ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 17ης Φεβρουαρίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την παρούσα προσφυγή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως C(90)2337 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), για το οικονομικό έτος 1988 ( 1 ).
Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι, σύμφωνα με τους διενεργηθέντες από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ελέγχους, ένα τμήμα των δαπανών που δηλώθηκαν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για το εν λόγω οικονομικό έτος δεν πληροί της οριζόμενες από τις κοινοτικές διατάξεις προϋποθέσεις και δεν μπορεί να αναληφθεί από το ΕΓΤΠΕ.
2.
Ως συνήθως, οι ειδικοί λόγοι αντικανονικότητος κάθε πράξεως διευκρινίσθηκαν κατά τη διάρκεια διμερών επαφών που προηγήθηκαν της αποφάσεως εκκαθαρίσεως των λογαριασμών και εν συνεχεία συγκεντρώθηκαν σε συνοπτική έκθεση η οποία διαβιβάστηκε στις γερμανικές αρχές.
Κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από πολλά αιτήματα της προσφυγής της επιπλέον, οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία όσον αφορά τις επιστροφές κατά την εξαγωγή στους τομείς της ζαχάρεως και των σιτηρών, επίδικο σημείο επί του οποίου εστιάστηκαν εξάλλου οι περιεχόμενες στο υπόμνημα παρεμβάσεως της Γαλλικής Κυβερνήσεως παρατηρήσεις. Μετά τις διευκρινίσεις αυτές, μπορώ επομένως να αρχίσω την εξέταση των επίδικων σημείων που εξακολουθούν να υφίστανται.
Α —
Έλλειψη πιστοποιητικών εξαγωγής: 104909,63 γερμανικά μάρκα (DM) (σημείο 4.1.3.2 της συνοπτικής εκθέσεως)
3.
Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί, πρώτον, τη μνεία που περιέχεται στη συνοπτική έκθεση, σύμφωνα με την οποία ήταν επιβεβλημένη μία διόρθωση ως προς τα χρηματικά ποσά, λόγω της εξαγωγής μιας ποσότητας σιτηρών παρεμβάσεως η οποία καταλογίστηκε στο όριο ανοχής που εσφαλμένως χορηγήθηκε βάσει πιστοποιητικού προκαθορισμού της επιστροφής κατά την εξαγωγή. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν γνώριζε την περίπτωση αυτή και ότι, εν πάση περιπτώσει, η απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη επ' αυτού του σημείου.
Μετά τις εξηγήσεις που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι όντως το εν λόγω πιστοποιητικό εξαγωγής κακώς προέβλεπε ένα όριο ανοχής, πλην όμως προσθέτει ότι, όπως φαίνεται από πολλά προσκομισθέντα εν προκειμένω έγγραφα, με μεταγενέστερη διόρθωση επανορθώθηκε το σφάλμα.
4.
Όσον αφορά την αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, ας υπομνησθεί κατ' αρχήν ότι, κατά πάγια νομολογία, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, που επιβάλλεται από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο θεσπίστηκε-ειδικότερα, απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΠΕ, η οποία αρνείται να αναγνωρίσει ως βαρύνον το Ταμείο ένα τμήμα των δηλωθεισών δαπανών, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει λεπτομερή αιτιολόγηση στο μέτρο που η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση αναμίχθηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και είναι επομένως σε θέση να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν πρέπει να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με συγκεκριμένο ποσό ( 2 ).
5.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία (βλ. παραρτήματα 1 και 2 στο κεφάλαιο ΙΠ του υπομνήματος αντικρούσεως) η αμφισβητούμενη πράξη αφορά την εξαγωγή προς τη Σοβιετική 'Ενωση σιτηρών αποθεματοποιημένων στις αποθήκες των οργανισμών παρεμβάσεως, επί της πράξεως δε αυτής επεστήθη επανειλημμένως η προσοχή των γερμανικών αρχών με την ακριβή ένδειξη του αριθμού του αμφισβητουμένου πιστοποιητικού. Ειδικότερα, με επιστολή της 23ης Μαΐου 1990, η Επιτροπή επισήμανε ότι θεωρούσε αδικαιολόγητη την ανοχή 1500000 kg που χορηγήθηκε βάσει του πιστοποιητικού υπ' αριθ. 239195065.
Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται την ανεπαρκή αιτιολογία της ληφθείσας απόφασης εφόσον, δεδομένων των ανακοινώσεων που προηγήθηκαν, έπρεπε να είναι σε θέση να καταλάβει ποια ήταν η παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας στην οποία αναφερόταν η Επιτροπή.
6.
Το Δικαστήριο δεν μπορεί επίσης, κατ' εμέ, να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά τη διαδικασία για να δικαιολογήσουν την αμφισβητούμενη πράξη. Πράγματι, εφόσον αληθεύει το ότι η Επιτροπή, όπως προαναφέρθηκε, αμφισβήτησε εγκαίρως την παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπραξαν οι γερμανικές αρχές, αυτές μπορούσαν και όφειλαν να προσκομίσουν τα εν λόγω έγγραφα προ της 30ής Ιουνίου 1990, ημερομηνία αναφοράς καθορισθείσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων ( 3 ).
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός με την έλλειψη πιστοποιητικών εξαγωγής λόγος ακυρώσεως.
Β — Εξαγωγές για τις οποίες η διασάφηση κατατέθηκε μετά την έξοδο από το έδαφος της Κοινότητας: 18037338,54 DM (σημείο 4.1.3.3 της συνοπτικής εκθέσεως)
7.
Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της Επιτροπής κατά τους οποίους χορηγήθηκαν ενίοτε επιστροφές κατά την εξαγωγή μολονότι οι αντιστοιχούσες διασαφήσεις κατατέθηκαν στις αρμόδιες τελωνειακές υπηρεσίες μετά την αναχώρηση των σκαφών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να καταστούν αδύνατοι οι αναγκαίοι έλεγχοι. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, ναι μεν αληθεύει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα αντίτυπα ελέγχου προσκομίστηκαν καθυστερημένα, πλην όμως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, εφόσον επρόκειτο για σιτηρά παρεμβάσεως ή για σιτηρά εντός αποθήκης επιστροφής με προχρηματοδότηση, το εμπόρευμα είχε ήδη υποβληθεί σε τελωνειακό έλεγχο.
8.
Μια σύντομη υπόμνηση του σχετικού με την κοινοτική διαδικασία εξαγωγής νομοθετικού πλαισίου θα βοηθούσε την καλλίτερη κατανόηση του επίδικου σημείου.
Κατά την οδηγία 81/177/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1981, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών εξαγωγής των κοινοτικών εμπορευμάτων ( 4 ), «η εξαγωγή εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητος, των εμπορευμάτων (...) υπόκειται στην κατάθεση στο τελωνείο (...) διασαφήσεως εξαγωγής» (άρθρο 2). Αυτή η διασάφηση «πρέπει να είναι γραπτή, επί εντύπου σύμφωνου με το επίσημο κατάλληλο υπόδειγμα» (άρθρο 3), και «τα εμπορεύματα προς εξαγωγή πρέπει να προσκομίζονται σε ένα αρμόδιο τελωνείο της Κοινότητος» (άρθρο 5, παράγραφος 1).
Η διασάφηση μπορεί να κατατίθεται αμέσως μετά την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο, εν τούτοις αυτό «δύναται να επιτρέπει την κατάθεση της διασαφήσεως και πριν να είναι ο διασαφηστής σε θέση να προσκομίσει τα εμπορεύματα» (άρθρο 5, παράγραφος 2).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα ( 5 ), το χρησιμοποιούμενο έντυπο πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής και, επιπλέον, τη στιγμή της αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, το εμπόρευμα πρέπει να τεθεί υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρι να εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
9.
Όπως ορθά το επισήμανε η Επιτροπή, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, αφενός, ότι η διασάφηση εξαγωγής πρέπει να γίνεται γραπτώς, κυρίως για να είναι δυνατή η σύγκριση των παρασχεθεισών από τον εξαγωγέα ενδείξεων με τα προσκομισθέντα προς εξαγωγή εμπορεύματα, και, αφετέρου, ότι η διασάφηση μπορεί βεβαίως να κατατεθεί πριν από την προσκόμιση των εμπορευμάτων, όχι όμως αφού αυτά έχουν εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος.
10.
Όπως προκύπτει από την έκθεση της 4ης Μαΐου 1990 του κεντρικού τελωνείου του Oldenburg (συνημμένη στο κεφάλαιο IV του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής), στις αμφισβητούμενες από την Επιτροπή περιπτώσεις η διαδικασία εξαγωγής δεν διενεργήθηκε με τη δέουσα επιμέλεια. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις διασαφήσεις εξαγωγής που έγιναν αποδεκτές στις 30 Μαρτίου 1988, φαίνεται ότι τα πέντε επίδικα αντίτυπα ελέγχου δεν εκδόθηκαν παρά την επομένη του απόπλου του σκάφους και ότι το εμπόρευμα δεν υποβλήθηκε σε κανέναν έλεγχο ως προς την ποσότητα και τα χαρακτηριστικά του. Επιπλέον, στην έκθεση απλώς υποτίθεται ότι η απαιτούμενη διασάφηση έγινε πριν από την έναρξη των ενεργειών φορτώσεως.
Ομοίως, όσον αφορά τις διασαφήσεις εξαγωγής της 25ης Ιανουαρίου 1988, προκύπτει πάντα από την προαναφερθείσα έκθεση ότι, αν και το πλοίο Tenoch εγκατέλειψε τον λιμένα του Nordenham στις 2 Ιανουαρίου 1988, το αντίτυπο ελέγχου πρωτοκολλήθηκε και παραδόθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1988 επιπλέον, ο επί του εκτελωνισμού αρμόδιος υπάλληλος δεν επιθεώρησε τα εξαχθέντα εμπορεύματα και το κεντρικό τελωνείο περιορίζεται, και στην προκειμένη περίπτωση, να υποθέσει ότι έγινε εμπρόθεσμα προφορική ή από τηλεφώνου διασάφηση προς συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων. Φαίνεται, τέλος, ότι για μέρος παρτίδας σίτου και για μία παρτίδα σικάλεως, αν και δεν μεταφορτώθηκαν για τη ζύγιση, εκδόθηκε βεβαίωση ζυγίσεως από υπάλληλο του βοηθητικού προσωπικού των τελωνείων.
11.
Ενόψει αυτών των πλημμελειών και ελλείψει αξιόπιστης αποδείξεως ως προς την εμπρόθεσμη κατάθεση της απαιτούμενης διασαφήσεως εξαγωγής, ο ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως, ότι τα εξαχθέντα προϊόντα όντως δηλώθηκαν πριν από την έναρξη των ενεργειών φορτώσεως, δεν φαίνεται καθόλου πειστικός. Εξάλλου, το επιχείρημα που προβλήθηκε από την προσφεύγουσα, ότι ο έλεγχος δεν ήταν αναγκαίος διότι επρόκειτο εν προκειμένω για σιτηρά αποθεματοποιημένα στις αποθήκες των οργανισμών παρεμβάσεως, δεν βρίσκει, ούτε αυτό, το παραμικρό έρεισμα στην κοινοτική νομοθεσία.
Επομένως, ούτε αυτός ο σχετικός με αυτό το σημείο της ληφθείσας αποφάσεως λόγος ακυρώσεως μπορεί να γίνει δεκτός.
Γ — Ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής από τις τελωνειακές υπηρεσίες: 251803,64 DM (σημείο 4.1.3.5 της συνοπτικής εκθέσεως)
12.
Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία η πρακτική των διοικητικών υπηρεσιών των γερμανικών τελωνείων, συνισταμένη στο να αφήνει στους συναλλασσομένους την επιλογή της ημερομηνίας αποδοχής της διασαφήσεως και κατά συνέπεια του ποσοστού επιστροφής, είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, η κοινοτική νομοθεσία δεν διευκρινίζει ποια ημέρα πρέπει να θεωρηθεί ως ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής.
13.
Πρέπει να λεχθεί εκ προοιμίου ότι, αντίθετα προς ό, τι επικαλείται η προσφεύγουσα, δεν φρονώ ότι η σχετική κοινοτική νομοθεσία αφήνει στις τελωνειακές αρχές και ακόμη λιγότερο στους συναλλασσομένους την επιλογή της ημερομηνίας αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής.
14.
Συγκεκριμένα, συμφωνά με την οδηγία 81/177/ΕΟΚ, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να πληροφορηθούν, τηρουμένων των απαιτουμένων τύπων, την προσκόμιση των προς εξαγωγήν εμπορευμάτων στους χώρους του τελωνείου ή σε άλλο χώρο υποδεδειγμένο από τις εν λόγω αρχές (άρθρο 5, παράγραφος 3), η γνωστοποίηση δε αυτή προϋποθέτει την κατάθεση της διασαφήσεως στο τελωνείο στο οποίο προσκομίστηκαν τα εμπορεύματα (άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2).
Προβλέπεται, επιπλέον, ότι οι διασαφήσεις που πληρούν τους προβλεπόμενους όρους γίνονται αμέσως αποδεκτές από το τελωνείο, σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπονται σε κάθε κράτος μέλος (άρθρο 6, παράγραφος 1).
15.
Από τις διατάξεις αυτές απορρέει ότι η αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής πρέπει να λάβει χώρα αμέσως μετά τον έλεγχο της ως προς τον τύπο, το περιεχόμενο και τη συμφωνία της με τα προς εξαγωγήν εμπορεύματα.
Όπως ορθώς το επισήμανε η Επιτροπή, ο έλεγχος αυτός είναι υλικώς αδύνατος, εφόσον μέρος των εμπορευμάτων βρίσκεται ακόμη μέσα στο σιλό ή μέσα σε μέσο οδικής μεταφοράς ή έχει ήδη φορτωθεί στο σκάφος. Όντως, ο έλεγχος πρέπει να διενεργηθεί αμέσως πριν από τη φόρτωση και, δεδομένου ότι η διασάφηση εξαγωγής πρέπει να γίνει αποδεκτή αμελλητί μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, η αποδοχή αυτή πρέπει επομένως να γίνει αμέσως πριν από τη φόρτωση ή λίγο μετά την έναρξη της.
Επομένως, και αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δ — Επιστροφές λόγω παραγωγής αμύλου και ζαχάρεως: 6200360,76 DM (σημεία 4.2.4.1 και 4.5.1.4 της συνοπτικής εκθέσεως)
16.
Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία η ακολουθούμενη σ' αυτόν τον τομέα από τις γερμανικές αρχές διοικητική διαδικασία καθιστά αδύνατους τους φυσικούς ελέγχους και συνιστά, στο σύνολο της, παράβαση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 της Επιτροπής, της 10 Ιουλίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο και την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης ( 6 ), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1729/78 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν την επιστροφή στην παραγωγή για τη χρησιμοποιούμενη στη χημική βιομηχανία ζάχαρη ( 7 ).
Κατά την προσφεύγουσα, οι δύο προαναφερθέντες κανονισμοί δεν επιβάλλουν φυσικούς ελέγχους, αλλά αφήνουν τους τρόπους ελέγχου στην εκτίμηση των εθνικών αρχών. Θα ήταν επομένως θεμιτή μια διαδικασία επιτρέπουσα την κατάθεση της αιτήσεως επιστροφής και τη σύσταση της εγγυήσεως μετά τη μεταποίηση του προϊόντος.
17.
Αντίθετα προς την υποστηριζόμενη από τη Γερμανική Κυβέρνηση άποψη, φρονώ ότι μια τέτοια διαδικασία δεν στοιχεί προς το πνεύμα και ακόμη λιγότερο προς το γράμμα των σχετικών κοινοτικών διατάξεων.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει ήδη από την αιτιολογία των δύο προαναφερθέντων κανονισμών, η επιστροφή λόγω παραγωγής δεν μπορεί να χορηγηθεί ελλείψει συγκεκριμένων δεδομένων ( 8 ). Προς τούτο, το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 και το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1729/78 ορίζουν ότι ο παρασκευαστής που επιθυμεί να του χορηγηθεί επιστροφή λόγω παραγωγής υποβάλλει γραπτή αίτηση στις αρμόδιες αρχές, αναφέροντας ιδίως την ποσότητα και τη φύση των προς μεταποίηση προϊόντων καθώς και τον τόπο μεταποιήσεως. Επιπλέον, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου, πρέπει να ανακοινώνονται συμπληρωματικές ενδείξεις στην αρμόδια αρχή ώστε να μπορεί να διενεργήσει τους επιβεβλημένους ελέγχους [άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 και άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1729/78].
18.
Η γερμανική διαδικασία όμως, επιτρέπουσα την κατάθεση της αιτήσεως επιστροφής μετά τη μεταποίηση, αφενός, εμφανίζεται προδήλως αντίθετη προς τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων και, αφετέρου, καθιστά αδύνατη τη διενέργεια ενδεχομένων φυσικών ελέγχων επί του εμπορεύματος.
Επ' αυτού του τελευταίου σημείου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως ρητώς προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 και όπως προκύπτει σιωπηρώς από τις σχετικές με τη διαδικασία ελέγχου διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1729/78, ακόμη και αν η εξακρίβωση γίνεται συνήθως μέσω διοικητικών ελέγχων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να μπορούν να προβαίνουν, όποτε το θεωρούν αναγκαίο, σε απ' ευθείας ελέγχους του εμπορεύματος.
19.
Στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει κυρίως από το υπόμνημα απαντήσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση φαίνεται να δέχεται ότι μια τέτοια διαδικασία δεν στοιχεί προς το κείμενο των προαναφερθεισών διατάξεων τονίζει ωστόσο ότι αυτός ο τρόπος ενεργείας στοιχεί προς το πνεύμα της κοινοτικής ρυθμίσεως και εγγυάται επίσης την αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Η προσφεύγουσα προσθέτει, εξάλλου, ότι το σύστημα των ελέγχων την εφαρμογή του οποίου αξιώνει η Επιτροπή ενδέχεται να παρακωλύσει τη συνέχεια και την κανονικότητα της παραγωγής εξωθώντας τη μεταποιητική βιομηχανία να καταφύγει, σε όλο και ευρύτερη κλίμακα, στο άμυλο και τη ζάχαρη τα οποία προέρχονται από τρίτες χώρες και υποβάλλονται σε λιγότερο αυστηρό καθεστώς ελέγχου.
20.
Σχετικώς, και χωρίς να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες των ισχυρισμών της προσφεύγουσας, θα περιοριστώ να παρατηρήσω, πρώτον, ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν ένας κανονισμός θεσπίζει ειδικά μέτρα ελέγχου, τα κράτη μέλη οφείλουν να τα εφαρμόζουν χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί η βασιμότητα της απόψεώς τους κατά την οποία ένα άλλο σύστημα έλεγχου θα ήταν πιο αποτελεσματικό ( 9 ) και, δεύτερον, ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβάλλουν ως δικαιολογημένες πρακτικές αντίθετες προς την κοινοτική νομοθεσία διατυπώνοντας επικρίσεις ως προς τη σκοπιμότητα της εν λόγω ρυθμίσεως.
Επομένως, ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Ως προς τα δικαστικά έξοδα
21.
Η Γερμανική Κυβέρνηση παραιτήθηκε από το κεφάλαιο της προσφυγής περί επιστροφών κατά την εξαγωγή στους τομείς των σιτηρών και της ζαχάρεως κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως 91/583/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1991 ( 10 ), η οποία βάρυνε το ΕΓΤΠΕ με τα εν λόγω ποσά. Ζητεί ωστόσο να καταδικαστεί η Επιτροπή στα σχετικά με το σημείο αυτό δικαστικά έξοδα, εφόσον οι επίδικες επιστροφές είχαν πραγματοποιηθεί ορθώς ab initio.
Αυτή η άποψη, η οποία εξάλλου αμφισβητείται από την Επιτροπή, φρονώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, όπως προκύπτει από την αιτιολογία τόσον της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον και της ακολουθήσασας αποφάσεως 91/583/ΕΟΚ, η Επιτροπή επιφυλάχθηκε ρητώς να επανεξετάσει την άρνηση της, εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προέβαινε σε συμπληρωματικό έλεγχο των εν λόγω δαπανών και προσκόμιζε αποδείξεις ικανές να εξαλείψουν τις αμφιβολίες ως προς το βάσιμο των δηλωθεισών επιστροφών.
Το γεγονός ότι η Επιτροπή αναθεώρησε κατά συνέπεια την απόφαση της φαίνεται ότι οφείλεται σε άλλα στοιχεία εκτιμήσεως, τα οποία της παρασχέθηκαν και όχι σε απλή αλλαγή της γνώμης της.
22.
Κατόπιν των ανωτέρω, τελειώνω προτείνοντας στο Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή
2)
να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα
3)
να αποφασίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παρεμβαίνουσα, θα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Δημοσιεύθηκε ως απόφαοη 90/644/EOK, ΕΕ L 350, σ. 82.
( 2 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981, 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 21, σκέπεις 19 εως 21).
( 3 ) ΕΕ ειδ. εκδ. 03/008, σ. 115. Η εν λόγω παράγραφος προστέθηκε δια του κανονισμοί (ΕΟΚ) 422/86 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1986 (ΕΕ L 48, σ. 31). Βλ. επίσης την απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1992, C-197/90, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-1).
( 4 ) ΕΕ L 83, σ. 40.
( 5 ) ΕΕ L 351, σ. 1.
( 6 ) ΕΕ L 189, σ. 12.
( 7 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022. σ. 40.
( 8 ) Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμοί (ΕΟΚ) 1729/78 και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2169/86.
( 9 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981, Γερμανία χατά Επιτροπής, σκέψη 10.
( 10 ) ΕΕ L 314, σ. 47.
Full & Egal Universal Law Academy