Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η Επιτροπή ζητεί στην παρούσα υπόθεση να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιλαμβάνοντας σε έναν ειδικό "κατάλογο Δ" σπίρτα και αρνούμενη έτσι να χορηγήσει άδειες εισαγωγής, για ορισμένο χρονικό διάστημα, σπίρτων προελεύσεως Σουηδίας και Βουλγαρίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Η Επιτροπή ζητεί επίσης να αναγνωριστεί ότι η Ελλάδα παρέβη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή.
Το αίτημα της Επιτροπής έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί
- πρώτον, αν υφίσταται ένας κατάλογος Δ (ή κατάλογος Δέλτα) με το περιεχόμενο που ισχυρίζεται η Επιτροπή, και
- δεύτερον, αν ο κατάλογος αυτός Δ είχε ως συνέπεια την απόρριψη αιτήσεων για τη χορήγηση αδειών εισαγωγής που είχαν υποβάλει εισαγωγείς σουηδικών ή βουλγαρικών σπίρτων (1).
2. Η Επιτροπή προβάλλει ότι κατά την υπό κρίση περίοδο ίσχυε στην Ελλάδα μία ρύθμιση - η αποκαλούμενη ρύθμιση του καταλόγου Δ - βάσει της οποίας οι εισαγωγείς ορισμένων συγκεκριμένων προϊόντων τρίτων χωρών, μεταξύ των οποίων σπίρτα, όφειλαν να ζητήσουν άδεια εισαγωγής και βάσει της οποίας οι αρμόδιες ελληνικές αρχές μπορούσαν να αρνηθούν τη χορήγηση αδείας, όταν αυτό φαινόταν επιβεβλημένο (2).
Η Ελληνική Κυβέρνηση εκθέτει ότι ασφαλώς υφίστατο μία τέτοια ρύθμιση, η οποία όμως καταργήθηκε με την απόφαση του 'Ελληνα Υπουργού Εμπορίου, της 25ης Νοεμβρίου 1980. Η εν λόγω Κυβέρνηση αντικρούει τον ισχυρισμό ότι μετά την ημερομηνία αυτή υφίστατο ρύθμιση κατ' αντίθεση προς τους κοινοτικούς κανόνες. Η Κυβέρνηση δεν αρνείται ότι οι εισαγωγείς ορισμένων εμπορευμάτων τρίτων χωρών μεταξύ των οποίων σπίρτα, έπρεπε να ζητήσουν άδεια εισαγωγής, αλλά ισχυρίζεται ότι η ρύθμιση αυτή εξυπηρετούσε αποκλειστικά στατιστικούς σκοπούς.
3. Από τις παρατηρήσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν συνάγεται σαφώς αν αυτή παραδέχεται ότι η αμέσως ανωτέρω αναφερθείσα ρύθμιση για στατιστικούς σκοπούς αποκαλούνταν ρύθμιση του καταλόγου Δ ή αν ο όρος αυτός έπαυσε τελικά να υφίσταται το 1980.
Κατά τη γνώμη μου, υφίστανται σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι πράγματι και κατά την περίοδο μετά το 1980, εν πάση δε περιπτώσει μέχρι τα τέλη του 1990, υφίστατο μία ρύθμιση στην Ελλάδα η οποία αποκαλούνταν η ρύθμιση του καταλόγου Δ. Η εκδοχή αυτή δεν στηρίζεται μόνο σε ένα έγγραφο, που απέστειλε στις 25 Σεπτεμβρίου 1990 το ελληνικό Υπουργείο Εμπορίου προς το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο είχε ερωτήσει εν προκειμένω το Υπουργείο Εμπορίου σχετικά με την ύπαρξη και τη σημασία της διαδικασίας "Δέλτα". Το Υπουργείο Εμπορίου απάντησε ως εξής:
"(...) η λεγόμενη 'διαδικασία Δέλτα' αποτελεί είδος στατιστικής παρακολουθήσεως, υπαγορεύθηκε δε από την ανάγκη να γνωρίζουμε, ανά πάσα στιγμή, την πορεία και τη τάση των εισαγωγών διαφόρων ευαισθήτων ειδών" (3).
Παρά τη λέξη "λεγόμενη", από το έγγραφο αυτό συνάγεται ότι υφίστατο μία ρύθμιση που χαρακτηριζόταν με το γράμμα "Δέλτα".
Η εκδοχή αυτή στηρίζεται επίσης και στα στοιχεία που υφίστανται σχετικά με τις εισαγωγές από τη Βουλγαρία ή τη Σουηδία. Ο όρος κατάλογος Δ χρησιμοποιείται από τους οικείους επιχειρηματίες σε αναφορά με τη δυνατότητα των ελληνικών αρχών να απαγορεύουν τις εισαγωγές, το δε γράμμα Δ αναγράφεται εν πάση περιπτώσει, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, σε μία από τις αιτήσεις για χορήγηση άδειας εισαγωγής, που έχει προσκομιστεί στη δικογραφία.
4. Το κρίσιμο ζήτημα της υποθέσεως που τίθεται εν προκειμένω είναι αν η εν λόγω ρύθμιση εισαγωγών είχε, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ένα τέτοιο περιεχόμενο που συνιστούσε ποσοτικό περιορισμό κατ' αντίθεση προς τους κανόνες που ίσχυαν, κατά την υπό κρίση περίοδο, για το εμπόριο με τη Βουλγαρία ή τη Σουηδία, ή αν, όπως υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, επρόκειτο για μία ρύθμιση που εξυπηρετούσε απλώς στατιστικούς σκοπούς και, επομένως, δεν συνιστούσε ποσοτικό περιορισμό κατ' αντίθεση προς τους ισχύοντες κανόνες.
Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι θα υφίστατο αντίθεση προς τις υποχρεώσεις που υπέχει η Ελλάδα από το κοινοτικό δίκαιο αν υπήρχε μία ρύθμιση περί εισαγωγών με το περιεχόμενο που περιγράφει η Επιτροπή, δηλαδή μία ρύθμιση βάσει της οποίας θα μπορούσαν να απορριφθούν και πράγματι απορρίφθηκαν αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας εισαγωγής σπίρτων από τη Βουλγαρία ή τη Σουηδία.
Δεν αμφισβητείται πράγματι επίσης ότι μία τέτοια ρύθμιση αντιβαίνει προς τις ακόλουθες διατάξεις:
- όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Βουλγαρία, άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3420/83, της 14ης Νοεμβρίου 1983, περί των καθεστώτων εισαγωγής προϊόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που δεν έχουν ελευθερωθεί στο επίπεδο της Κοινότητας (4), όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, και
- όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σουηδία, άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 288/82, της 5ης Φεβρουαρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών (5), και άρθρο 13 της Συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας (6), όπως τροποποιήθηκε με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, όσον αφορά την Ελλάδα (7).
5. Επομένως, οι διάδικοι ερίζουν μόνο ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ρύθμιση του καταλόγου Δ περιελάμβανε κατά την υπό κρίση περίοδο μία σειρά εμπορευμάτων τα οποία, κατά την άποψη των ελληνικών αρχών, ήταν ιδιαίτερα "ευαίσθητα". Η ρύθμιση κάλυπτε, εν πάση περιπτώσει, σπίρτα, αλλά από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι είχαν υποβληθεί στην Επιτροπή καταγγελίες για την εφαρμογή της ρυθμίσεως του καταλόγου Δ ως προς τις εισαγωγές προϊόντων υαλουργίας, μεταξύ άλλων από την Τουρκία, ή μελιού από τη Βουλγαρία (8).
Αν η ρύθμιση περί εισαγωγών που περιγράφει η Επιτροπή ίσχυε για διάφορες κατηγορίες προϊόντων και για μακρύτερες χρονικές περιόδους, προκαλεί εν προκειμένω έκπληξη το ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να στηρίξει με καλύτερα και πληρέστερα αποδεικτικά στοιχεία τον ισχυρισμό της σχετικά με την ύπαρξη της ρυθμίσεως.
Εντούτοις, το γεγονός αυτό πρέπει να εκτιμηθεί με βάση τις δυσκολίες τις οποίες σαφώς αντιμετώπισε η Επιτροπή στην προσπάθειά της να λάβει ικανοποιητική απάντηση από την Ελληνική Κυβέρνηση στα πολλά διαβήματά της σε σχέση με τις καταγγελίες που είχαν περιέλθει στην Επιτροπή.
6. Το αποφασιστικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι αν η Επιτροπή κατόρθωσε να αποδείξει ότι είχε υπάρξει μία ρύθμιση καταλόγου Δ που είχε ως συνέπεια, σε ορισμένες περιόδους, να απορριφθούν αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας εισαγωγής σπίρτων από τη Βουλγαρία και τη Σουηδία.
7. Εν προκειμένω δεν στερείται σημασίας το ότι το ελληνικό κρατικό μονοπώλιο σπίρτων προσαρμόστηκε προς τους κανόνες της ΕΚ, ούτως ώστε οι εισαγωγές σπίρτων καλύπτονταν από την 1η Ιανουαρίου 1986 από τις διατάξεις του γενικού κοινοτικού δικαίου.
Με βάση αυτά τα δεδομένα είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι οι ελληνικές αρχές παρακολουθούσαν τις εισαγωγές σπίρτων με ιδιαίτερη προσοχή.
Οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν επίσης στην Επιτροπή την 21η Ιουλίου 1987, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 288/82, αίτηση για την έγκριση κοινοτικής επιτηρήσεως ως προς τις εισαγωγές σπίρτων από τη Σουηδία. Η Επιτροπή απέρριψε στις 3 Αυγούστου 1987 αυτή την αίτηση, αλλά επέτρεψε στην Ελλάδα να εφαρμόσει εθνική επιτήρηση.
Η Ελληνική Κυβέρνηση αποτάθηκε και πάλι στις 25 Νοεμβρίου 1987 στην Επιτροπή, ζητώντας, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3420/83, να της παρασχεθεί η δυνατότητα να εφαρμόσει μέτρα διασφαλίσεως στις εισαγωγές σπίρτων από τη Βουλγαρία. Συγχρόνως ανακοίνωσε ότι, βάσει της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 10 του ίδιου κανονισμού, θα εφάρμοζε εθνικά περιοριστικά μέτρα για τις εισαγωγές αυτές από της ημερομηνίας της αιτήσεως. Η Επιτροπή απάντησε μόλις στις 27 Απριλίου 1988 θετικά ότι μπορούσαν να επιβληθούν περιορισμοί στις εισαγωγές από τη Βουλγαρία. Η έγκριση αυτή θα ίσχυε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το ελληνικό αίτημα για την εφαρμογή εθνικών επειγόντων μέτρων σε σχέση με το άρθρο 10 ανταποκρινόταν προς τους όρους αυτής της διατάξεως, έτσι ώστε νομίμως μπορούσαν να επιβληθούν περιορισμοί από τις 25 Νοεμβρίου 1987 στις εισαγωγές από τη Βουλγαρία.
Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η εν λόγω Κυβέρνηση θεμελίωσε το αίτημά της σε σχέση με την αίτηση για την έγκριση επιτηρήσεως ως προς τις εισαγωγές σπίρτων από τη Σουηδία, μεταξύ άλλων, επικαλούμενη το γεγονός ότι το μερίδιο της αγοράς που κατείχε μέχρι τότε η εθνική βιομηχανία σπίρτων είχε μειωθεί κατά 60 %.
8. Η Επιτροπή αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της σε ένα τηλεγράφημα που έστειλε η Τράπεζα της Ελλάδος, στις 7 Μαΐου 1986, στα υποκαταστήματά της και στις ελληνικές εμπορικές τράπεζες. Το τηλεγράφημα αυτό έχει ως εξής:
"Από λήψεως παρόντος τηλεγραφήματος οι εγκρίσεις εισαγωγής σπίρτων τα οποία προέρχονται από χώρες εκτός ΕΟΚ ή παράγονται σε χώρες εκτός ΕΟΚ θα χορηγούνται μόνο από το κεντρικό κατάστημα, τμήμα εγκρίσεων εισαγωγής της Τράπεζας της Ελλάδος στην οποία οι μεσολαβούσες τράπεζες διαβιβάζουν τις σχετικές αιτήσεις.
Διευκρινίζεται ότι για εγκρίσεις εισαγωγής που έχουν ήδη χορηγηθεί για το αναφερθέν είδος οι μεσολαβούσες τράπεζες δεν θα προβαίνουν στον διακανονισμό ή τη διενέργεια προεμβάσματος ή άνοιγμα εν. πιστώσεως χωρίς προηγούμενη έγκριση του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος.
Οι διοικήσεις των εμπορικών τραπεζών παρακαλούνται να ειδοποιήσουν επειγόντως σήμερα τα υποκαταστήματά τους." (9)
Η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι το τηλεγράφημα οφειλόταν στην επιθυμία να γνωστοποιηθούν τα στατιστικά στοιχεία το ταχύτερο δυνατό στην Τράπεζα της Ελλάδος. Εντούτοις, θα πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής ότι από το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό αν πρόκειται μόνο για μέτρα με αποκλειστικά στατιστικούς σκοπούς.
9. 'Ενα σοβαρό επιχείρημα για την ορθότητα του ισχυρισμού της Επιτροπής συνίσταται στο ότι είναι βέβαιο ότι η Τράπεζα της Ελλάδος απέρριψε χωρίς αιτιολογία, τον Φεβρουάριο 1987, μία αίτηση για άδεια εισαγωγής μιας μεγάλης παρτίδας σπίρτων από τη Βουλγαρία και ότι ενέμεινε στην απόρριψη αυτή χωρίς να κατορθώσουν οι εισαγωγείς να λάβουν οποιαδήποτε εξήγηση. Η Επιτροπή προσκόμισε ένα φωτοαντίγραφο της αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας εισαγωγής (10). Στην αίτηση έχει σημειωθεί με το χέρι ότι απορρίπτεται. Επίσης, έχει αναγραφεί με το χέρι το γράμμα "Δ".
Η Επιτροπή ζήτησε τον Οκτώβριο 1987 από την Ελληνική Κυβέρνηση διευκρινίσεις ως προς αυτή την απαγόρευση εισαγωγής. Η Ελληνική Κυβέρνηση έδωσε μία εξήγηση η οποία, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι ικανοποιητική (11).
10. Τα στοιχεία της Επιτροπής σχετικά με την άρνηση των ελληνικών αρχών να χορηγήσουν άδεια εισαγωγής σπίρτων από τη Σουηδία είναι κατά τη γνώμη μου αυτά που έχουν την πιο αποφασιστική σημασία για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι στην Ελλάδα υπήρξε κατά την υπό κρίση περίοδο μία ρύθμιση περί εισαγωγών με το περιεχόμενο που ισχυρίζεται η Επιτροπή.
Στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής προσκομίζονται ως παράρτημα μία σειρά εγγράφων από τα οποία καταδεικνύεται ότι οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν συστηματικά να χορηγήσουν άδεια για την εισαγωγή σπίρτων που παράγονται από τη σουηδική εταιρία Swedish Match και ότι η πρακτική αυτή άρχισε, εν πάση περιπτώσει, τον Φεβρουάριο 1987 και διήρκεσε μέχρι τον Νοέμβριο 1989 (12). Από τα παραρτήματα αυτά καταδεικνύεται επίσης ότι υπήρξαν διάφορες διαπραγματεύσεις μεταξύ του ελληνικού Υπουργείου Εμπορίου, σε μερικές περιπτώσεις εκπροσωπούμενου από τον ίδιο τον Υπουργό, και της Σουηδικής Πρεσβείας στην Αθήνα, χωρίς να καταστεί δυνατό να ληφθεί οποιαδήποτε αποδεκτή εξήγηση ως προς το γιατί δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί η επιθυμητή εισαγωγή (13). Στο παράρτημα αυτό περιέχεται ένα έντυπο αιτήσεως για εισαγωγή σπίρτων από τη Σουηδία, στο οποίο έχει σημειωθεί μόνο με το χέρι άρνηση χορηγήσεως αδείας κατά τον ίδιο τρόπο όπως στο προαναφερθέν βουλγαρικό (14).
Οι ελληνικές αρχές προσπάθησαν αρχικά να αιτιολογήσουν τη συγκεκριμένη άρνηση, που έχει προσκομιστεί στη δικογραφία, με τον ισχυρισμό ότι τα εισαγόμενα σπίρτα δεν είναι προελεύσεως Σουηδίας αλλά Γιουγκοσλαβίας. Η Κυβέρνηση παραδέχθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η αιτιολογία αυτή δεν ευσταθεί.
11. Η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει ήδη ότι η διαπιστωθείσα απόρριψη των αιτήσεων αποτελεί απλώς μεμονωμένο γεγονός που δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως τεκμηρίωση για το ότι ίσχυσε η ρύθμιση του καταλόγου Δ, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει κατά τη γνώμη μου να απορριφθεί. Πράγματι, από την αντιμετώπιση των εισαγωγών σπίρτων Σουηδίας καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας τόσο παγιωμένης πρακτικής ώστε αυτό να μη μπορεί να εκληφθεί παρά μόνο ως απόρροια της εφαρμογής μιας ελληνικής ρυθμίσεως που ίσχυε κατά την υπό κρίση περίοδο και βάσει της οποίας οι ελληνικές αρχές ήταν εξουσιοδοτημένες να απαγορεύουν τις εισαγωγές σπίρτων από τρίτες χώρες.
12. Η Ελληνική Κυβέρνηση αναφέρθηκε, όπως εξέθεσα προηγουμένως, σε μία απόφαση του 1980 με την οποία, κατά την εν λόγω Κυβέρνηση, καταργήθηκε η σχετική με τις εισαγωγές ρύθμιση του καταλόγου Δ (15). Εντούτοις, στην απόφαση αυτή δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αποδοθεί σημασία. Πρώτον, η απόφαση συνεπάγεται, σύμφωνα με το γράμμα της, κατάργηση απλώς ως προς τη "διάκριση των διαδικασιών εις Δ και Ε" και, δεύτερον, τίποτε δεν εμποδίζει να επαναθεσπιστεί μία προηγουμένως υφιστάμενη ρύθμιση του καταλόγου Δ, παραδείγματος χάρη, επ' ευκαιρία της προσαρμογής του κρατικού μονοπωλίου σπίρτων.
13. Βάσει των προεκτεθέντων μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ληφθεί ως βάση ότι υφίστατο στην Ελλάδα μία ρύθμιση του καταλόγου Δ, εν πάση περιπτώσει κατά την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου 1987 και Νοεμβρίου 1989, με το περιεχόμενο το οποίο ισχυρίζεται η Επιτροπή και η οποία ρύθμιση είχε ως συνέπεια την απαγόρευση, κατά παράβαση των ισχυόντων κοινοτικών κανόνων κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου 1987 και Νοεμβρίου 1989, των εισαγωγών σπίρτων από τη Σουηδία και, κατά την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου 1987 και Νοεμβρίου 1987, σπίρτων από τη Βουλγαρία.
Το Δικαστήριο πρέπει επομένως, κατά τη γνώμη μου, να κάνει δεκτό το πρώτο μέρος του αιτήματος της Επιτροπής.
14. Η Επιτροπή ζητεί επίσης, όπως αναφέρθηκε, να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή δεν γνωστοποίησε στην Επιτροπή τους σχετικούς κανόνες που αφορούν τη διαδικασία εισαγωγών, όσον αφορά ιδίως τον προαναφερθέντα κατάλογο Δ.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (16) οι εθνικές αρχές έχουν καθήκον να διευκολύνουν με πνεύμα έντιμης συνεργασίας την Επιτροπή, όταν αυτή εξετάζει αν τηρούνται οι κοινοτικοί κανόνες στην οικεία χώρα. Αυτό δεν το έκανε η Ελληνική Κυβέρνηση στην παρούσα υπόθεση, καθόσον είναι βέβαιο ότι η εν λόγω Κυβέρνηση, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις, δεν γνωστοποίησε στην Επιτροπή τους κανόνες που, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να ίσχυαν στην Ελλάδα.
Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφέστατα ότι η Επιτροπή έχει το βάρος της αποδείξεως ως προς το ότι δεν τηρούνται συγκεκριμένοι κοινοτικοί κανόνες σε κράτος μέλος, το βάρος όμως αυτό της αποδείξεως δεν αποκλείει - αλλά μάλλον προϋποθέτει - το καθήκον των κρατών μελών να παρέχουν με πνεύμα έντιμης συνεργασίας στην Επιτροπή κάθε αρωγή που είναι αναγκαία, όταν πρόκειται για τη διευκρίνιση των νομικών και πραγματικών καταστάσεων που έχουν σημασία για την κρίση ως προς το αν το οικείο κράτος τηρεί τις κοινοτικές του υποχρεώσεις. Το καθήκον αυτό παροχής πληροφοριών ισχύει επίσης και όταν τα στοιχεία που ζητεί η Επιτροπή μπορούν να χρησιμεύσουν ως απόδειξη για το ότι το κράτος μέλος έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό και το δεύτερο μέρος του αιτήματος της Επιτροπής.
Πρόταση
15. Κατά συνέπεια, προτείνω να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής στο σύνολό του και να καταδικαστεί η Ελληνική Κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα.
PN/t
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) Η Επιτροπή επιδιώκει αναμφισβήτητα με την άσκηση της προσφυγής της να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι εν πάση περιπτώσει και για ορισμένη περίοδο υπήρξε ο αποκαλούμενος κατάλογος Δ και ότι ο κατάλογος αυτός, δεδομένου ότι προέβλεπε τη χορήγηση άδειας εισαγωγής για εμπορεύματα από τρίτες χώρες, αντέβαινε προς τους κοινοτικούς κανόνες, οι οποίοι απαγορεύουν ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών στην ΕΚ εμπορευμάτων τρίτων χωρών.
Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι η Επιτροπή επιδιώκει αποκλειστικά στην παρούσα υπόθεση να αναγνωριστεί ότι υπήρξε ένας κατάλογος Δ με τις έννομες συνέπειες που αναφέρει η Επιτροπή. Φρονεί ότι δεν έχει σημασία για την απόφαση επί της υποθέσεως το αν μπορεί να διαπιστωθεί ότι σε μεμονωμένες περιπτώσεις και τελείως de facto δεν επιτράπηκε η εισαγωγή σπίρτων Σουηδίας ή Βουλγαρίας.
(2) Η Επιτροπή αναλύει την έννοια του "καταλόγου Δ", ο οποίος στα υπομνήματα αποκαλείται και ως "διαδικασία Δ", ως εξής:
Πρόκειται για "έναν εσωτερικό κατάλογο που τηρείται από το Υπουργείο Εμπορίου και την Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος. Ο κατάλογος Δ περιλαμβάνει ορισμένα προϊόντα, των οποίων η εισαγωγή στην Ελλάδα από τρίτες χώρες υποβάλλεται σε προηγούμενη άδεια εισαγωγής. Η Επιτροπή πιστεύει ότι ο αριθμός και η φύση των προϊόντων που περιέχει, κάθε συγκεκριμένη στιγμή, ο Κατάλογος Δ ποικίλλει ανάλογα με τις αποφάσεις του Υπουργείου Εμπορίου, το οποίο είναι αρμόδιο για τη σύνταξη του εν λόγω καταλόγου. Ο κατάλογος αυτός δεν έχει ποτέ δημοσιευθεί επίσημα στην Ελλάδα, αλλά τηρείται μυστικά από το Υπουργείο Εμπορίου και την Τράπεζα της Ελλάδος." (βλ. δικόγραφο της προσφυγής σ. 2).
(3) Βλ. παράρτημα 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(4) ΕΕ L 346, σ. 6.
(5) ΕΕ L 35, σ. 1.
(6) EΕ ειδ. έκδ. 11/003, σ. 99.
(7) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3397/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/023, σ. 212).
(8) Οι ελληνικές αρχές είχαν εν πάση περιπτώσει αρνηθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις τη χορήγηση άδειας εισαγωγής των προϊόντων αυτών και η Επιτροπή κίνησε εν προκειμένω ορισμένες διαδικασίες βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή δεν ολοκλήρωσε πάντως τις διαδικασίες αυτές.
(9) Βλ. παράρτημα 22 του δικογράφου της προσφυγής.
(10) Βλ. παράρτημα 2 του δικογράφου της προσφυγής.
(11) Βλ. παράρτημα 3 του δικογράφου της προσφυγής. Στην απάντηση δεν λαμβάνεται θέση, καθόσον μπορώ να αντιληφθώ, ως προς τους λόγους και το νόμιμο έρεισμα της απορρίψεως της αρχικής αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας εισαγωγής.
(12) Βλ. παράρτημα 25 του δικογράφου της προσφυγής.
(13) Αναφέρομαι ιδίως στα ακόλουθα παραρτήματα του δικογράφου προσφυγής της Επιτροπής: 4α, 4β, 6, 7, 8, 9, 10, 14 και 24.
Σ' ένα έγγραφο του Σουηδού πρέσβυ της 8ης Μαΐου 1987, προς τον 'Ελληνα Υπουργό Εμπορίου αναφέρεται, μεταξύ άλλων:
"Στις 5 Μαΐου, μας αναφέρθηκε από τη γραμματεία της κ. Πανταζή ότι η τελευταία εξακολουθούσε να δεσμεύεται από την εντολή να μη παραχωρεί καμία άδεια εισαγωγής σουηδικών σπίρτων στην Ελλάδα" (παράρτημα 4β).
Σ' ένα έγγραφο της 11ης Ιουλίου 1989 της σουηδικής εταιρίας Swedish Match προς έναν υπάλληλο της Επιτροπής αναφέρονται τα ακόλουθα:
"'Ελαβα χθες ένα φαξ από τον ((πρώτο γραμματέα της Πρεσβείας της Σουηδίας στην Αθήνα)) Esbjoern Skoeld (...) Η Πρεσβεία της Σουηδίας πληροφορήθηκε από το Υπουργείο Εμπορίου, και συγκεκριμένα από την κ. Αγγελοπούλου, ότι τα παρακάτω προϊόντα υπόκεινται στη διαδικασία Δέλτα:
φυστίκια, αραχίδες, ρεβίθια (ψημένα), φουντούκια, σπόγγοι (φυσικοί), σπίρτα και χρυσός.
Η διαδικασία Δέλτα σημαίνει ότι η ελληνική διοίκηση προσπαθεί να αποκλείσει τις εισαγωγές των ανωτέρω προϊόντων και να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή" (παράρτημα 14).
(14) Βλ. παράρτημα 5 του δικογράφου της προσφυγής.
(15) Βλ. παράρτημα 1 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(16) Βλ., παραδείγματος χάρη, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-35/88, Συλλογή 1990, σ. Ι-3125, της 22ας Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 272/86, Συλλογή 1988, σ. 4875, καθώς και της 24ης Μαρτίου 1988 στην υπόθεση 240/86, Συλλογή 1988, σ. 1835, όλες εκδοθείσες επί διαφορών μεταξύ Επιτροπής και Ελληνικής Δημοκρατίας.
Full & Egal Universal Law Academy