κανόνες δεν θεωρείται, εκτός ρητής διατάξεως, ότι αφορούν διαμορφωθείσες προς της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις.
32.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κανονισμός 1697/79 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή διαδικαστική διάταξη. Πράγματι,
«(...) το εν λόγω κείμενο περιέχει τόσο διαδικαστικούς, όσο και ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι αποτελούν αδιαίρετο σύνολο, οι ειδικές διατάξεις του οποίου δύνανται να εξετάζονται μεμονωμένως ως προς το διαχρονικό τους αποτέλεσμα» ( 23 ).
Το Δικαστήριο συνεχίζει ως εξής:
«Συνεπώς, δεν δύναται να αναγνωρισθεί στις διατάξεις του κανονισμού αναδρομικό αποτέλεσμα, εκτός αν αρκετά σαφείς ενδείξεις οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι τόσο η διατύπωση, όσο και η γενική οικονομία του κανονισμού πολύ απέχουν από το να υποδηλούν αναδρομική ισχύ, ενώ αντιθέτως οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός ορίζει μόνο για το μέλλον.» ( 24 )
Και το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι:
«ο κανονισμός αφορά μόνον τις πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής, για τις οποίες η καταβολή των δασμών διενεργήθη από 1ης Ιουλίου 1980» ( 25 ).
33.
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, περαιτέρω, αυτή την ερμηνεία με δύο αποφάσεις ( 26 ) όπου και γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση Salumi II.
34.
Κατά συνέπεια, οι κοινοτικοί κανόνες περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εξαγωγικών δασμών που κακώς δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, όπως ορίζονται με τον κανονισμό 1697/79, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Για να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα, πρέπει να εξεταστεί και να καθοριστεί, ελλείψει ισχυουσών ήδη κοινοτικών διατάξεων, ποιες είναι οι εφαρμοστέες αρχές.
35.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση Salumi 1 ( 27 ), που απέκλειε επίσης την αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 1697/79 ( 28 ), ρητώς παρέπεμψε το αιτούν δικαστήριο στις ισχύουσες στο εθνικό του δίκαιο διατάξεις ως εξής:
«Εναπόκειται, επομένως, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, κατά το μέτρο που το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις, να καθορίζει τους τρόπους και τους όρους εισπράξεως των κοινοτικών οικονομικών επιβαρύνσεων και τελών, εξυπακουομένου πάντως ότι οι εν λόγω τρόποι και όροι δεν δύνανται να καθιστούν το σύστημα εισπράξεως των κοινοτικών οικονομικών επιβαρύνσεων και εισφορών λιγότερο αποτελεσματικό από εκείνο των εθνικών οικονομικών επιβαρύνσεων και εισφορών του ιδίου τύπου.» ( 29 )
36.
Τα δύο μόνα όρια που το Δικαστήριο θέτει στην εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, όρια που συνηθίζει να θέτει με γενικό τρόπο ( 30 ), είναι αφενός η ανάγκη να μη θίγεται το πεδίο εφαρμογής και η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου και αφετέρου η ανάγκη να μη γίνεται διάκριση μεταξύ του τρόπου εισπράξεως των ποσών που είναι απαιτητά κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και αυτών που είναι απαιτητά δυνάμει του εθνικού δικαίου.
37.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αναδρομικά οι προβλεπόμενες στον κανονισμό 1697/79 κοινοτικές διατάξεις, στο δεύτερο ερώτημα του Corte suprema di cassazione πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας σχετικά με την παραγραφή των εξαγωγικών δασμών που κακώς δεν εισπράχθηκαν, υπό τον όρον ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν συνεπάγονται καμία διάκριση μεταξύ της εισπράξεως κοινοτικών απαιτήσεων και της εισπράξεως εθνικών απαιτήσεων και ότι δεν θίγεται το πεδίο εφαρμογής και η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.
38.
Τέλος, το τελευταίο ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο αφορά το αν συμβιβάζεται η εκ των υστέρων είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών που κακώς δεν εισπράχθηκαν — είσπραξη που θα πρέπει να πραγματοποιηθεί, όπως αποδείχθηκε προηγουμένως, κατά τους κανόνες του εθνικού δικαίου — με την κοινοτική αρχή της «δικαιολογημένης εμπιστοσύνης».
39.
Η αρχή της «δικαιολογημένης εμπιστοσύνης», που απορρέει από τη γενικότερη αρχή της «ασφαλείας δικαίου», προκάλεσε νομολογία με τις λεπτομέρείς της οποίας δεν φαίνεται χρήσιμο να ασχοληθώ ( 31 ).
40.
Είναι γνωστό ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αποβλέπει στο να προστατεύσει:
«κάθε άτομο που βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η διοίκηση του δημιούργησε βάσιμες ελπίδες» ( 32 ).
41.
Το κύριο πρόβλημα που μας απασχολεί συνίσταται, στην πραγματικότητα, στο να καθοριστεί σε ποιο βαθμό η εκ των υστέρων είσπραξη εξαγωγικών δασμών που δεν εισπράχθηκαν λόγω πλάνης των εθνικών αρχών, είσπραξη που θα πραγματοποιηθεί κατά το ισχύον εθνικό δίκαιο, μπορεί να υπαχθεί στην εφαρμογή της αρχής, όχι πλέον εθνικής αλλά κοινοτικής, της «δικαιολογημένης εμπιστοσύνης».
42.
Για πρώτη φορά το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί παρομοίας περιπτώσεως με την απόφαση Padovani της 5ης Οκτωβρίου 1988 ( 33 ). Πράγματι, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο ρωτήθηκε εάν το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώνει τις αρχές των κρατών μελών, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την είσπραξη των γεωργικών εισφορών σύμφωνα με τρόπο καθοριζόμενο από εθνικό δίκαιο που αγνοεί την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να απέχουν από το να προβαίνουν εκ των υστέρων σε εισπράξεις έναντι επιχειρηματιών καλής πίστεως.
43.
Το εθνικό δίκαιο ήταν αυτό του ιδίου κράτους, δηλαδή της Ιταλίας, η οποία εν αντιθέσει με το γερμανικό δίκαιο, και όπως το δίκαιο πολλών άλλων κρατών μελών, αγνοεί την αρχή της «δικαιολογημένης εμπιστοσύνης».
44.
Το Δικαστήριο, έχοντας άλλωστε επίγνωση των εν λόγω διαφορών μεταξύ εθνικών δικαίων, επισήμανε σχετικώς τα εξής:
«Από τη συγκριτική εξέταση των σχετικών εθνικών διατάξεων προκύπτει πράγματι ότι στα δίκαια των κρατών μελών δεν απαντούν κοινές ή γενικά αποδεκτές αρχές από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί μια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που θα επέβαλε στα εθνικά διοικητικά όργανα την υποχρέωση να μη διορθώνουν την ελλιπή εκκαθάριση των κοινοτικών εισφορών, εφόσον έχει παρέλθει μία συγκεκριμένη προθεσμία ή υπάρχει λάθος για το οποίο ευθύνονται οι διοικητικές αρχές.» ( 34 )
45.
Και το Δικαστήριο καταλήγει:
«υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι περιορισμοί που θέτει ο προαναφερθείς κανονισμός 1697/79 στις δυνατότητες εισπράξεως εκ των υστέρων κοινοτικών απαιτήσεων από τις εθνικές αρχές συνιστούν την έκφραση μιας κοινοτικής αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία προϋπήρχε της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού.
Δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν ρυθμίζει την προϋπόθεση εισπράξεως που αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών, το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο» ( 35 ).
46.
Κατά συνέπεια, και χωρίς να αγνοούνται, αφενός, οι πιθανές ανισότητες που υφίστανται στα συστήματα εισπράξεως που έχουν θεσπίσει τα διάφορα κράτη μέλη και, αφετέρου, η αδυναμία των επιχειρηματιών να μετακυλίσουν, μετά παρέλευση τόσο μακρού χρόνου μετά τις εν λόγω εξαγωγές, τις εν λόγω εισπράξεις στους αλλοδαπούς εισαγωγείς, στο Corte suprema di cassazione πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η κοινοτική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν επιβάλλει στις εθνικές διοικητικές αρχές που εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο να παραιτούνται από την εκ των υστέρων είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών τα οποία κακώς δεν εισπράχθηκαν αρχήθεν από τους καλόπιστους επιχειρηματίες.
Πρόταση
47.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να κρίνει ότι:
«1)
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1311/73 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1973, περί προσωρινού καταλόγου των ν. q. p. r. d., καθώς και περί χαρακτηρισμού των εν λόγω οίνων στο συνοδευτικό παραστατικό έχει την έννοια ότι μόνον οι οίνοι που φέρουν την denominazione di origine controllata (DOC) και την denominazione di origine controllata e garantita (DOCG) μπορούσαν, στην Ιταλία, κατά την περίοδο ισχύος του εν λόγω κειμένου, ήτοι μεταξύ 22ας Μαΐου και 31ης Αυγούστου 1973, να αναφέρονται στον προσωρινό κατάλογο των οίνων που μπορούσαν να χαρακτηριστούν ν. q. p. r. d.
2)
Ελλείψει εφαρμοστέρων κοινοτικών διατάξεων, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας σχετικά με την παραγραφή των εξαγωγικών δασμών που κακώς δεν απαιτήθηκαν από τον φορολογούμενο λόγω πλάνης των εθνικών διοικητικών αρχών, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται με τρόπο που δεν δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ εθνικών και κοινοτικών απαιτήσεων και ότι δεν θίγουν ούτε το πεδίο εφαρμογής ούτε την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.
3)
Η κοινοτική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν υποχρεώνει τις εθνικές διοικητικές αρχές να παραιτούνται από την εκ των υστέρων είσπραξη και κατ' εφαρμογή του εθνικού τους δικαίου νομισματικών εξισωτικών ποσών τα οποία κακώς οι εν λόγω διοικητικές αρχές δεν εισέπραξαν αρχήθεν από καλόπιστους επιχειρηματίες.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός της 16ης Μαΐου 1973 περί προσωρινού καταλόγου των ν. q. p. r. d., καθώς και περΕ χαρακτηρισμού των εν λόγω oίvωv στο συνοδευτικό παραστατικό (JO L 132, σ. 20).
( 2 ) Κανονισμός της 28ης Απριλίου 1970 περί ειδικών διατάξεων για τους παραγόμενους εντός καθορισμένων περιοχών οίνους ποιότητας (JO L 99, σ. 20) το τρίτο εδάφιο προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1627/71 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΟΚ) 816/70 και 817/70 όσον αφορά ορισμένα μεταβατικά μέτρα στον αμπελοοινικό τομέα (JO L 170, σ. 3).
( 3 ) Κανονισμός περί προοδευτικής εγκαθιδρύσεως κοινή; οργανώσεως της αμπελοοινική; αγοράς (JO 1962, σ. 989/62).
( 4 ) Κανονισμός 816/70 περί συμπληρωματικών διατάξεων στον τομέα της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (JO L 99, σ. 1) προαναφερθείς κανονισμός 817/70.
( 5 ) Κανονισμός 337/79 περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινί κής αγοράς (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112) κανονισμός 338/79 περί καθορισμού ειδικών διατάξεων σχετικών με τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159).
( 6 ) Η πρώτη αιτιολογική οκέψη του κανονισμού 337/79 σαφώς τονίζει τη δύσκολη κατανόηση της τότε εφαρμοστέας κανονιστικής ρυθμίσεως: «εκτιμώντας ότι οι θεμελιώδεις διατάξεις που αφορούν την οργάνωση αγοράς στον αμπελοοινικό τομέα έχουν τροποποιηθεί πολλές φορές από της εφαρμογής τους ότι τα κείμενα αυτά λόγω του αριθμού τους, του πολυπλόκου και της διασποράς τους σε διάφορα φύλλα της Επίσημη; Εφημερίδας, είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθούν και επομένως στερούνται της αναγκαίας σαφήνειας που πρέπει να εμφανίζει κάθε ρύθμιση (...)».
( 7 ) Κανονισμός 822/87, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 84, σ. 1)- κανονα σμός 823/87, της 16ης Μαρτίου 1987, για τη θέσπιση ειδικών διατάξεων σχετικά με τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (ΕΕ L 84, ο. 59).
( 8 ) Προαναφερθείς κανονισμός, βλ. πιο πάνω υποσημείωση 2.
( 9 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 10 ) H παράγραφος 1 αφορώ τις ειδικές παραδοσιακές Ενδείξεις που χρησιμοποιούνται εντός των κρατών μελών για τον χαρακτηρισμό ορισμένων οίνων.
( 11 ) Κανονισμός της Επιτροπή; περί ελεγχου οίνων ποιότητας παραγομένων εντός καθορισμένων περιοχών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, ο. 236).
( 12 ) Κανονισμός για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1022/70 περί καθιερώσεως, για μεταβατική περίοδο, συνοδευτικών παραστατικών για ορισμένους οίνους (JO L 190, σ. 15).
( 13 ) Κανονισμός της Επιτροπής της 29ης Μαΐου 1970 περί καθιερώσεως, για μεταβατική περίοδο, συνοδευτικών παραστατικών για ορισμένους οίνους (JO L 118, σ. 20).
( 14 ) Άρθρο 1.
( 15 ) Η ισχύς του κανονισμοί 1022/70, που αρχικά είχε εφαρμογή, «το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1970» (άρθρο 12, παράγραφος 2), παρατάθηκε μέχρι τις 31 Μαρτίου 1973 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 734/73 της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 1973, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1022/70 κατόπιν της καθιερώσεως συστήματος συνοδευτώ κών εγγράφων στον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, ο. 264).
( 16 ) Κανονισμός περί καθιερώσεως των συνοδευτικών παραστατικών και σχετικά με τις υποχρεώσεις των παραγωγών και των εμπόρων, εκτός των λιανοπωλητών, στον αμπελοοινικό τομέα (JO L 191, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2814/72 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1972 (JO L 297, σ. 1).
( 17 ) Βλ. τους καταλόγους που δημοσιεύθηκαν διαδοχικά στο JO C 31 της 17.5.1973, σ. 20, και στο JO C 50, της 29.6.1973, σ. 2.
( 18 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 19 ) Κανονισμός της 1ης Μαρτίου 1973 περί λεπτομερειών εφαρμογή; των νομισματικών εξισωτικών ποσών (JO L 64, o. 1).
( 20 ) Κανονισμός της 1ης Μαρτίου 1973 περί καθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών (JO L 64, α 7).
( 21 ) EE ειδ. έκδ. 02/007, o. 254.
( 22 ) Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735).
( 23 ) Σκέψη 11.
( 24 ) Σκέψη 12.
( 25 ) Σκέψη 15.
( 26 ) Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, 82/82, Italgrani κατά Amminislrazione delle finanze dello Siato (Συλλογή 1982, σ.4323) και απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 210/87, Padovani κ.λπ. κατά Amministrazione delle finanze dello Stato (Συλλογή 1988, σ. 6177).
( 27 ) Απόφαση της 27η; Μαρτίου 1980, 66/79, 127/79 και 128/79, Salumi κ.λπ. (Συλλογή τδμος 1980/I, σ. 627).
( 28 ) Σκέψη 16.
( 29 ) Σκέψη 18.
( 30 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση τη; 5η; Μαρτίου 1980, 265/78, Ferwerda (Συλλογή τόμο; 1980/I, ο. 313, σκέψεις 10 και 12), και την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψεις 19, 22 και 23).
( 31 ) Βλ. Hubeau, F.: «Le principe de la protection de la confiance légitime dans la jurisprudence de la Cour de justice des Communautés européennes», Cahiers de droit européen, 1983, σ. 143.
( 32 ) Απόφαση της 19ης Μαΐου 1983, 289/81, Μαυρίδης (Συλλογή 1983, σ.1731, σκέψη 21).
( 33 ) Βλ. σχετικά την πιο πάνω υποσημείωση 27.
( 34 ) Σκέψη 19.
( 35 ) Σκέψεις 20 και 21.
Full & Egal Universal Law Academy