ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 3ης Ιουνίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή: οι ενώπιον της κοινοτικής δικαιοσύνης αχθείσες διαφορές σχετικά με την εμπορία μη εγκεκριμένων τερματικών
Η παρούσα διαδικασία — όπως και η υπόθεση C-92/91, Taillandier, Συλλογή 1993, σ. I-5383, στην οποία θα αναπτύξω σήμερα τις προτάσεις μου — εντάσσεται σε μια σειρά προδικαστικών παραπομπών ( 1 )οι οποίες αφορούν όλες ταυτόσημα πραγματικάπεριστατικά: την εμπορία (ενίοτε και την απλή κατοχή) τηλεπικοινωνιακών τερματικών συσκευών (κατά κανόνα τηλεφώνων, ασυρμάτων τηλεφώνων και τηλεαντιγραφιπών συσκευών) οι οποίες δεν είχαν προηγουμένως λάβει άδεια κυκλοφορίας ή έγκριση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ( 2 ).
Η εμφάνιση, σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, τόσο πολλών συναφών υποθέσεων δεν μπορεί να είναι απλώς τυχαία. Το φαινόμενο αυτό, αν εξεταστεί προσεκτικότερα, μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη της υπάρξεως μιας τεταμένης καταστάσεως η οποία έχει δημιουργηθεί, τουλάχιστον σε ορισμένες χώρες, όσον αφορά την εμπορία τερματικών από ανεξάρτητους επιχειρηματίες (δηλαδή από επιχειρηματίες που δεν συνδέονται με τους δημόσιους οργανισμούς του τομέα των τηλεπικοινωνιών). Έναυσμα αυτής της τεταμένης καταστάσεως υπήρξε η φιλελευθεροποίηση που παρατηρήθηκε τα τελευταία αυτά χρόνια στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών τερματικών. Η φιλελευθεροποίηση αυτή οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην τεχνολογική εξέλιξη και στις αντίστοιχες αλλαγές στο επίπεδο των οικονομικών και νομικών σχέσεων ( 3 ) παι οδήγησε σταδιακά στην κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων και αποκλειστικών δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, στην αναγνώριση του δικαιώματος των επιχειρηματιών να εισάγουν και να εμπορεύονται ελεύθερα τις εν λόγω συσκευές.
Σε κοινοτικό επίπεδο, η αρχή της ελευθερώσεως, η οποία καθοριζόταν ως κύριος στόχος στο Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής για τις τηλεπικοινωνίες ( 4 ), διατυπώθηκε νομοθετικώς με την οδηγία 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών ( 5 ) (στο εξής: οδηγία περί τερματικών), και καθιερώθηκε οριστικά με την πασίγνωστη απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 1991 (C-202/88, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. 1223 στο εξής: απόφαση περί τερματικών).
Εντούτοις, η απλή αναγνώριση του δικαιώματος της εισαγωγής και της εμπορίας των τερματικών δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την ουσιαστική συγχώνευση των αγορών. Πράγματι, η εισαγωγή και, ιδίως, η εμπορία τερματικών παρέμειναν, τουλάχιστον εν μέρει, εξαρτημένες από ένα πολύπλοκο σύστημα εθνικών κανόνων και ελέγχων. Όμως, αν η εφαρμογή αυτών των κανόνων και ελέγχων είναι, μέχρις ορισμένου σημείου, αναγκαία ελλείψει κανόνων κοινοτικής ή διεθνούς προελεύσεως, μπορεί να δημιουργήσει, υπό ορισμένες περιστάσεις, εμπόδιο στις συναλλαγές μη δικαιολογημένο ή, τουλάχιστον, δυσανάλογο προς τους (θεμιτούς) επιδιωκόμενους σκοπούς. Εξ ου η ανάγκη προβλέψεως των καταλλήλων εγγυήσεων που θα επιτρέψουν, ακριβώς, να μην καταλήξει η ελευθερία εισαγωγής και πωλήσεως τερματικών συσκευών σε αρχή κενή, στερούμενη συγκεκριμένου περιεχομένου.
Μεταξύ των εγγυήσεων, η πρώτη και ίσως η σπουδαιότερη είναι αυτή που μνημονεύεται στο Πράσινο Βιβλίο και προβλέπεται από το άρθρο 6 της περί τερματικών οδηγίας, και η οποία επιβάλλει την ανεξαρτησία (ή, όπως επίσης λέγεται, τον χωρισμό) της εξουσίας θεσπίσεως κανόνων και ελέγχου των τερματικών (συμπεριλαμβανομένης και της χορηγήσεως των εγκρίσεων) σε σχέση προς τις οικονομικής και εμπορικής φύσεως δραστηριότητες. Σ' αυτήν την ουσιώδη εγγύηση μπορούν να προστεθούν και άλλες όσον αφορά τις διαδικασίες θεσπίσεως και το ίδιο το περιεχόμενο των εθνικών τεχνικών προδιαγραφών, ή όσον αφορά την προσήκουσα διεξαγωγή των ελέγχων του συμβατού των συσκευών προς τις εν λόγω προδιαγραφές.
Μετά τις διευκρινίσεις αυτές, είναι αυτονόητο ότι ο καθορισμός του περιεχομένου αυτών των εγγυήσεων αποτελεί το κεντρικό ζήτημα στις διαφορές που έχουν ως αντικείμενο την εμπορία μη εγκεκριμένων τερματικών. Πράγματι, στο θέμα αυτό υπάρχουν δύο αντικρουόμενα συμφέροντα: αφενός, το συμφέρον των επιχειρηματιών να μπορούν να διαθέτουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία τα τερματικά στο εμπόριο και, ως εκ τούτου, να είναι ελεύθεροι από κάθε δέσμευση ή περιορισμό που δεν δικαιολογούνται αντικειμενικώς και, αφετέρου, το γενικό συμφέρον που υπαγορεύει την τήρηση, κατά την εμπορία αυτή, των κανόνων και μηχανισμών που μόνον αυτοί ανταποκρίνονται σε ορισμένες ουσιώδεις επιταγές, και, πρωτίστως, στην ασφάλεια των χρηστών και των χειριστών καθώς και στην καλή λειτουργία του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών.
Η προαναφερθείσα απόφαση RTT/GB-Inno-BM αποτελεί μια πρώτη σημαντική συμβολή του Δικαστηρίου στην επίλυση αυτού του ζητήματος. Σε σχέση με αυτό το προηγούμενο, η παρούσα δίκη θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στο θέμα αυτό, και τούτο, κατά τη γνώμη μου, όχι τόσο λόγω της ιδιαιτερότητας των νομικών ζητημάτων που θέτει, αλλά περισσότερο λόγω του ότι η υπόθεση Decoster είναι η πρώτη, μεταξύ αυτών που μνημόνευσα, η οποία αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της ενάρξεως της ισχύος της περί τερματικών οδηγίας.
Το γαλλικό καθεστώς όσον αφορά τα τερματικά που μπορούν να συνδεθούν με το κρατικό δίκτυο τηλεπικοινωνιών
Δυνάμει των άρθρων D 440 επ. του γαλλικού code des postes et télécommunications (Κώδικα Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών), τερματικές συσκευές (τηλεφωνικές, τηλεγραφικές ή ραδιοηλεκτικές) μπορούν να προμηθεύουν είτε ο οργανισμός ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών είτε ανταγωνιστές ιδιώτες επιχειρηματίες. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η διοίκηση ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών δεν επεμβαίνει στις σχέσεις μεταξύ του χρήστη και του προμηθευτή, αλλά επιβάλλει να είναι εγκεκριμένη η συσκευή (άρθρο D 444 του code des PTT, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του διατάγματος 85-336 της 12ης Μαρτίου 1985).
Κατ' εφαρμογήν της αρχής αυτής, και προς τον σκοπό της ρυθμίσεως της εμπορίας των τερματικών συσκευών οι οποίες μπορούν να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών, η Γαλλική Κυβέρνηση εξέδωσε, στις 11 Ιουλίου 1985, το διάταγμα 85-712. Το άρθρο 2 του διατάγματος αυτού προβλέπει ότι οι τερματικές συσκευές δεν μπορούν να κατασκευάζονται για την εσωτερική αγορά, να εισάγονται, να κατέχονται με σκοπό την πώληση, να πωλούνται ή να διατίθενται με χαριστική ή επαχθή δικαιοπραξία αν δεν είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις του διατάγματος.
Κατά τα άρθρα 3 και 4, οι εν λόγω συσκευές πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένες ουσιώδεις προδιαγραφές που αποσκοπούν στην εξασφάλιση τόσο της καλής λειτουργίας του δικτύου όσο και της ασφάλειας των χρηστών.
Προς τον σκοπό ακριβώς αυτόν, το άρθρο 6 του διατάγματος προβλέπει ότι οι κατασκευαστές, εισαγωγείς, πωλητές ή διανομείς τερματικών υποχρεούνται να αποδεικνύουν ότι οι συσκευές αυτές ανταποκρίνονται στις ουσιώδεις προδιαγραφές των άρθρων 3 και 4.
Συναφώς, το ίδιο άρθρο 6 προβλέπει ότι η απόδειξη αυτή μπορεί να παρασχεθεί με την προσκόμιση από τον ενδιαφερόμενο ενός των τεσσάρων ακολούθων εγγράφων: εκθέσεως οργανισμού εξουσιοδοτημένου από τον αρμόδιο για τη βιομηχανία υπουργό εγκρίσεως χορηγούμενης κατ' εφαρμογήν του code des postes et télécommunications· πιστοποιητικού καταλληλότητας χορηγουμένου κατ' εφαρμογήν του νόμου 78-23 της 10ης Ιανουαρίου 1978 περί της προστασίας και της ενημερώσεως των καταναλωτών άλλου δικαιολογητικού εγγράφου αναγνωρισμένου ως ισοδυνάμου με διάταγμα του αρμόδιου για τη βιομηχανία υπουργού.
Κατ' εφαρμογή του διατάγματος 85-712, το Υπουργείο Βιομηχανικής Αναπτύξεως και Εξωτερικού Εμπορίου εξέδωσε, την 1η Νοεμβρίου 1985, ανακοίνωση σχετικά με τα τερματικά που μπορούν να συνδεθούν με το κρατικό τηλεπικοινωνιακό δίκτυο. Η ανακοίνωση περιέχει κυρίως έναν κατάλογο, ενημερωμένο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1985, των προτύπων και προδιαγραφών που μπορούν να χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 3 και 4 του διατάγματος 85-712 και προβλέπει ότι οι συσκευές που ανταποκρίνονται σε αυτά τα πρότυπα και αυτές τις προδιαγραφές θεωρούνται σύμφωνες προς τις διατάξεις των εν λόγω άρθρων 3 και 4.
Η ανακοίνωση διευκρινίζει, εξάλλου, τον τρόπο με τον οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποδεικνύουν το συμβατό των τερματικών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 6 του διατάγματος 85-712. Συναφώς, η ανακοίνωση ορίζει ότι:
—
το Centre national d'études des télécommunications (CNET) είναι εξουσιοδοτημένο από το αρμόδιο για τη βιομηχανία υπουργείο να χορηγεί την «έκθεση» που προβλέπεται στο προαναφερθέν άρθρο 6
—
η έγκριση χορηγείται από τη Γενική Διεύθυνση Τηλεπικονωνιών, κατ' εφαρμογήν του Κώδικα Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών, για τις συσκευές που πληρούν τις προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στον συνημμένο στην ανακοίνωση κατάλογο·
—
η εφαρμογή των άλλων τρόπων αποδείξεως που προβλέπονται από το άρθρο 6 θα γίνει αργότερα.
Υπογραμμίζω, κατά τα λοιπά, ότι από τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προέκυψε αν, μετά την έκδοση της ανακοινώσεως του Νοεμβρίου 1985, καθιερώθηκαν και άλλα δικαιολογητικά έγγραφα πέραν της εγκρίσεως και της εκθέσεως του CNET.
Η κύρια δίκη
Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης είναι εξαιρετικά απλά: η F. Decoster διέθεσε στην αγορά, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου 1989, τηλεπικοινωνιακά τερματικά (κυρίως τηλεαντιγραφικές συσκευές) χωρίς να της έχει χορηγηθεί προηγουμένως ούτε έγκριση ούτε άλλο αναγνωρισμένο έγγραφο που να αποδεικνύει ότι οι συσκευές πληρούσαν τις ουσιώδεις απαιτήσεις των άρθρων 2 και 3 του διατάγματος 85-712. Αντιθέτως, από τη διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι η Decoster ούτε καν ζήτησε να της χορηγηθούν τα έγγραφα αυτά.
Βάσει αυτών των πραγματικών περιστατικών, η Decoster διώχθηκε ποινικώς και καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε χρηματική ποινή 50000 γαλλικών φράγκων (FF). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η εμπορία τερματικών που δεν συνοδεύονταν από δικαιολογητικά έγγραφα, όπως ρητώς επιβάλλεται από το διάταγμα 85-712, στοιχειοθετούσε το αδίκημα της εμπορικής απάτης υπό την έννοια του άρθρου 1 του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905.
Η κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ούτε ενώπιον του εφετείου τις πράξεις που της προσάπτονται. Αρνείται, ωστόσο, ότι οι πράξεις αυτές στοιχειοθετούν ποινικό αδίκημα, υποστηρίζοντας ότι η εμπορία τερματικών μη εγκεκριμένων ή στερουμένων άλλου αποδεικτικού καταλληλότητας δεν συνιστά παράβαση, δεδομένου ότι το διάταγμα 85-712, το οποίο επιβάλλει την προηγούμενη απόκτηση των εγγράφων αυτών, είναι ανεφάρμοστο καθόσον αντιβαίνει σε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας περί τερματικών καθώς και της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών ( 6 ) (στο εξής: οδηγία περί τεχνικών προτύπων).
Η Decoster, σύμφωνα με τη διάταξη παραπομπής, διατυπώνει συναφώς δύο αιτιάσεις.
Η πρώτη αιτίαση συνίσταται στην παράβαση του άρθρου 6 της οδηγίας περί τερματικών. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, από την 1η Ιουλίου 1989, η συστηματοποίηση των προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 5 και ο έλεγχος της εφαρμογής τους, καθώς και οι σχετικές εγκρίσεις, πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά ή/και υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.»
Η κατηγορουμένη υποστηρίζει ότι, κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, η αρχή που ήταν επιφορτισμένη, στη Γαλλία, να συστηματοποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές και να ελέγχει κατά πόσον οι συσκευές πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις δεν είχε καμία ανεξαρτησία έναντι του οργανισμού που διαχειριζόταν το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών και ο οποίος εμπορευόταν, συγχρόνως, τερματικές συσκευές υπό συνθήκες ανταγωνισμού προς τους άλλους επιχειρηματίες. Συνεπώς, κατά την κατηγορουμένη, το διάταγμα 85-712 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής καθόσον υποχρεώνει τους επιχειρηματίες να εφαρμόζουν τεχνικές προδιαγραφές και να υποβάλλονται σε διαδικασίες ελέγχου που, αντιστοίχως, καθορίζονται και διενεργούνται από έναν οργανισμό ο οποίος δεν παρέχει το ουσιώδες εχέγγυον ανεξαρτησίας που απαιτείται από την κοινοτική οδηγία.
Η δεύτερη αιτίαση αφορά την παράβαση των διατάξεων της οδηγίας περί τεχνικών προδιαγραφών και της οδηγίας περί τερματικών, οι οποίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακοινώνουν, προηγουμένως, στην Επιτροπή τα σχέδια τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών για ορισμένα προϊόντα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, ιδίως, τα τηλεπικοινωνιακά τερματικά. Συναφώς, η κατηγορουμένη αναφέρει ότι οι τεχνικές προδιαγραφές για τις επίδικες συσκευές θεσπίστηκαν χωρίς να έχει γίνει η προηγούμενη ανακοίνωση που προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία: στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό συνεπάγεται, κατά την Decoster, ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το διάταγμα 85-712 και, ως εκ τούτου, ότι η Decoster έχει δικαίωμα να εμπορεύεται ελεύθερα τις εν λόγω συσκευές, δηλαδή «en dehors de toute procédure d'agrément ou d'homologation».
Ενόψει των ισχυρισμών της κατηγορουμένης, το κατ' έφεση δικάζον δικαστήριο έκρινε απαραίτητο να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορούν, ακριβώς, το άμεσο αποτέλεσμα των ως άνω οδηγιών και τις συνέπειες του αποτελέσματος αυτού ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του επιδίκου γαλλικού διατάγματος στην υπό κρίση περίπτωση ( 7 ).
Θα παρατηρήσω, εξάλλου, ότι, κατά τις συζητήσεις που διεξήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Decoster ανέπτυξε επιχειρήματα που άπτονται θεμάτων τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών που θίγει η διάταξη παραπομπής. Συγκεκριμένα, όχι μόνον επανέλαβε τα επιχειρήματα σχετικά με την έλλειψη ανεξαρτησίας της αρχής που είναι επιφορτισμένη με τη θέσπιση των ρυθμίσεων και τον έλεγχο καθώς και σχετικά με την έλλειψη ανακοινώσεως των συγκεκριμένων τεχνικών προδιαγραφών (αντιστοίχως, κεφάλαιο II και κεφάλαιο Ι των παρατηρήσεων), αλλά έθιξε και τα τρία ακόλουθα ζητήματα: την εφαρμογή, εκ μέρους της γαλλικής διοικητικής αρχής, πρακτικών εισαγουσών διακρίσεις σε βάρος των τερματικών που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη (κεφάλαιο III των παρατηρήσεων) την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως επ μέρους της France Télécom (κεφάλαιο IV των παρατηρήσεων) το ζήτημα του κατά πόσον μπορεί να γίνει επίκληση εθνικών τεχνικών προδιαγραφών, μη εναρμονισμένων σε κοινοτικό επίπεδο, έναντι τερματικών που έχουν ήδη λάβει έγκριση εντός άλλου κράτους μέλους (κεφάλαιο V των παρατηρήσεων).
Η ανάλυση που ακολουθεί αφορά κυρίως το ζήτημα της ανεξαρτησίας του εθνικού οργανισμού που είναι επιφορτισμένος με τη θέσπιση των ρυθμίσεων και των έλεγχο (βλ. κατωτέρω σημείο Α). Για λόγους τους οποίους θα εκθέσω αργότερα, τα άλλα ζητήματα θα εξεταστούν συνοπτικώς (βλ. κατωτέρω σημείο Β).
Α. Επί της ανεξαρτησίας του οργανισμού που συστηματοποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές, ελέγχει την εφαρμογή τους και χορηγεί την έγκριση
α) Η νομική βάση της υποχρεώσεως ανεξαρτησίας
Όπως ήδη ελέχθη, η αρχή που ήδη προβλεπόταν στο Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής και σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να αναθέτουν τη διαμόρφωση των τεχνικών προδιαγραφών, τον έλεγχο της εφαρμογής τους και τη διεξαγωγή των συναφών διαδικασιών εγκρίσεως σε φορείς ανεξάρτητους των δημοσίων ή ιδιωτικών οργανισμών που προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες στην αγορά των τηλεπικοινωνιών καθιερώθηκε ρητώς με το άρθρο 6 της περί τερματικών οδηγίας.
Οι αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω οδηγίας καθιστούν σαφές ότι η αρχή αυτή αποτελεί ουσιώδη διάταξη στο πλαίσιο του όλου εγχειρήματος ελευθερώσεως της αγοράς των τηλεπικοινωνιακών τερματικών, στην οποία αποσκοπεί η οδηγία αυτή. Η εγγύηση της ανεξαρτησίας και, ως εκ τούτου, της αμερόληπτης ασκήσεως των καθηκόντων της ρυθμίσεως, του ελέγχου και της εγκρίσεως θεωρείται δικαίως ως ουσιώδες στοιχείο προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία καταστάσεων συγκρούσεως συμφερόντων στην αγορά αυτή και, ως εκ τούτου, να διασφαλιστεί η εγκαθίδρυση καθεστώτος διαφάνειας και πραγματικής ισότητας ανταγωνισμού ( 8 ). Τη σημασία αυτής της εγγυήσεως τονίζουν, εξάλλου, ομόφωνα όλοι οι σχολιαστές της πρόσφατης εξελίξεως του ευρωπαϊκού δικαίου τηλεπικοινωνιών ( 9 ).
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το κύρος του κανόνα αυτού (μαζί με άλλες διατάξεις της περί τερματικών οδηγίας) επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση περί τερματικών. Η απόφαση αυτή περιέχει δύο σημαντικά εν προκειμένω στοιχεία. Πρώτον, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει εξουσία θεσπίσεως πράξεων νομοθετικής φύσεως, προς τον σκοπό της «διευκρινίσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη» ( 10 ). Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 6 της οδηγίας περί τερματικών δεν αντιβαίνει στη Συνθήκη. Το Δικαστήριο εκφράστηκε εν προκειμένω με γενική διατύπωση, χωρίς να διευκρινίσει ποιες είναι οι διατάξεις της Συνθήκης σε σχέση προς τις οποίες εκτίμησε το συμβατό του άρθρου 6 της οδηγίας. Το σκεπτικό της αποφάσεως επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν σκέψεις οι οποίες περιέχονται στις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας όταν αναφέρει ότι:
«ένα καθεστώς ανόθευτου ανταγωνισμού όπως το προβλεπόμενο στη Συνθήκη μπορεί να επιτευχθεί μόνο εφόσον εξασφαλίζεται και η ισότητα ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών. Η ανάθεση σε επιχείρηση που εμπορεύεται τερματικές συσκευές της συστηματοποιήσεως των προδιαγραφών τις οποίες πρέπει να πληρούν οι τερματικές συσκευές, του ελέγχου της εφαρμογής τους και της εγκρίσεως των συσκευών αυτών θα ισοδυναμούσε με τη χορήγηση στην επιχείρηση αυτή της δυνατότητας να καθορίζει, κατά βούληση, ποιες τερματικές συσκευές μπορούν να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο, καθώς και με τη χορήγηση, επομένως, προφανούς πλεονεκτήματος έναντι των ανταγωνιστών της.»
Συνεπώς, το Δικαστήριο φαίνεται να υιοθετεί την άποψη της Επιτροπής ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίστανται δίκαιοι όροι ανταγωνισμού παρά μόνον εφόσον το θεσπιζόμενο από τα κράτη μέλη σύστημα εγγυάται την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της ρυθμίσεως και των ελέγχων, πράγμα το οποίο προϋποθέτει τη διάκριση των καθηκόντων αυτών από τις δραστηριότητες οικονομικής και εμπορικής φύσεως.
Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια με την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση RTT κατά GB-Inno-BM. Η απόφαση — η οποία αφορά πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της ενάρξεως της ισχύος της περί τερματικών οδηγίας — διευκρινίζει καταρχάς ότι, γενικώς, συνιστά παράβαση των άρθρων 3, στοιχείο στ, 90 και 86 της Συνθήκης αυτό καθαυτό το γεγονός ότι ένας οργανισμός ο οποίος κατέχει (εκ του νόμου) το μονοπώλιο εκμεταλλεύσεως του δικτύου τηλεπικοινωνιών διαθέτει, δυνάμει εθνικών μέτρων, τη δυνατότητα να νοθεύει τον ανταγωνισμό στην παραπλήσια αλλά χωριστή αγορά των τερματικών συσκευών.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως, στρέβλωση του ανταγωνισμού υπάρχει οσάκις ο οργανισμός που εκμεταλλεύεται μονοπωλιακώς το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο ασκεί τη δραστηριότητα της εμπορίας τερματικών και παράλληλα είναι επιφορτισμένος με xi] συστηματοποίηση των συναφών τεχνικών προδιαγραφών, τον έλεγχο της εφαρμογής τους και την έγκριση των συσκευών αυτών.
Κατά το Δικαστήριο:
«η διατήρηση πραγματικού ανταγωνισμού και η εγγύηση διαφάνειας απαιτούν η συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, ο έλεγχος της εφαρμογής τους και οι εγκρίσεις να πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες υπό συνθήκες ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών».
Η απόφαση, συνεπώς, διευκρινίζει ότι η υποχρέωση εξασφαλίσεως της ανεξαρτησίας των καθηκόντων ρυθμίσεως και ελέγχου των τηλεπικοινωνιακών τερματικών έχει, τουλάχιστον σε ορισμένες περιστάσεις, ως νομική βάση το άρθρο 86 της Συνθήκης, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 3, στοιχείο στ, και 90. Όσον αφορά τις περιστάσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των ως άνω άρθρων, μπορούν, σε γενικές γραμμές, να συνοψισθούν ως εξής:
—
ο συγκεκριμένος οργανισμός πρέπει να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών,
—
πρέπει να νοθεύει τον ανταγωνισμό στην παραπλήσια αγορά των τερματικών,
—
και τούτο δυνάμει εθνικού μέτρου το οποίο να του παρέχει τη δυνατότητα να επηρεάζει μονομερώς τους όρους εμπορίας των τερματικών.
Πρέπει, εξάλλου, να προστεθεί — καίτοι με την απόφαση RTT κατά GB-Inno-BM το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ρητώς επί του θέματος — ότι η εν λόγω υποχρέωση ανεξαρτησίας μπορεί να βρει έρεισμα όχι μόνο στα άρθρα 3, στοιχείο στ, 86 και 90, αλλά και στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Πράγματι, συμφωνά με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια εθνική ρύθμιση που έχει ως αποτέλεσμα να διευκολύνει την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως, δυνάμενη να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κανονικά δεν συμβιβάζεται με την απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος την οποία θεσπίζει το άρθρο 30 (βλ. αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci Convenzionali Porto di Genova, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, και της 16ης Νοεμβρίου 1977, 13/77, Inno, Συλλογή τόμος 1977, σ. 653). Παρατηρείται ότι, με την απόφαση RTT κατά GB-Inno-BM, το Δικαστήριο ανέφερε συγκεκριμένα ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα ήταν ικανά να επηρεάσουν τις εισαγωγές συσκευών από άλλα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ( 11 ) υπό την έννοια του άρθρου 86.
Αλλά και πέραν αυτού, ένα τέτοιο εμπόδιο του εμπορίου μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν δεν υφίσταται δεσπόζουσα θέση όπως αυτή που διαπιστώθηκε με την απόφαση RTT κατά GB-Inno-BM. Πράγματι, η σύγχυση, ή η σωρευτική άσκηση από τον ίδιο οργανισμό των δραστηριοτήτων εμπορίας, αφενός, και ρυθμίσεως και ελέγχου, αφετέρου, αν αλλοιώνει την ισότητα ευκαιριών μεταξύ των ανταγωνιστών επιχειρηματιών, συνεπάγεται αυτομάτως διάκριση, τουλάχιστον δυνητική, εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, και τούτο ανεξαρτήτως του αν ο εν λόγω οργανισμός είναι παρών, έχει ή όχι μονοπώλιο ή εν πάση περιπτώσει κατέχει δεσπόζουσα θέση στην χωριστή αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
Ακριβώς, σ' αυτό το ευρύτερο ενδεχόμενο αναφέρεται το άρθρο 6 της οδηγίας περί τερματικών. Το άρθρο αυτό επιβάλλει κατά τρόπο επιτακτικό τη διάκριση μεταξύ της δραστηριότητας εμπορίας και της δραστηριότητας ρυθμίσεως και ελέγχου και αναφέρει σαφώς ότι η διάκριση αυτή επιβάλλεται και στην περίπτωση που ο οργανισμός ο οποίος εμπορεύεται τα τερματικά δεν ασκεί συγχρόνως δραστηριότητα και στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ( 12 ).
Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, θεωρώ, συνεπώς, ότι η ειδική υποχρέωση που καθιερώνει το άρθρο 6 της περί τερματικών οδηγίας έχει μεν ευρύτερο περιεχόμενο από αυτή την οποία καθόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση RTT κατά GB-Inno-BM, δεν αποτελεί ωστόσο κάτι το νέο σε σχέση προς τη Συνθήκη, υπό την έννοια ότι δεν παράγει νομικά αποτελέσματα ουσιωδώς διαφορετικά από αυτά τα οποία απέρρεαν ήδη, για τα κράτη μέλη, από το άρθρο 30 και τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, στοιχείο στ, 86 και 90 της Συνθήκης.
β) Το άμεσο αποτέλεσμα τον άρθρου 6 της περί τερματικών οδηγίας
Τούτου λεχθέντος, η απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας φαίνεται σχετικά εύκολη. Καταρχάς, όσον αφορά το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 6 της περί τερματικών οδηγίας (που αποτελεί το αντικείμενο του δευτέρου ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου), φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίσει, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, άμεσο αποτέλεσμα στο άρθρο αυτό. Στην πραγματικότητα, όπως ήδη ελέχθη, το άρθρο αυτό απλώς διευκρινίζει τις υποχρεώσεις που η ίδια η Συνθήκη προβλέπει και επιβάλλει στα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, θα ήταν παράλογο να θεωρείται ότι ο ειδικός κανόνας ο οποίος θεσπίζεται από την Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 3, δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα ενώ οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης τις οποίες διευκρινίζει έχουν τέτοιο αποτέλεσμα. Θα προσθέσω ότι αν είναι ακριβές ότι το άρθρο 6, προβλέποντας την υποχρέωση των κρατών μελών να αναθέτουν σε ανεξάρτητο φορέα τα καθήκοντα ρυθμίσεως και ελέγχου, αφήνει μια κάποια διακριτική ευχέρεια στα κράτη αυτά ως προς το σύστημα που θα θεσπίσουν προς επίτευξη του στόχου αυτού, είναι εξίσου ακριβές ότι το άρθρο 6, υπό το φως των αιτιολογικών σκέψεων της οδηγίας, επιβάλλει μια σαφή, ακριβή και ανεπιφύλακτη απαγόρευση διατηρήσεως σε ισχύ οποιουδήποτε συστήματος το οποίο συνεπάγεται τη σωρευτική άσκηση, από τον ίδιο φορέα, καθηκόντων ρυθμίσεως και ελέγχου και δραστηριότητας παροχής αγαθών και/ή υπηρεσιών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Επιπλέον, εφόσον η απαγόρευση αυτή αποσκοπεί στην εξασφάλιση δικαίων όρων ανταγωνισμού στην επίμαχη αγορά, είναι εξίσου προφανές ότι ο ανωτέρω κανόνας αποβλέπει στη διασφάλιση των νομίμων συμφερόντων των επιχειρήσεων που δρουν στην αγορά αυτή: δυνάμει του άρθρου 6 και των προαναφερθεισών διατάξεων της Συνθήκης, οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να απαιτούν από τα κράτη μέλη να μην αναθέτουν καθήκοντα ρυθμίσεως και ελέγχου σε έναν δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα ο οποίος βρίσκεται σε ανταγωνιστική θέση ως προς αυτές.
γ) Το κοινοτικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την αρχική ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας περί τερματικών
Εφόσον έγινε δεκτό ότι το άρθρο 6 παράγει άμεσο αποτέλεσμα, θα πρέπει να εξετάσω τώρα εν συντομία ένα δεύτερο ζήτημα. Νομίζω ότι είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ποιο ήταν το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την αρχική ημερομηνία (την 1η Ιουλίου 1989), από την οποία και εντεύθεν το άρθρο 6 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία των φορέων που είναι επιφορτισμένοι με τη συστηματοποίηση των προδιαγραφών, τον έλεγχο και τη χορήγηση των εγκρίσεων. Το ζήτημα αυτό δεν θίγεται μεν ρητώς από το αιτούν δικαστήριο, έχει ωστόσο αναμφισβήτητη σημασία για την επίλυση της διαφοράς, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως (ήτοι η εκ μέρους της Decoster εμπορία μη εγκεκριμένων τερματικών) έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου 1989 και, ως εκ τούτου, συνέπεσαν ακριβώς με τη λήξη της προθεσμίας που έτασσε το άρθρο 6.
Πάντως, ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι δύσκολη. Αρκεί η παρατήρηση ότι, ήδη πριν από την ημερομηνία που προβλέπει το άρθρο 6 και πριν από τη θέσπιση της οδηγίας περί τερματικών, υφίστατο υποχρέωση εξασφαλίσεως της εν λόγω ανεξαρτησίας, υποχρέωση την οποία υπείχαν τα κράτη μέλη από τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και περί ανταγωνισμού. Πράγματι, από την απόφαση RTT κατά GB-Inno-ΒΜ, η οποία, όπως ήδη ελέχθη, αφορά κατάσταση ανάλογη με αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αλλά προγενέστερη της θεσπίσεως της περί τερματικών οδηγίας, προκύπτει ότι μια νομοθεσία η οποία δεν εξασφαλίζει την ανεξαρτησία της ρυθμίσεως και του ελέγχου των τερματικών και δημιουργεί, ως εκ τούτου, καταστάσεις συγκρούσεως συμφερόντων, είναι, τουλάχιστον υπό ορισμένες περιστάσεις, ασυμβίβαστη αυτή καθαυτήν με τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 86 και 90 της Συνθήκης. Επιπλέον, για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, βασίμως μπορεί να θεωρηθεί ότι, ακόμα και όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 86 (σε συνδυασμό προς το άρθρο 90, μια τέτοια νομοθεσία συνιστά εν πάση περιπτώσει δυνητικό εμπόδιο στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και εμπίπτει, κατά συνέπεια, στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Συνεπώς, ήδη πριν από τη θέσπιση της περί τερματικών οδηγίας, τα κράτη μέλη υπείχαν από τη Συνθήκη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε η συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, ο έλεγχος της εφαρμογής τους και η έγκριση των συσκευών να πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο των επιχειρήσεων οι οποίες προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών ( 13 ).
δ) Η αμφισβητούμενη εθνική ρύθμιση
Προτού προχωρήσω στην εξέταση της επίμαχης ρυθμίσεως, πρέπει να παρατηρήσω ότι και στη Γαλλία, όπως και σε άλλα κράτη μέλη, έγινε κατά τα τελευταία έτη προσπάθεια για την προοδευτική deregulation στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Τα μέτρα που έλαβαν ως προς το θέμα αυτό οι γαλλικές αρχές μπορούν, σχηματικά, να χωριστούν σε τρεις φάσεις:
—
η πρώτη φάση αφορά τον προ της θεσπίσεως του διατάγματος 89-327, της 19ης Μαΐου 1989, χρόνο
—
η δεύτερη αφορά την περίοδο μεταξύ της εκδόσεως του διατάγματος 89-327 και της εκδόσεως του νόμου 90-568 της 2ας Ιουλίου 1990
—
η τρίτη φάση, τέλος, αφορά την περίοδο μετά την έκδοση του νόμου 90-568.
Από τις τρεις αυτές περιόδους, μόνον η δεύτερη και, ενδεχομένως, η πρώτη ενδιαφέρουν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Η τρίτη φάση αφορά, αντιθέτως, χρόνο (ο νόμος 90-568 τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1991) σαφώς μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως.
Κατόπιν της παρατηρήσεως αυτής, από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο καθίσταται επαρκώς σαφές ότι, τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη φάση, το επίμαχο εθνικό καθεστώς δεν προσέφερε επαρκείς εγγυήσεις ανεξαρτησίας, καθόσον το σύνολο των οικείων δραστηριοτήτων ήτοι η συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, ο έλεγχος της εφαρμογής τους, η έγκριση των τερματικών και η εμπορία τους, ασκούσαν διοικητικά όργανα τα οποία αποτελούσαν μέρος της κεντρικής διοικήσεως ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών. Επιπλέον, ο φορέας αυτός είχε επίσης και τη μονοπωλιακή εκμετάλλευση του δημοσίου τηλεπικοινωνιακού δικτύου.
Ειδικότερα, όσον αφορά την προ του διατάγματος 89-327 κατάσταση, διαπιστώνεται ότι:
—
δυνάμει του διατάγματος 86-129 της 28ης Ιανουαρίου 1986, η κατάρτιση και ο έλεγχος της τηρήσεως των γενικών αρχών της περί τηλεπικοινωνιών ρυθμίσεως είχαν ανατεθεί στην υπηρεσία délégation générale à la stratégie, η οποία υπαγόταν απευθείας στον Υπουργό Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (άρθρο 2)
—
η délégation générale à la stratégie ασκούσε τη δραστηριότητα της σε συνεργασία με τις άλλες διευθύνσεις του Υπουργείου Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών και, ειδικότερα, με τη Γενική Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών (άρθρο 2 του διατάγματος 86-129)
—
στη Γενική Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών υπαγόταν η Διεύθυνση Εμπορικών Υποθέσεων και Τηλεματικής, η οποία ήταν επιφορτισμένη να εισηγείται και να εφαρμόζει την εμπορική και τηλεματική πολιτική στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (άρθρο 14 του διατάγματος 86-129)
—
τα τερματικά τα οποία δεν είχαν χορηγηθεί από τη διοίκηση έπρεπε να υποβληθούν σε διαδικασία εγκρίσεως (άρθρο D επ. του Κώδικα Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών)
—
όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα υπουργική ανακοίνωση της 1ης Νοεμβρίου 1985, αρμόδια για την έγκριση των τερματικών συσκευών ήταν η Γενική Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών
—
καίτοι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν διευκρίνισε ποιο ήταν, την εποχή εκείνη, το τυπικό καθεστώς της France Télécom, είναι δεδομένο ότι επρόκειτο για οργανισμό εντεταγμένο στην κεντρική διοίκηση ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών και επιφορτισμένο με την άσκηση, σε επιχειρησιακό επίπεδο, της εμπορικής δραστηριότητας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών ( 14 )
—
όσον αφορά την έκθεση που χορηγεί το CNET και η οποία θεωρείται ισοδύναμη προς έγκριση δυνάμει της ως άνω υπουργικής ανακοινώσεως, είναι δεδομένο ότι, όπως ανέφερε η Γαλλική Κυβέρνηση απαντώντας στα ερωτήματα που της έθεσε το Δικαστήριο, το CNET «αποτελεί τμήμα της France Télécom ως ερευνητικό κέντρο του φορέα που έχει την εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου», πράγμα το οποίο αποκλείει προφανώς κάθε εγγύηση ανεξαρτησίας κατά τη χορήγηση αυτού του πιστοποιητικού συμβατότητας.
Η κατάσταση δεν φαίνεται να άλλαξε ριζικά με τη θέση σε ισχύ του διατάγματος 89-327. Αντιθέτως, το διάταγμα αυτό, μεταβάλλοντας την εσωτερική δομή της διοικήσεως Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών και καθορίζοντας τις επί μέρους αρμοδιότητες των διαφόρων υπηρεσιών, καθιστά ακόμα περισσότερο εμφανή την αλληλεξάρτηση που υφίσταται μεταξύ της καθαρά εμπορικής δραστηριότητας και των δραστηριοτήτων που αφορούν τη συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, τον έλεγχο και τη χορήγηση των εγκρίσεων. Συγκεκριμένα:
—
συνιστάται μια Διεύθυνση Γενικών Κανονιστικών Ρυθμίσεων — σε αντικατάσταση της délégation générale à la stratégie — η οποία καθορίζει και προσαρμόζει το γενικό νομικό πλαίσιο εντός του οποίου ασκούνται οι δραστηριότητες στον εν λόγω τομέα μεταξύ άλλων, η Διεύθυνση αυτή:
—
μερινμά για την τήρηση της ισχύουσας ρυθμίσεως
—
προπαρασκευάζει τα σχέδια νόμων και κανονισμών και καταρτίζει οδηγίες όσον αφορά το καθεστώς των δραστηριοτήτων των διαφόρων φορέων και επιχειρήσεων που δρουν στον τομέα αυτόν
—
καταρτίζει και δημοσιεύει τις προδιαγραφές και καθορίζει τις διαδικασίες εγκρίσεως των τερματικών συσκευών (άρθρο 2 του διατάγματος 89-327)
—
με το διάταγμα 89-327 δεν αλλάζουν οι εμπορικές δραστηριότητες που ασκούνται από τον Οργανισμό Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών-
—
ο λειτουργικός δεσμός μεταξύ της Γενικής Διευθύνσεως Τηλεπικοινωνιών και, ως εκ τούτου, της France Télécom, αφενός, και της διευθύνσεως που είναι αρμόδια για τη θέσπιση των ρυθμίσεων στον τομέα αυτόν (της Διευθύνσεως Γενικών Κανονιστικών Ρυθμίσεων) καθίσταται ακόμα περισσότερο εμφανής πράγματι, εναπόκειται σε μία από τις υπηρεσίες που συνθέτουν τη Γενική Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών (δηλαδή στη Διεύθυνση Εμπορικών και Διεθνών Υποθέσεων) να εισηγείται τις τεχνικές προδιαγραφές για τα τερματικά (άρθρο 4 του διατάγματος 89-327) ( 15 ).
Τελικά, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, την εποχή των εξεταζομένων πραγματικών περιστατικών, ούτε η θέσπιση των ρυθμίσεων ούτε η έγκριση (και γενικότερα ο έλεγχος του συμβατού ( 16 )) των τερματικών γινόταν από φορέα ανεξάρτητο του οργανισμού που είχε την εμπορία των εν λόγω τερματικών. Αντιθέτως, όλες αυτές οι δραστηριότητες ασκούνταν από τον ίδιο φορέα (την κεντρική διοίκηση Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών). Είναι αληθές ότι τα καθήκοντα αυτά κατανέμονταν μεταξύ διαφόρων γενικών διευθύνσεων ή άλλων υπηρεσιών του ίδιου διοικητικού φορέα- επρόκειτο όμως για καθήκοντα που ανήκαν σε μία και την αυτή κρατική υπηρεσία και υπάγονταν ιεραρχικώς, από πλευράς εξουσίας λήψεως αποφάσεων, σε μία και την αυτή αρχή. Επιπλέον, το τότε ισχύον σύστημα προέβλεπε ιεραρχικό και λειτουργικό σύνδεσμο μεταξύ των διαφόρων ως άνω διευθύνσεων (πράγμα, εξάλλου, λογικό δεδομένου ότι επρόκειτο για υπηρεσίες του αυτού υπουργείου). Τέλος, ακόμα και στο επίπεδο της Γενικής Διευθύνσεως Τηλεπικοινωνιών, οι εμπορικής φύσεως αρμοδιότητες συμπλέκονταν με τις οι εξουσίες καταρτίσεως των προδιαγραφών και χορηγήσεως των εγκρίσεων.
Μόνον αργότερα, κατ' εφαρμογήν του νόμου 90-568, επιτεύχθηκε, τουλάχιστον σε επίπεδο διοικητικής οργανώσεως, ο χωρισμός της εμπορικής δραστηριότητας από τις άλλες δραστηριότητες ρυθμίσεως, ελέγχου και χορηγήσεως των εγκρίσεων. Πράγματι, ο νόμος αυτός αφαίρεσε από τον κεντρικό οργανισμό ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών τόσο τη διαχείριση του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών όσο και την εμπορικής φύσεως δραστηριότητα. Οι δραστηριότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από τη France Télécom, η οποία όμως δεν υπάγεται πλέον στο Υπουργείο Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών αλλά δρα ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο αναγνωρίζεται αυτοτελής νομική προσωπικότητα. Παράλληλα με την τροποποίηση του οργανισμού της France Télécom, καταργήθηκε και η Γενική Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών της διοικήσεως Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών.
Κατόπιν αυτών των διαπιστώσεων, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου 90-568, η θέσπιση των ρυθμίσεων, ο έλεγχος και η χορήγηση των εγκρίσεων δεν διενεργούνταν από φορέα ανεξάρτητο των οικονομικών φορέων και επιχειρήσεων που εμπορεύονταν τερματικές συσκευές, πράγμα το οποίο συνιστά παράβαση τόσο του άρθρου 6 της περί τερματικών οδηγίας όσο και, για τους προαναφερθέντες λόγους, του άρθρου 30 της Συνθήκης. Πρέπει να προστεθεί ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, είναι δεδομένο ότι, πριν από τον νόμο 90-586, στη διοίκηση Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών ανήκε όχι μόνον η εμπορία των τερματικών αλλά και η μονοπωλιακή διαχείριση του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών. Βρισκόμαστε, συνεπώς, ενώπιον εθνικών μέτρων τα οποία επέτρεπαν την επέκταση του μονοπωλίου της αγοράς των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και στην παραπλήσια αλλά χωριστή αγορά των τερματικών, ήτοι ενώπιον καταστάσεως η οποία, σύμφωνα με την απόφαση RTT κατά GB-Inno-BM πρέπει να θεωρηθεί ως αντιβαίνουσα στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, στοιχείο στ, 86 και 90 της Συνθήκης.
Διαφορετική λύση θα ήταν δυνατή μόνον αν αποδεικνυόταν ότι, κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, οποιοσδήποτε επιχειρηματίας, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι εξεταζόμενες τερματικές συσκευές ήταν σύμφωνες προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις από πλευράς ασφάλειας και καλής λειτουργίας του δικτύου, είχε τη δυνατότητα να ζητήσει να εκτιμηθεί η συμβατότητα αυτή:
—
από οργανισμό ανεξάρτητο της διοικήσεως Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών,
—
και βάσει τεχνικών κριτηρίων καθοριζομένων από οργανισμό ανεξάρτητο της διοικήσεως Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών.
Υπό την επιφύλαξη των διαπιστώσεων και των εκτιμήσεων στις οποίες μόνο το εθνικό δικαστήριο μπορεί να προβεί, δεν μπορώ παρά να επαναλάβω ότι, εξ όσων προκύπτουν από τη δικογραφία, η κατάσταση που επικρατούσε στη Γαλλία κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών ήταν όλως διαφορετική.
ε) Το ανεφάρμοστο του διατάγματος 85-712
Πρέπει να προστεθεί, εξάλλου, ότι η μη τήρηση των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων θα έπρεπε να έχει ως συνέπεια το ανεφάρμοστο του επιμάχου εθνικού διατάγματος, δηλαδή του διατάγματος 85-712. Πράγματι, το διάταγμα αυτό, όπως ελέχθη προηγουμένως, επιβάλλει στους επιχειρηματίες την υποχρέωση να ζητούν την έγκριση των συσκευών (ή εν πάση περιπτώσει πιστοποίηση του ότι οι συσκευές αυτές πληρούν ορισμένες απαιτήσεις). Όμως, στο μέτρο που ο φορέας που καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές (βάσει των οποίων χορηγείται η έγκριση) και ο οποίος χορηγεί την έγκριση (ή προβαίνει σε άλλους ανάλογους ελέγχους) είναι συγχρόνως και ένας από τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες (ή συνδέεται στενά με έναν από αυτούς), είναι σαφές ότι αποκλείεται οι διαδικασίες ελέγχου να παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσεως έναντι των λουτών ανταγωνιστών.
Η έλλειψη ανεξαρτησίας εμφανίζεται, λοιπόν, ως ελάττωμα το οποίο δεν αφορά μόνο κάποιο συγκεκριμένο μέτρο που λαμβάνεται ενόψει συγκεκριμένης αιτήσεως εγκρίσεως αλλά επηρεάζει ριζικά το όλο σύστημα κανόνων και ελέγχων που θεσπίζει το κράτος μέλος όσον αφορά την εμπορία των τερματικών. Κατά συνέπεια, στην υπό κρίση περίπτωση, οι διαδικασίες που προβλέπονται από το διάταγμα 85-712 για την έγκριση των τερματικών δεν πληρούν τις ουσιώδεις προϋποθέσεις του κοινοτικού δικαίου και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν ανεφάρμοστες.
Ασφαλώς, έχω πλήρη επίγνωση των συνεπειών ενός τέτοιου συμπεράσματος. Ουσιαστικά, συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν διαδικασίες εγκρίσεως (ή ανάλογες διαδικασίες) στις οποίες δεν εξασφαλίζεται η αμερόληπτη κρίση (και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπέχουν ποινική ευθύνη οι έμποροι οι οποίοι, όπως η Decoster, πώλησαν μη εγκεκριμένα τερματικά εντός της περιόδου κατά την οποία η αμεροληψία της ρυθμίσεως και των ελέγχων δεν ήταν εξασφαλισμένη).
Αυτό σημαίνει, αφενός, ότι είναι δυνατή η πώληση τερματικών χωρίς να έχει προηγουμένως ελεγχθεί (έστω και με μια διαδικασία που δεν παρέχει εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσεως) κατά πόσον οι συσκευές πληρούν τις απαραίτητες για την ασφάλεια των χρηστών και την καλή λειτουργία του δικτύου προϋποθέσεις.
Έτσι, καταλήγουμε στην ουσία να εξαρτάται η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών από την προστασία του ανταγωνισμού, αποτέλεσμα το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ελάχιστα ικανοποιητικό, τόσο από γενικής απόψεως (στη Συνθήκη, οι εξωοικονομικές επιταγές του είδους αυτού υπερισχύουν της προστασίας του ανταγωνισμού και των συναλλαγών), όσο και από πλευράς των ειδικών διατάξεων της οδηγίας περί τερματικών, οι οποίες αναγνωρίζουν στα κράτη μέλη το δικαίωμα να αρνούνται τη σύνδεση τερματικών που δεν πληρούν τις ουσιώδεις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω (βλ. άρθρο 3 της οδηγίας, το οποίο παραπέμπει στις απαιτήσεις που καθορίζει το άρθρο 2, περίπτωση 17, της οδηγίας 86/361/ΕΟΚ). Όμως, δεν μπορεί να επιβάλλεται στους επιχειρηματίες η υποχρέωση λήψεως εγκρίσεως εφόσον η χορήγηση της δεν γίνεται κατά τρόπο αμερόληπτο και, επομένως, η εθνική αρχή, αντί να αρνείται τη σύνδεση, θα μπορεί μόνο να επεμβαίνει εκ των υστέρων για να αποσυνδέει τις ήδη συνδεδεμένες συσκευές και να αντιμετωπίζει, ενδεχομένως, τις διαταράξεις και τις ζημίες οι οποίες εν μέρει θα έχουν ήδη προκληθεί ( 17 ).
Αφετέρου, το θέμα αυτό, έστω και αν μπορεί ακόμα να δημιουργήσει ορισμένες δυσκολίες, θα πρέπει να θεωρείται λελυμένο κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως RTT κατά GB-Inno-BM. Η απόφαση αυτή αφορά προδικαστική παραπομπή στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας από έναν δημόσιο οργανισμό (την RTT) πατά ιδιώτη ανταγωνιστή της (του εμπορικού ομίλου GB-Inno-BM). Με την αγωγή αυτή ζητήθηκε να διαταχθεί η GB-Inno-BM να παύσει την πρακτική που συνίστατο στην πώληση μη εγκεκριμένων τερματικών χωρίς ενημέρωση του αγοραστή ότι οι συσκευές δεν ήταν εγκεκριμένες.
Η εναγομένη αμύνθηκε υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ήταν ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο ορισμένες εθνικές διατάξεις (τα άρθρα 13 και 91 της βελγικής υπουργικής αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1978) που εξαρτούσαν τη σύνδεση των τερματικών από τη χορήγηση εγκρίσεως εκ μέρους της RTT και επέβαλλαν την προηγούμενη έγκριση των τερματικών που παρέχονταν από άλλους επιχειρηματίες και όχι από την RTT. Η GB-Inno-BM υποστήριξε ότι αυτές οι υποχρεώσεις λήψεως αδείας και εγκρίσεως ήταν παράνομες καθόσον η RTT ήταν συγχρόνως φορέας επιφορτισμένος με τη ρύθμιση και τον έλεγχο και ενεχόμενο μέρος και ότι, κατά συνέπεια, θα έπρεπε να θεωρηθεί παράνομη ακόμα και η υποχρέωση ενημερώσεως του αγοραστή ως προς το ότι οι συσκευές δεν ήταν εγκεκριμένες.
Στο πλαίσιο της συζητήσεως αυτής, το εθνικό δικαστήριο — όπως προκύπτει από την έκθεση ακροατηρίου της ως άνω υποθέσεως — θεώρησε «ότι έπρεπε να ελέγξει αν η διαδικασία εγκρίσεως που επιβάλλει η RTT είναι νόμιμη, εφόσον, σε αντίθετη περίπτωση, η επιβολή στους πωλούντες συσκευές εμπόρους της υποχρεώσεως να επισημαίνουν στους πελάτες τους την ανάγκη υπαγωγής των συσκευών σε έγκριση θα συνιστούσε κατάχρηση». ( 18 )
Όπως επανειλημμένως ανέφερα, από την απόφαση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι επιχειρηματίες μπορούν να επικαλούνται τους κανόνες ανταγωνισμού που απορρέουν από τη Συνθήκη προκειμένου να αποτρέψουν την εφαρμογή εθνικού καθεστώτος το οποίο παρέχει σε ανταγωνιστή επιχειρηματία την εξουσία να καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές και να ελέγχει την εφαρμογή τους όσον αφορά τα επίμαχα προϊόντα.
Έχω, επομένως, κάθε λόγο να πιστεύω ότι ο εθνικός δικαστής, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, έκρινε αβάσιμη την αγωγή της RTT και, ως εκ τούτου, επέτρεψε στην εναγομένη να πωλεί τις μη εγκεκριμένες συσκευές, και μάλιστα χωρίς να ενημερώνει τους αγοραστές σχετικά με αυτή την έλλειψη εγκρίσεως.
Συνεπώς, νομίζω ότι στην υπό κρίση περίπτωση το Δικαστήριο, εφόσον δεν επιθυμεί να μεταβάλει τη νομολογία αυτή, οφείλει να απαντήσει στο εθνικό δικαστήριο ως εξής: τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 86 και 90 της Συνθήκης, καθώς και το άρθρο 6 της οδηγίας περί τερματικών, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως αυτή που προβλέπεται από το γαλλικό διάταγμα 85-712, επιβάλλουσας στους επιχειρηματίες που προτίθενται να διαθέσουν στο εμπόριο τερματικές συσκευές την υποχρέωση να αποδεικνύουν — με τη λήψη εγκρίσεως ή με άλλη ανάλογη διαδικασία — ότι οι συσκευές αυτές πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις (απτόμενες ιδίως της ασφάλειας των χρηστών και της καλής λειτουργίας του δικτύου), εφόσον δεν εξασφαλίζεται συγχρόνως η ανεξαρτησία, έναντι όλων των επιχειρηματιών που προσφέρουν αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, του οργανισμού ο οποίος:
—
χορηγεί την έγκριση (ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο)-
—
συστηματοποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση της εγκρίσεως (ή οποιουδήποτε άλλου ισοδυνάμου εγγράφου).
Β. Επί των λοιπών ζητημάτων που εθίγησαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας
Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο ερώτημα που αφορά την ανεξαρτησία του φορέα ο οποίος καθορίζει τους κανόνες και χορηγεί τις εγκρίσεις στην αγορά των τερματικών, είναι στην ουσία περιττή η εξέταση των άλλων ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Μόνο προς τον σκοπό της πλήρους εξετάσεως της υποθέσεως και, όπως εξυπακούεται, μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα αποφάσιζε να μην υιοθετήσει την ανωτέρω εκτεθείσα λύση, θα εξετάσω με συντομία τα υπόλοιπα ζητήματα που εθίγησαν κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
Όπως ήδη ανέφερα, τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν τα εξής σημεία:
—
οι τεχνικές προδιαγραφές βάσει των οποίων οι γαλλικές αρχές όφειλαν να εγκρίνουν τις επίμαχες συσκευές θεσπίστηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διαδικαστικοί κανόνες που προβλέπονται από την οδηγία περί τεχνικών προδιαγραφών και από την οδηγία περί τερματικών, πράγμα το οποίο
—
κατά την Decoster και την Επιτροπή — συνεπάγεται το ανεφάρμοστο των προδιαγραφών αυτών-
—
τα τερματικά τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί σε άλλο κράτος μέλος θα έπρεπε — κατά την Decoster — να υποβάλλονται σε απλοποιημένους ελέγχους στο κράτος μέλος εισαγωγής, πράγμα το οποίο συνεπάγεται, συγκεκριμένα, ότι στα τερματικά αυτά δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής εθνικές τεχνικές προδιαγραφές οι οποίες δεν είναι απαραίτητες προς εξασφάλιση της τηρήσεως ορισμένων ουσιωδών προϋποθέσεων-
—
η εκ μέρους των γαλλικών αρχών εφαρμογή πρακτικών εισαγουσών διακρίσεις κατά την έγκριση των τερματικών-
—
η εκ μέρους της France Télécom κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως.
Ως προς τα σημεία αυτά, επιβάλλεται η διατύπωση μιας γενικής παρατηρήσεως. Πρέπει να τονιστεί ότι με τις αιτιάσεις που μόλις ανέφερα — σε αντίθεση προς την αιτίαση που συνίσταται στην έλλειψη ανεξαρτησίας του φορέα ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τη θέσπιση των ρυθμίσεων και τον έλεγχο — δεν αμφισβητείται ολόκληρο το σύστημα εγκρίσεως των τερματικών το οποίο καθιερώθηκε με το διάταγμα 85-712. Πράγματι,
ποιο συμπέρασμα θα έπρεπε να συναχθεί σε περίπτωση που οι αιτιάσεις αυτές αποδεικνύονταν βάσιμες; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό νομίζω ότι είναι προφανέστατη. Είναι σαφές ότι η εφαρμογή παρανόμων τεχνικών προδιαγραφών επηρεάζει, τόσο για ουσιαστικούς όσο και για τυπικούς λόγους, το πύρος του συγκεκριμένου (θετικού ή αρνητικού) μέτρου που λαμβάνεται στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και όταν το μέτρο εγκρίσεως συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος του εισαγομένου προϊόντος. Τέλος, είναι προφανές ότι τυχόν παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης εκ μέρους ορισμένης δημόσιας επιχειρήσεως συνεπάγεται το παράνομο της εξεταζόμενης καταχρηστικής συμπεριφοράς.
Συνεπώς, αν εξεταστούν προσεκτικότερα, οι ανωτέρω πλημμέλειες έχουν, ενδεχομένως, επίπτωση όχι στην υποχρέωση εγκρίσεως ως αρχή, η οποία θεσπίζεται από το επίδικο διάταγμα, αλλά στο αποτέλεσμα της διαδικασίας εγκρίσεως.
Συνεπώς, αν η Decoster είχε θιγεί από την άρνηση χορηγήσεως της εγκρίσεως ή από κάποια άλλη πράξη ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, μπορούσε να αντιδράσει επικαλούμενη αυτήν την έλλειψη νομιμότητας στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπονται ειδικά προς τον σκοπό αυτό. Πάντως, θα έπρεπε να έχει ζητήσει τη χορήγηση εγκρίσεως, πράγμα το οποίο ωστόσο παρέλειψε να πράξει.
Αντιθέτως, το ενδεχόμενο απλώς και μόνο η άρνηση εγκρίσεως να αποδειχθεί παράνομη ουδόλως απήλλασσε την Decoster από την υποχρέωση να ζητήσει την έγκριση και, ως εκ τούτου, ουδόλως της επέτρεπε να διαθέσει στο εμπόριο τα τερματικά «en dehors de toute procédure d'agrément ou d'homologation».
Συνεπώς, θεωρώ ότι, ως προς το θέμα αυτό, πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η ακόλουθη απάντηση: το τυχόν ασυμβίβαστο, για ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους, των τεχνικών προδιαγραφών για τις τερματικές συσκευές προς το κοινοτικό δίκαιο, η ενδεχόμενη, εκ μέρους των εθνικών αρχών, εφαρμογή, κατά τη χορήγηση των εγκρίσεων των τερματικών συσκευών, πρακτικών εισαγουσών διακρίσεις, καθώς και η ενδεχομένως συνιστώσα κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, συμπεριφορά της France Télécom δεν απαλλάσουν τα πρόσωπα τα οποία εμπορεύονται τερματικές συσκευές από την υποχρέωση να ζητήσουν έγκριση, σύμφωνα με το γαλλικό διάταγμα 85-712.
Συμπέρασμα
Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, θεωρώ ότι στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
Το άρθρο 30 και τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 86 και 90 της Συνθήκης, καθώς και το άρθρο 6 της οδηγίας περί τερματικών, δεν επιτρέπουν την εΓραρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως αυτή που προβλέπεται από το γαλλικό διάταγμα 85-712, επιβάλλουσας στους επιχειρηματίες που προτίθενται να διαθέσουν στο εμπόριο τερματικές συσκευές την υποχρέωση να αποδεικνύουν — μέσω εγκρίσεως ή με άλλη ανάλογη διαδικασία — ότι οι συσκευές αυτές πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις (απτόμενες ιδίως της ασφάλειας των χρηστών και της καλής λειτουργίας του δικτύου), εφόσον δεν εξασφαλίζεται συγχρόνως η ανεξαρτησία, έναντι όλων των επιχειρηματιών που προσφέρουν αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, του οργανισμού ο οποίος:
—
χορηγεί την έγκριση (ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο)
—
συστηματοποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση της εγκρίσεως (ή οποιουδήποτε άλλου ισοδυνάμου εγγράφου).
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οφείλει να εξετάσει και τα άλλα ζητήματα που τέθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, προτείνω να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η ακόλουθη απάντηση:
Το τυχόν ασυμβίβαστο, για ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους, των τεχνικών προδιαγραφών για τις τερματικές συσκευές προς το κοινοτικό δίκαιο, η ενδεχόμενη, εκ μέρους των εθνικών αρχών, εφαρμογή, κατά τη χορήγηση των εγκρίσεων των τερματικών συσκευών, πρακτικών εισαγουσών διακρίσεις, καθώς και η ενδεχομένως συνιστώσα κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, συμπεριφορά της France Télécom δεν απαλλάσουν τα πρόσωπα τα οποία εμπορεύονται τερματικές συσκευές από την υποχρέωση να ζητήσουν έγκριση, σύμφωνα με το γαλλικό διάταγμα 85-712.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Εκτός από την παρούσα διαδικασία και την υπόθεση Taillandier, αναφέρω την υπόθεση RTT/GB-Inno-BM, στην οποία το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 13 Δεκεμβρίου 1991 (C-18/88, Συλλογή 1991, ο. I-5941), καθώς και τις εκκρεμείς προδικαστικές παραπομπές στις υποθέσεις Lagauche (C-46/90, Συλλογή 1993, σ. I-5267, υπόθεση στην οποία το Δικαστήριο, μετά τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz, αποφάσισε να επαναλάβει την προφορική διαδικασία), Evrard (C-93/91, Συλλογή 1993, σ. I-5267), Sauges (C-164/91), Hernyón κ.λπ. (C-238 έως 240/91), Gleyzes (C-288/91) και Marchandeau (C-323/91).
( 2 ) Ασφαλώς υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαφόρων συγκεκριμένων περιπτώσεων. Οι διαφορές, όμως, αυτές δεν αφορούν το φαινόμενο που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, ήτοι την εμπορία μη εγκεκριμένων τερματικών, αλλά τον τύπο της επίδικης συσκευής οι διαφορές ωστόσο αυτές μπορούν να έχουν συνέπειες όσον αφορά το περιεχόμενο της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως.
Θα προσθέσω ότι το εν λόγω φαινόμενο μπορεί να εμφανιστεί στα πλαίσια διαφορετικών νομικών σχέσεων, τόσον από πλευράς ουσιαστικού όσο και από πλευράς δικονομικού δικαίου. Έτσι, π.χ., ενώ η υπόθεση RTT κατά GB-Inno-BM αφορούσε προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο στο πλαίσιο αγωγής η οποία ασκήθηκε κατά επιχειρηματία που πωλούσε μη εγκεκριμένα τερματικά από έναν ανταγωνιστή του, της εθνικής επιχειρήσεως τηλεπικοινωνιών, και με την οποία εζητείτο η παύση της συμπεριφοράς αυτής, η υπόθεση Decoster αφορά ποινική δίωξη κατά του επιχειρηματία που πωλούσε μη εγκεκριμένες συσκευές.
( 3 ) Στα ειδικευμένα επιστημονικά συγγράμματα και άρθρα υπογραμμίζεται ότι οι τεχνολογική ανάπτυξη διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη τη; οικονομικής και νομικής οργανώσεως του τομέα των τηλεπικοινωνιών εν γένει και της αγοράς των τερματικών ειδικότερα. Ο ταχύς ρυθμός της εισαγωγής καινοτομιών, η συγχώνευση τομέων δραστηριότητας οι οποίοι αρχικά αποτελούσαν χωριστούς τομείς και χαρακτηρίζονταν από διαφορετική οικονομική και νομική οργάνωση (όπως π.χ. οι τομείς των ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών, της πληροφορήσεως, της ραδιοφωνίας και τηλεοράσεως), η διαφοροποίηση των μέσων μεταδόσεων των πληροφοριών (η οποία αντικατοπτρίζεται ασφαλώς και στη διαφοροποίηση της προσφοράς στον τομέα των τερματικών), με λίγες λέξεις η διαμόρφωση αυτού του ευρέως και πολύπλευρου τομέα δραστηριότητας που αποκαλείται συνήθως Information Technology, μετέβαλαν ριζικά τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων και ζητουμένων υπηρεσιών και προΐ'όντων, ανοίγοντας νέα πεδία δράσεως σε έναν τομέα με ιδιαίτερα έντονο διεθνή ανταγωνισμό.
Όσον αφορά τα τηλεπικοινωνιακά τερματικά, είναι σαφές ότι, ήδη πριν από τη θέσπιση της συναφούς κοινοτικής ρυθμίσεως, οι προαναφερθείσες αλλαγές είχαν επηρεάσει σημαντικά τη διάρθρωση και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών αγορών. Ο ανταγωνισμός εκ μέρους (ιδίως) τρίτων χωρών (των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, της Ιαπωνίας και των πρόσφατα εκβιομηχανισμένων χωρών) και η ανάγκη βιομηχανικής συνεργασίας, που οφείλεται στο μέγεθος των απαιτουμένων επενδύσεων, μείωσαν σταδιακά την κατάτμηση μεταξύ των διαφόρων ευρωπαϊκών αγορών, αποδυναμώνοντας παράλληλα τόσο τα (εκ νου νόμου ή εν τοις πράγμασι) μονοπώλια που κατέχουν οι εθνικοί (δημόσιοι) οργανισμοί όσον αφορά την προμήθεια τερματικών όσο και τους προνομιακούς δεσμούς που υφίστανται μεταξύ των οργανισμών αυτών και ορισμένων παραγωγών της χώρας τους (Alcatel, Siemens, Itallel, κ.λπ.).
Ακριβώς η επίδραση των παραγόντων αυτών εξηγεί γιατί τα κράτη μέλη συναίνεσαν, κατ' ουσίαν, στο πρόγραμμα ελευθερώσεως που καταρτίστηκε από την Επιτροπή με το Πράσινο Βιβλίο και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε στην περί τερματικών οδηγία. Στην πραγματικότητα, η οδηγία αυτή — όπως είχα την ευκαιρία να τονίσω με τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-202/8S — προσεβλήθη ενώπιον του Δικαστηρίου από ορισμένα κράτη μέλη καθαρά για λόγους θεσμικού δικαίου, οι οποίοι αφορούσαν τι] νομική βάση της πράξεως, ήτοι το άρθρο 90, παράγραφος 3, και όχι λόγω τη; φιλελεύθερης προσεγγίσεως την οποία αντικατόπτριζε και η οποία είχε αποτελέσει αντικείμενο γενικής συναινέσεως.
Σ/ετικά με την εξέλιξη του τομέα των τηλεπικοινωνιών και τη; αγοράς των τερματικών βλ. Ε. Stevens, Telecommunication Regulation in the European Community (Working paper no 89/421), Institut universitaire curopćcn, 1990, o. 12 επ. συλλογικό σύγγραμμα, Vers une nouvelle réglementation ties télécommunications, Βρυξέλλες, 1990, a. 1 επ. και o. 175 επ. C. Overbury, P. Ravaioli, Tlie Application of EEC Liw to Telecommunication, Annual Proceedings of Fordham Corporate law Institute, 1989, σ.271επ.
( 4 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής, Πράοινο Βιβλίο για την ανάπτυξη της κοινή; αγοράς των υπηρεσιών και του εξοπλισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, COM (87) της 30ής Ιουνίου 1987.
( 5 ) EEL 131, σ.73.
( 6 ) EEL 109. σ. 8.
( 7 ) Πρέπει να αναγερθεί ότι, σε όλες τις αιτήαεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκαν από γαλλικά δικαστήρια στο πλαίσιο ποινικών δικών κατά προσώπων τα οποία κατηγορούνται για εμπορία μη εγκεκριμένων τερματικών, τα ερωτήματα που υποβάλλονται στο Δικαστήριο είναι ταυτόσημα ή, εν πάση περιπτώσει, παρεμφερή κατ' ουσίαν προς τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
( 8 ) Στο πλαίσιο αυτό, η ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας διευκρινίζει ότι:
«η αύξηση της ανταγωνιοτικότητας στην αγορά των τερματικών απαιτεί τη δημιουργία διαφάνειας στις τεχνικές προδιαγραφές και στις διαδικασίες έγκρισης (...) [και] ότι, εξάλλου, για να εξασφαλιστεί κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διαδίτ κασιών η διαφάνεια, η αντικειμενικότητα και η απουσία διακρίσεων, θα πρέπει η θέσπιση και ο έλεγχος των εν λόγω κανόνων να ανατεθεί σε οργανισμούς ανεξάρτητους από τους ανταγωνιστές που ασκούν δραστηριότητες στη σχετική αγορά.»
Υπό το αυτό πνεύμα, στη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι:
«ο έλεγχος των προδιαγραφών και των κανόνων εγκρίσεως δεν πρέπει να ανατίθενται σε έναν από τους ανταγωνιστές επιχειρηματίες που ασκούν δραστηριότητα στην αγορά τερματικών, δεδομένης της προφανούς σύγκρουσης συμφερόντων ότι, συνεπώς, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ή κατάρτιση των προδιαγραφών και των κανόνων εγκρίσεως θα ανατίθεται σε φορέα ανεξάρτητο από το διαχειριστή του δικτύου και από κάθε άλλο ανταγωνιστή που ασκεί δραστηριότητες στην αγορά τερματικών».
( 9 ) Βλ. Stevers, όπ. αν., σ. 17, όπου, μεταξύ των αναγκαίων μέτρων «to ensure market partecìpation in the competitive markets on fair terms», αναφέρονται ιοίως η «separation of regulatory and operational activities in order to prevent possible abuse of dominant position in type approval», καθώς και όπ. άν., σ. 39- βλ., επίσης, Η. Ungerer, Comments on Telecommunication Regulatory Reform in the European Community στο συλλογικό σύγγραμμα Deregulation or Re-regulation?, Λονδίνο, 1990, σ. 103 M. Coleman, European Competition Law in the Telecommunications and Broadcasting Sectors, European Competition Law review, 1990, σ. 204-συλλογικό σύγγραμμα Vers une nouvelle réglementation des télécommunications, όπ. av., σ. 200 επ.- J. Scherer, European Telecommunication Law, στο συλλογικό σύγγραμμα The Law of Information Technology in Europe, Deventer, 1991, σ. 228 C. Overbury, P. Ravaioli, όπ. αν., σ. 282 επ. και 302 επ. Β. Amory, Vers une nouvelle réglementation européenne des télécommunications. Revue française d'administration publique, 1989, σ. 671 E. Bordón Iglesias, La Libertad de circulación de mercancías y la política de la competencia en el mercado de terminales de telecomunicationes, Revista de estudios y investigación de las comunidades europeas, 1990, σ. 559 επ. M. Hoskins, A review of EEC Telecommunications Policy: Too much of a Good Tiling, European Business Law Review, 1992, σ. 8- P. Ravaioli, La Communauté européenne et les télécommunications: développements récents en matière de comcurrence, Revue internationale de droit économique, 1991, α 103.
( 10 ) Συναφώς, δεν θα ήταν ίσως άσκοπο να τονισθεί ότι οι οδηγίες που θεσπίστηκαν από την επιτροπή βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα υπό την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, 226/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1988, σ. 3611) και ότι, κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις που προβλέπουν οι οδηγίες αυτές, ακόμα και όταν συνίστανται μόνο στη άιευκρίνιση (ή στον καθορισμό ή στη συγκεκριμενοποίηση, για να χρησιμοποιήσω άλλους όρους από αυτούς που χρησιμοποιεί η απόφαση) των υποχρεώσεων τις οποίες ήδη κατ' ουσίαν έχει καθιερώσει η Συνθήκη, αποτελούν τυπικά αυτοτελείς υποχρεώσεις. Συνεπώς, τα κράτη μίλη οφείλουν να τις εκπληρώνουν, εκτός αν προτίθενται να αμσβητήσουν τη νομιμότητα της πράξεως με προσφυγή ακυρώσεως (όπως όντως συνέβη με όλες τις οδηγίες που θεσπίστηκαν μέχρι σήμερα βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3). Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης ασκήσεως μιας τέτοιας προσφυγής, είναι αμφίβολο κατά πόσον το κράτος μέλος, στο οποίο προσάπτεται παράλειψη εκτελέσεως της οδηγίας στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το άρθρο 169 διαδικασίας λόγω παραβάσεως, μπορεί παρεπιμπτόντως να προβάλει το ζήτημα της νομιμότητας της οδηγίας επικαλούμενο την εξαίρεση του άρθρου 189 της Συνθήκης.
Υπενθυμίζεται ότι, για την περίπτωση που η Επιτροπή θεσπίζει απόφαση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 3, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση 226/87, έκρινε ότι το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η πράξη —η οποία δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως —δεν μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας της πράξεως στο πλαίσιο της ασκηθείσας από την Επιτροπή προσφυγής λόγω παραβάσεως, στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής.
Ωστόσο, όσον αφορά τη δυνατότητα προβολής, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, ενστάσεων ελλείψεως νομιμότητας κανονισμών και, ιδίως, οδηγιών (στην πραγματικότητα, το άρθρο 184 αναφέρει μόνον τους κανονισμούς), επιβάλλεται η παρατήρηση ότι πρόκειται για στασιαζόμενο ζήτημα, ως προς το οποίο η νομολογία δεν παρέχει κανένα ασφαλές και οριστικό στοιχείο. Μια εξαντλητική ανάλυση τόσο της θεωρίας επί του ζητήματος αυτού όσο και της συναφούς νομολογίας του Δικαστηρίου επιχειρήθηκε με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση C-258/89, στις οποίες και παραπέμπω, υπογραμμίζοντας όμως ότι στη δίκη εκείνη το Δικαστήρια δεν αποφάνθηκε ρητώς επί του ζητήματος αρχής που έθεσε ο γενικός εισαγγελέας (βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-258/89, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, Συλλογή 1991, σ. I-3977).
( 11 ) Στην πραγματικότητα, η απόφαση κάνει λόγο για επηρεασμό του ανταγωνισμού μεταξύ κρατών μελών (σκέψη 27). Ωστόσο, τόσο από την όλη συλλογιστική του Δικαστηρίου, η οποία υπογραμμίζει την επίπτωση τη; εθνικής ρυθμίσεως στις εισαγωγές, όσο και από τη δομή της αποφάσεως, η οποία, στο επίμαχο χωρίο, επιβεβαιώνει τη συνδρομή μιας των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 86, δηλαδή του επηρεασμοί του ενδοκοινοτικού εμπορίου, προκύπτει óu το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, αναφέρεται σε μία αλλοίωση η οποία αφορά μάλλον το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών παρά τον ανταγωνισμό.
( 12 ) Την άποψη αυτή υποστηρίζει ο P. Ravaioli, όπ. αν. σ. 120, υποσημείωση 29.
( 13 ) Θα πρέπει να λεχθεί ότι, ενόψει του συμπεράσματος αυτού, φαίνεται να είναι περιττή η πρόβλεψη προθεσμίας από το άρθρο 6 της οδηγίας. Η πρόβλεψη αυτή πιθανώς οφείλεται στο ότι, κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οδηγίας, δεν είχε ακόμα εκδοθεί η απόφαση στην υπόθεση RTT κατά GB-Inno-BM. Συνεπώς, η Επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει ότι η υποχρέωση της εξασφαλίσεως της ανεξαρτησίας της ρυθμίσεως και των ελέγχων δεν απέρρεε από τη Συνθήκη αλλά εόημιονργείτο, τουλάχιστον εν μέρει, από τις διατάξεις της οδηγίας. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η Επιτροπή θεώρησε ότι, σε σχέση προς τις ουσιώδεις υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία (ήτοι τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 2, 3, 6 και 7), η οδηγία είχε χαρακτήρα συστατικό και όχι απλώς δηλωτικό υποχρεώσεων ήδη προβλεπομένων από τη Συνθήκη, μπορεί να θεώρησε σκόπιμο να εξαρτήσει τα αποτελέσματα μιας από τις διατάξεις της πράξεως από την παρέλευση ορισμένης προθεσμίας, με προφανή σκοπό να παράσχει στα κράτη μια περίοδο ανοχής που θα τους επέτρεπε να προβούν στις αναγκαίες προσαρμογές της νομοθεσίας τους. Αφετέρου, παρατηρείται ότι η προθεσμία αυτή αφορά μόνο το άρθρο 6 της οδηγίας και δεν αποβλέπει — ούτε θα μπορούσε εξάλλου να αποβλέπει —στον καθ' οιονδήποτε τρόπο περιορισμό του αποτελέσματος των υποχρεώσεων που απορρέουν απευθείας από τη Συνθήκη.
( 14 ) Οι ισχυρισμοί της Επιτροπής και της Decoster, τους οποίους ουδόλως αντέκρουσε η Γαλλική Κυβέρνηση και συμφωνά με τους οποίους η France Telecom ήταν απλώς το εμπορικό τμήμα της διοικήσεως Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών, επιβεβαιώνονται από τα ειδικά επιστημονικά συγγράμματα και άρθρα. Βλ. μεταξύ άλλων το συλλογικό σύγγραμμα Vers une nouvelle réglementation des télécommunications, όπ. αν. σ. 93, όπου διευκρινίζεται ότι η France Telecom αποτελεί απλώς την εμπορική επωνυμία της Γενικής Διευθύνσεως Τηλεπικοινωνιών ανάλογη ανάλυση βλ. στο J. Chevallier, La mutation des postes et télécommunications, AJDA, 1990, σ. 667.
( 15 ) Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν διευκρίνισε αν, κατά το διάταγμα 89-312, η έγκριση εξακολουθούσε να χορηγείται από τη Γενική Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών ή από κάποια άλλη διεύθυνση του Υπουργείου Ταχυδρομείων και Τηλεπικοΐτ νωνιών. Το διάταγμα δεν προβλέπει τίποτε σχετικά με το ζήτημα αυτό. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν η ευθύνη της χορηγήσεως των εγκρίσεων μεταβιβάστηκε σε άλλη διεύθυνση, αυτό ουδόλως μεταβάλλει την ουσία του προβλήματος.
( 16 ) Στην πραγματικότητα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, μετά την έκδοση της υπουργικής ανακοινώσεως του Νοεμβρίου 1985, την οποία επανειλημμένως ανέφερα, καθιερώθηκε η χρήση και άλλων δικαιολογητικών εγγράφων πέραν της εγκρίσεως και της εκθέσεως του CNET. Το γεγονός, ωστόσο, αυτό ήταν άνευ σημασίας, καθόσον, ακόμα και αν υποτεθεί ότι αναγνωρίζονταν πιστοποιητικά συμβατότητας που χορηγούνταν από οργανισμό εντελώς ανεξάρτητο της διοικήσεως Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών και υπήρχε, ως εκ τούτου, η δυνατότητα υποβολής των τερματικών σε έλεγχο συμβατότητας, υπό την έννοια του διατάγματος 85-712, διενεργούμενο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο οργανισμό, οι τεχνικές προδιαγραφές που χρησίμευαν ως κριτήριο γι, την εκτίμηση του συμβατού εξακολουθούσαν να καθορίζονται από τη διοίκηση Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών και, ως εκ τούτου, από έναν φορέα ο οποίος —όπως ελέχθη — δεν ήταν ανεξάρτητος.
( 17 ) Ο Ρ. Ravaioli, όπ. άν. σ. 113, υποσημείωση 18, διατυπώνει την ουσιώδη παρατήρηση ότι εφόσον, σύμφωνα με την περί τερματικών οδηγία, η σύνδεση δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο αποκλειστικών δικαιωμάτων και δεν υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση, η άρνηση της συνδέσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3, είναι δυνατή μόνο στο πλαίσιο διαδικασίας εγκρίσεως των τερματικών.
( 18 ) Το εθνικό δικαστήριο ανέφερε επίσης ότι «η παρούσα κατάσταση, κατά την οποία η RTT ορίζει κατ' απόλυτη κρίση τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας και επιπλέον εκδίδει αυτή την άδεια, καθίσταται προβληματική, εφόσον η RTT παρουσιάζεται επίσης ως ανταγωνίστρια εντός της αγοράς συσκευών που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο».
Full & Egal Universal Law Academy