Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Ο Moritz (στο εξής: αναιρεσείων) άσκησε στις 15 Φεβρουαρίου 1992 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 49 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα, στο εξής: Πρωτοδικείο) της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Moritz κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) (1).
Στις 12 Αυγούστου 1987, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 1986, με την οποία ένας υπάλληλος διορίστηκε σε θέση βαθμού Α 2, η οποία προσφυγή συνοδεύθηκε με αίτημα αποκατάστασεως της υλικής ζημίας και ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που υπέστη. Με διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1989, το Δικαστήριο διαβίβασε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο κήρυξε την προσφυγή ακυρώσεως απαράδεκτη, απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως και υποχρέωσε καθέναν από τους διαδίκους να φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Η αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος βάλλει μόνο κατά των δύο τελευταίων σημείων του διατακτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Δεν βάλλει επομένως κατά του σημείου του διατακτικού το οποίο κηρύσσει την προσφυγή ακυρώσεως απαράδεκτη.
Για περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τα πραγματικά περιστατικά και την εξέλιξη της διαδικασίας, παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
2. Στις παρούσες προτάσεις θα ακολουθήσω το διάγραμμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το οποίο ακολούθησε άλλωστε και ο αναιρεσείων στην αίτηση αναιρέσεώς του. Θα εξετάσω τον έναν κατόπιν του άλλου όλους τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων, καθόσον δεν επικαλύπτονται ή δεν επαναλάμβανονται.
Ως προς το υπηρεσιακό πταίσμα που φέρεται να προκύπτει από εσφαλμένη εκτίμηση ή κατάχρηση εξουσίας
3. Ο αναιρεσείων προέβαλε έξι λόγους αναιρέσεως ως προς αυτό το τμήμα της αποφάσεως. Κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν υποχρεούται να ασκήσει έλεγχο επί προδήλων πλημμελειών της διαδικασίας (βλ. το σημείο 4 κατωτέρω). Επιπλέον παρουσίασε εσφαλμένως την εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής (βλ. το σημείο 5 κατωτέρω), αρνήθηκε αδικαιολόγητα να ικανοποιήσει το αίτημα του αναιρεσείοντος περί προσκομίσεως ορισμένων εγγράφων (βλ. το σημείο 6 κατωτέρω) και δεν απάντησε σε ορισμένα από τα επιχειρήματά του σχετικά με το αν ο υποψήφιος που επελέγη, ήτοι ο Engel, διέθετε τα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων που αντιστοιχούν στην προς πλήρωση θέση (βλ. το σημείο 7 κατωτέρω). Τέλος, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να διαπιστώσει ότι η απόφαση περί διορισμού έπασχε πλημμέλειες οι οποίες οφείλονταν σε υπηρεσιακά πταίσματα. Πράγματι, η συμβουλευτική επιτροπή δεν επισήμανε ποτέ στην Επιτροπή ότι ο αναιρεσείων πληρούσε όλα τα κριτήρια διορισμού εκτός από ένα και δεν έλεγξε ποτέ αν και ο Engel πληρούσε τα κριτήρια αυτά (βλ. το σημείο 8 κατωτέρω). Επιπλέον, η ακρόαση του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα σε ημερομηνία μεταγενέστερη της αποφάσεως διορισμού.
4. Στο σημείο 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
"Το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι η επίδικη θέση ήταν θέση βαθμού Α 2 (διευθυντή). 'Οπως ορθώς υποστήριξε η καθής-εναγομένη, η ΑΔΑ διαθέτει, κατά τη σύγκριση των προσόντων των υποψηφίων για μια τέτοια θέση που συνεπάγεται μεγάλες ευθύνες και κατά την εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Ο έλεγχος του Πρωτοδικείου πρέπει επομένως να περιορίζεται στο ζήτημα αν, λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους που οδήγησαν τη διοίκηση στην εκτίμησή της, η διοίκηση κινήθηκε εντός λογικών ορίων, κατόπιν διαδικασίας χωρίς πλημμέλειες, και δεν έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προφανώς εσφαλμένο ή για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς για τους οποίους η εξουσία αυτή της είχε παραχωρηθεί."
Ο αναιρεσείων βάλλει κατά του τμήματος αυτού με το εξής επιχείρημα:
"Φρονώ αντιθέτως ότι η έκταση ελέγχου του Πρωτοδικείου δεν περιορίζεται σε σημείο που μόνο μια διαδικασία 'προδήλως εσφαλμένη' να μπορεί να δικαιολογήσει απόφαση υπέρ του προσφεύγοντος." (2)
Απλή σύγκριση των δύο αυτών αποσπασμάτων που παρέθεσα καθιστά εμφανές ότι ο αναιρεσείων συνοψίζει λίαν εσφαλμένως την άποψη του Πρωτοδικείου. Πράγματι, σε κανένα σημείο της σκέψεως 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ισχυρίστηκε ότι ασκούσε έλεγχο μόνο επί των προδήλως πλημμελών διαδικασιών. Περιορίστηκε τουναντίον να υπενθυμίσει την πάγια νομολογία του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων των δημοσίων αρχών στο πλαίσιο ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως (3).
5. 'Οσον αφορά τον δήθεν εσφαλμένο τρόπο με τον οποίο το Πρωτοδικείο απέδωσε την εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής, αναφέρομαι στις κρίσεις του Πρωτοδικείου στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
"'Οσον αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, όταν πρόκειται για την κάλυψη υψηλών θέσεων και η ΑΔΑ έχει αποφασίσει να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ που της αναγνωρίζει πολύ ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, το γεγονός ότι έγινε ακρόαση του γενικού διευθυντή Cioffi, ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής, χωρίς να είναι παρών ο προσφεύγων-ενάγων, δεν αποτελεί, υπό τις συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως, παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, ενώ μάλιστα, αφενός, από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 22ας Απριλίου 1986 της συμβουλευτικής επιτροπής προκύπτει ότι ο Cioffi περιορίστηκε να προσδιορίσει, βάσει της ανακοινώσεως κενής θέσεως, τα απαιτούμενα προσόντα για τον κατέχοντα τη θέση και, αφετέρου, ο προσφεύγων-ενάγων δεν προσκόμισε στοιχεία για να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι αυτός ο γενικός διευθυντής θα μπορούσε να εκφέρει ως προς αυτόν δυσμενείς κρίσεις ικανές να επηρεάσουν τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής."
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται εσφαλμένως στο απόσπασμα αυτό της αποφάσεως. Επομένως, κακώς το Πρωτοδικείο εκκίνησε από την ιδέα ότι η διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ είχε ήδη αρχίσει όταν η συμβουλευτική επιτροπή συνεδρίασε στις 22 Απριλίου 1986. Επιπλέον, κακώς δέχθηκε ότι ο γενικός διευθυντής Cioffi εξέφερε κρίσεις ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής μόνον όσον αφορά τα απαιτούμενα προσόντα για την άσκηση των καθηκόντων που αντιστοιχούν στην προς πλήρωση θέση. Στην πραγματικότητα, ο Cioffi εξέφερε αρνητική κρίση όσον αφορά τον Moritz. Eάν το Πρωτοδικείο είχε στηριχθεί σε ακριβή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, θα έπρεπε να αποφασίσει ότι, παραλείποντας να ακούσει τον Μοritz, η συμβουλευτική επιτροπή είχε προδήλως ενεργήσει κατά εσφαλμένο τρόπο.
Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν στηρίζονται σε κανένα πραγματικό στοιχείο. Πράγματι, από τη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο γνώριζε πολύ καλά ότι η συμβουλευτική επιτροπή συνεδρίασε στις 22 Απριλίου 1986 βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και όχι βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού (4). 'Οσον αφορά την επέμβαση του Cioffi, το Πρωτοδικείο βασίστηκε στα πρακτικά της εν λόγω συνεδριάσεως, στα οποία δεν βρήκε καμιά απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, και διαπίστωσε ότι δεν είχε προσκομιστεί καμιά άλλη απόδειξη σχετικά. Ο αναιρεσείων αναγνώρισε άλλωστε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι μπορεί απλώς να υποθέσει ότι ο Cioffi εξέφερε αρνητικές κρίσεις ως προς αυτόν (5).
6. Ο αναιρεσείων προσάπτει επιπλέον στο Πρωτοδικείο ότι δεν αποφάνθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς το αίτημά του να προσκομιστεί ο ατομικός φάκελος και οι αιτήσεις υποψηφιότητας του Engel.
Παρατηρείται συναφώς ότι το Πρωτοδικείο αποφασίζει κυριαρχικώς αν πρέπει ή όχι να διατάξει αποδεικτικά μέσα (6) και ότι οι διάδικοι δεν μορούν να προβάλλουν σχετικές αξιώσεις μπορούν απλώς να διατυπώσουν προτάσεις. Στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να εκτιμήσει αν έχει ανάγκη ή όχι προσθέτων διευκρινίσεων που θα μπορούσαν να παράσχουν τα αποδεικτικά μέσα που ζήτησαν οι διάδικοι και δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφαση που λαμβάνει συναφώς.
7. Ο αναιρεσείων προσάπτει στη συνέχεια στο Πρωτοδικείο ότι δεν απάντησε σε ορισμένα επιχειρήματα σχετικά με τις ικανότητες του Engel, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεών του.
Με την απόφαση Vidranyi κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το Πρωτοδικείο υποχρεούται να τηρεί τη "γενική αρχή που επιβάλλει σε κάθε δικαστήριο την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις του, εκθέτοντας κυρίως τους λόγους που το οδήγησαν να μη δεχθεί ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ρητά ενώπιόν του" (7). Το Δικαστήριο ωστόσο διέκρινε συναφώς μεταξύ "αυτοτελούς ισχυρισμού" και "συμπληρωματικού επιχειρήματος". Αφενός, το Πρωτοδικείο δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του να αιτιολογεί τις αποφάσεις του παρά μόνο εάν έχει απαντήσει σε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ενώπιόν του. Αφετέρου, δεν υποχρεούται να αναφέρει ρητώς όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι προς στήριξη των ισχυρισμών τους (8).
'Οσον αφορά την ικανότητα του Engel να ασκεί τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στην προς πλήρωση θέση, το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 32 και 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε τα εξής:
"'Οσον αφορά το προβαλλόμενο προφανές σφάλμα που διέπραξε η ΑΔΑ προβαίνοντας στον διορισμό του Engel, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η καθής-εναγομένη επισήμανε, χωρίς ο προσφεύγων-ενάγων να αντιλέξει στο σημείο αυτό, ότι ο Engel σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, ότι ανήκε στους ανώτερους υπαλλήλους διαφόρων καναδικών και ευρωπαϊκών τραπεζών και κατέχει τέσσερις κοινοτικές γλώσσες.
Εξάλλου, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας * ο προσφεύγων-ενάγων δεν προσκόμισε στο Πρωτοδικείο στοιχεία αρκετά για να το αποδείξει * ότι η καθής-εναγομένη, διορίζοντας τον Engel στη θέση που έπρεπε να πληρωθεί, διέπραξε προφανές σφάλμα εκτιμήσεως, υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της ή χρησιμοποίησε τις αρμοδιότητές της για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς για τους οποίους της παραχωρήθηκαν."
Υιοθετώντας τη φρασεολογία αυτή και κρίνοντας επιπλέον, όπως υπενθύμισα ανωτέρω, ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για τη σύγκριση των προσόντων των υποψηφίων (βλ. το σημείο 4 ανωτέρω), το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς τη σκέψη της αποφάσεώς του με την οποία έκρινε ότι η καθής δεν διέπραξε προφανές σφάλμα διορίζοντας τον Engel. To Πρωτοδικείο δεν υπεχρεούτο να μνημονεύσει ρητώς κάθε επιχείρημα του αναιρεσείοντος, που στηριζόταν σε τεκμήριο ανικανότητας του Engel να ασκήσει τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στην προς πλήρωση θέση. Μπορεί, πράγματι, να θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο παρέκαμψε ορισμένους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος διότι θεώρησε ότι δεν είχαν αποδειχθεί ή ότι δεν ασκούσαν επιρροή στην υπόθεση. Ως εκ τούτου δεν δέχθηκε:
* τον ισχυρισμό ότι ο Engel δεν είχε ενδεχομένως υποβληθεί σε εξετάσεις στο τέλος των σπουδών του στο Montreal (9),
* τον ισχυρισμό ότι πριν από τον διορισμό του ο Engel κατείχε θέσεις πολύ χαμηλού επιπέδου από πλευράς ιεραρχίας σε σχέση με τα διευθυντικά καθήκοντα που ασκεί εν προκειμένω (10),
* τον ισχυρισμό ότι ο Engel δεν είχε όλα τα προσόντα που απαιτούνταν βάσει της ανακοινώσεως της κενής θέσεως ή, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν είχε όσα ο αναιρεσείων (11).
8. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να κρίνει με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής έπασχε διπλή πλημμέλεια απορρέουσα από δύο υπηρεσιακά πταίσματα, ήτοι ότι η γνώμη αυτή δεν ανέφερε ότι ο αναιρεσείων πληρούσε όλα τα κριτήρια διορισμού πλην ενός και ότι δεν καθιστούσε εμφανές αν η επιτροπή είχε ελέγξει αν ο Engel πληρούσε τα κριτήρια αυτά. Εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να εξετάσει όλα τα επιχειρήματα που ο αναιρεσείων είχε προβάλει συναφώς.
Ο αναιρεσείων δεν επικαλείται την παραμικρή διάταξη που να επιβάλλει στη συμβουλευτική επιτροπή την υποχρέωση να αναφέρει στις γνώμες της τον ακριβή αριθμό των κριτηρίων διορισμού τα οποία πληροί ένας υποψήφιος ούτε να συγκρίνει τον αριθμό αυτό με τον αριθμό των κριτηρίων που πληροί άλλος υποψήφιος. Μια τόσο ακριβής σύγκριση δεν έχει, πράγματι, έννοια: τα διάφορα κριτήρια διορισμού σε συγκεκριμένη θέση δεν έχουν όλα την ίδια σημασία και η σχετική σημασία τους δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Η εξουσία εκτιμήσεως της ΑΔΑ έγκειται συγκεκριμένα στην αξιολόγηση της σχετικής σημασίας των μεν σε σχέση με τα δε. Ούτε υπάρχει διάταξη που να επιβάλλει στη συμβουλευτική επιτροπή να επισημαίνει ρητά στις γνώμες της ότι έχει ελέγξει αν ένας υποψήφιος πληροί όλα τα κριτήρια διορισμού. Η έλλειψη μνείας του ότι πραγματοποιήθηκε ο εν λόγω έλεγχος δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την απουσία ελέγχου.
Επομένως, όσον αφορά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου αιτολόγηση της απορρίψεως των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι τα απέρριψε ως αβάσιμα με τις σκέψεις 29 και 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα οποία ανέφερα ανωτέρω (αντιστοίχως στα σημεία 4 και 7 ανωτέρω).
9. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, τέλος, χωρίς να αντικρούεται από την αναιρεσίβλητη, ότι ακούστηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της αποφάσεως διορισμού. Κατά τον αναιρεσείοντα, η ακρόαση αυτή έπρεπε να έχει προηγηθεί κάθε αποφάσεως διορισμού, κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που ο ατομικός φάκελος ενός από τους ενδιαφερομένους είναι ελλιπής λόγω του ότι λείπουν μια ή περισσότερες εκθέσεις βαθμολογίας.
Με την απόφαση Kuhner κατά Επιτροπής το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη "της γενικής αρχής της χρηστής διοικήσεως, βάσει της οποίας η διοικητική αρχή που υποχρεώθηκε να λάβει, ακόμη και νομίμως, μέτρα που βλάπτουν σοβαρά τους ενδιαφερομένους πρέπει να τους επιτρέπει * εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος * να καθιστούν γνωστή την άποψή τους" (12). 'Οσον αφορά το θέμα σε ποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις ο υπάλληλος έχει δικαίωμα ακροάσεως (13), αυτές ορίζονται στον ΚΥΚ (βλ. για παράδειγμα το άρθρο 87 του ΚΥΚ και το παράρτημά του ΙΧ, σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία (14)) ή, ελλείψει ρητών διατάξεων, διευκρινίζονται από το Δικαστήριο (βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις Alimini κατά Επιτροπής (15) και Oslizlok κατά Επιτροπής (16), τις οποίες εξέδωσε το Δικαστήριο σε υποθέσεις που αφορούσαν απομάκρυνση από τη θέση χωρίς εκ νέου τοποθέτηση του υπαλλήλου σε άλλη θέση).
Ο ΚΥΚ δεν παρέχει στον υπάλληλο το δικαίωμα να ακουστεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προαγωγής. Το άρθρο 45 του ΚΥΚ προβλέπει "συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς", αλλά δεν επιβάλλει την υποχρέωση της ΑΔΑ να ακούσει τους ενδιαφερομένους.
Ούτε το Δικαστήριο έκρινε ποτέ ότι ο υπάλληλος έχει δικαίωμα ακροάσεως κατά τη διάρκεια διαδικασίας προαγωγής. Με την προαναφεθείσα απόφαση Kuhner κατά Επιτροπής, στην οποία επρόκειτο για απόφαση επανατοποθετήσεως υπαλλήλου σε θέση του ιδίου επιπέδου, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
"Η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία διατηρεί για τον προσφεύγοντα όλα τα πλεονεκτήματα του βαθμού του και του είδους της θέσεώς του, δεν είναι τέτοια φύσεως ώστε να καθιστά αναγκαία την τήρηση άλλων τύπων από αυτούς που προβλέπει το άρθρο 90 του ΚΥΚ (...) στους οποίους προστίθεται, εάν υπάρχει ανάγκη, ο έλεγχος του Δικαστηρίου."
Νομίζω ότι η αιτιολογία αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν πρόκειται για απόφαση περί μη προαγωγής. Στην περίπτωση της αποφάσεως αυτής, πράγματι, ο υπάλληλος ο οποίος δεν προήχθη διατηρεί όχι μόνο τα πλεονεκτήματα της θέσεώς του αλλά και την ίδια τη θέση.
10. Για τον λόγο αυτό καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως που επικαλείται ο αναιρεσείων κατ' αυτού του τμήματος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι βάσιμος.
Ως προς το υπηρεσιακό πταίσμα που απορρέει από την παράβαση των άρθρων 27 και 28 του ΚΥΚ
11. Ο αναιρεσείων επικαλείται δύο λόγους κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που έκρινε ότι ο διορισμός του Engel δεν αποτελεί παράβαση των άρθρων 27 και 28 του ΚΥΚ. Ισχυρίζεται, πρώτον, ότι υφίσταται όντως παράβαση των άρθρων αυτών (βλ. το σημείο 12 κατωτέρω) και διατείνεται στη συνέχεια ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό (βλ. το σημείο 13 κατωτέρω).
12. Στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, χωρίς αντίκρουση ως προς το σημείο αυτό από τους διαδίκους, ότι ο Engel, "γερμανικής καταγωγής αλλά πολιτογραφημένος Καναδός, ανέκτησε τη γερμανική ιθαγένεια προτού αναλάβει τα καθήκοντά του, όπως είχε απαιτήσει η Επιτροπή".
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η κατάσταση αυτή δεν συνάδει προς τα άρθρα 27 και 28 του ΚΥΚ ούτε προς το άρθρο 1, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ. Το άρθρο 27 του ΚΥΚ ορίζει συγκεκριμένα τα εξής:
"Η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων (...)."
Η αρχή αυτή αναπτύσσεται συγκεκριμένα στο άρθρο 28, το οποίο ορίζει τα εξής:
"Κανείς δεν δύναται να διορισθεί υπάλληλος:
α) αν δεν είναι υπήκοος ενός από τα κράτη μέλη των Κοινοτήτων, εκτός αν επιτρέψει παρέκκλιση η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και αν δεν απολαύει των πολιτικών του δικαιωμάτων (...)" (η υπογράμμιση δική μου).
Ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί ότι η τελευταία αυτή διάταξη καθιστά δυνατόν για την ΑΔΑ να παρεκκλίνει από την αρχή κατά την οποία μόνον οι υπήκοοι των κρατών μελών μπορούν να προσληφθούν. Επομένως η υποτιθέμενη παράβαση δεν έγκειται στο σημείο αυτό. Ο αναιρεσείων φρονεί ωστόσο ότι η παρέκκλιση αυτή πρέπει να αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού ο οποίος οργανώνεται σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙΙ "Διαδικασία διαγωνισμών", στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 29, παράγραφος 1, ορίζει πράγματι τα εξής:
"Η προκήρυξη διαγωνισμού (...) πρέπει να καθορίζει:
(...)
θ) κατά περίπτωση, τις παρεκκλίσεις που έχουν επιτραπεί δυνάμει του άρθρου 28, στοιχείο α', του ΚΥΚ."
Ο Engel ωστόσο προσλήφθηκε βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Το κείμενο της παραγράφου αυτής του άρθρου 29 ορίζει τα εξής:
"Για την πρόσληψη των υπαλλήλων των βαθμών Α 1 και Α 2, καθώς και σε εξαιρετικές περιπτώσεις για θέσεις που απαιτούν ειδικά προσόντα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να υιοθετήσει διαδικασία προσλήψεως διάφορη από τη διαδικασία διαγωνισμών" (η υπογράμμιση δική μου).
Εφόσον η ΑΔΑ μπορούσε να παρεκκλίνει εν προκειμένω από τη διαδικασία διαγωνισμών, δεν υπεχρεούτο να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις ενός παραρτήματος του ΚΥΚ το οποίο, όπως προκύπτει σαφέστατα από τον τίτλο του, αφορά αποκλειστικά τη διαδικασία τέτοιων διαγωνισμών (17).
13. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ακόμη ότι το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς το σημείο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο αποφαίνεται ότι δεν υφίσταται παράβαση των άρθρων 27 και 28 του ΚΥΚ. Το σημείο αυτό είναι πράγματι υπερβολικά σύντομο και, επιπλέον, δεν αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙΙ του ΚΥΚ το οποίο μνημόνευσα ανωτέρω.
Αφού συνόψισε την άποψη των διαδίκων, το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
"Πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο Engel, γερμανικής καταγωγής αλλά πολιτογραφημένος Καναδός, ανέκτησε τη γερμανική ιθαγένεια προτού αναλάβει τα καθήκοντά του, όπως είχε απαιτήσει η Επιτροπή. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο διορισμός του Engel δεν αποτελεί παράβαση των άρθρων 27 και 28 του ΚΥΚ."
Αληθεύει ότι η κρίση αυτή είναι συνοπτική και δεν μνημονεύει το παράρτημα ΙΙΙ του ΚΥΚ. Τουναντίον, αληθεύει επίσης ότι ο αναιρεσείων δεν διατύπωσε σαφώς το επιχείρημά του στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Για τον λόγο αυτό, για παράδειγμα, δεν αποδείχθηκε τότε σύνδεσμος μεταξύ του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ * το οποίο ανέφερε μόνο με το υπόμνημα απαντήσεως που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο * και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Ωστόσο, το παράρτημα ΙΙΙ εκδόθηκε βάσει του άρθρου 29 του ΚΥΚ και όχι δυνάμει των άρθρων 27 και 28. Υπό τις συνθήκες αυτές, αντιλαμβάνομαι γιατί το Πρωτοδικείο δεν ανέφερε το παράρτημα ΙΙΙ και περιορίστηκε, στο σκεπτικό του, να εξετάσει αν υφίσταται ή όχι παράβαση των άρθρων 27 και 28.
14. Κατά συνέπεια, καταλήγω στο ότι αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ως προς το υπηρεσιακό πταίσμα που απορρέει από την παράβαση του καθήκοντος αρωγής και έντιμης συμπεριφοράς
15. Το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρημάτων που προέβαλε ο αναιρεσείων υπό τον τίτλο αυτό είναι απλές επαναλήψεις ισχυρισμών που διατυπώθηκαν ήδη προηγουμένως. Υποστηρίζει εκ νέου ότι δεν έγινε αντικειμενική σύγκριση των προσόντων των διαφόρων υποψηφίων, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ότι ο αναιρεσείων ακούστηκε μόνο μετά την απόφαση διορισμού, ότι είχε ωστόσο περισσότερα προσόντα για την προς πλήρωση θέση κ.λπ. Εξέτασα ήδη τα επιχειρήματα αυτά ανωτέρω.
16. Επικουρικώς, ο αναιρεσείων προσθέτει ακόμη τα εξής:
"Ακόμη και αν το Δικαστήριο θεωρούσε ότι το σύνολο των λόγων αναιρέσεως του κεφαλαίου ΙΙ δεν αρκεί για να καταδείξει την ύπαρξη υπηρεσιακού πταίσματος, ο μεγάλος αριθμός των 'ιδιαιτεροτήτων' οι οποίες θα έπρεπε τουλάχιστον να επισημανθούν θα αρκούσε για να διαπιστώσει το Δικαστήριο παράβαση του καθήκοντος αρωγής" (σημείο 46 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Το καθήκον αρωγής και η αρχή της χρηστής διοικήσεως υποχρεώνουν κάθε διοικητικό όργανο που λαμβάνει αποφάσεις όσον αφορά την κατάσταση ενός υπαλλήλου να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που μπορούν να προσδιορίσουν την απόφασή του και, επομένως, όχι μόνο το συμφέρον της υπηρεσίας αλλά και το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου (18). Εντούτοις, για την πλήρωση οποιασδήποτε θέσεως, πρέπει να στηρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, καταρχήν στο συμφέρον της υπηρεσίας (19). Eπιπλέον, κατά το Δικαστήριο, το καθήκον αρωγής δεν μπορεί να εμποδίσει την αρμόδια αρχή να λαμβάνει τα μέτρα που κρίνει αναγκαία για το συμφέρον της υπηρεσίας (20).
Εν πάση περιπτώσει, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, από την ύπαρξη "ιδιαιτεροτήτων" κατά την εξέλιξη διοικητικής διαδικασίας ουδόλως μπορεί να συναχθεί παράβαση του καθήκοντος αρωγής. Τουναντίον, η παράβαση αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να συναχθεί από τη διαπίστωση ότι μια διοικητική αρχή δεν έλαβε υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία όταν εξέδωσε την απόφασή της και/ή δεν έλαβε υπόψη το συμφέρον του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Τίποτε όμως δεν επιτρέπει να συναχθεί από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο ότι, κατά τον διορισμό του Engel, η Επιτροπή παρέβη κατά τον τρόπο αυτό το καθήκον αρωγής έναντι του αναιρεσείοντος.
17. Για τούτο θεωρώ ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ως προς το υπηρεσιακό πταίσμα που απορρέει από την καθυστέρηση της ΑΔΑ να συντάξει την έκθεση βαθμολογίας του αναιρεσείοντος
18. Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, υπό τον τίτλο "Ως προς το υπηρεσιακό πταίσμα που απορρέει από την καθυστέρηση της ΑΔΑ να συντάξει βαθμολογία", εκτίθενται τα εξής:
"41. Ως προς το ζήτημα αυτό, και χωρίς μάλιστα να υπάρχει ανάγκη να εξεταστεί η ύπαρξη και η σημασία της καθυστερήσεως για την οποία παραπονείται ο προσφεύγων-ενάγων ούτε η ευθύνη για την καθυστέρηση αυτή, αρκεί για το Πρωτοδικείο να παρατηρηθεί ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ούτε δε ο προσφεύγων-ενάγων απέδειξε ότι θα είχε μεγαλύτερες πιθανότητες να διοριστεί στη θέση του διευθυντή επενδύσεων και δανείων αν κατά τη διαδικασία πληρώσεως της θέσεως αυτής ο ατομικός του φάκελος περιείχε την έκθεση βαθμολογίας για την περίοδο 1983-1985, στην οριστική της μορφή (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Φεβρουαρίου 1988, 1/87, Picciolo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 711, και της 4ης Φεβρουαρίου 1989, 346/87, Bossi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 303). Από την εξέταση αυτής της τελικής εκθέσεως βαθμολογίας, όπως αυτή διαβιβάστηκε στο Πρωτοδικείο, προκύπτει ότι περιλαμβάνει μόνο ελάσσονες τροποποιήσεις σε σχέση με το αρχικό στάδιο εκθέσεως που υποβλήθηκε στον προσφεύγοντα-ενάγοντα και ότι αυτές οι τροποποιήσεις, που δεν θίγουν καθόλου τη γενική οικονομία της εκθέσεως βαθμολογίας, δεν μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στις πιθανότητες του προσφεύγοντος-ενάγοντος να προαχθεί στην εν λόγω θέση.
42. Απ' όλα τα προηγούμενα προκύπτει ότι καμία από τις αιτιάσεις που προέβαλε ο προσφεύγων-ενάγων για να αποδείξει την ύπαρξη υπηρεσιακού πταίσματος της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή (...)."
Καίτοι ο αναιρεσείων δεν προβάλλει κανέναν ειδικό λόγο κατά της σκέψεως 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από το σύνολο του κειμένου της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ωστόσο σαφώς ότι προσάπτει στο Πρωτοδικείο το ότι δεν θεώρησε ότι η καθυστέρηση της ΑΔΑ να συντάξει την έκθεση βαθμολογίας του για την περίοδο 1983-1985 συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα (21). Συμφωνώ με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ως προς το σημείο αυτό το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο.
19. Το Πρωτοδικείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως βαθμολογίας του αναιρεσείοντος συγκεκριμένα δεν συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα διότι δεν αποδείχθηκε ότι το στοιχείο αυτό επηρέασε τις πιθανότητες προαγωγής του υποψηφίου. Με άλλα λόγια, η απόφαση αποκλείει την ύπαρξη υπηρεσιακού πταίσματος επειδή δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματος και της επικαλουμένης ζημίας.
Τούτο προφανώς δεν ευσταθεί. Το γεγονός ότι η αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας προϋποθέτει την ύπαρξη πταίσματος, ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των δύο (22) δεν σημαίνει ότι το υποστατό ή το ανυπόστατο ενός από τα τρία αυτά στοιχεία μπορεί να συναχθεί από το υποστατό ή το ανυπόστατο ενός από τα δύο άλλα. Επομένως, το ζήτημα αν η καθυστέρηση στη σύνταξη εκθέσεως βαθμολογίας άσκησε ή όχι αποφασιστική επιρροή επί του μη διορισμού ενός υπαλλήλου πρέπει να παραμείνει εντελώς ανεξάρτητο του ζητήματος αν η καθυστέρηση αυτή συνιστά αφεαυτής υπηρεσιακό πταίσμα, όπως επιβεβαιώνεται άλλωστε με τις αποφάσεις Picciolo και Bossi στις οποίες αναφέρεται το Πρωτοδικείο.
Νομιμοποιείται βεβαίως το Πρωτοδικείο να εξετάσει καταρχάς, όπως αποφάσισε να το πράξει με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, Τ-63/89, Latham κατά Επιτροπής (23), αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του προβαλλομένου υπηρεσιακού πταίσματος και της ζημίας την οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπέστη και, εφόσον δεν προσκομίστηκε η απόδειξη του αιτιώδους αυτού συνδέσμου, να θεωρήσει ότι δεν ήταν ανάγκη να εξετάσει ενδεχόμενο υπηρεσιακό πταίσμα (το οποίο συνίστατο επίσης, στην υπόθεση Latham, στην έλλειψη εκθέσεως βαθμολογίας κατά τη στιγμή της λήψεως αποφάσεως διορισμού). Εν προκειμένω, ωστόσο, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πάσχει ελάττωμα αιτιολογίας, το οποίο, όπως ανέφερα, συνίσταται στο γεγονός ότι, από την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αρμόδια αρχή δεν είχε διαπράξει κανένα υπηρεσιακό πταίσμα.
Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι η πλημμέλεια αυτή είναι καθαρώς τυπική και ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε πράγματι την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος διότι δεν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος. Δεν νομίζω ότι η αντίρρηση αυτή μπορεί να γίνει δεκτή. Η διαπίστωση τόσο ενός υπηρεσιακού πταίσματος όσο και ενός αιτιώδους συνδέσμου προϋποθέτει εκτίμηση πραγματικών περιστατικών την οποία δεν μπορεί να προβεί το ίδιο το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως (24). Τούτο σημαίνει, κατά την άποψή μου, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να συναγάγει σήμερα από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία το Πρωτοδικείο (κακώς) είχε καταληξει στό συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε υπηρεσιακό πταίσμα, το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος. Πράγματι, και αυτό ακόμη θα συνιστούσε ήδη (επαν)εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που γίνεται αυτή τη φορά υπό το φως διαφορετικής αρχής από αυτή στην οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο μπορεί απλώς να διαπιστώσει πλημμελή αιτιολογία.
20. Επομένως, καταλήγω στο ότι η σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως βαθμολογίας του αναιρεσείοντος για την περίοδο 1983-1985 δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στις πιθανότητες του αναιρεσείοντος να προαχθεί στην επίμαχη θέση και κατά συνέπεια η καθυστέρηση αυτή δεν συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα της Επιτροπής πρέπει να αναιρεθεί.
Ως προς τα αιτήματα με τα οποία ζητείται αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που διατείνεται ότι υπέστη ο αναιρεσείων
21. Με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι "καμία από τις αιτιάσεις που προέβαλε ο προσφεύγων-ενάγων για να αποδείξει την ύπαρξη υπηρεσιακού πταίσματος της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή" και κατέληξε στο ότι τα αιτήματα της προσφυγής-αγωγής που αφορούν την αποζημίωση για υλική ζημία πρέπει να απορριφθούν. 'Οπως επισήμανα ανωτέρω, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε πλημμελώς τη διαπίστωση ότι η καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως βαθμολογίας του αναιρεσείοντος για την περίοδο 1983-1985 δεν συνιστούσε υπηρεσιακό πταίσμα. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ως προς το σημείο αυτό η απόρριψη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση των αιτημάτων του αναιρεσείοντος περί αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας πρέπει επίσης να εξαφανισθεί ως ανεπαρκώς αιτιοληγημένη.
22. Εκτός από την αποκατάσταση της υλικής ζημίας την οποία υπέστη λόγω του διορισμού του Engel, ο αναιρεσείων ζήτησε από το Πρωτοδικείο να αναγνωρίσει και το δικαίωμά του για ικανοποίηση ηθικής βλάβης διότι, κατά τη διαδικασία η οποία κατέληξε στον διορισμό αυτό, η Επιτροπή έλαβε απόφαση όσον αφορά τη σταδιοδρομία του χωρίς να διαθέτει τις κρίσιμες εκθέσεις βαθμολογίας. Αφού υπενθύμισε την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και τη δική του, το Πρωτοδικείο εξέτασε χωριστά το εν λόγω αίτημα περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης με τις σκέψεις 43 έως και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Κατά παγία νομολογία η περιοδική έκθεση βαθμολογίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΚΥΚ, πρέπει να συντάσσεται τουλάχιστον ανά διετία για κάθε υπάλληλο, συνιστά απαραίτητο στοιχείο εκτιμήσεως κάθε φορά που η σταδιοδρομία του υπαλλήλου λαμβάνεται υπόψη από την ιεραρχικώς προϊσταμένη αρχή (25). Για τη σύνταξη της εκθέσεως αυτής, η διοίκηση διαθέτει μια εύλογη προθεσμία και κάθε υπέρβαση της προθεσμίας αυτής πρέπει να δικαιολογείται από την ύπαρξη ιδιαιτέρων περιστάσεων (26). Εν τούτοις, ο υπάλληλος στερείται κάθε δικαιώματος προς ικανοποίηση της προβαλλομένης ηθικής βλάβης εάν συνετέλεσε ουσιωδώς και ο ίδιος στην καθυστέρηση για την οποία διαμαρτύρεται (27).
Βάσει του τελευταίου αυτού κανόνα το Πρωτοδικείο απέρριψε στη συνέχεια το αίτημα περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης. Αναφέρεται προς τούτο στην απόφαση της ιδίας ημέρας Moritz κατά Επιτροπής (28):
"48. Με την προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε την ίδια ημέρα διακρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εξέλιξη της διαδικασίας βαθμολογίας για την περίοδο 1983-1985 οφειλόταν όχι μόνο στην καθυστερημένη ημερομηνία * 31 Ιουλίου 1986 * στην οποία ο άμεσος προϊστάμενος του προσφεύγοντος-ενάγοντος του πρότεινε να επαναληφθεί, για την περίοδο 1983-1985, η έκθεση βαθμολογίας που αφορούσε την περίοδο 1981-1983, αλλά και στην αμέλεια που επέδειξε ο προσφεύγων-ενάγων, ο οποίος περίμενε μέχρι τις 26 Νοεμβρίου 1986 για να απαντήσει στην πρόταση αυτή. Ο προσφεύγων-ενάγων συνέβαλε επομένως σημαντικά στην καθυστέρηση για την οποία παραπονείται (...).
51. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα με τα οποία ζητείται η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης."
23. Ο αναιρεσείων αντιτείνει, ορθώς κατά την άποψή μου (29), ότι το τμήμα αυτό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι πλημμελώς αιτιολογημένο. Πράγματι, κακώς το Πρωτοδικείο εφάρμοσε και στις δύο αποφάσεις, οι οποίες, λόγω του αντικειμένου τους, αφορούν δύο διαφορετικές υποθέσεις, κατά όμοιο τρόπο τον κανόνα ότι ένας υπάλληλος ο οποίος συνέβαλε ουσιωδώς και ο ίδιος στην καθυστέρηση κατά την κατάρτιση της εκθέσεως βαθμολογίας του για την οποία διαμαρτύρεται δεν έχει δικαίωμα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη.
Στην υπόθεση Τ-29/89, ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι είχε δικαίωμα ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης διότι η οριστική έκθεση βαθμολογίας για την περίοδο 1983-1985 του κοινοποήθηκε μόλις στις 7 Απριλίου 1987. Η καθυστέρηση για την οποία διαμαρτυρήθηκε αφορούσε επομένως την περίοδο από τις 30 Νοεμβρίου 1985 έως τις 7 Απριλίου 1987, δεδομένου ότι η 30ή Νοεμβρίου 1985 ήταν η ημερομηνία κατά την οποία, συμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 43 του ΚΥΚ, θα έπρεπε να καταρτισθεί η έκθεση βαθμολογίας. Ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων ήταν ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για την καθυστέρηση αυτή διότι απάντησε μόλις στις 26 Νοεμβρίου 1986 σε πρόταση που του είχε γίνει ήδη από τις 31 Ιουλίου 1986.
Toύτο δεν ισχύει στην υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα. Ο αναιρεσείων ζητεί αποζημίωση διότι η έκθεση βαθμολογίας του δεν ήταν έτοιμη κατά τον χρόνο της διαδικασίας η οποία κατέληξε στον διορισμό του Engel. Δεδομένου ότι ο Engel διορίστηκε στις 2 Ιουλίου 1986, η καθυστέρηση για την οποία διαμαρτύρεται ο αναιρεσείων αφορά την περίοδο από τις 30 Νοεμβρίου 1985 έως τις 2 Ιουλίου 1986 το αργότερο. Ο αναιρεσείων ουδόλως ευθύνεται για την καθυστέρηση αυτή εφόσον μόλις στις 31 Ιουλίου 1986 του έγινε πρόταση σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας του για την περίοδο 1983-1985.
24. Καταλήγω επομένως στο ότι και η απόρριψη, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης είναι πλημμελώς αιτιολογημένη και πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
Ως προς την περαιτέρω εξέταση της υποθέσεως
25. Από τα στοιχεία που εξέθεσα προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί διότι η αιτιολογία της είναι πλημμελής ως προς δύο σημεία: αφενός, διότι το συμπέρασμα κατά το οποίο η καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως βαθμολογίας του αναιρεσείοντος για την περίοδο 1983-1985 δεν συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας στηρίζεται σε σκέψεις που αφορούν αποκλειστικά την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου (βλ. τα σημεία 19 και 21 ανωτέρω) αφετέρου, διότι το Πρωτοδικείο απορρίπτει με την απόφαση αυτή το αίτημα του αναιρεσείοντος περί ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης λόγω της καθυστερήσεως στη σύνταξη της εκθέσεως βαθμολογίας του, στηριζόμενο σε λόγους άσχετους προς την επίμαχη στην υπόθεση αυτή περίοδο (βλ. το σημείο 23 ανωτέρω).
Τα δύο αυτά σημεία καθιστούν αναγκαία νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία δεν μπορεί να προβεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως η οποία πρέπει να περιορίζεται σε νομικά ζητήματα (30). Πράγματι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιλύσει το ζήτημα αν η καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως βαθμολογίας του αναιρεσείοντος για την περίοδο 1983-1985 συνιστά ή όχι υπηρεσιακό πταίσμα της Επιτροπής. Η απόφαση αυτή περιλαμβάνει, πράγματι, κατ' ανάγκη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών: καίτοι αληθεύει ότι πολλές φορές κατά το παρελθόν τόσο το Πρωτοδικείο όσο και το Δικαστήριο χαρακτήρισαν την καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως βαθμολογίας ως "υπηρεσιακό πταίσμα" (31), "πταίσμα" (32) ή έκριναν ότι "δεν συμβιβαζόταν προς τις αρχές της χρηστής διοικήσεως" (33), ωστόσο τόσο το Πρωτοδικείο όσο και το Δικαστήριο στηρίχθηκαν πάντοτε συναφώς στις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υποθέσεως. 'Οπως ανέφερα επίσης ανωτέρω (στο σημείο 19), το Δικαστήριο δεν μπορεί ούτε να διαπιστώσει το ίδιο την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου, διότι τούτο θα συνεπήγετο νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο για να διαπιστώσει την έλλειψη υπηρεσιακού πταίσματος. Τέλος, αφού επιλυθεί το σχετικό με ενδεχόμενο υπηρεσιακό πταίσμα ζήτημα και/ή το ζήτημα της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου, πρέπει ακόμη να καθοριστεί αν και κατά πόσον ο αναιρεσείων υπέστη ηθική βλάβη.
26. Καταλήγω επομένως στο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 54 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, η παρούσα υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο για να αποφανθεί σχετικά.
Επί των δικαστικών εξόδων
27. Ο αναιρεσείων εκτιμά ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου κατά την οποία κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα "είναι ανίσχυρη" (34). Αποφαινόμενο κατά τον τρόπο αυτό το Πρωτοδικείο δεν έλαβε, πράγματι, υπόψη τις προϋποθέσεις του άρθρου 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο οποίος κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της αποφάσεως ίσχυε τηρουμένων των αναλογιών και για τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου (35). Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
"Το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμη και τον νικήσαντα διάδικο στην καταβολή των εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί ο αντίδικός του, αν κρίνει ότι τα εξοδά αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως" (η υπογράμμιση είναι δική μου).
Εφόσον κατέληξα ανωτέρω στο συμπέρασμα ότι στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να επανεξετάσει ως προς δύο σημεία αν η Επιτροπή δικαιούταν να ενεργήσει όπως ενήργησε και ότι, ήδη μόνο για τον λόγο αυτό, η απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο επί των δικαστικών εξόδων πρέπει να αναιρεθεί, δεν είναι ανάγκη να εξετάσω το επιχείρημα αυτό.
28. Σύμφωνα με το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων "όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη ή όταν γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά". Εφόσον, κατά την άποψή μου, δεν συντρέχει εν προκειμένω καμιά από τις δύο περιπτώσεις προτείνω στο Δικαστήριο να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Συμπέρασμα
29. Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που εξέθεσα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
"1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Τ-20/89, Moritz κατά Επιτροπής, λόγω πλημμελούς αιτιολογίας καθόσον, με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο:
* κρίνει ότι η καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως βαθμολογίας του Moritz για την περίοδο 1983-1985 δεν συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα της Επιτροπής,
* απορρίπτει τους λόγους που επικαλέστηκε ενώπιόν του ο Moritz προκειμένου να επιτύχει την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της αποφάσεως της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 1986, με την οποία διορίστηκε ένας υπάλληλος σε θέση βαθμού Α 2,
* καταδικάζει κάθε διάδικο στα δικαστικά του έξοδα.
2) Η υπόθεση αναπέμπεται στο Πρωτοδικείο, το οποίο θα κρίνει επί του αιτήματος του Moritz περί αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας και ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη λόγω της αποφάσεως της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 1986, περί διορισμού υπαλλήλου σε θέση βαθμού Α 2, και το οποίο θα κρίνει επίσης επί των δικαστικών εξόδων.
3) Επιφυλάσσεται να αποφανθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) * Υπόθεση Τ-20/89, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-769.
(2) * Βλ. το σημείο 7 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(3) * Βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1981, 280/80, Βakke-D' Aloya κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1981, σ. 2887, σκέψη 10), της 24ης Μαρτίου 1983, 298/81, Colussi κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 1131, σκέψη 20), της 21ης Απριλίου 1983, 282/81, Ragusa κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1245, σκέψη 9), της 14ης Ιουλίου 1983, 9/82, Ohrgaard και Delvaux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2379, σκέψη 14), της 23ης Οκτωβρίου 1986, 26/85, Vaysse κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 3131, σκέψη 26), της 4ης Φεβρουαρίου 1987, 324/85, Βοuteiller κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 529, σκέψη 6), της 5ης Φεβρουρίου 1987, 306/85, Huybrechts κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 629, σκέψη 9), της 25ης Φεβρουαρίου 1987, 52/86, Banner κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1987, σ.979, σκέψη 9), της 16ης Δεκεμβρίου 1987, 111/86, Delauche κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5345, σκέψη 18), της 11ης Δεκεμβρίου 1991, Τ-169/89 Frederiksen κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-1403, σκέψη 69), της 17ης Ιανουαρίου 1992, C-107/90 P, Hochbaum κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-157, σκέψη 8), και της 30ής Ιανουαρίου 1992, Τ-25/90, Schoenherr κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-63, σκέψη 20).
(4) * Πράγματι στη σκέψη 30 της αποφάσεως το Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, η συμβουλευτική επιτροπή (...) εξέτασε τις αιτήσεις υποψηφιότητας και στους ατομικούς φακέλους των υποψηφίων (η υπογράμμιση είναι δική μου).
(5) * Βλ. το σημείο 16 της αιτήσεως αναιρέσεως, από το οποίο προκύπτει ταυτόχρονα ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται ο αναιρεσείων (στο σημείο 15 της αιτήσεως αναιρέσεως), ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 31 της αποφάσεως ότι ο προσφεύγων-ενάγων δεν προσκόμισε στοιχεία για να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι αυτός ο γενικός διευθυντής θα μπορούσε να εκφέρει ως προς αυτόν δυσμενείς κρίσεις ικανές να επηρεάσουν τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής .
(6) * Βλ. τα άρθρα 21 επ. του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 46 του ιδίου οργανισμού, εφαρμόζονται και στο Πρωτοδικείο. Βλ. και τα άρθρα 66 επ. του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 2ας Μαΐου 1991 (ΕΕ 1991, L 136, σ. 13 επ.).
(7) * Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1991, C-283/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4339, σκέψη 29).
(8) * Απόφαση Vidranyi κατά Επιτροπής, σκέψη 31.
(9) * Βλ. το σημείο 21 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(10) * Βλ. το σημείο 22 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(11) * Βλ. τα σημεία 27 και 28 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(12) * Απόφαση της 28ης Μαΐου 1980, 33/79 και 75/79 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 221, σκέψη 25).
(13) * Αντιθέτως προς την άποψη του αναιρεσείοντος (βλ. το σημείο 3 του υπομνήματος απαντήσεως), ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως δεν απαιτεί κατ' ανάγκη προφορική ακρόαση. Τούτο προκύπτει από τις παρατεθείσες αποφάσεις στις επόμενες τρεις υποσημειώσεις. Τουναντίον, πρέπει να καταστεί δυνατόν για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο να υποστηρίξει αποτελεσματικά τα συμφέροντά του προτού ληφθεί απόφαση και πρέπει επιπλέον να του χορηγηθεί επαρκής προθεσμία για να προετοιμάσει την άμυνά του.
(14) * Βλ. τις αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 1985, 228/83, F. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 275, σκέψη 23), και της 19ης Απριλίου 1988, 319/85, Misset κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1861).
(15) * Απόφαση της 30ής Ιουνίου 1971, 19/70 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 881, σκέψη 11).
(16) * Απόφαση της 11ης Μαΐου 1978, 34/77 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 349, σκέψη 30).
(17) * Ο αναιρεσείων αμφισβητεί ότι η ΑΔΑ δεν δεσμεύεται από τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙΙ όταν οργανώνει διαδικασία βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 2, και ισχυρίζεται συναφώς ότι σε μια δημοκρατική κοινότητα το κράτος αντλεί την εξουσία του από τον λαό, ο λαός δε αυτός είναι αναμφισβήτητα ο λαός του κράτους, και όχι οι αλλοδαποί κάτοικοι που ενδέχεται να βρίσκονται στο έδαφός του (βλ. το σημείο 14 της αιτήσεως αναιρέσεως). Το επιχείρημα αυτό δεν είναι ουδόλως πειστικό.
(18) * Αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1980, Kuhner κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα, σκέψη 22), της 9ης Δεκεμβρίου 1982, 191/81, Plug κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 4229, σκέψη 21), της 23ης Οκτωβρίου 1986, 321/85, Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1986, σ. 3199, σκέψη 18), της 4ης Φεβρουαρίου 1987, 417/85, Maurissen κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1987, σ. 551, σκέψη 12), της 20ής Ιουνίου 1990, Τ-133/89, Burban κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-245, σημείο 2 της περιλήψεως), της 31ης Μαρτίου 1992, C-255/90 Ρ, Burban κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-2253, σκέψη 7), διάταξη της 7ης Ιουνίου 1991, Τ-14/91, Weyrich κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-235, σημείο 8 της περιλήψεως), και απόφαση της 1ης Απριλίου 1992, Τ-26/91, Κupka-Floridi κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1615, σκέψη 44).
(19) * Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1976, 123/75, Kuester κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή τόμος 1976, σ. 605, σκέψη 10).
(20) * Αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1981, 125/80, Arning κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2539, σκέψεις 18 και 19), και προαναφερθείσα της 16ης Δεκεμβρίου 1987, Delauche κατά Επιτροπής, σκέψη 26.
(21) * Βλ. ιδίως το σημείο 61 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(22) * Βλ. απόφαση Delauche κατά Επιτροπής, σκέψη 30.
(23) * Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-19, σκέψεις 32 και 33. Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1983, 207/81, Ditterich κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1359, σκέψη 28), και της 24ης Ιανουαρίου 1991, Τ-27/90, Latham κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-35, σκέψεις 43 και 44). 'Οσον αφορά την ηθική βλάβη, βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Bossi κατά Επιτροπής, σκέψη 38.
(24) * Βλ. τα άρθρα 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ και 51 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου.
(25) * Αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1977, 61/76, Geist κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 415, σκέψη 44), της 5ης Ιουνίου 1980, 24/79, Oberthuer κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 229, σκέψη 8), της 18ης Δεκεμβρίου 1980, 156/79 και 51/80, Gratreau κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 567, σκέψη 22), της 27ης Ιανουαρίου 1983, 263/81, List κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 103, σκέψη 25), της 5ης Μαΐου 1983, Ditterich κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 24, και της 10ης Ιουνίου 1987, 7/86, Vincent κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 2473, σκέψη 16).
(26) * Απόφαση Ditterich κατά Επιτροπής, σκέψη 25. Η έλλειψη εκθέσεως βαθμολογίας μπορεί, υπό εξαιρετικές συνθήκες, να αντικατασταθεί από την ύπαρξη άλλων πληροφοριών ως προς τα προσόντα του υπαλλήλου (απόφαση Gratreau κατά Επιτροπής, σκέψη 22).
(27) * Αποφάσεις Τ-63/89, Latham κατά Επιτροπής, σκέψη 37, και T-27/90, Latham κατά Επιτροπής, σκέψη 49.
(28) * Υπόθεση Τ-29/89, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-787.
(29) * Βλ. τα σημεία 58 και 59 της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και το σημείο Β του υπομνήματος απαντήσεως.
(30) * Βλ. την υποσημείωση 25 ανωτέρω.
(31) * Βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1980, Oberthuer κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 11, της 6ης Φεβρουαρίου 1986, 173/82, 157/83 και 186/84, Castille κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 497, σκέψη 34), της 8ης Νοεμβρίου 1990, Τ-73/89, Barbi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-619, σκέψη 35), και της 10ης Ιουλίου 1992, Τ-68/91, Barbi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2127, σκέψη 45).
(32) * Απόφαση Picciolo κατά Επιτροπής, σκέψη 44.
(33) * Αποφάσεις Castille κατά Επιτροπής, σκέψη 34, και Barbi κατά Επιτροπής, σκέψη 35.
(34) * Βλ. το σημείο 72 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(35) * Βάσει του άρθρου 11, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εν τω μεταξύ ετέθη σε ισχύ το άρθρο 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω.
Full & Egal Universal Law Academy