ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 17ης Μαρτίου 1992 ( *1 )
1.
Οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει ο ευρωπαϊκός εμπορικός στόλος και ενόψει του προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο με δυο διατάξεις του Arbeitsgericht Bremen (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), υποχρεώνουν το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το περιεχόμενο της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως, κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η σημασία του ερωτήματος αυτού, ως προς τις πρακτικές του συνέπειες, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη δυσχέρεια προσδιορισμού του πλαισίου του προαναφερθέντος άρθρου.
2.
Κατά την προφορική διαδικασία, ορισμένοι από τους παρεμβαίνοντες επισήμαναν τη σημαντική μείωση του αριθμού νηολογήσεων υπό σημαία κρατών μελών, προς όφελος των σημαιών τρίτων κρατών. Το γνωστό αυτό φαινόμενο της «σημαίας ευκαιρίας» απασχόλησε το Δικαστήριο και στην υπόθεση Pulsen και Dina Navigation, η προφορική διαδικασία της οποίας διεξήχθη στις 21 Ιανουαρίου 1992 (C-286/90).
3.
Στην παρούσα υπόθεση αποκαλύπτονται αντικρουόμενες επιδιώξεις. Η νηολόγηση υπό σημαία τρίτων χωρών πλοίων ιδιοκτησίας κοινοτικών εφοπλιστών έχει ως συνέπεια, αφενός μεν, να παρέχει στους τελευταίους τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν, χωρίς δυσχέρειες, ναυτικούς που έχουν την ιθαγένεια αυτών των χωρών και, επομένως, να μειώνουν το κόστος που αντιπροσωπεύουν οι αμοιβές του προσωπικού, αφετέρου δε, να μειώνουν τα φορολογικά έσοδα των κρατών μελών. Παρατηρείται, κατ' ακολουθία, τάση μειώσεως των κοινοτικών ναυτικών ( 1 ). Δεν μπορεί, εξάλλου, να αποκλειστεί ότι η μείωση του κοινοτικού στόλου έχει σημαντικές συνέπειες στην αποτελεσματικότητα της διεθνούς πολιτικής περιορισμού των αλιευμάτων, πολιτικής στην οποία μετέχει η Κοινότητα, ενώ πολλά τρίτα κράτη δεν έχουν υπογράψει τις διεθνείς συμβάσεις που έχουν συναφθεί σχετικώς. Τέλος, η συνύπαρξη, επί του ιδίου πλοίου, ναυτικών που λαμβάνουν αποδοχές με σημαντικές διαφορές, ενώ συχνά επιτελούν τις ίδιες εργασίες, δύσκολα συμβιβάζεται με τον σκοπό, ή τουλάχιστον το πνεύμα, της κοινωνικής πολιτικής που ακολουθεί η Κοινότητα, ακόμα και όταν οι ναυτικοί που έχουν την ιθαγένεια τρίτων κρατών δεν έχουν την κατοικία τους σε ένα από τα κράτη μέλη.
4.
Οποιοδήποτε και αν είναι το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο, η παρούσα υπόθεση θέτει λεπτά νομικά προβλήματα που πρέπει να εξεταστούν, αφού προηγουμένως υπο-μνησθούν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά.
5.
Η εταιρία Sloman Neptun Schiffalirts AG (στο εξής: Sloman Neptun), εφοπλιστική εταιρία με έδρα τη Βρέμη, προέβη στην εγγραφή πλοίου της στο διεθνές γερμανικό νηολόγιο θαλάσσιας ναυσιπλοΐας ( 2 ). Σχεδιάζοντας να προσλάβει έναν Φιλιππινέζο ασυρματιστή (διάταξη παραπομπής στην υπόθεση C-72/91), καθώς και πέντε ναυτικούς της ίδιας ιθαγένειας (διάταξη παραπομπής στην υπόθεση 73/91), ζήτησε σχετικώς τη σύμφωνη γνώμη της Seebetriebsrat (επιχειρηματικού συμβουλίου στον τομέα της ναυτιλίας). Η εν λόγω επιτροπή αρνήθηκε να δώσει τη σύμφωνη γνώμη της επειδή ο μισθός που προτάθηκε στους εν λόγω ναυτικούς ήταν κατά 20 % χαμηλότερος από τον μισθό των Γερμανών ναυτικών και επειδή η ενσωμάτωση εργαζομένων «που λαμβάνουν τον χαμηλό μισθό της χώρας καταγωγής» διαταράσσει την κοινωνική ειρήνη στην επιχείρηση.
6.
Ενώπιον του Arbeitsgericht Bremen, το οποίο επελήφθη της διαφοράς, η Seebetriebsrat επικαλείται το γεγονός ότι το σύστημα που εφαρμόζεται σε περίπτωση εγγραφής στο διεθνές γερμανικό νηολόγιο συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Αναφέρεται ιδίως στην παράγραφο 4 του άρθρου 21 του Flaggenrechtsgesetz (νόμου περί του δικαίου της σημαίας), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 2, του ομοσπονδιακού νόμου της 23ης Μαρτίου 1989 ( 3 ), ότι οι συμβάσεις εργασίας αναπτύσσουν τις κατά τον νόμο περί συλλογικών συμβάσεων συνέπειες μόνον εφόσον έχει συμφωνηθεί, στο πλαίσιο των συλλογικών αυτών συμβάσεων, ότι έχουν εφαρμογή εντός του πεδίου εδαφικής εφαρμογής του θεμελιώδους νόμου και έχει αναγνωριστεί η αρμοδιότητα των γερμανικών δικαστηρίων».
7.
Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε, κατόπιν αυτού, προδικαστικό ερώτημα προκειμένου να μπορέσει να εκτιμήσει αν συμβιβάζεται με τα άρθρα 92 και 117 της Συνθήκης ΕΟΚ ο γερμανικός νόμος περί θεσπίσεως συμπληρωματικού συστήματος νηολογήσεως πλοίων που φέρουν τη γερμανική σημαία και εκτελούν διεθνείς μεταφορές, καθόσον βάσει του νέου αυτού συστήματος επιτρέπεται η μη εφαρμογή των γερμανικών συλλογικών συμβάσεων στους ναυτικούς, υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και, κατά προέκταση, η εφαρμογή όρων εργασίας και αμοιβής λιγότερο ευνοϊκών ( 4 ).
8.
Θα προβώ ευθύς αμέσως στην εξέταση του σχετικού με το άρθρο 117 ζητήματος. Κατά τις παρατηρήσεις που διατύπωσε κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Seebetriebsrat, η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη αρνητική υποχρέωση, που τους υποχρεώνει να μη θίγουν την υφιστάμενη κοινωνική προστασία, η οποία είναι αρκετά συγκεκριμένη και άπηλ-λαγμένη αιρέσεων ώστε να μπορούν να την επικαλούνται ιδιώτες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Προς θεμελίωση της απόψεως αυτής επικαλέστηκε την απόφαση Defrenne III ( 5 ). Προφανώς αναφέρεται, ειδικότερα, στο επίρρημα «ουσιαστικά», το οποίο χρησιμοποιείται στη σκέψη 19 της αποφάσεως του Δικαστηρίου, σκέψη η οποία αρχίζει με την ακόλουθη φράση:
«σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 117 και 118, οι οποίες έχουν ουσιαστικά προγραμματικό χαρακτήρα (...)» ( 6 ).
9.
Κατηγορηματικά δηλώνω ότι τέτοιου είδους εξ αντιδιαστολής επιχειρήματα μου φαίνονται παρακινδυνευμένα. Εξάλλου, στις προτάσεις του επί της υποθέσεως αυτής ο γενικός εισαγγελέας Capotorti είχε διατυπώσει τη γνώμη του ως προς την έλλειψη αμέσου αποτελέσματος, τόσο του άρθρου 117 όσο και του άρθρου 118:
«Μία πρώτη παρατήρηση όσον αφορά τους δύο αυτούς κανόνες είναι ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος περιέχουν μια αρχή, η οποία να εκλαμβάνεται ως κανόνας συμπεριφοράς. Πρέπει μάλλον να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, ότι το άρθρο 117 τάσσει ένα σκοπό- αυτό επιβεβαιώνεται από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου αυτού, στην οποία η έννοια της πρώτης παραγράφου συνοψίζεται με τους όρους “η εξέλιξη αυτή”. Ούτε είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως αρχή η οποία έχει απευθείας εφαρμογή, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρει ρητά ότι είναι ανάγκη να υπάρξουν κοινοτικές και εσωτερικές διαδικασίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού: τόσο το άρθρο 117 όσο και το άρθρο 118 φαίνονται να εμπνέονται σαφώς από την ιδέα της βαθμιαίας πραγματοποίησης και, αντίθετα από το άρθρο 119, δεν τάσσουν κανένα χρονικό όριο, μέσα στο οποίο να πρέπει να πραγματοποιηθεί ο σκοπός αυτός» ( 7 ).
10.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 117 έχει οποιοδήποτε άμεσο αποτέλεσμα. Βεβαίως, όταν επιβάλλεται σε κράτος μέλος αρνητική υποχρέωση είναι δυνατόν, όταν η υπαγορευόμενη ενέργεια περιγράφεται με επάρκεια, να την επικαλεστεί απευθείας ένας ιδιώτης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ( 8 ). Η υποχρέωση, όμως, μη επιδεινώσεως της καταστάσεως που επικρατεί στον κοινωνικό τομέα είναι πολύ ασαφής, λόγω της γενικότητας της, για να της αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα. Ποια θα μπορούσε να είναι η απόφαση όταν θα έπρεπε να παραβληθεί το άρθρο 117 με συγκεκριμένο νομοθετικό μέτρο που επιφέρει τροποποίηση του κοινωνικού συστήματος σε κράτος μέλος; Μείωση των κοινωνικών επιβαρύνσεων των επιχειρήσεων, που αποφασίζεται στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της ανεργίας, με παράλληλη μείωση ορισμένων κοινωνικών παροχών, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μέτρο αντίθετο προς την αρνητική αυτή υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 117 κατά το Seebetriebsrat; Θα δίσταζα πολύ να το αποδεχθώ.
11.
Συνεπώς, πατά τη γμώμη μου, η επίδικη νομοθετική ρύθμιση πρέπει να εξεταστεί μόνο σε σχέση με το άρθρο 92, παράγραφος 1.
12.
Η πρώτη δυσχέρεια, από την άποψη αυτή, νομίζω ότι έγκειται στη χρματοδότηση της ενισχύσεως. Κατά κανόνα, τα ποσά που εισπράττει η επιχείρηση ή ο βιομηχανικός κλάδος που λαμβάνει την ενίσχυση, ή τα ποσά που αποφεύγει να δαπανήσει, προέρχονται ή έχουν ως προορισμό το Δημόσιο Ταμείο. Βεβαίως, στην παρούσα υπόθεση, η Γερμανική Κυβέρνηση παραιτείται από τον φόρο εισοδήματος, λόγω του ιδιαίτερα χαμηλού επιπέδου των μισθών που καταβάλλονται στους Φιλιππινέζους ναυτικούς. Πράγματι, οι εν λόγω ναυτικοί, μολονότι δεν κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ωστόσο καταρχήν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, καθόσον πραγματοποιούν εισοδήματα προερχόμενα από το κράτος αυτό. Εξάλλου, οι φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως εισπράττουν εισφορές μειωμένου ύψους σε σχέση με τις εισφορές που θα εισέπρατταν εάν οι εν λόγω ναυτικοί ελάμβαναν τον μισθό που προβλέπεται στις γερμανικές συλλογικές συμβάσεις.
13.
Ωστόσο, το παρεπόμενο δεν μπορεί να καλύψει το ουσιώδες. Ουσιωδώς, η χρηματοδότηση του εν λόγω ειδικού συστήματος βαρύνει, στην πράξη, τους ίδιους τους εργαζόμενους οι οποίοι αποδέχονται μισθό κατά 20 % χαμηλότερο από εκείνον που καταβάλλεται στους Γερμανούς ναυτικούς. Η τυχόν απώλεια εσόδων των γερμανικών φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελεί απλώς συνέπεια αυτής της καταστάσεως. Θα μπορούσε, ίσως, η απώλεια αυτή να δικαιολογηθεί από «τη φύση ή την οικονομία του εν λόγω συστήματος» ( 9 ), καθόσον αποτελεί σύνηθες φαινόμενο οι φόροι και οι κοινωνικές εισφορές να υπολογίζονται βάσει του μισθού που καταβάλλεται στον εργαζόμενο.
14.
Εάν επιχειρούσαμε αξιολόγηση της παρούσας υπόθεσης με βάση τις απώλειες πόρων του «Δημοσίου», θα καταλήγαμε στο περίεργο συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί εργοδότες οφείλουν να καταβάλλουν κοινωνικές εισφορές εντελώς δυσανάλογες με τον μισθό που καταβάλλεται, οι δε Φιλιππινέζοι εργαζόμενοι οφείλουν να καταβάλλουν φόρο εισοδήματος που δεν έχει καμία σχέση με το ύψος του μισθού αυτού.
15.
Κατά το Seebetriebsrat, η εν λόγω «ενίσχυση», δεν αφορά μόνο τις κοινωνικές επιβαρύνσεις των επιχειρήσεων, αλλά οφείλεται, εξ ορισμού, στους όρους αμοιβής, οι οποίοι υπολείπονται πατά πολύ από το ελάχιστο όριο μισθού που προβλέπουν οι γερμανικές συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τους αντίστοιχους επαγγελματικούς κλάδους ναυτικών.
16.
Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, η χρηματοδότηση της «ενισχύσεως» προέρχεται ουσιαστικά από ιδιωτικούς πόρους.
17.
Βέβαια, στην κατά παράδοση νομολογία του Δικαστηρίου τονίζεται συχνά ότι:
«το άρθρο 92 αφορά το σύνολο των κρατικών ενισχύσεων ή των ενισχύσεων που χορηγούνται με κρατικούς πόρους, χωρίς να συντρέχει λόγος διακρίσεως μεταξύ ενισχύσεως που χορηγείται απευθείας από το κράτος ή από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς που το τελευταίο ιδρύει ή ορίζει ως υπεύθυνους για τη διαχείριση της ενίσχυσης» ( 10 ).
18.
Ωστόσο, το Δικαστήριο ουδέποτε αποφάνθηκε ρητώς ως προς το αν μέτρο που ελαφρύνει το κόστος ορισμένων επιχειρήσεων μπορεί να χαρακτηρισθεί ενίσχυση, στην περίπτωση που δεν υπάρχει οικονομική συνεισφορά εκ μέρους του Δημοσίου ή άλλου φορέα, δημόσιου ή ιδιωτικού, στον οποίο έχει ανατεθεί η διαχείριση της ενίσχυσης.
19.
Πράγματι, κατά την απόφαση του Δικαστηρίου που αφορούσε την ιταλική υφαντουργία ( 11 ), η μείωση των κοινωνικών επιβαρύνσεων που βαρύνουν συνήθως τους
εργοδότες του κλάδου της υφαντουργίας εβάρυνε τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως, το δε Δικαστήριο έκρινε ότι «δεδομένου ότι τα κεφάλαια αυτά συντίθενται από υποχρεωτικές εισφορές που επιβάλλει η νομοθεσία του κράτους και κατανέμονται και διοικούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, πρέπει να θεωρηθούν ως κρατικοί πόροι, κατά την έννοια του άρθρου 92, μολονότι διοικούνται από φορείς ανεξάρτητους σε σχέση με τις δημόσιας αρχές» ( 12 ).
20.
Το ίδιο στην υπόθεση Steinike και Weinlig ( 13 ), ένα ταμείο προωθήσεως των πωλήσεων προϊόντων της γεωργίας, της δασοπονίας και της βιομηχανίας τροφίμων της Γερμανίας (Absatzförderungsfonds der deutschen Land-, Forst-und Ernährungswirtschaft), που ιδρύθηκε με ομοσπονδιακό νόμο, είχε ως αντικείμενο μέσω οργανισμού ο οποίος έφερε την επωνυμία «Centrale Marketing-Gesellschaft der deutschen Agrarwirtschaft», τον οποίο χρηματοδοτούσε και ήλεγχε, να προωθήσει τις πωλήσεις και την εκμετάλλευση γερμανικών προϊόντων ( 14 ).
21.
Το Δικαστήριο με την απόφαση του αυτή αποφάνθηκε ότι,
«ωστόσο, για την εφαρμογή του άρθρου 92 πρέπει κυρίως να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της ενισχύσεως επί των επωφελούμενων επιχειρήσεων ή παραγωγών, και όχι η κατάσταση των φορέων που προβαίνουν στη διανομή ή τη διαχείριση της ενισχύσεως» ( 15 ).
22.
Στην απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 16 ), το Caisse nationale de crédit agricole (Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Πίστεως) χρηματοδοτοΰσε, από τα διαχειριστικά του πλεονάσματα, ένα «επίδομα αλληλεγγύης» υπέρ των περισσότερο πληγέντων γεωργών. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
«το άρθρο 92 της Συνθήκης διέπει ενίσχυση, η οποία, όπως το επίδικο επίδομα αλληλεγγύης, αποφασίστηκε και χρηματοδοτήθηκε από δημόσιο ίδρυμα, η εκτέλεση της οποίας εξαρτάται από την έγκριση των δημόσιων αρχών, οι λεπτομέρειες χορηγήσεως της οποίας αντιστοιχούν προς εκείνες μιας συνήθους κρατικής ενισχύσεως (...)» ( 17 ).
23.
Στην απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής ( 18 ), επρόκειτο για ένα βιομηχανικό ταμείο εκσυγχρονισμού (FIM), το οποίο είχε ιδρύσει η Γαλλική Κυβέρνηση και το οποίο συνέβαλλε στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων υπό μορφή δανείων με επιτόκιο χαμηλότερο του επιτοκίου της αγοράς. Το ταμείο αυτό είχε ως πηγή εσόδων το προϊόν των «λογαριασμών βιομηχανικής αναπτύξεως» (των Codevi), ιδιωτικών, εξαιρετικά βραχυπρόθεσμων, λογαριασμών ταμιευτηρίου απαλλαγμένων από φόρο εισοδήματος. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι συμφωνά με τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της Επιτροπής, τις οποίες δεν αντέκρουσε η Γαλλική Κυβέρνηση,
«ο συνδυασμός της φορολογικής απαλλαγής των Codevi και της μετατροπής του προϊόντος τους σε δάνεια FIM ισοδυναμεί με χορήγηση επιδοτήσεως επιτοκίου στις δανειοδοτοΰμενες επιχειρήσεις σε βάρος των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου» ( 19 ).
24.
Στην υπόθεση Ελλάς κατά Επιτροπής ( 20 ) το Δικαστήριο διαπίστωσε την επιστροφή τόκων στις εξαγωγικές επιχειρήσεις, στην οποία προέβη η Ελληνική Δημοκρατία, «μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ενήργησε στον τομέα αυτόν υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους», και ότι «οι τράπεζες κατέβαλαν την επιστροφή τόκων ή απέστειλαν τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία προέβη στη σχετική καταβολή» ( 21 ), και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συντρέχει περίπτωση ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1.
25.
Μολονότι άλλες αποφάσεις υπογραμμίζουν κυρίως την ύπαρξη πράξεων που μπορούν να καταλογιστούν στις δημόσιες αρχές, ωστόσο διαπιστώνεται ότι ακόμα και σ' αυτές τις υποθέσεις, υπάρχει ένας ενδιάμεσος φορέας μεταξύ εκείνων που «εισφέρουν» — δηλαδή το σύνολο των εργαζομένων, καταναλωτών και επιχειρηματιών τους οποίους βαρύνει, τελικώς, η χρηματοδότηση της ενισχύσεως — και των επωφελούμενων από την ενίσχυση.
26.
Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 22 ) που αφορούσε τα έξοδα αποθεματοποίησης ζάχαρης, οι παραγωγοί τεύτλων κατέβαλλαν εισφορά υπολογιζόμενη επί των ενισχύσεων που είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν βάσει κοινοτικού κανονισμού, το προϊόν της οποίας χρηματοδοτούσε ειδικό ταμείο το οποίο επέστρεφε στις οικείες βιομηχανίες ζάχαρης ένα μέρος από τα έξοδα αποθεματοποίησης. Τόσο η εισφορά όσο και το ειδικό ταμείο είχαν συσταθεί με διεπαγγελματικές συμφωνίες μεταξύ των αντιπροσωπευτικών φορέων της βιομηχανίας ζάχαρης και των αντίστοιχων φορέων των καλλιεργητών τεύτλων. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι
«η επέμβαση των ιταλικών αρχών δεν περιορίστηκε στην εξουσιοδότηση του ταμείου αντισταθμίσεως να ενεργεί ως πληρεξούσιος των μερών που μετέσχαν στις διεπαγγελματικές συμφωνίες. Πράγματι, οι συμφωνίες περιλαμβάνουν διάφορα στοιχεία, που δεν έχουν σχέση με συμφωνία που συνήφθη ελευθέρως μεταξύ ιδιωτικών οργανισμών. Έτσι, ο Υπουργός Γεωργίας διαπίστωσε ότι η συμφωνία συνήφθη και ότι, υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκε, θα έχει υποχρεωτική ισχύ erga omnes· καθόσον αφορά τη συμφωνία που αναφέρεται στην περίοδο εμπορίας 1977-1978, της διαπιστώσεως αυτής προηγείται ένα προοίμιο, για το οποίο ο Υπουργός δηλώνει ότι το περιεχόμενο του αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας· οι συμφωνίες αρχίζουν να ισχύουν από της θεσπίσεως των μέτρων εκτελέσεως που έλαβε η CIP ( 23 )· τέλος, οι συμφωνίες ιδρύουν μια “ισομερή επιτροπή”, πρόεδρος της οποίας είναι εκπρόσωπος του Υπουργού, η οποία πρέπει να διευκολύνει την εφαρμογή των διατάξεων της συμφωνίας και να θεσπίσει ορισμένες εκτελεστικές διατάξεις» ( 24 ),
καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι
«η σύναψη και η εφαρμογή των διεπαγγελ-ματικών συμφωνιών, οι ενέργειες του ταμείου αντισταθμίσεως της ζάχαρης και οι πράξεις που θέσπισε η CIP και ο Υπουργός Γεωργίας συνδέονται με τόσο στενούς δεσμούς ώστε είναι αδύνατο να διαχωριστούν. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι οι διεπαγγελματικές συμφωνίες αποτελούν τμήμα συνόλου μέτρων, τα οποία αποβλέπουν στην υποστήριξη της ιταλικής βιομηχανίας ζάχαρης και των οποίων την ευθύνη φέρει η Ιταλική Κυβέρνηση» ( 25 ).
27.
Στην απόφαση Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 26 ), η οποία αφορούσε τις προτι-μησιακές τιμές φυσικού αερίου για τους Ολλανδούς καλλιεργητές δενδροκηπευτικών, η δε εμπλεκόμενη εταιρία Gasunie ήταν εταιρία ιδιωτικού δικαίου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι,
«πρώτον, οι μετοχές της Gasunie έχουν κατανεμηθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το ολλανδικό Δημόσιο να κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50 % των μετοχών και να διορίζει το ήμισυ των μελών του διοικητικού συμβουλίου, του οργάνου του αρμόδιου, μεταξύ άλλων, για τον καθορισμό των τιμών. Δεύτερον, ο Υπουργός Οικονομίας έχει εξουσία εγκρίσεως των τιμών που καθορίζει η Gasunie, πράγμα που σημαίνει, ασχέτως του τρόπου κατά τον οποίο ασκείται αυτή η εξουσία, ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να εμποδίζει την εφαρμογή των τιμών που δεν της είναι αρεστές. Τέλος, σε δύο περιπτώσεις οι παρεμβάσεις της Επιτροπής προς την Ολλανδική Κυβέρνηση για την τροποποίηση της τιμής που ίσχυε για τους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών είχαν ως αποτέλεσμα τη συμμόρφωση της Gasunie και του Landbouwschap ( 27 ). Αυτό συνέβη, για πρώτη φορά, ύστερα από την απόφαση 82/73 της Επιτροπής, που καταργήθηκε μετεγενέστερα, και, για δεύτερη φορά, ύστερα από την απόφαση 85/215, της οποίας το σύννομο αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση» ( 28 ),
αποφαινόμενο ότι
«από τα στοιχεία αυτά, θεωρούμενα στο σύνολο τους, καταδεικνύεται ότι, όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών του αερίου, η Gasunie ουδόλως διαθέτει πλήρη αυτονομία, αλλά ενεργεί υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες των δημοσίων αρχών. Κατά συνέπεια, αποδεικνύεται ότι η Gasunie δεν μπορούσε να ορίσει την τιμή αυτή χωρίς να λάβει υπόψη τις απαιτήσεις των δημοσίων αρχών» ( 29 ),
και ότι
«η διαπίστωση αυτή αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο καθορισμός της επίδικης τιμής είναι αποτέλεσμα ενεργειών του ολλανδικού κράτους και, επομένως, είναι ενδεχόμενο να εμπίπτει στην έννοια της ενισχύσεως που χορηγείται από κράτος μέλος, έννοια που αναφέρεται στο άρθρο 92 της Συνθήκης» ( 30 ).
28.
Η παρούσα υπόθεση έχει την ιδιομορφία ότι δεν υφίσταται κανένας ενδιάμεσος φορέας, που να έχει ιδρυθεί από το κράτος, μεταξύ εκείνων που χρηματοδοτούν την «ενίσχυση», δηλαδή των ναυτικών που έχουν την ιθαγένεια τρίτων χωρών, και των επωφελούμενων, στην παρούσα δηλαδή υπόθεση των Γερμανών εφοπλιστών.
29.
Στην υπόθεση Norddeutsches Vieh- und Fleischkontor ( 31 ) ο γενικός εισαγγελέας Verloren van Themaat είχε υποστηρίξει ότι
«είναι απολύτως δυνατόν να υποστηριχθεί ότι μία αυτόνομη χορήγηση από ένα κράτος μέλος πλεονεκτημάτων που δύνανται να μεταφραστούν σε χρήμα και τα οποία δεν χορηγούνται από τους πόρους του κράτους αυτού, εμπίπτει επίσης στην απαγόρευση του άρθρου 92 (...) Είναι δυνατές, σχετικώς, μειώσεις τιμολογίων, τις οποίες επιβάλλει ένα κράτος μέλος υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων προϊόντων, επί παραδείγματι, υπέρ εταιριών ηλεκτροπαραγωγής ή ειδικών επιχειρήσεων μεταφορών (χωρίς αντιστάθμισμα για το κόστος που προκαλεί το μέτρο)» ( 32 ).
30.
Ωστόσο, επιβάλλεται να αναφερθεί η απόφαση Van Tiggele ( 33 ), που αφορούσε σύστημα κατωτάτων τιμών για την τζινέβρα, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
«οποιοσδήποτε ορισμός και αν προσήκει στον όρο “ενίσχυση” (...) από το ίδιο το γράμμα της διάταξης ( 34 ) αυτής προκύπτει ότι το μέτρο που χαρακτηρίζεται από τον καθορισμό κατώτατης λιανικής τιμής και αποβλέπει στην ευνοϊκή μεταχείριση των διανομέων ενός προϊόντος με αποκλειστική επιβάρυνση των καταναλωτών, δεν αποτελεί ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92» ( 35 ),
καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι
«τα οφέλη κατά τη διαμόρφωση των τιμών, τα οποία συνεπάγεται η επέμβαση αυτή για τους διανομείς του προϊόντος, δεν χορηγούνται, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, με κρατικούς πόρους υπό την έννοια του άρθρου 92» ( 36 ).
31.
Το ανάλογο ζήτημα που αφορά την έννοια της «επιδοτήσεως», κατά τον κώδικα επιδοτήσεων και αντισταθμιστικών δικαιωμάτων, που θεσπίστηκε με τη συμφωνία τη σχετική με την ερμηνεία και την εφαρμογή των άρθρων VI, XVI και XXIII της ΓΣΔΕ (GATT) ( 37 ), δεν διευκρινίστηκε ρητώς μέχρι σήμερα. G. Horlick, R. Quick και Ε. Vermulst ( 38 ) αναφέρουν ότι:
«In 1960 a Working Party on Subsidies stated:
“The GATT does not concern itself with such action (subsidies) by private persons acting independently of their governments except insofar as it allows importing countries to take actions under other provisions of the Agreement ( 39 ).”
Such actions under other provisions of the agreement could be countervailing duties according to Article VI. A Working Party on Antidumping and Countervailing duties stated shortly thereafter:
“A large majority of the experts considered that it (the term subsidy) covered only subsidies granted by governments and semi-governmental bodies. Three experts considered that the word it covered all subsidies, whatever their character and whatever their origin, including also subsidies granted by private bodies”» ( 40 )
32.
Ol J.-F. Beseler και A.-N. Williams, στο βιβλίο τους που έχει τον τίτλο Anti-Dumping and Anti-Subsidy Law ( 41 ) τονίζουν τα ακόλουθα:
«The problem is important. If a subsidy were to be equated with all forms of government intervention in the economy, this would lead, in the last resort, to the potential countervailability of any kind of state intervention, whether financial or merely regulatory, for example price controls of pollution standrards.
The United States authorities appear to assimilate all forms of government intervention with subsidies.
Neither Article VI nor Article XVI of the GATT contain precise guidelines on the subject. However, the Illustrative List of export subsidies repeatedly uses such terms as “provision”, “delivery”, “exception, remission” or “grant” by governments. The last item of the list, number “1” expressly refers to “any other charge on the public account constituting an export subsidy (...)”. These references clearly imply that a financial contribution by the state is an indispensable prerequisite of a subsidy» ( 42 ).
33.
Όπως γίνεται αντιληπτό η Κοινότητα και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μια ριζικά διαφορετική γνώμη επί του θέματος.
34.
Πράγματι, το αμερικανικό δίκαιο επιτρέπει την επιβολή αντί-επιδοτήσεων προς αντιμετώπιση επιδοτήσεων που χρηματοδοτούνται από ιδιωτικά κεφάλαια ( 43 ), μολονότι, κατά τους σχολιαστές, οι αμερικανικές αρχές χρησιμοποιούν με ιδιαίτερη σύνεση τη δυνατότητα αυτή ( 44 ). G. Horlick, R. Quick παι E. Vermulst, στο προαναφερθέν άρθρο, δίνουν ωστόσο βαρύτητα στην ύπαρξη ενέργειας εκ μέρους του κράτους, ακόμα και όταν τα κεφάλαια είναι ιδιωτικά, προκειμένου να χαρακτηρίσουν ως επιδότηση ένα συγκεκριμένο μέτρο. Πράγματι, κατά τη γνώμη τους:
«In between assistance provided by the government and subsidies by private companies one could locate subsidies, provided by private companies at the order of the government. It is this government-mandaded type of assistance that the phrase “required by government action” intends to cover. A good example of this practice can be found in the 1982 Certain Steel Products from Spain Case, in which the ITA found that the Spanish government had directed banks to lend certain funds to exporting companies in Spain at preferential rates and found this to confer a countervailable subsidy» ( 45 ).
35.
Αντιθέτως, σε απόφαση της 18ης Απριλίου 1985 ( 46 ) η Επιτροπή εξέφρασε ρητώς την άποψη της σχετικώς τονίζοντας ότι: «Στο διεθνές εμπόριο, η επιδότηση χαρακτηρίζεται, πριν από ο, τιδήποτε άλλο, από οικονομική συνεισφορά των δημόσιων αρχών. Αυτό προκύπτει συγκεκριμένα από το σημείο 1 του ενδεικτικού καταλόγου του κώδικα επιδοτήσεων. Ο κατάλογος αυτός, που προσαρτάται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2176/84 ( 47 ), αναφέρει σαφώς ότι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη οποιασδήποτε επιδότησης είναι η επιβάρυνση του Δημοσίου. Η εξομοίωση με επιδότηση άλλων πρακτικών εκτός από εκείνες που συνεπάγονται επιβάρυνση για το Δημόσιο, θα ήταν καταχρηστική. Πράγματι, θα οδηγούσε, τελικά, στο να χαρακτηρίζεται επιδότηση κάθε κρατική παρέμβαση στην οικονομία, είτε στον φορολογικό τομέα είτε και στις διοικητικές ακόμα ρυθμίσεις με την καθιέρωση, για παράδειγμα, ελέγχου των τιμών ή κανόνων σχετικά με τη μόλυνση.»
36.
Η άποψη αυτή της Επιτροπής επιβεβαιώθηκε, εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Fediol κατά Επιτροπής ( 48 ), ενώ η προσφεύγουσα υποστήριζε ότι η έννοια της επιδοτήσεως δεν συνεπάγεται αναγκαστικά επιβάρυνση του Δημοσίου Ταμείου, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στον ενδεικτικό πίνακα εξαγωγικών επιδοτήσεων που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 2176/84, τονίζοντας ότι
«στην τελευταία παράγραφο του πίνακα αυτού χαρακτηρίζεται ως επιδότηση των εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου XVI της ΓΣΔΕ (GATT) “κάθε άλλη επιβάρυνση για το Δημόσιο” ( 49 ),
και αποφαινόμενο ότι
«τόσο από το γράμμα της γενικής αυτής διατάξεως όσο και από τα άλλα παραδείγματα που αναφέρονται στον κατάλογο προκύπτει ότι η έννοια της επιδοτήσεως των εξαγωγών προϋποθέτει αναγκαστικά, κατά τον κοινοτικό νομοθέτη, την άμεση ή έμμεση χρηματική επιβάρυνση δημοσίων οργανισμών» ( 50 ).
37.
Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί ενός ζητήματος που αγγίζει τον πυρήνα δυσχερών προβλημάτων που ευρύτατα αναλύθηκαν στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ.
38.
Ο γενικός εισαγγελέας Mancini, στις προτάσεις του επί της προαναφερθείσας υπόθεσης Fediol κατά Επιτροπής, στηρίχθηκε, προκειμένου να υποστηρίξει την άποψη που τελικώς υιοθέτησε το Δικαστήριο, «στον τρόπο με τον οποίο η Συνθήκη — η οποία, ας μην ξεχνάμε, είναι συμφωνία διεθνούς δικαίου — παρουσιάζει το συγγενές φαινόμενο της ενισχύσεως», τονίζοντας στη συνέχεια ότι κατά τη γνώμη του η ενίσχυση, «κατά το άρθρο 92 (...), συνίσταται σε κρατικό μέτρο που έχει επίπτωση στους κρατικούς πόρους και σκοπό την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής» ( 51 ).
39.
Η Επιτροπή, προς στήριξη της απόψεως της ότι το επίδικο στη συγκεκριμένη υπόθεση μέτρο συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, αναφέρθηκε, κατά την προφορική διαδικασία, στο παράδειγμα εισφοράς που επιβάλλει κράτος μέλος επί της αγοράς ορισμένων προϊόντων και η οποία καταβάλλεται σε Ταμείο μέσω του οποίου τα συγκεντρού-μενα ποσά διοχετεύονται σε συγκεκριμένη επιχείρηση. Κατά την άποψη της ένα τέτοιο μέτρο θα έπρεπε αναμφισβήτητα να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1.
40.
Νομίζω ότι ενόψει των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης επιβάλλεται να αναφερθώ σε ένα ακόμα πιο ακραίο παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι το κράτος θεσπίζει διάταξη που υποχρεώνει τους ιδιώτες — καταναλωτές, εργαζόμενους, εμπορικές εταιρίες ή οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ιδιωτών — να καταβάλουν ορισμένα ποσά σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή σε συγκεκριμένο βιομηχανικό κλάδο. Κατά τη γνώμη μου, το ratio legis του άρθρου 92, δηλαδή η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων ποου βρίσκονται στην ίδια ανταγωνιστική θέση, θα επέβαλλε τον χαρακτηρισμό ενός τέτοιου μέτρου ως ενισχύσεως. Ο «κρατικός» χαρακτήρας που πρέπει κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, να υπάρχει αναφέρεται μάλλον στην αρχή από την οποία προέρχεται το μέτρο — το κράτος και οι άλλοι φορείς δημόσιας εξουσίας — το οποίο διαταράσσει τις ομαλές συνθήκες της αγοράς και όχι στον φορέα ή στο πρόσωπο που χρηματοδοτεί την ενίσχυση. Τα έσοδα του κράτους προέρχονται από τους ιδιώτες οι οποίοι το χρηματοδοτούν μέσω των αμέσων ή εμμέσεων φόρων, τελικώς δε ανεξάρτητα από τη φύση και τον αριθμό των φορέων που μεσολαβούν, η χρηματοδότηση της ενισχύσεως, περισσότερο ή λιγότερο έμμεσα, βαρύνει, εν πάση περιπτώσει, τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις. Κατά τη γνώμη μου, όπως το Δικαστήριο έχει τονίσει στην απόφαση του Steinike και Weinlig ( 52 ),
«πρέπει κυρίως να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες της ενισχύσεως επί των επωφελούμενων επιχειρήσεων και παραγωγικών κλάδων» ( 53 ).
Συνεπώς, η προέλευση των σχετικών ποσών δεν χρειάζεται να λαμβάνεται ειδικώς υπόψη.
41.
Εφόσον μια επιχείρηση ευνοείται από μέτρο εξαιρέσεων που προκύπτει από συγκεκριμένη συμπεριφορά του κράτους, ανεξάρτητα από την πηγή χρηματοδοτήσεως, οι όροι ανταγωνισμού επηρεάζονται και, επομένως, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης.
42.
Εάν η Γερμανική Κυβέρνηση είχε συστήσει ειδικό Ταμείο, τροφοδοτούμενο από υποχρεωτικές εισφορές επιβαλλόμενες επί του μισθού του καταβαλλομένου στους ναυτικούς που έχουν την ιθαγένεια τρίτων κρατών, το οποίο θα χρηματοδοτούσε τις επενδύσεις των Γερμανών εφοπλιστών, δεν θα υπήρχε αμφιβολία ότι το μέτρο αυτό θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 92 και 93. Η έλλειψη ενδιαμέσου στην παρούσα υπόθεση δεν νομίζω ότι αποτελεί κρίσιμο στοιχείο.
43.
O «κρατικός» χαρακτήρας του μέτρου πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αφορά μόνο το ζήτημα του καταλογισμού. Ειδικότερα, πρέπει να εξετάζεται αν η ενίσχυση προκύπτει από ενέργεια δυνάμενη να καταλογιστεί στο κράτος. Στην υπόθεση Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 54 ), ενώ η Gasunie ήταν ιδιωτική εταιρία, μέρος του κεφαλαίου της οποίας ανήκε στο ολλανδικό Δημόσιο, το Δικαστήριο με προσοχή εξέτασε κάθε πιθανότητα επηρεασμού των αποφάσεων της Gasunie από την Ολλανδική Κυβέρνηση ως προς το ζήτημα του καθορισμού των τιμολογίων ( 55 ). Μερικές φορές πρόκειται, απλώς, για νομοθετικά, κανονιστικά ή διοικητικά μέτρα. Στην προκειμένη υπόθεση το μέτρο που ίσως χαρακτηρισθεί ενίσχυση επιβλήθηκε με ομοσπονδιακό νόμο και, επομένως, το ζήτημα αν μπορεί ή όχι να καταλογιστεί στο κράτος δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία.
44.
Εξάλλου, ως προς το θέμα αυτό, δεν επιτρέπεται να δοθεί βαρύτητα στον εκούσιο χαρακτήρα του μέτρου. Εφόσον αυτό προκύπτει από συγκεκριμένη ενέργεια στην οποία εκουσίως προέβη κράτος μέλος, το γεγονός ότι η επίδικη διάταξη παρέχει, απλώς, δυνατότητα ενεργείας δεν αποτελεί στοιχείο επαρκές για την εξαίρεση της διατάξεως αυτής από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1. Πράγματι, η δομή της αγοράς και ο έντονος ανταγωνισμός που επικρατεί στην Κοινότητα μπορεί να έχει στην πράξη ως συνέπεια ότι όλες οι επιχειρήσεις που μπορούν να επωφεληθούν από το μέτρο αυτό χρησιμοποιούν την παρεχόμενη δυνατότητα για μείωση του λειτουργικού τους κόστους. Ενισχύσεις για την εγκατάσταση επιχειρήσεων σε συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη στερούνται, επίσης, υποχρεωτικού χαρακτήρα, ούτε είναι στην περίπτωση αυτή ευκολότερη η εκ των προτέρων εξακρίβωση του ακριβούς αριθμού των επωφελούμενων. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι τέτοια μέτρα συνιστούν ενισχύσεις.
45.
Η απόφαση Van Tiggele ( 56 ) εξηγείται ασφαλώς από τη ειδική φύση των κανονιστικών ρυθμίσεων περί τιμών, οι οποίες, εξάλλου, δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ όταν μπορούν, όπως στην περίπτωση καθορισμού ελαχίστων τιμών, να καταστήσουν δυσχερέστερη τη διάθεση εισαγομένων προϊόντων. Αναμφίβολα ο χαρακτήρας τους ως γενικών μέτρων δεν επιτρέπει, επίσης, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις ( 57 ), να θεωρηθούν ipso facto ως ενισχύσεις. Πολύ σύντομα θα εξετάσω το τόσο λεπτό ζήτημα των γενικών μέτρων.
46.
Συνεπώς, η παρούσα υπόθεση δίνει την ευκαιρία, συμβάλλοντας στην εξέλιξη του κοινοτικού δικαίου των ενισχύσεων, να ξεκινήσει μία παράλληλη εξέλιξη του δικαίου κατά των επιδοτήσεων που θα έδινε την ευκαιρία στην Επιτροπή, κατά το πρότυπο της ομολόγου της αμερικανικής αρχής, να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα μέτρα που θίγουν τα εμπορικά συμφέροντα της Κοινότητας. Όπως υπογράμμισε ο Η. Lesguillons, αφού προηγουμένως αναφέρθηκε στην άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή στην προαναφερθείσα υπόθεση Fediol κατά Επιτροπής ( 58 ), «η Επιτροπή κατά κάποιον τρόπο περιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ και τις δικές της εκτιμήσεις σχετικά με τις ενισχύσεις των κρατών μελών προς επιχειρήσεις τους, καθώς επίσης και από τα κοινοτικά συστήματα παροχής ενισχύσεων σε επιχειρήσεις. Μια γενικότερη συνέπεια θα ήταν επιβεβλημένη».
47.
Βεβαίως, μολονότι η ενίσχυση μπορεί να χρηματοδοτηθεί απευθείας από ιδιώτες, ωστόσο, σειρά κανόνων κρατικής προελεύσεως, από τη στιγμή που παρέχουν σε ορισμένες επιχειρήσεις ή βιομηχανικούς κλάδους τη δυνατότητα περιορισμού του κόστους παραγωγής ή εμπορίας μπορούν, ενδεχομένως, να χαρακτηρισθούν ενισχύσεις. Κατά την προφορική διαδικασία η Γερμανική Κυβέρνηση ανέφερε το παράδειγμα νομοθετικής ρυθμίσεως κατά την οποία δεν υπόκεινται όλες οι επιχειρήσεις στις διατάξεις του νόμου που αφορούν την προστασία στο θέμα των απολύσεων ή την υποχρέωση συνδιαχειρίσεως των επιχειρήσεων. Στην περίπτωση αυτή, κατά τη γνώμη μου, παρεμβαίνει το κριτήριο της «επιλεκτικότητας της ενισχύσεως» ( 59 ), προκειμένου να διακριθούν τα γενικά αυτά μέτρα από την έννοια της ενισχύσεως. Στην προϋπόθεση αυτή ρητώς αναφέρεται το άρθρο 92, παράγραφος 1, κατά το οποίο η ενίσχυση πρέπει να ευνοεί «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής».
48.
Πρόκειται για πολύ λεπτό ζήτημα ως προς το οποίο η νομολογία του Δικαστηρίου είναι σχετικώς περιορισμένη. Στην απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 60 ), το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι η επιβολή προτιμησιακού προεξοφλητικού συντελεστή για τις εξαγωγές δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ενίσχυση επειδή ευνοεί όλα τα εξαγόμενα εγχώρια προϊόντα ( 61 ). Επίσης, στο πλαίσιο εξετάσεως προσφυγής παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας ( 62 ) το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την Επιτροπή η οποία έκρινε ως ενίσχυση την εν μέρει πρόσδοση φορολογικού χαρακτήρα στις εργοδοτικές εισφορές η οποία είχε ως συνέπεια μεγαλύτερη μείωση αυτών των εισφορών στο πλαίσιο του συστήματος ασφαλίσεως υγείας για τις γυναίκες μισθωτούς παρά για τους άνδρες μισθωτούς, με αποτέλεσμα να ευνοούνται ορισμένοι ιταλικοί κλάδοι παραγωγής που χρησιμοποιούσαν πολύ περισσότερο γυναικείο εργατικό δυναμικό. Στις προτάσεις της επί της υποθέσεως αυτής, η γενική εισαγγγελέας Rozès τόνισε ότι
«η Επιτροπή εντούτοις δέχθηκε ότι, με την προοπτική της επεκτάσεως σε όλους τους κλάδους της ιταλικής οικονομίας του συστήματος της αναλήψεως από το κράτος των εργοδοτικών εισφορών για ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθενείας, οι διατάξεις που θεσπίστηκαν από τον νόμο 33 της 23ης Φεβρουαρίου 1980 αποτελούσαν απλώς μια πρώτη φάση και εμφάνιζαν αρκετά γενικό χαρακτήρα, έτσι ώστε να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, πλην του σημείου περί εγκρίσεως μεγαλύτερης μειώσεως υπέρ του γυναικείου εργατικού δυναμικού. Η μείωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να ευνοηθούν θερισμένοι κλάδοι ιδιαίτερα δυναμικοί στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών οι οποίοι χρησιμοποιούν εργατικό δυναμικό κυρίως γυναικείο και για τον λόγο αυτό η μείωση αποτελούσε ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά» ( 63 ).
49.
Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( 64 ), η Επιτροπή υποστήριξε ότι κυβερνητικά μέτρα που ευνοούν το σύνολο της εθνικής παραγωγής σε σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα, πρέπει να θεωρηθούν ως πολύ γενικά για να περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1. Ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στις προτάσεις του επί της ιδίας υποθέσεως, υποστήριξε, ωστόσο, αντίθετη γνώμη. Διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη σχετικά με το άρθρο 92:
«Η διάταξη αυτή έχει συχνά ερμηνευθεί κατά τρόπον ώστε η αναφορά σε “ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής” να έχει μία αυστηρώς περιορισμένη έννοια: με άλλα λόγια, ως εάν οι μόνες κρατικές ενισχύσεις που κρίνονται ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά να ήταν εκείνες που έχουν κλαδικό χαρακτήρα. Πιστεύω, όμως, ότι η ερμηνεία αυτή είναι εσφαλμένη. Αρκεί να παρατηρηθεί ότι, μεταξύ των κατηγοριών ενισχύσεων που έχουν κριθεί ότι συμβιβάζονται ή δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά (παράγράφοι 2 και 3 του αναφερθέντος άρθρου 92), ορισμένες έχουν ένα οπωσδήποτε μη κλαδικό χαρακτήρα (όπως οι ενισχύσεις που προορίζονται να επανορθώσουν ζημίες που προκλήθηκαν από θεομηνίες ή εκείνες που έχουν σκοπό την άρση μιας σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους). Δεν βλέπω γιατί θα ήταν αναγκαίο να αναφερθούν τέτοιες ενισχύσεις, αν ο γενικός κανόνας του ασυμβιβάστου που περιέχεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου αφορούσε μόνο τις κλαδικές ενισχύσεις. Εν πάση περιπτώσει, πέραν της διατυπώσεως του άρθρου 92, νομίζω ότι είναι εντελώς δικαιολογημένο να γίνεται λόγος για μια γενική αρχή απαγορεύσεως των κρατικών ενισχύσεων προς την εθνική παραγωγή, για να αποφευχθεί η ασυνέπεια να θεωρούνται απαγορευμένες οι κλαδικές ενισχύσεις και νόμιμες οι ενισχύσεις ενός ευρύτερου χαρα-κτήρος» ( 65 ).
50.
Συμφωνώ με την άποψη αυτή. Ωστόσο, επιθυμώ όπως και ο C. Quigley ( 66 ) να τονίσω ότι «the dividing line between general aids and general measures of economic policy may be rather obscure». Πρέπει να προσδιοριστεί η ύπαρξη ενός ειδικού παράγοντα βάσει του οποίου ένα μέτρο γενικής ισχύος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση. Από τη μελέτη της νομολογίας του Δικαστηρίου καταλήγω μάλλον στο συμπέρασμα ότι το μόνο θεμελιώδες στοιχείο που απαιτείται για την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, είναι ο εξαιρετικός χαρακτήρας του μέτρου, εκ της φύσεως του, σε σχέση με την οικονομία του γενικού συστήματος στο οποίο εντάσσεται.
51.
Αυτό συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το ratio decidendi της αποφάσεως του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 67 ) με την οποία χαρακτηρίστηκε ως ενίσχυση η θέσπιση προτιμησιακού προεξοφλητικού συντελεστή για τις εξαγωγές. Η εξαίρεση συνίσταται στην περίπτωση αυτή στη θέσπιση ειδικού συντελεστή, χαμηλότερου από εκείνον που γενικώς εφαρμόζεται.
52.
Το ίδιο και στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 68 ), στην οποία η Επιτροπή χαρακτήρισε την ενίσχυση ως συνιστάμενη στη σημαντικότερη μείωση των εργοδοτικών εισφορών στο ταμείο ασφαλίσεως υγείας υπέρ του γυναικείου εργατικού δυναμικού. Στην απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που αφορούσε την ιταλική υφαντουργία, το Δικαστήριο, επίσης, διαπίστωσε ότι το συγκεκριμένο μέτρο εξαιρούσε μερικώς «τις επιχειρήσεις συγκεκριμένου βιομηχανικού τομέα από τις χρηματικές επιβαρύνσεις που συνεπαγόταν η κανονική εφαρμογή του γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, χωρίς η εξαίρεση αυτή να δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του εν λόγω συστήματος» ( 69 ).
53.
Η αναφορά στη δυνατότητα δικαιολο-γήσεως της εξαιρέσεως «λόγω της φύσεως ή της οικονομίας» του συστήματος, αποδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να δειχθεί ο εξαιρετικός χαρακτήρας της επιδίκου διατάξεως σε σχέση με αυτό που συνιστά, κατά κάποιον τρόπο, τη «φυσιολογική νομική κατάσταση».
54.
Αναμφίβολα η νομολογία του Δικαστηρίου η σχετική με τη συμμετοχή του Δημοσίου στο κεφάλαιο επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα αποτελεί, επίσης, παράδειγμα εφαρμογής του ιδίου κριτηρίου. Πράγματι, η συμμετοχή στο κεφάλαιο επιχειρήσεων υπό όρους υπό τους οποίους θα είχε συμμετάσχει ιδιώτης επενδυτής, χαρακτηρίζει την έννοια της ενισχύσεως στις περιπτώσεις αυτές ( 70 ). Στην «κλασική» περίπτωση χορηγήσεως από το Δημόσιο σε μια επιχείρηση επιδοτήσεως ή δανείου με ευνοϊκό επιτόκιο, ο εξαιρετικός χαρακτήρας υφίσταται είτε διότι δεν αποτελεί φυσική ενέργεια του Δημοσίου η χρηματοδότηση ιδιωτών, είτε διότι οι όροι υπό τους οποίους έγινε η παρέμβαση του Δημοσίου δεν συνιστούν τους όρους της αγοράς.
55.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η αναφορά αυτή στον εξαιρετικό χαρακτήρα της ενισχύσεως παραπέμπει σε πολιτικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις ως προς τον ρόλο του κράτους και τα όρια της παρεμβάσεως του στον χώρο της οικονομίας. Το στοιχείο αυτό δεν πρέπει να θεωρείται περίεργο, καθόσον η ratio legis του άρθρου 92 είναι η υπαγωγή σε κοινό έλεγχο των κρατικών παρεμβάσεων που βαίνουν πέραν της γενικής νομοθετικής πλαισιώσεως των οικονομικών δραστηριοτήτων, ιδίως στον φορολογικό και κοινωνικό τομέα. Η έννοια της εξαιρέσεως παρέχει, κατά τη γνώμη μου, τη δυνατότητα, πολύ περισσότερο από τον προσδιορισμό της ταυτότητας των επωφελούμενων, διακρίσεως μεταξύ των ενισχύσεων και των γενικών μέτρων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
56.
Πράγματι, όπως υπογραμμίζει ο M.-J. Sussman ( 71 ), σχετικά με την έννοια της επιδοτήσεως όπως αυτή χρησιμοποιείται στην αμερικανική νομοθεσία περί εφαρμογής των διατάξεων της ΓΣΔΕ:
«No government benefit is used by every citizen; all accure to specific sectors. For example, paved roads are mainly used only by vehicle drivers, and in developing countries, large portions of the population may gain little from such benefits; government support of employee training, such as the United States provides, accrues only to industries that have such programs; and government provision of copper at prices just slightly above cost is a benefit which accrues only to users and consumers of copper» ( 72 ).
57.
Βεβαίως, είναι πολύ εύκολος ο προσδιορισμός της ταυτότητας των επιμέρους επωφελούμενων από την ενίσχυση, όταν αυτή έχει τη μορφή καταβολής ορισμένου κεφαλαίου σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ωστόσο, ενόψει ενός μέτρου γενικής ισχύος, αποκαλύπτεται η αδυναμία του κριτηρίου αυτού, διότι, όπως εξηγεί ο προαναφερθείς συγγραφεύς, ακόμα και τα μέτρα γενικής ισχύος ευνοούν, σε τελική ανάλυση, μόνον ορισμένους. Ομοίως, όταν πρόκειται για εξαιρετικό μέτρο που ευνοεί π.χ. τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, είναι αδύνατο να προσδιοριστούν εκ των προτέρων οι ωφελούμενοι. Στην περίπτωση αυτή νομίζω ότι η ενίσχυση πρέπει να χαρακτηριστεί, ως εκ της φύσεως της, ως εξαίρεση.
58.
Η διάκριση μεταξύ του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 92 και 93, αφενός, και των άρθρων 99 έως 102 της Συνθήκης ΕΟΚ, αφετέρου, δεν είναι εύκολη. Κατά τη γνώμη μου, ένα μέτρο έχει εξαιρετικό χαρακτήρα όταν δεν εφαρμόζεται επί όλων των επιχειρήσεων ή όλων των βιομηχανικών κλάδων οι οποίοι, ως εκ της φύσεως και της οικονομίας τον ζητήματος, θα μπορούσαν να επωφεληθούν.
59.
Το παράδειγμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 73 ) φωτίζει το ζήτημα αυτό. Ο καθορισμός ανά-εξοφλητικού συντελεστή για όλα τα γαλλικά προϊόντα, είτε προορίζονται είτε όχι για εξαγωγή, αποτελεί μέτρο γενικής ισχύος το οποίο, κατά τη γνώμη μου, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση, έστω και αν ο συντελεστής αυτός ήταν χαμηλότερος από τον εφαρμοζόμενο σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας. Τέτοιες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού έναντι επιχειρήσεων που αναπτύσσουν τη δραστηριότητα τους σε άλλα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αποφευχθούν με την εφαρμογή των άρθρων 99 έως 102 της Συνθήκης. Αντιθέτως, όταν ο προτιμησιακός συντελεστής αφορά μόνο τα εξαγόμενα προϊόντα, υφίσταται ένα πλεονέκτημα στο εσωτερικό της αγοράς του οικείου κράτους υπέρ των εξαγωγικών επιχειρήσεων. Από τη στιγμή που το πλεονέκτημα αυτό επηρεάζει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1.
60.
Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 74 ) αποτελεί ένα άλλο παράδειγμα. Η μεγαλύτερη μείωση του συντελεστή για τις εργοδοτικές εισφορές, μόνο καθόσον αφορά το γυναικείο εργατικό δυναμικό, ευνοεί τις ιταλικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν κυρίως γυναίκες εργαζόμενες. Στην υπόθεση αυτή η Επιτροπή δέχθηκε ότι ισομερής μείωση των εργοδοτικών εισφορών θα είχε ως αποτέλεσμα την εξαίρεση του μέτρου αυτού από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92.
61.
Ορισμένοι συγγραφείς χρησιμοποιούν σχετικώς τον όρο «διάκριση» ( 75 ). Χωρίς να είναι εσφαλμένος ο όρος αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, διφορούμενος όταν χρησιμοποιείται στον τομέα των ενισχύσεων, διότι η διάκριση συνεπάγεται αναγκαστικώς την ύπαρξη επιχειρήσεων ή παραγωγικών κλάδων που βρίσκονται σε ακριβώς όμοια κατάσταση, δηλαδή ανταγωνιστική, οι οποίες αποκλείονται από το συγκεκριμένο ευεργετικό μέτρο. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση μπορεί μία ενίσχυση, κατά τη γνώμη μου, να κατευθύνεται σε ορισμένες επιχειρήσεις ή κλάδους παραγωγής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στο οικείο κράτος μέλος υπάρχουν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις ή κλάδοι παραγωγής. Εξάλλου, μια ενίσχυση, αποκλίνοντας από το πλαίσιο που θεωρείται ως κανονική εφαρμογή του συγκεκριμένου συστήματος, νοθεύει τον ανταγωνισμό προς ζημία επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επισημανθεί η ύπαρξη «διακρίσεως» στο εσωτερικό του οικείου κράτους μέλους, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια την επισήμανση μιας ανταγωνιστικής επιχειρήσεως ή κλάδου παραγωγής. Επαναλαμβάνω ότι εκείνο που κατά τη γνώμη μου απαιτείται είναι το συγκεκριμένο μέτρο να παρουσιάζει εξαιρετικό χαρακτήρα.
62.
Όπως προανέφερα, το κριτήριο της εξαιρέσεως δεν επιτρέπει να θεωρούνται, κατά τη γνώμη μου, ως ενισχύσεις φορολογικά ή κοινωνικά μέτρα γενικής ισχύος, υπό την έννοια ότι όλες οι επιχειρήσεις του οικείου κράτους μέλους μπορούν να αποκομίσουν όφελος, όπως είναι π.χ. ο καθορισμός εργοδοτικών εισφορών ή ο καθορισμός ορισμένου συντελεστή φορολογίας των εμπορικών κερδών. Εάν το επίπεδο των φορολογικών και κοινωνικών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων σε συγκεκριμένο κράτος μέλος είναι αισθητά χαμηλότερο από το επίπεδο άλλων κρατών μελών, η κατάσταση αυτή, η οποία αναμφισβήτητα επηρεάζει τον ανταγωνισμό, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με εφαρμογή των άρθρων 99 έως 102 της Συνθήκης ΕΟΚ. Δηλαδή, το γενικό πλεονέκτημα που συνεπάγεται μια τέτοια εθνική νομοθετική ρύθμιση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1· για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη συμπληρωματικού οφέλους, που να προκύπτει από την εξαίρεση που εισάγεται στη γενική νομοθεσία, ιδίως στον κοινωνικό ή φορολογικό τομέα. Κατά τη γνώμη μου, αυτό ήθελε να υπογραμμίσει το Δικαστήριο στην απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής ( 76 ), αποφαινόμενο
«ότι (...) στα άρθρα 99 έως 102, η Συνθήκη προβλέπει τους τρόπους καταργήσεως των στρεβλώσεων που προέρχονται από τις διαφορές μεταξύ των φορολογικών συστημάτων και των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των διαφόρων κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη τις διαρθρωτικές δυσκολίες ορισμένων βιομηχανικών τομέωνκαι ότι, αντιθέτως, η μονομερής τροποποίηση ορισμένου στοιχείου του κόστους παραγωγής σε έναν οικονομικό τομέα κράτους μέλους είναι ικανή να διαταράξει την υφιστάμενη ισορροπία» ( 77 ).
63.
Ο ίδιος προβληματισμός συναντάται και σχετικά με την έννοια της επιδοτήσεως όπως αυτή χρησιμοποιείται στον κώδικα επιδοτήσεων και αναλόγων δικαιωμάτων, που διατυπώθηκε στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ. Όπως υπογραμμίζουν οι J.-F. Beseler και Α.-Ν. Williams ( 78 ),
«the effects of measures of a general nature on international trade are difficult or even impossible to determine since they tend to be mitigated or counterbalanced by other macro-economic factors, such as, for example, the variation in exchange rates or the level of taxation influenced by the measures in question. In any case, any attempt to call a measure of a general nature a subsidy would be absurd because, ignoring that the policies of all modern states imply, to varying degrees, some financial intervention of the government, it would make countervailable large sections of social and economic policy».
64.
Οι ίδιοι συγγραφείς τονίζουν εξάλλου ότι
«the Community, though not having specifically mentioned this criterion in its own legislation, has therefore consistently argued in GATT that sector specificity is an indispensable requirement of any domestic subsidy» ( 79 ).
65.
Πράγματι, στην απόφαση της της 16ης Απριλίου 1985 ( 80 ), η Επιτροπή υπογράμμισε ότι «η οικονομική παρέμβαση του κράτους υπήρξε πάντα ένα από το βασικά μέσα οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής. Στο μέτρο που τα αποτελέσματα μιας τέτοιας παρέμβασης είναι γενικά, δεν υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού σε εθνικό επίπεδο. Έτσι, μέτρα που θεωρούνται γενικά ότι λαμβάνονται προς το δημόσιο συμφέρον, όπως η δημιουργία ή η βελτίωση εθνικών συστημάτων υποδομής, παιδείας, δημόσιας υγείας ή μεταφορών δεν έχουν τέτοιες συνέπειες στρέβλωσης του ανταγωνισμού. Η στρέβλωση του ανταγωνισμού προϋποθέτει ύπαρξη διάκρισης μεταξύ εκείνων που επωφελούνται από παρόμοια συστήματα. Στην περίπτωση των επιδοτήσεων εξαγωγής, η διάκριση γίνεται μεταξύ της παραγωγής που προορίζεται για την εσωτερική αγορά και εκείνης που προορίζεται για εξαγωγή. Αντίθετα, οι εγχώριες επιδοτήσεις χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι η χορήγηση τους αποσκοπεί στην παροχή πλεονεκτήματος σε ορισμένες επιχειρήσεις» ( 81 ).
66.
Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, το κριτήριο της εξειδικεύσεως μπορεί ενδεχομένως να έχει τη μορφή εξαιρέσεως από τον γενικό χαρακτήρα του συστήματος. Στην απόφαση της τη σχετική με τις εισαγωγές σόγιας από την Αργεντινή ( 82 ), ενόψει της υπάρξεως διαφορετικού συντελεστή φορολογίας κατά την εξαγωγή προϊόντων «με βάση τη σόγια», διαπίστωσε αρχικώς ότι «από τις διατάξεις της ΓΣΔΕ και από την κοινοτική νομοθεσία, στην προκειμένη περίπτωση το παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84, προκύπτει σαφώς ότι η έννοια της επιβάρυνσης για το Δημόσιο περιλαμβάνει την παραίτηση των δημοσίων αρχών από φόρους ή άλλα τέλη που οφείλει ένας φορολογούμενος. Η Επιτροπή επισημαίνει, εντούτοις, ότι η κατάσταση που εξετάζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνεπάγεται καμία τέτοια παραίτηση, αλλά μάλλον τη μη δημιουργία νέας φορολογικής υποχρέωσης. Έτσι, το να χαρακτηρίζεται γενικά σαν επιδότηση οποιαδήποτε παρόμοια μη δημιουργία υποχρέωσης θα ισοδυναμούσε με το να θεωρείται ότι το ίδιο το γεγονός της φορολόγησης από μία δημόσια αρχή ορισμένων προσώπων ή προϊόντων και η μη φορολόγηση άλλων θα έπρεπε να θεωρηθεί σαν οικονομική συνεισφορά υπέρ αυτών των τελευταίων» ( 83 ). Ωστόσο, αναγνώρισε ότι «θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αν ο παραπάνω συλλογισμός παραμένει βάσιμος, αν η νέα υποχρέωση που δημιουργείται στο δημοσιονομικό επίπεδο αποτελεί τον γενικό κανόνα και αν η μη δημιουργία παρόμοιας υποχρέωσης αποτελεί εξαίρεση στο γενικό αυτό καθεστώς» ( 84 ).
67.
Εξάλλου, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε το κριτήριο αυτό της εξαιρέσεως στην απόφαση Fecliol κατά Επιτροπής ( 85 ). Πράγματι, στην απόφαση υπογράμμισε ότι
«η έννοια της επιβαρύνσεως καλύπτει όχι μόνο την περίπτωση κατά την οποία το Δημόσιο προβαίνει στην καταβολή χρηματικών ποσών, αλλά και την περίπτωση κατά την οποία παραιτείται από την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, καθιερώνοντας έτσι εξαιρέσεις από έναν φορολογικό κανόνα γενικής ισχύος» ( 86 ),
και ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι
«το αργεντινό Δημόσιο (...) στερήθηκε ένα έσοδο το οποίο κανονικά θα είχε πραγματοποιήσει σύμφωνα με το γενικό σύστημα φορολογίας» ( 87 ).
68.
Κατά συνέπεια, το κριτήριο που προτείνω στο Δικαστήριο είναι απολύτως συνεπές με το κριτήριο που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο στη νομολογία του αναφορικά με την έννοια της επιδοτήσεως.
69.
Το αμερικανικό δίκαιο επιδεικνύει ως προς το θέμα αυτό μεγάλη αβεβαιότητα. Η Intenational Trade Administration, η οποία είναι επιφορτισμένη με την εφαρμογή του δικαίου κατά των επιδοτήσεων, χρησιμοποιεί σχετικώς το «specificity test», το οποίο γενικώς ορίζεται ως εξής: «The relevant inquiry under it is whether the benefit is bestowed upon a specific sector of the economy or is available generally to any similarly situated potential beneficiary. If the benefit is targeted to a specific sector, it is a countervailable bounty or grant. If it is made generally available to all similarly situated sectors, it is considered to be a valid non-countervailable government program, even if it has the incidental effect of encouraging exports» ( 88 ). Ωστόσο, το Court of International Trade απέρριψε το «τεστ» αυτό με την απόφαση του Cabot Corporation κατά United States ( 89 ) υπέρ μιας αναλύσεως που αφορά αποκλειστικώς τις συνέπειες των επιδίκων μέτρων.
70.
Η απόφαση αυτή έγινε δεκτή με διαφορετικά αντιδράσεις από τους Αμερικανούς σχολιαστές ( 90 ). Ο M.-J. Sussman ( 91 ) παρατηρεί σχετικώς ότι: «If a “bounty or grant” is defined for the purpose of the countervailing duty law soleby by its effects, then a subsidy will be found whenever there is a difference between the cost of production of an imported good and its cost of production in the absence of a particular government or private benefit bestowed on the producer. Under this definition, virtually every act of government is a subsidy, including such things as the construction and maintenance of roads and the provision of police and armies.»
71.
Ωστόσο, το Court of International Trade απέκλεισε από την évvota της επιδοτήσεως τα public goods, τονίζοντας ότι: «Governments provide many such goods and services because of the inability of the price system to effectively provide these goods which tend to be indivisible and collectively consumable by all citizens whether they pay for them or not (...) A public good provided by government benefits society in a collective manner. It is not conferred upon any specific enterprise or industry» ( 92 ).
72.
Ασφαλώς δεν χρειάζεται να προσδιοριστεί στο σημείο αυτό ποιο από τα άρθρα 99 έως 102 προσφέρεται περισσότερο ως βάση για την άρση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προκύπτουν από τα φορολογικά και κοινωνικά συστήματα των κρατών μελών. Όπως υπογράμμισε το 1993 ο D. Vignes ( 93 ), όταν διαπιστώνεται μετά από 14 έτη κοινοτικής ζωής ότι το άρθρο 101 χρησιμοποιήθηκε τάχιστα και δεν απετέλεσε νομική βάση για καμία κοινοτική πράξη, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν πρόκειται για διάταξη ατυχή που υπήρξε αποτέλεσμα πεπλανημένης αναλύσεως». Ωστόσο, κατά το γράμμα της, η διάταξη αυτή αφορά γενικά εθνικά μέτρα των οποίων «η διαφορά (...) νοθεύει τους όρους ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και επομένως προκαλεί στρέβλωση (...)». Ήδη από το 1956η έκθεση Spaak διέκρινε μεταξύ των γενικών στρεβλώσεων που οφείλονται στα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και φορολογικής νομοθεσίας των κρατών μελών, οι επιπτώσεις των οποίων στο κόστος των επιχειρήσεων «συνήθως αντισταθμίζεται από τους γενικούς όρους εμπορίου, ιδίως τη συναλλαγματική ισοτιμία» ( 94 ), και τις ειδικές στρεβλώσεις που αφορούν ειδικώς έναν κλάδο της οικονομίας κράτους μέλους. Η τελευταία αυτή κατηγορία εμπίπτει στο άρθρο 101. Επιβάλλεται, πάντως, να διαπιστωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχει προσδιοριστεί στη νομολογία του Δικαστηρίου το πεδίο εφαρμογής αυτού του άρθρου. Όπως αναφέρει ο D. Vignes, το άρθρο αυτό έχει μια ειδική αποστολή στο πλαίσιο του ευρύτερου πεδίου εφαρμογής του άρθρου 100. Αναμφίβολα η μη εφαρμογή του άρθρου 101 οφείλεται, επίσης, στο γεγονός ότι οι καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται η έκθεση Spaak ως εμπίπτουσες στη διάταξη αυτή («οι στρεβλώσεις προς όφελος ή προς ζημία ορισμένων βιομηχανικών κλάδων ή ορισμένου τύπου επιχειρήσεων», «διαφορά μεταξύ τιμής κόστους (...) η οποία τεχνητώς εισάγεται μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες, εξάλλου, μπορούν να έχουν τα ίδια οικονομικά ή τεχνικά χαρακτηριστικά») θα μπορούσαν σήμερα να χαρακτηρισθούν ως αποτελούσες ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1.
73.
Θα εξετάσω τώρα την εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση του κριτηρίου αυτού της «εξαιρέσεως», που πατά τη γνώμη μου απορρέει από το σύνολο της νομολογίας του Δικαστηρίου.
74.
Το ζήτημα είναι λεπτό. Το επίδικο μέτρο συνιστά εξαίρεση από το γενικό σύστημα; Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ήδη πριν από τη θέσπιση του συμπληρωματικού νηολογίου, το άρθρο 30 του εισαγωγικού νόμου του γερμανικού Αστικού Κώδικα επέτρεπε να μην εφαρμοστεί το γερμανικό δίκαιο σε μια τέτοια περίπτωση. Τη δυνατότητα αυτή επιβεβαίωσε η απόφαση του Bundesarbeitsgericht της 24ης Αυγούστου 1985 ( 95 ). Η παρεμβαίνουσα Κυβέρνηση τονίζει, επίσης, ότι και το διεθνές δίκαιο προβλέπει ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους της σημαίας. Επικαλείται, ιδίως, τη Σύμβαση της 29ης Απριλίου 1958 περί ανοικτής θαλάσσης, άρθρο 5, παράγραφος 1, και τη Σύμβαση της 19ης Ιουνίου 1980, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές ( 96 ), άρθρο 6. Ο νόμος περί συμπληρωματικού νηολογίου θεσπίστηκε απλώς προς αποσαφήνιση της καταστάσεως, δεδομένου ότι οι Γερμανοί εφοπλιστές, τουλάχιστον μέχρι την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως του Bundesarbeitsgericht, δεν είχαν πεισθεί ότι έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόζουν την εθνική τους νομοθεσία και προτιμούσαν, εν πάση περιπτώσει, να καταχωρίζουν τα πλοία τους σε νηολόγια κρατών που δεν είναι μέλη της Κοινότητας.
75.
Οι παρατηρήσεις αυτές είναι σημαντικές. Το μέτρο αυτό, ας μου επιτραπεί να το δηλώσω ευθύς αμέσως, δεν παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικό χαρακτήρα. Πρόκειται απλώς για κανόνα που καθορίζει τα όρια εφαρμογής του γερμανικού δικαίου ή, ειδικότερα, που επιτρέπει στους ιδιώτες, όταν συντρέχει στοιχείο αλλοδαπότητας, να επιλέγουν το δίκαιο που θα διέπει τις συμβάσεις τους. Όπως παρατήρησε, ορθώς κατά τη γνώμη μου, η Γερμανική Κυβέρνηση μόνο όταν είναι εφαρμοστέα η έννομη τάξη ενός κράτους μέλους, το κράτος αυτό έχει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο αυτής της εννόμου τάξεως, να λαμβάνει εξαιρετικά και ειδικά μέτρα, τα οποία υπόκεινται στην εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στην παρούσα υπόθεση η κατάσταση είναι όμοια με εκείνη κοινοτικών επιχειρήσεων οι οποίες επιλέγουν να εγκαταστήσουν τις παραγωγικές τους μονάδες σε τρίτα κράτη όπου το εργατικό κόστος είναι μικρότερο. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα μπορούσε να προταθεί η εφαρμογή του άρθρου 92 της Συνθήκης σχετικά με νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους που επιτρέπει στις επιχειρήσεις αυτές να μην εφαρμόζουν τις σχετικές με τους μισθούς ρήτρες της εσωτερικής νομοθεσίας. Η ιδιομορφία της παρούσας υπόθεσης οφείλεται στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις εμπορικής ναυτιλίας έχουν τη δυνατότητα να απασχολούν εργαζομένους που έχουν την ιθαγένεια τρίτων κρατών, χωρίς αυτοί να έχουν την κατοικία τους σε ένα από τα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, χωρίς να υποχρεούνται να ζητήσουν άδεια παραμονής σε ένα από τα εν λόγω κράτη.
76.
Δεν έχει σημασία, σχετικώς, το γεγονός ότι ο Γερμανός νομοθέτης έκρινε χρήσιμη, προκειμένου να υπογραμμιστεί η δυνατότητα αυτή, τη σύσταση συμπληρωματικού νηολογίου. Ενόψει της αποφάσεως του Bundesarbeitsgericht, η μεταρρύθμιση αυτή δεν συνιστά εξαίρεση σε σχέση με μια προηγούμενη νομική κατάσταση που καθιστούσε υποχρεωτική την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας του κράτους της σημαίας.
77.
Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η τροποποίηση προγενέστερης νομικής κατάστασης δεν συνιστά αποφασιστικό κριτήριο. Βεβαίως, στην απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής ( 97 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι,
«κατά την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, πρέπει αναγκαστικά να λαμβάνεται ως αφετηρία η υφιστάμενη ανταγωνιστική κατάσταση στην κοινή αγορά πριν ληφθεί το επίδικο μέτρο» ( 98 ),
προφανώς, όμως, απλώς για να εξεταστεί αν το συγκεκριμένο μέτρο επηρεάζει ή όχι το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο ( 99 ).
78.
Στην απόφαση Ελλάς κατά Επιτροπής ( 100 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«Είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι, σε σχέση· με το προηγούμενο σύστημα πιστώσεων για εξαγωγές, η επιστροφή τόκων έχει, από οικονομική άποψη, ουδέτερα αποτελέσματα στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών καθώς και ότι η Επιτροπή δεν επενέβη όσον αφορά το προηγούμενο σύστημα, εφόσον το τωρινό σύστημα, εξεταζόμενο ανεξάρτητα από το παλαιό, ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις» ( 101 )
79.
Εξάλλου, δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη οι προθέσεις του Γερμανού νομοθέτη, όπως αυτός τις εξέφρασε κατά τη θέσπιση του νόμου περί συστάσεως του δευτέρου νηολογίου. Πράγματι, αφενός μεν, ως προς το θέμα που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, ο Γερμανός νομοθέτης δεν εισάγει, όπως προανέφερα, εξαίρεση από την υφιστάμενη προηγουμένως νομική κατάσταση, αφετέρου δε, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν δίνει βαρύτητα «στους σκοπούς των σχεδιαζόμενων παρεμβάσεων» ( 102 ), αλλά καθορίζει την έννοια της ενισχύσεως «βάσει των συνεπειών τους» ( 103 ). Στη μόνη υπόθεση ( 104 ) στην οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι η οικεία Κυβέρνηση είχε παρουσιάσει τις επίδικες διατάξεις ως μέρος ενός συνόλου μέτρων υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων, η Κυβέρνηση αυτή, ενώ είχε κοινοποιήσει τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, αμφισβήτησε, ενώπιον του Δικαστηρίου, τον χαρακτήρα των διατάξεων αυτών ως ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1 ( 105 ).
Ωστόσο, το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως ενίσχυση το συγκεκριμένο μέτρο κυρίως διότι οι όροι χορηγήσεως του συγκεκριμένου ωφελήματος αντιστοιχούσαν στους όρους μιας συνηθισμένης κρατικής ενισχύσεως.
80.
Κατά την άποψη μου, εκείνο που έχει σημασία είναι να εξεταστεί αν υφίσταται γενικός κανόνας κατά τον οποίο η εργατική νομοθεσία του κράτους της σημαίας πρέπει αναγκαστικώς να εφαρμόζεται επί των συμβάσεων εργασίας των ναυτικών, που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι του αντίστοιχου κράτους και έχουν την ιθαγένεια τρίτων κρατών.
81.
Βεβαίως, το γερμανικό δίκαιο δεν τάσσεται υπέρ της λύσεως αυτής, όπως επίσης και το διεθνές ιδιωτικό δίκαιο που ισχύει μεταξύ κρατών μελών. Η Σύμβαση της Ρώμης επιτρέπει στους συνάπτοντες σύμβαση εργασίας να επιλέγουν το εφαρμοστέο επί της συμβάσεως τους δίκαιο (άρθρα 3, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1), υπό την επιφύλαξη της μη αφαιρέσεως από τον εργαζόμενο της προστασίας που του παρέχουν οι επιτακτικές διατάξεις του νόμου που εφαρμόζεται σε περίπτωση που δεν ασκηθεί το δικαίωμα επιλογής. Ο νόμος αυτός, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, είναι είτε ο νόμος της χώρας στην οποία συνήθως απασχολείται ο εργαζόμενος, είτε ο νόμος της χώρας όπου έχει την έδρα της η επιχείρηση που προσέλαβε τον εργαζόμενο, είτε ο νόμος της χώρας με την οποία η σύμβαση εργασίας παρουσιάζει τους στενότερους δεσμούς. Από την άποψη αυτή θα ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η σύμβαση εργασίας ενός Φιλιπ-πινέζου ναυτικού, συντεταγμένη στην ισπανική γλώσσα, συναφθείσα στις Φιλιππίνες, και έχουσα ως αντικείμενο θέση εργασίας σε πλοίο που πραγματοποιεί δρομολόγια μεταξύ Νοτιοανατολικής Ασίας και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, χωρίς να έχει ο εργαζόμενος, σε καμία περίπτωση, δυνατότητα κατοικίας στη Γερμανία, μπορεί να διέπεται από το δίκαιο των Φιλιππίνων.
82.
Η πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου, για την καθιέρωση κοινοτικού νηολογίου και την ύψωση της κοινοτικής σημαίας σε ποντοπόρα πλοία ( 106 ), που υπέβαλε η Επιτροπή στις 2 Αυγούστου 1989, προβλέπει, στο άρθρο 8, ότι
«οι αποδοχές, οι ώρες εργασίας και οι άλλες συνθήκες εργασίας των ναυτικών που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους και οι οποίοι απασχολούνται σε πλοία νηολογημένα στο EUROS θα συμφωνούν με τα προβλεπόμενα στη σύσταση αριθ. 109 του 1958 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (ΔΟΕ) για τις αποδοχές ( 107 ), τις ώρες εργασίας και την επάνδρωση (θάλασσα), 1958, υπό τον όρο ότι ισχύουν οι συλλογικές συμβάσεις για τις αποδοχές, οι οποίες έχουν συμφωνηθεί με τις οργανώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9»,
στο δε άρθρο 9, παράγραφος 1, προβλέπει ότι,
«όταν κοινοτικοί πλοικτήτες που έχουν νηολογήσει στο EUROS πλοία τα οποία τους ανήκουν ή τα εκμεταλλεύονται απασχολούν ναυτικούς που δεν είναι υπήκοοι ενός κράτους μέλους, οι ναυτικοί αυτοί μπορούν να προσληφθούν βάσει συλλογικών μισθολογικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με τις συνδικαλιστικές ή παρόμοιες οργανώσεις της χώρας στην οποία διαμένουν οι εν λόγω ναυτικοί».
83.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η τροποποιημένη πρόταση του ιδίου κανονισμού που υπέβαλε η Επιτροπή στις 13 Δεκεμβρίου 1991 ( 108 ). Στα υπόψη του κανονισμού περιλαμβάνεται, εφεξής, δίπλα στο άρθρο 84, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ'· αυτό ίσως οφείλεται στην προσθήκη του νέου άρθρου 18, κατά το οποίο τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιστρέφουν τον φόρο εισοδήματος των ναυτικών που έχουν τη φορολογική έδρα τους σε κράτος μέλος, όσον αφορά τις αποδοχές που εισπράχθηκαν κατά την περίοδο απασχόλησης τους ως μελών πληρώματος ενός πλοίου νηολογημένου στο EUROS. Ένα τέτοιο μέτρο συνιστά αναμφίβολα ενίσχυση, όπως εξάλλου διαπιστώνεται στα νέα σημεία 17 έως 20 των αιτιολογικών σκέψεων της τροποποιημένης προτάσεως.
84.
Βέβαια, στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της αρχικής προτάσεως οριζόταν ότι «η νομοθεσία του κράτους μέλους νηολόγησης του πλοίου ή, αν αναφέρεται ρητά στη συμφωνία, οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, ισχύει» επί των συλλογικών συμβάσεων που συνάπτονται με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των ναυτικών που έχουν την ιθαγένεια τρίτων κρατών, στο δε άρθρο 15, παράγραφος 3, της τροποποιημένης προτάσεως προβλέπεται ότι «η νομοθεσία του κράτους μέλους νηολόγησης του πλοίου ή, αν αναφέρεται ρητά στη συμφωνία, οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους (στη διατύπωση της προτάσεως στη γαλλική γλώσσα αναφέρεται: de tout autre État) ( 109 ). Ακόμα και στην αρχική διατύπωση της προτάσεως, η εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους παρουσίαζε ενδιαφέρον για τους ναυτικούς μόνο στην περίπτωση καθορισμού του κατώτατου μισθού νομοθετικώς, οπόταν θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη από τις συλλογικές συμβάσεις. Το αντίθετο συμβαίνει όταν, όπως στο γερμανικό δίκαιο, ο ελάχιστος μισθός καθορίζεται με τις συλλογικές συμβάσεις που συνάπτουν οι κοινωνικοί εταίροι.
85.
Συνεπώς, με την πρόταση του κανονισμού δεν καθίσταται υποχρεωτική η εφαρμογή των μισθολογικών όρων που προβλέπουν οι ισχύουσες στο κράτος της σημαίας συλλογικές συμβάσεις.
86.
Όσον αφορά τις λύσεις που δίδουν οι εσωτερικές νομοθεσίες των κρατών μελών, πρέπει να τονιστεί ότι πολλές εξ αυτών επιτρέπουν τη μη εφαρμογή του δικαίου του κράτους της σημαίας, χωρίς υποχρεωτική χρησιμοποίηση δεύτερου νηολογίου.
87.
Στο ελληνικό δίκαιο, π.χ., το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του Αστικού Κώδικα, ορίζει ότι αν οι διάδικοι δεν επέλεξαν το εφαρμοστέο επί της συμβάσεως τους δίκαιο τότε «εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών». Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κριτήρια όπως η ιθαγένεια του ναυτικού, ο τόπος συνάψεως και εκτελέσεως της συμβάσεως, η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε κατά τη σύνταξη της συμβάσεως, η έδρα της εφοπλιστικής επιχειρήσεως, η σημαία του πλοίου, χωρίς το τελευταίο αυτό στοιχείο να είναι κρίσιμο ( 110 ).
88.
Κατά το ιρλανδικό δίκαιο, προϋπόθεση εφαρμογής του ιρλανδικού δικαίου στον τομέα των μισθών είναι η πρόσληψη του ναυτικού στην Ιρλανδία, κριτήριο που αποκλείει την εφαρμογή του εν λόγω δικαίου έναντι ναυτικών υπηκόων τρίτων κρατών που δεν έχουν την κατοικία τους εντός της Κοινότητας.
89.
Στο βρετανικό δίκαιο, ο Employment Protection (Consolidation) Act του 1978, καθώς και ο Wages Act του 1986, οι οποίοι προβλέπουν ορισμένα δικαιώματα υπέρ των εργαζομένων, ιδίως στον τομέα των αμοιβών, δεν εφαρμόζονται επί ναυτικών, υπηκόων τρίτων κρατών, οι οποίοι εργάζονται επί πλοίων που φέρουν τη σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς όμως να είναι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας αυτής. Οι εν λόγω ναυτικοί δεν φέρουν την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 111 ).
90.
Ωστόσο, σε εκείνα ακριβώς τα κράτη μέλη στα οποία δεν προβλέπεται δευτερεύουσα ή διεθνής σημαία, ή η νομοθεσία των οποίων δεν επιτρέπει την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου, στον τομέα της μισθο-δοτήσεως ναυτικών που εργάζονται σε πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία τους, είναι εκείνα στα οποία απαγορεύεται ή περιορίζεται αυστηρώς η απασχόληση μη κοινοτικών ναυτικών.
91.
Στη βελγική έννομη τάξη, ο νόμος της 5ης Ιουνίου 1928 περί κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τη σύναψη συμβάσεως εργασίας ναυτικού, ορίζει στο άρθρο 10 ότι ως ναυτικός προσλαμβάνεται «πλην περιπτώσεως ανωτέρας βίας, πρόσωπο εγγεγραμμένο στον κατάλογο ναυτικών εμπορικής ναυτιλίας». Προϋπόθεση εγγραφής στον κατάλογο, κατά το βασιλικό διάταγμα της 9ης Απριλίου 1965, είναι η κατοικία στο Βέλγιο (άρθρο 7, σημείο 1). Υπό την επιφύλαξη διεθνών συμβάσεων, οι αλλοδαποί μπορούν να εγγραφούν στον κατάλογο μόνον εφόσον δεν υπάρχουν Βέλγοι υποψήφιοι και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν την κατοικία τους στο Βέλγιο.
92.
Στο πλαίσιο της ισπανικής εννόμου τάξεως, ο Ley Organica αριθ. 7, της 1ης Ιουλίου 1985, περί δικαιωμάτων και ελευθεριών των αλλοδαπών στην Ισπανία ( 112 ) και τα άρθρα 30 έως 33 του βασιλικού διατάγματος 1119 της 26ης Μαΐου 1986 ( 113 ) δεν επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν αλλοδαπούς μισθωτούς, αν αυτοί δεν έχουν προηγουμένως λάβει άδεια εργασίας στην Ισπανία, υπό την επιφύλαξη των διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχει προσχωρήσει το εν λόγω κράτος. Κατά το άρθρο 1.5, παράγραφος 2, του νόμου περί καταστάσεως των εργαζομένων ( 114 ), όσον αφορά την εργασία του ναυτικού, το πλοίο αποτελεί τόπο εργασίας ο οποίος υποτίθεται ότι ευρίσκεται στο διοικητικό διαμέρισμα στο οποίο ανήκει ο λιμένας νηολογήσεως του.
93.
Η πρόσληψη ναυτικών, κατά το το ιταλικό δίκαιο, εξαρτάται από την προϋπόθεση εγγραφής τους, υπό την ιδιότητα των gente di mare, στα μητρώα ναυτικών ( 115 ). Η εγγραφή αυτή, υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, επιτρέπεται μόνο στους Ιταλούς υπηκόους ( 116 ).
94.
Ομοίως, η εγγραφή στο inscrição maritima της Πορτογαλίας, η οποία παρέχει τη δυνατότητα προσλήψεως υπό την ιδιότητα του ναυτικού και χορηγήσεως της αντίστοιχης αδείας, επιτρέπεται μόνο στους Πορτογάλους πολίτες, υπό την επιφύλαξη των κοινοτικών υποχρεώσεων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις που έχει επικυρώσει η Πορτογαλία ( 117 ).
95.
Πολλά κράτη μέλη έχουν θεσπίσει, όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δευτερεύουσα σημαία, σκοπός της οποίας δεν είναι μόνον η εφαρμογή, στον τομέα των αμοιβών, αλλοδαπής νομοθεσίας επί των ναυτικών που είναι υπήκοοι τρίτων κρατών. Η σημαία αυτή παρέχει π.χ. τη δυνατότητα προσλήψεως μεγαλύτερου αριθμού αλλοδαπών ναυτικών. Αυτό π.χ. προβλέπεται σχετικά με το δεύτερο γαλλικό νηολόγιο για τα γαλλικά εδάφη του νοτίου ημισφαιρίου και της Ανταρκτικής, η σημαία του οποίου καλείται ενίοτε σημαία των «Kerguelen» ( 118 ), καθώς και το δημόσιο λου-ξεμβουργιανό νηολόγιο, το οποίο θεσπίστηκε με τον νόμο της 9ης Νοεμβρίου 1990 ( 119 ). Η σημασία της είναι, ίσως, η ελάφρυνση των φορολογικών επιβαρύνσεων που παρέχεται στους εφοπλιστές που επιλέγουν τη σημαία αυτή. Αυτό π.χ. συμβαίνει με τα πλοία που νηολογούνται σε βρετανικό υπερπόντιο έδαφος ( 120 ).
96.
Από τη σύντομη αυτή ανάλυση των ρυθμίσεων που ισχύουν σχετικώς στα κράτη μέλη, προκύπτει ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή του δικαίου του κράτους της σημαίας, ως προς τους όρους αμοιβής που προβλέπει η σύμβαση εργασίας ναυτικών μη μονίμων κατοίκων, υπηκόων τρίτων κρατών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί τον γενικό κανόνα. Συνεπώς, η νομοθεσία η οποία προβλέπει απλώς εφαρμογή άλλου δικαίου, δεν έχει τον χαρακτήρα εξαιρέσεως από αυτό που κατά κάποιο τρόπο συνιστά τον «νομικό κανόνα».
97.
Η διατάραξη που προκαλεί αναπόφευκτα κάθε φορολογική ή κοινωνική νομοθεσία κράτους μέλους, ως προς τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της Κοινότητας, η οποία θα μπορούσε να απαλειφθεί μόνο με εναρμόνιση των εν λόγω νομοθεσιών, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, τόσο από τις ουσιαστικές διατάξεις αυτής της νομοθεσίας όσο και από τις διατάξεις που ρυθμίζουν το πεδίο εφαρμογής της, εφόσον αυτές δεν συνεπάγονται εξαίρεση από τους κανόνες που προκύπτουν «από τη φύση και την οικονομία» του συστήματος.
98.
Για τους λόγους αυτούς προτείνω να ερμηνευθεί το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ υπό την έννοια ότι δεν αφορά νομοθετική ρύθμιση όπως αυτή που ανέλυσα ανωτέρω.
99.
Και μία τελευταία παρατήρηση. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει να μην ακολουθήσει τη λύση που προτείνω, τότε εναπόκειται στην Επιτροπή να καθορίσει αν η ενίσχυση αυτή επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και αν νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
100.
Εν τω μεταξύ, θα έπρεπε να ανασταλεί η εφαρμογή του γερμανικού συστήματος, το οποίο δεν κοινοποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3.
101.
Ας μου επιτραπεί σχετικώς να υπενθυμίσω ότι, κατά την πρόσφατη απόφαση Fédération nationale du commerce extérieur des produits alimentaires και Syndicat national des négociants et transformateurs de saumon ( 121 ), στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται
«να εξασφαλίζουν στους διοικούμενους που μπορούν να επικαλεστούν την εν λόγω παράβαση ότι θα συναχθούν όλες οι συνέπειες, κατά το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως όσο και τη αναζήτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής ή ενδεχομένων προσωρινών μέτρων» ( 122 ).
102.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
«1)
Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αφορά εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιτρέπει, ως προς τις αμοιβές και τους όρους εργασίας, την ελεύθερη επιλογή του δικαίου που εφαρμόζεται επί συμβάσεως εργασίας η οποία συνάπτεται μεταξύ εφοπλιστού και ναυτικού, υπηκόου τρίτης χώρας σε σχέση με την Κοινότητα, ο οποίος δεν κατοικεί στο έδαφος ενός των κρατών μελών.
2)
Το άρθρο 117 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν προβλέπει επαρκώς προσδιορισμένη και απαλλαγμένη αιρέσεων υποχρέωση την οποία θα μπορούσαν να επικαλούνται οι ιδιώτες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.»
( *1 ) Γλωσσά του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Σύμφωνα με τα αριθμητικά οτοιχεία που παρέσχε το SecbctriebsraľxaTá την προφορική διαδικασία, το 1971 απασχολούνταν στον τομέα της ναυτιλίας 49000 άτομα γερμανικής ιθαγένειας- το 1990, τα πρόσωπα αυτά δεν υπερέβαιναν τις 13800 περίπου.
( 2 ) Νηολόγιο που συνεστήθη, παράλληλα με το υφιστάμενο εθνικό νηολόγιο, με τον ομοσπονδιακό νόμο της 23ης Μαρτίου 1989 (BGD1. Ι, σ. 550)
( 3 ) Περί συστάσεως συμπληρωματικού νηολογίου για την εγγραφή πλοίων που φέρουν τη σημαία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και εκτελούν διεθνείς μεταφορές (BGBl. Ι, σ. 550).
( 4 ) Ο κατώτερος μισθός στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν καθορίζεται νομοθετικώς, αλλά με συλλογικές συμβάσεις.
( 5 ) Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, 149/77 (Συλλογή, τόμος 1978, σ. 419).
( 6 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 7 ) Συλλογή τόμος 1978, ο. 428.
( 8 ) Βλ., π.χ., τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση Dansk Denkavit και Ρ. Poulsen Trading (σκέψη 10), σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 33 της έκτηςο-δηγίας ΦΠΑ περί απαγορεύσεως επιβολής φόρων που να έχουν τον χαρακτήρα φόρου κύκλου εργασιών (Συλλογή 1992, σ. I-2217, I-2231).
( 9 ) Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή, τόμος 1974, σ.351, σκέφη33).
( 10 ) Βλ., π.%., απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, 290/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ.439, σκέψη 14)· βλ. επίσης αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76, Steinike και Weinlig (Συλλογή, τόμος 1977, ο. 171), της 7ης Ιουνίου 1988, 57/86, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, α. 2855, σκέψη 12), και της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, ο. 219, σκέψη 35).
( 11 ) Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα· βλ. επίσης απόφαση της 25ης Ιουνίου 1970, 47/69, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή, τόμος 1969-1971, σ. 341).
( 12 ) Σκέψη 35.
( 13 ) Προαναφερθείσα απόφαση στην υποσημείωση 10.
( 14 ) Βλ. σκέψη 1.
( 15 ) ΣκΕψη 21, η υπογράμμιση δική μου.
( 16 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10.
( 17 ) Σχέφη 15.
( 18 ) Απόφαση της 13η; Ιουλίου 1988, 102/87 (Συλλογή 1988, ο. 4067).
( 19 ) Σκίψη 5.
( 20 ) Προαναφερθείσα απόφαση οτην υποσημείωση 10.
( 21 ) Σχίφη 13.
( 22 ) Απόφαση της 24ης Απριλίου 1980, 72/79 (Συλλογή, τόμος 19S0/1I, ο. 51).
( 23 ) Διυπουργική επιτροπή τιμών.
( 24 ) Σκέψη 23.
( 25 ) Σκέψη 24.
( 26 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10· βλ. επίσης την πρόσφατη απόφαση τη; 21ης Μαρτίου 1991, C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, α 1433, σκέψεις 11 έως 14).
( 27 ) Εκπροσώπου των φορέων των καλλιεργητών δενδροκηπευτικών.
( 28 ) Σκέψη 36.
( 29 ) Σκέψη 37.
( 30 ) Σκέψη 38, η υπογράμμιση δική μου.
( 31 ) Απόφαση τη; 13ης Οκτωβρίου 1982213/81 έως 215/81 (Συλλογή 1982, σ. 3583).
( 32 ) ITQOiáoeiç, Συλλογή 1982, σ. 3583, 3606.
( 33 ) Απόφαση τη; 24η; Ιανουαρίου 1978, 82/77 (Συλλογή, τόμο; 1978, ο. 15).
( 34 ) AqOqo 92 τη; Συνθήκη; EOK.
( 35 ) Σκέψη 24.
( 36 ) Σκέψη 25.
( 37 ) Η οποία υπογράφηκε μετά τι; διαπραγματευθεί; του Γύρου του Τοκυο, στι; 12 Απριλίου 1979.
( 38 ) «Government Actions against Domestic Subsidies, an Analysis of the International Rules and an Introduction to United States Practice», Legal Issues of European Integration, 1986, o. 9.
( 39 ) GATT, BISD, Supp. 9o, παράγραφος 12, σ. 192(1961).
( 40 ) Ένθ. αν., παράγραφος 34, σ. 200.
( 41 ) London, Sweet and Maxwell, 1986.
( 42 ) 2.123.
( 43 ) Άρθρο 303 του Tariff Act 1930, άρθρο 701, στοιχεία α, i, β του Trade Agreements Act 1979.
( 44 ) G. Horlick, R. Quick και E. Vermulst, στο προαναφερθέν βιβλίο, σ.31.
( 45 ) Προαναφερθείσα εργασία, σ. 32.
( 46 ) Απόφαση 85/239/EOK της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 1985, σχετικά με την περάτωση της διαδιχασίας αντι-επιδοτήσεων όσον άφορα τις εισαγωγές πιττών σόγιας καταγωγής Αργεντινής (ΕΕ L 108, σ. 28)- βλ. επίσης την απόφαση 85/233/EOK της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 1985, σ/ετιχά με την περάτωση της διαδικασίας αντι-επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές πιττών σόγιας καταγωγής Βραζιλίας (ΕΕ L 106, α 19, σημείο 12.3).
( 47 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1).
( 48 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 187/85 (Συλλογή 19S8, σ. 4155).
( 49 ) Σκέψη 11.
( 50 ) Όπ.π.
( 51 ) Προτάσεις, Συλλογή 1988, σ. 4155, 4173.
( 52 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10.
( 53 ) Σκέψη 21, η υπογράμμιση διπή μου.
( 54 ) Προαναφερθείσα απόφαση στην υποσημείωση 10.
( 55 ) Βλ. τη σκέψη 36 που παρατέθηκε στην παράγραφο 27.
( 56 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33.
( 57 ) Όπως το επίπεδο τιμών που ευνοεί ορισμένους παραγωγικούς κλάδους εις βάρος ανταγωνιστικών προϊόντων.
( 58 ) Dumping, subventions et autres mesures ite défense commerciale, Fcrlc.t Éditions, 1989, τόμος 1, σ. 841-842.
( 59 ) Όρος που χρησιμοποίησε κυρίως ο Mattera Α. στο βιβλίο Le marché unique européen, ses règles, son fonctionnement, Jupiter, 1990, δεύτερη έκδοση, σ. 67.
( 60 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 6/69 και 11/69 (Rec. 1969, α 523).
( 61 ) Σκέψη 21.
( 62 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 249/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1983, σ. 2525).
( 63 ) Προτάσεις, Συλλογή 1983, σ. 2525, 2533.
( 64 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81 (Συλλογή 1982, σ.4005, 4015).
( 65 ) Προτάσεις, Συλλογή 1982, σ. 4005, 4024.
( 66 ) «The Notion of (lie Stale Aid in the EEC», European Law Review, τόμος 13, 19S8, σ. 243. βλ. α 245.
( 67 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, προαναφερθείσα οτην υποσημείωση 60.
( 68 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωοη 62.
( 69 ) Προαναφερθείσα απόφαση οτην υποσημείωοη 9 (οχΕψη 33), ol υπογραμμίσεις δικές μου.
( 70 ) Την πλέον πρόσφατη διατύπωση της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού συνιστά η απόφαση της 21ης Μαοτίου 1991, C-303/8S, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991. σ. I-1433).
( 71 ) «Countervailing Duties and the Specificity Test: an Alternative Approach to the Definition of “Bounty or grant”», Law and Policy in International Business, 1986, τόμος 18, σ. 475.
( 72 ) Σ. 505.
( 73 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 60.
( 74 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 62.
( 75 ) Carbajo, J. στο Blunianii, C: «Les aides nationales dans la Communauté européenne», Publications de l'université de Tours, 1987, σ.12.
( 76 ) Απόφαση της 2ag Ιουλίου 1974, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9.
( 77 ) Σκέψεις 38 και 39.
( 78 ) Προαναφερθείσα εργασία στην παράγραφο 32, σ. 138- βλ. επίσης την απόφαση 85/233, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 46, σημείο 7.3.
( 79 ) Υπόμνημα EEC στην υπόθεση European Steel Products, ΓΣΔΕ, Έγγραφο SCM/35, 21 Οκτωβρίου 1982, παρατιθέμενο από τους Beseler και Williams στον προαναφερθέν έργο τους, παράγραφος 32, σ. 138.
( 80 ) Απόφαση 85/233, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 46.
( 81 ) Ένθ. αν., σημείο 7.3.
( 82 ) Απόφαση 85/239, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 46.
( 83 ) 'EvO. αν., σημείο 7.4.
( 84 ) Όπ.π., ol υπογραμμίσεις δικές μου.
( 85 ) Προαναφερθείσα οτην υποσημείωση 48.
( 86 ) Σκέψη 11, η υπογράμμιση δική μου.
( 87 ) Σκέψη 16.
( 88 ) M.-J. Sussman, προαναφερθέν στην υποσημείωση 71, σ. 478* το κριτήριο αυτό προσδιορίζεται ενίοτε με την έκφραση «principle of general availability»- βλ. Cameron, L.-A. xaL Berg, G.-C: «The U. S. Countervailing Duly Law anil the Principle of General Availability», Journal of World Trade Law, τόμος 19, οημείο 5, σ. 497.
( 89 ) 620 F. Supp. 722, 730-33, CIT (1985).
( 90 ) Εναντίον: M.-J. Sussnian, όπ.π.- υπέρ: J.-L. Panzarclla στο «)s t!ic Specificity test generally applicable?». Low and Policy in International Business, 1986, τόμο; 18, σ. 417- υπέρ ενός άλλου κριτηρίου, περισσότερο μαθηματικού, στηριζόμενου οτη σχέση μεταξύ κέρδους που αποκομίζουν οι οικείες επιχειρήσεις και μεριδίου τους στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν, βλ. L.-A. Cameron και G.-C. Berg, προαναφερθέντες οτην υποσημείωση 88, σ. 505.
( 91 ) Αρθρο προαναφερθέν στην υποσημείωση 71, σ. 497.
( 92 ) 620 F. Supp. 722, 731-32, αριθ. 8, CIT (1985).
( 93 ) Στο Megtet, J.: Le droit de la Communauté économique européenne, Editions de l'université de Bruxelles, 1973, σ. 195.
( 94 ) Έκθεση των επικεφαλής των αποστολών προς τους Υπουργούς Εξωτερικών Υποθέσεων, Βρυξέλλες 21 Απριλίου 1956, σ.60.
( 95 ) Der Betrieb 1990, o. 1666.
( 96 ) Αντιστοίχως, BGBl. 1972 II, α 1089, xm EE L 266, σ. 1.
( 97 ) Απόφαοη της 2ος Ιουλίου 1974, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9.
( 98 ) Σκέψη 36.
( 99 ) Βλ. σκέψεις 37 έως 45.
( 100 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10.
( 101 ) Σκέψη 10, η υπογράμμιση δική μου.
( 102 ) Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 27.
( 103 ) Ένθ. αν.
( 104 ) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10.
( 105 ) Ένθ. αν., σκέψεις 11 έως 15.
( 106 ) COM(89) 266 τελική (ΕΕ C 263, σ. 11).
( 107 ) Η οποία, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση προβλέπει ελάχιστο μισθό 286 δολλαρΓων ΗΠΛ μηνιαίως.
( 108 ) COM(91) 483 τελικό (ΕΕ 1992, C 19, α 10).
( 109 ) Προφανώς εννοείται: loul aulre Élat membre, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής στην ιταλική, γερμανική και ελληνική γλώσσα.
( 110 ) Εφετείο Πειραιώς 868/1980, ΕΝΔ 1981, σ. 47, Άρειος Πάγος 102/1961- Εφετείο Αθηνών 1238/1976, NOB 1976-807, Εφετείο Πειραιώς 142/1983, ΕΝΔ 1983, σ. 180, Εφετείο Πειοαιώς 852/1983.
( 111 ) Άρθρα 87 Εως 98 των Social Security (Contribution) Regulations 1979 (Statutory Instrument 1979, αριθ. 591), όπως τροποποιήθηκαν με τους Social Security (Contributions) (Mariners) Amendment Regulations 1982 (Statutory Instrument 1982, αριθ. 206).
( 112 ) BOE αριθ. 158, της 3.7.1985.
( 113 ) BOE αριθ. 140, της 12.6.1986.
( 114 ) Νόμος αριθ. 8, της 10ης Μαρτίου 1980, BOE CiQiO. 64, της 14.3.1980.
( 115 ) Regolamento per la navigazione marittima, άρθρο 427· άρθρα 115 και 118 του Ναυτικού Κώδικα.
( 116 ) Αρθρο 119 του Ναυτικού Κώδικα.
( 117 ) Νομοθετικό διάταγμα 104/89, DR 80, της 6.4.1989.
( 118 ) Διάταγμα 87-190, της 20ής Μαρτίου 1987.
( 119 ) Mém. Α1990, σ. 808· από τα 54 πλοία που φέρουν τη σημαία αυτή τα 51 είναι βελγικής προελεύοεως, γεγονός που οφείλεται προφανώς στη δυνατότητα αποφυγής της εφαρμογής του βελγικού νόμου της 5ης Ιουνίου 1928.
( 120 ) Αρθρο 56 (1) του Merchant Shipping Act 1988· επίσης: The Merchant Shipping Act 1988 (Cayman Islands) Order 1988 (Statutory Instrument 1988, αριθ. 1841), the Merchant Shipping Act 1988 Osle of Man) Order 1989 (Statutory Instrument 1989, αριθ. 679), (he Merchant Shipping Act 1988 (Bermuda) Order 1989 (Statutory Instrument 1989, αριθ. 1334) και tlie Merchant Shipping Act 1988 (Bermuda) Order 1991 (Statutory Instrument 1991, αριθ. 1703).
( 121 ) Απόφαση της 21ης N(^ßotou 1991, C-354/90 (Συλλογή 1991, α. I-5505)
( 122 ) Σκέψη 12.
Full & Egal Universal Law Academy