Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Corte di appello di Roma (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, της 9ης Νοεμβρίου 1981 (1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2632/85, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985 (2) και του παραρτήματος ΙΙ, σημείο VIII "Ελαιόλαδο", του κανονισμού αυτού στο οποίο παραπέμπει η προαναφερθείσα διάταξη. Το σημείο VIII του προαναφερθέντος παραρτήματος έχει ως εξής:
"VIII. Ελαιόλαδο
Για την εφαρμογή των διατάξεων των σχετικών με τις ποσότητες που χάνονται λόγω κλοπής ή άλλων ζημιών που προκύπτουν από συγκεκριμένες αιτίες, χρησιμοποιείται η τιμή παρεμβάσεως για την εν λόγω ποσότητα ((για την οικεία ποιότητα)), προσαυξημένη καθ' όλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις."
Το ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Federazione italiana dei consorzi agrari (στο εξής: Federconsorzi) και του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (στο εξής: ΑΙΜΑ) που αφορά το ύψος του ποσού που πρέπει να καταβάλει η
Federconsorzi στον ΑΙΜΑ για μία ποσότητα ελαιολάδου το οποίο κλάπηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1985/86 από μία αποθήκη της Federconsorzi.
Για την καλύτερη κατανόηση της διαφοράς στην κύρια δίκη θα αναφέρω καταρχάς τις κοινοτικές διατάξεις που αποτελούν το νομικό πλαίσιο της διαφοράς αυτής. Οι διατάξεις αυτές αφορούν τον καθορισμό της τιμής αγοράς του ελαιολάδου που προσφέρεται στην παρέμβαση, καθώς και την κατάρτιση των ετησίων λογαριασμών για τη χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, των μέτρων παρεμβάσεως υπό τη μορφή αποθεματοποιήσεως. Εφόσον δεν παραπέμπω σε άλλες διατάξεις, αναφέρομαι κατωτέρω στις διατάξεις που ίσχυαν κατά την περίοδο εμπορίας 1985/86 κατά τη διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε η κλοπή η οποία υπήρξε και η αφορμή για τη διαφορά της κύριας δίκης.
Το νομικό πλαίσιο
2. Καταρχάς, υπάρχουν οι διατάξεις που αφορούν τον καθορισμό της τιμής πωλήσεως του ελαιολάδου που προσφέρεται στην παρέμβαση.
Προκειμένου να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη σταθερότητα στον τομέα του ελαιολάδου το Συμβούλιο παρέσχε με τον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ (3) στους παραγωγούς ή τις ενώσεις τους τη δυνατότητα να προσφέρουν ελαιόλαδο στους αρμόδιους οργανισμούς των κρατών μελών. Οι καθοριζόμενοι από τα κράτη μέλη οργανισμοί παρεμβάσεως υποχρεούνται να αγοράζουν το προσφερόμενο ελαιόλαδο στην τιμή παρεμβάσεως (4).
Κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1562/78 (βλ. υποσημείωση 4), η τιμή παρεμβάσεως καθορίζεται κατ' έτος για τον ποιοτικό τύπο του είδους του ελαιολάδου που αναφέρεται στο παράρτημα του κανονισμού. Στο άρθρο 12, παράγραφος 1, τελευταία φράση, του κανονισμού 136/66 διευκρινίζεται πάντως ότι, όταν η ονομασία ή η ποιότητα του ελαίου που προσφέρεται στην παρέμβαση δεν ανταποκρίνεται προς αυτή για την οποία έχει καθοριστεί η τιμή παρεμβάσεως (επομένως δεν ανταποκρίνεται προς τον προαναφερθέντα ποιοτικό τύπο) η τιμή αγοράς προσαρμόζεται με εφαρμογή πίνακα προσαυξήσεων και μειώσεων.
Στο παράρτημα του κανονισμού 136/66 περιέχεται η ονομασία και ο ορισμός επτά ειδών ελαιολάδου, από τα οποία το πρώτο είδος ("παρθένο ελαιόλαδο", ως προς το οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται εξίσου η έκφραση "γνήσιο παρθένο ελαιόλαδο") υποδιαιρείται ως εξής:
"α) εξαιρετικό: ελαιόλαδο αμέμπτου γεύσεως και του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζομένη σε ελαϊκό οξύ, δεν δύναται να είναι ανωτέρα του 1 γραμμαρίου ανά 100 γραμμάρια
β) εκλεκτό: ελαιόλαδο που πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για το εξαιρετικό έλαιο, εκτός της περιεκτικότητας σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζομένης σε ελαϊκό οξύ, η οποία δεν δύναται να είναι ανωτέρα του 1,5 γραμμαρίου ανά 100 γραμμάρια
γ) courante (δύναται εξίσου να χρησιμοποιείται η έκφραση 'ημι-φίνο' ): ελαιόλαδο αμέμπτου γεύσεως και του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζομένης σε ελαϊκό οξύ, δεν δύναται να είναι ανωτέρα των 3,3 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια
δ) μειονεκτικό (lampante): ελαιόλαδο μειονεκτικό ελαττωματικής γεύσεως ή του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζομένη σε ελαϊκό οξύ, είναι ανωτέρα των 3,3 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια".
3. Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 136/66, η Επιτροπή θέσπισε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3472/85, της 10ης Δεκεμβρίου 1985 (5) τις
εκτελεστικές διατάξεις για την αγορά και την αποθεματοποίηση ελαιολάδου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 3472/85, η τιμή αγοράς είναι "αυτή που ισχύει την ημέρα της παραδόσεως (...) για εμπόρευμα παραδιδόμενο στην αποθήκη άνευ εκφορτώσεως και αφού ληφθούν υπόψη οι προσαυξήσεις και μειώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό", η δε τιμή αυτή αγοράς προσαρμόζεται "εφαρμόζοντας την τιμή παρεμβάσεως στις προσαυξήσεις και μειώσεις που αναγράφονται στον παράρτημα".
Για την καλύτερη κατανόηση της παρούσας υποθέσεως παραθέτω κατωτέρω ολόκληρο το παράρτημα του κανονισμού 3472/85:
(σε ECU/100 kg)
Ονομασία και ποιότητα κατά την έννοια του παραρτήματος του κανονισμού 136/66 ΕΟΚ (ο βαθμός οξύτητας αντιπροσωπεύει την περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζόμενη σε γραμμάρια ελαϊκού οξέος ανά 100 γραμμάρια ελαίου)
Προσαύξηση
Μείωση'Ελαιο παρθένο εξαιρετικό (extra)
'Ελαιο παρθένο εκλεκτό (φίνο)
'Ελαιο παρθένο ημι-φίνο
'Ελαιο παρθένο μειονεκτικό (lampante) 1
'Αλλα μειονεκτικά παρθένα έλαια:
- άνω του 1 οξύτητας
και μέχρι 8
- άνω των 8 οξύτητας
Πυρηνέλαιο οξύτητας μέχρι 5
'Αλλα πυρηνέλαια:
- άνω των 5 οξύτητας
και μέχρι 8
- άνω των 8 οξύτητας
17,29
12,09
-
-
-
-
8,14
Αύξηση της μειώσεως κατά 0,32 ECU για κάθε δέκατο βαθμού οξύτητας επιπλέον
Αύξηση της μειώσεως κατά 0,35 ECU για κάθε δέκατο βαθμού οξύτητας επιπλέον
123,00
Αύξηση της μειώσεως κατά 0,17 ECU για κάθε δέκατο βαθμού οξύτητας επιπλέον
Αύξηση της μειώσεως κατά 0,20 ECU για κάθε δέκατο βαθμού οξύτητας επιπλέον
Από το παράρτημα αυτό προκύπτει ότι το "έλαιο παρθένο ημι-φίνο" (στο εξής: έλαιο ημι-φίνο) αποτελεί τον ποιοτικό τύπο για τον οποίο καθορίζεται
η τιμή παρεμβάσεως (6). Η αγορά "ελαίου παρθένου μειονεκτικού" (lampante) (στο εξής: έλαιο lampante) πραγματοποιείται, όπως προκύπτει επίσης από το παράρτημα αυτό, σε τιμή που ισούται προς την τιμή παρεμβάσεως μειωμένη κατά ποσό που αυξάνεται ανάλογα με την προοδευτικότητα του βαθμού οξύτητας και η οποία αρχίζει με 8,14 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα για το έλαιο που έχει βαθμό οξύτητας 1 .
4. Ας εξετάσουμε τώρα τις διατάξεις που αφορούν την κατάρτιση των ετησίων λογαριασμών για τη χρηματοδότηση των παρεμβάσεων από το ΕΓΤΠΕ.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1883/78 του Συμβουλίου, της 2ας Αυγούστου 1978 (7) καθορίζει τους γενικούς κανόνες για τη χρηματοδότηση των παρεμβάσεων από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι, όταν στο πλαίσιο ενός μέτρου παρεμβάσεως αγοράζονται προϊόντα και αποθεματοποιούνται, το χρηματοδοτούμενο ποσό καθορίζεται από τους ετήσιους λογαριασμούς οι οποίοι τηρούνται από τις υπηρεσίες ή οργανισμούς πληρωμής και στους οποίους χρεώνονται και πιστώνονται αντιστοίχως τα διάφορα στοιχεία των εξόδων και εσόδων.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1883/78, το Συμβούλιο καθόρισε, με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3247/81, για τα μέτρα παρεμβάσεων στο πλαίσιο των οποίων αγοράζονται και αποθεματοποιούνται γεωργικά προϊόντα
από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, τους κανόνες που διέπουν τους ετήσιους λογαριασμούς των υπηρεσιών πληρωμής. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 3247/81 επιτρέπει για τη διατήρηση των ποσοτήτων που έχουν αποθεματοποιηθεί τον καθορισμό ορίου ανοχής - δηλαδή, όπως αντιλαμβάνομαι, το όριο κάτω από το οποίο δεν συνυπολογίζονται ποσότητες που λείπουν. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3247/81, η αξία των ποσοτήτων που υπερβαίνουν το όριο ανοχής εγγράφεται στην πίστωση των λογαριασμών, οπότε, για τον υπολογισμό της αξίας αυτής, ισχύουν τα εξής:
"Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παραρτήματος ΙΙ, για να υπολογιστεί αυτή η αξία πολλαπλασιάζονται οι ποσότητες αυτές επί τη βασική τιμή παρεμβάσεως που ισχύει για τον ποιοτικό τύπο την πρώτη ημέρα της περιόδου που αρχίζει κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσεως, προσαυξημένη, ενδεχομένως, καθ' όλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις."
Δεδομένου ότι το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 3247/81, όπως αρχικώς ίσχυε, δεν περιείχε ειδικούς κανόνες για το ελαιόλαδο, η αξία των ποσοτήτων που υπερέβαιναν το όριο ανοχής έπρεπε επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή όπως ίσχυε, να καθορίζεται βάσει της τιμής παρεμβάσεως για τον ποιοτικό τύπο, δηλαδή για το ημι-φίνο έλαιο.
5. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 3247/81, όπως αρχικώς ίσχυε, ορίζει ότι οι ποσότητες που χάνονται λόγω κλοπής ή άλλων ζημιών που προκύπτουν από συγκεκριμένες αιτίες δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των ορίων ανοχής. Η αξία των ποσοτήτων αυτών πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, να εγγράφεται στην πίστωση των λογαριασμών με την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η κλοπή ή η ζημία ή, ελλείψει αυτής, με την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώθηκε η κλοπή ή η ζημία. Η αξία καθορίζεται "σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται για τις ποσότητες που υπερβαίνουν το όριο ανοχής". Για το ελαιόλαδο για το οποίο το παράρτημα ΙΙ δεν περιείχε ειδικές διατάξεις,
η αξία αυτή έπρεπε πράγματι να υπολογίζεται βάσει της τιμής παρεμβάσεως για τον προαναφερθέντα ποιοτικό τύπο. Ως τιμή παρεμβάσεως ισχύει έτσι, κατά την τελευταία φράση της διατάξεως αυτής, η τιμή της τρέχουσας περιόδου εμπορίας προσαυξημένη, ενδεχομένως, με όλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις.
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 3247/81 τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2632/85. Στη διάταξη που ορίζει ότι η αξία των ποσοτήτων που έχουν κλαπεί ή απολεσθεί καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν τις ποσότητες που υπερβαίνουν το όριο ανοχής προστέθηκε ειδικότερα ότι αυτό ισχύει "((με την επιφύλαξη)) των ειδικών διατάξεων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ". Ταυτοχρόνως, προστέθηκε στο παράρτημα ΙΙ το σημείο VIII "Ελαιόλαδο", το κείμενο του οποίου παρατέθηκε ήδη ανωτέρω (στο σημείο 1). Από αυτό προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού κανονισμού 2632/85, και επομένως για τις κλοπές που συνέβησαν στην περίοδο εμπορίας 1985/86 που μας ενδιαφέρει, η αξία των ποσοτήτων ελαιολάδου που κλάπηκαν καθορίζεται βάσει της τιμής παρεμβάσεως της οικείας ποιότητας. Με άλλα λόγια, από το χρονικό αυτό σημείο δεν ίσχυε πλέον για το ελαιόλαδο ο γενικός κανόνας κατά τον οποίο η αξία των ποσοτήτων που έχουν κλαπεί καθορίζεται βάσει της τιμής παρεμβάσεως για τον ποιοτικό τύπο.
Η ρύθμιση πάντως που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2632/85 δεν εφαρμόστηκε επί πολύ. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3492/90, της 27ης Νοεμβρίου 1990 (8), το Συμβούλιο κατήργησε τον κανονισμό 3247/81 και εξουσιοδότησε την Επιτροπή να καθορίζει την αξία των ποσοτήτων που έχουν κλαπεί (βλ. τα άρθρα 5, παράγραφος 2, και 8 του κανονισμού 3492/90). Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3597/90, της 12ης Δεκεμβρίου 1990 (9), η Επιτροπή καθόρισε βάσει της αρμοδιότητας αυτής νέους
κανόνες λογιστικής καταχωρήσεως. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού η αξία των ελλιπουσών ποσοτήτων που οφείλονται σε κλοπές υπολογίζεται "πολλαπλασιάζοντας τις ποσότητες αυτές με τη βασική τιμή παρεμβάσεως που ισχύει για τον αντιπροσωπευτικά ποιοτικό τύπο, την πρώτη ημέρα της τρέχουσας οικονομικής χρήσεως προσαυξημένη κατά 5 %" (οι υπογραμμίσεις έχουν προστεθεί). Η ρύθμιση αυτή ισχύει "με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα". Το παράρτημα αυτό δεν περιέχει εντούτοις καμία ειδική διάταξη για το ελαιόλαδο. Στο άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 3597/90 διευκρινίζεται τέλος ότι για τον προσδιορισμό της αξίας των ποσοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 "ενδεχόμενες προσαυξήσεις, επιδοτήσεις, μειώσεις τιμών, ποσοστά και συντελεστές που εφαρμόζονται στις τιμές παρεμβάσεως κατά την αγορά του προϊόντος δεν λαμβάνονται υπόψη".
Η διαφορά της κύριας δίκης και η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
6. Με σύμβαση κατακυρώσεως της 1ης Φεβρουαρίου 1986, ο ΑΙΜΑ επιφόρτισε τη Federconsorzi, για την περίοδο εμπορίας 1985/86, καθώς και τις προηγούμενες περιόδους, με την πρακτική εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως (μεταξύ άλλων, για την αγορά και την αποθεματοποίηση) στην αγορά του ελαιολάδου. Στις παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει ότι η εντολή αυτή έπρεπε να εκτελεστεί σύμφωνα με τους όρους κατακυρώσεως οι οποίοι αναφέρονται στην υπουργική απόφαση, της 12ης Απριλίου 1984 (10) και στο "atto disciplinare", της 24ης Σεπτεμβρίου 1985 (11).
Το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της προαναφερθείσας συμβάσεως ρυθμίζει τις υποχρεώσεις της Federconsorzi σε περίπτωση απωλειών από το ελαιόλαδο που θα αποθεματοποιούσε ως εξής:
"Ο υπέρ ου η κατακύρωση υφίσταται τις ζημίες που οφείλονται σε γεγονότα για τα οποία ευθύνεται μέχρι της αξίας που καθορίζεται με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία."
Στις 25 Αυγούστου 1986 (δηλαδή κατά την περίοδο εμπορίας 1985/1986) διαπιστώθηκε ότι 6 127,33 λίτρα ελαιολάδου είχαν κλαπεί από την αποθήκη της Federconsorzi στο Gioia Tauro. Δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για "έλαιο παρθένο μειονεκτικό (lampante)" το οποίο είχε αγοραστεί στο πλαίσιο της παρεμβάσεως κατά την περίοδο εμπορίας 1983/84. Ως προς τον βαθμό οξύτητας του κλαπέντος ελαιολάδου υφίσταται πάντως αμφιβολία. Η Federconsorzi ισχυρίζεται ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη βαθμός οξύτητας 7 . Ο ΑΙΜΑ αντιθέτως ισχυρίζεται ότι ο βαθμός οξύτητας δεν μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα. Πάντως, είναι βέβαιο ότι το κλαπέν ελαιόλαδο lampante σε καμία περίπτωση δεν έχει βαθμό οξύτητας 1 . Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει πράγματι ότι συνεπεία των γεγονότων που διαπίστωσε η διαιτητική επιτροπή (βλ. σχετικώς κατωτέρω στο σημείο 7), κατά την περίοδο εμπορίας 1983/84, δηλαδή κατά την περίοδο κατά την οποία είχε αγοραστεί το κλαπέν ελαιόλαδο, δεν είχε αγοραστεί στο Gioia Tauro ελαιόλαδο με βαθμό οξύτητας 1 , αλλά είχαν αγοραστεί αποκλειστικά παρτίδες με βαθμό οξύτητας κατ' ελάχιστο όριο 2 και κατά μέγιστο όριο 13,8 .
7. Μεταξύ του ΑΙΜΑ και της Federconsorzi ανέκυψε διαφορά ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας οι οποίες ορίζουν πως πρέπει να υπολογίζεται η αξία του κλαπέντος ελαιολάδου και οι οποίες είναι δεσμευτικές για τα μέρη δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο της συμβάσεως κατακυρώσεως. Κατά τον ΑΙΜΑ, ο οποίος επικαλείται μία σύμφωνη γνώμη που του απηύθυνε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι διατάξεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν την έννοια ότι πρέπει να καταβληθεί στον οργανισμό παρεμβάσεως το αντίτιμο των ποσοτήτων που κλάπηκαν με την τιμή αγορά που ίσχυε κατά την περίοδο εμπορίας 1985/86, περιλαμβανομένων των μηνιαίων
προσαυξήσεων για "έλαιο παρθένο μειονεκτικό lampante με βαθμό οξύτητας 1 ". Η Federconsorzi ισχυρίζεται αντιθέτως ότι για τις ποσότητες που έχουν κλαπεί οφείλει να καταβάλει αποζημίωση βάσει της κατώτερης τιμής αγοράς για "έλαιο παρθένο μειονεκτικό lampante με βαθμό οξύτητας 7 " η οποία ίσχυε κατά την περίοδο εμπορίας 1983/84 ή, επικουρικώς, κατά την περίοδο εμπορίας 1985/86.
Σύμφωνα με τη σύμβαση κατακυρώσεως η διαφορά αυτή υποβλήθηκε σε μία διαιτητική επιτροπή. Με την απόφασή της, την οποία ο Pretore di Roma κήρυξε εκτελεστή με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1989, η εν λόγω επιτροπή επέλεξε μία ενδιάμεση λύση: έκρινε ότι το καταβλητέο στον ΑΙΜΑ ποσό έπρεπε να υπολογιστεί με βάση την τιμή αγοράς που ίσχυε κατά την περίοδο εμπορίας 1985/86, πολλαπλασιαζόμενο με τις μηνιαίες προσαυξήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρονικό σημείο της κλοπής, για τις κατά την περίοδο 1983/84 αγορασθείσες ποσότητες ελαιολάδου lampante με μικρότερο βαθμό οξύτητας (δηλαδή - όπως προκύπτει από το προδικαστικό ερώτημα - ελαιολάδου lampante με τον πιο χαμηλό βαθμό οξύτητας που μετρήθηκε στις οικείες αποθήκες κατά την περίοδο εμπορίας 1983/84 κατά την οποία αγοράστηκε το κλαπέν έλαιο, εν προκειμένω με βαθμό οξύτητας 2 ).
8. Η Federconsorzi προσέφυγε στο Corte di appello κατά του ΑΙΜΑ, ζητώντας την ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως. Ασκώντας αντέφεση, ο ΑΙΜΑ ζήτησε επίσης την ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως. Το Corte di appello, εκτιμώντας ότι η έκδοση της αποφάσεώς του εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνευθούν οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
"'Εχουν οι κοινοτικές διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, και του παραρτήματος ΙΙ, σημείο VIII, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2632/85 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του
κανονισμού (ΕΟΚ) 136/66 του Συμβουλίου, καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3472/75 της Επιτροπής, την έννοια ότι, υπό το πρίσμα των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, η αξία του παρθένου ελαιολάδου lampante, το οποίο βρίσκεται στην παρέμβαση απ' όπου αφαιρείται διά κλοπής, πρέπει να καθορίζεται, λαμβανομένων υπόψη των αφαιρεθεισών ποσοτήτων, βάσει της τιμής που έχει καθοριστεί - για την περίοδο κατά την οποία συνέβη η κλοπή και με τις προβλεπόμενες μηνιαίες προσαυξήσεις - για το παρθένο ελαιόλαδο lampante οξύτητας 1 ή οξύτητας ίσης προς την ελαχίστη οξύτητα που κατεγράφη, στην οικεία αποθήκη, κατά την περίοδο στην οποία ανάγεται το κλαπέν έλαιο, ή μήπως η εν λόγω αξία πρέπει να καθορίζεται δι' ειδικής και συγκεκριμένης αναγωγής στην τιμή η οποία καταβλήθηκε κατά τον χρόνο της παραδόσεως της κλαπείσας ποσότητας και ποιότητας, ή, περαιτέρω, βάσει κάποιου άλλου κριτηρίου πέρα από τα προεκτεθέντα;"
9. Το ερώτημα περί ερμηνείας του κανονισμού 3247/81 υποβάλλεται από το αιτούν δικαστήριο για να λυθεί μία διαφορά η οποία δεν διέπεται ευθέως από τον κανονισμό αυτόν αλλά από τη σύμβαση κατακυρώσεως η οποία αναφέρεται σ' αυτόν τον κανονισμό. Κατά συνέπεια, τίθεται το ζήτημα αν το Δικαστήριο είναι πράγματι αρμόδιο, κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα.
Από την έκδοση της αποφάσεως Dzodzi (12) δεν αμφισβητείται ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί διατάξεως κοινοτικού δικαίου στην οποία παραπέμπει το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους για τον καθορισμό των κανόνων που εφαρμόζονται σε μία καθαρά εσωτερική κατάσταση αυτού του κράτους μέλους (σκέψη 36 της αποφάσεως). Ενόψει των λόγων βάσει των οποίων το Δικαστήριο σχημάτισε την άποψη αυτή - δηλαδή η αποτροπή μελλοντικών ερμηνευτικών προβλημάτων (βλ. σκέψη 37 της αποφάσεως) - είναι αυτονόητο ότι το Δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί διατάξεων του κοινοτικού δικαίου στις οποίες δεν παραπέμπει μία εθνική διάταξη αλλά
μία συμβατική διάταξη για τον καθορισμό των υποχρεώσεων που υφίστανται μεταξύ των μερών.
Είναι πάντως χρήσιμο να υπομνηστεί (βλ. επίσης τη σκέψη 42 της αποφάσεως Dzodzi) ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει μόνο διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Κατά την απάντησή του στο εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τον σκοπό της συμβάσεως ούτε τις διατάξεις του εθνικού δικαίου (παραδείγματος χάρη της προαναφερθείσας υπουργικής αποφάσεως, της 12ης Απριλίου 1984 ή του προαναφερθέντος "atto disciplinare", της 24ης Σεπτεμβρίου 1985) που μπορούν επίσης να προσδιορίζουν την έκταση των συμβατικών υποχρεώσεων. Το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να εφαρμόζεται πλήρως, δηλαδή κατ' αποκλεισμό εθνικών ή συμβατικών διατάξεων, στον συμβατικό δεσμό μεταξύ των μερών αποτελεί επομένως ζήτημα η κρίση επί του οποίου εναπόκεται στο εθνικό δικαστήριο.
Απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα
10. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία με το υποβληθέν ερώτημα πως πρέπει να ερμηνευθούν οι όροι "η τιμή παρεμβάσεως για την εν λόγω ποσότητα (οικεία ποσότητα)" που περιέχονται στο παράρτημα ΙΙ, σημείο VIII, του κανονισμού 3247/81, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2632/85 (βλ. ανωτέρω σημείο 5, δεύτερο εδάφιο). Πράγματι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του τροποποιηθέντος κανονισμού 3247/81, η τιμή αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας των ποσοτήτων ελαιολάδου που έχουν απολεσθεί λόγω κλοπής η οποία διαπιστώθηκε κατά την περίοδο εμπορίας 1985/86.
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά ειδικότερα ποια από τις τέσσερις ακόλουθες τιμές πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της αξίας:
1) η τιμή που ίσχυε για το ελαιόλαδο lampante με βαθμό οξύτητας 1 κατά την περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώθηκε η κλοπή
2) η τιμή που ίσχυε, κατά την περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπιστώθηκε η κλοπή, για το ελαιόλαδο lampante με τον μικρότερο βαθμό οξύτητας που μετρήθηκε στις αποθήκες κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας κατά την οποία είχε αγοραστεί το κλαπέν έλαιο
3) η τιμή που καταβλήθηκε κατά το χρονικό σημείο της αγοράς για έλαιο της ίδιας ποιότητας όπως αυτό το οποίο αργότερα κλάπηκε
4) μία άλλη εκτός από τις τρεις προαναφερθείσες τιμές.
'Οπως προκύπτει από την απαρίθμηση των δυνατών αυτών ερμηνειών, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο ζητημάτων. Πρώτον, πρόκειται για το ζήτημα του χρονικού σημείου που πρέπει να ληφθεί υπόψη (του χρονικού σημείου κατά το οποίο διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η κλοπή ή του χρονικού σημείου κατά το οποίο αγοράστηκε στην παρέμβαση το κλαπέν έλαιο). Περαιτέρω, πρόκειται για το ζήτημα του βαθμού οξύτητας που πρέπει να ληφθεί υπόψη ως προς το έλαιο lampante για το οποίο πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση. Στη συνέχεια, θα εξετάσω τα δύο αυτά ζητήματα.
11. 'Οσον αφορά το χρονικό σημείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή συμφωνούν με την απόφαση της διαιτητικής επιτροπής. Κατά την επιτροπή αυτή, η αξία του ελαίου που κλάπηκε πρέπει να καθοριστεί με βάση την τιμή αγοράς για την οικεία ποιότητα που εφαρμοζόταν κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε η κλοπή, δηλαδή με βάση την τιμή πωλήσεως που ίσχυε για την περίοδο εμπορίας 1985/86, πολλαπλασιαζόμενη με τις μηνιαίες προσαυξήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι το χρονικό αυτό σημείο.
Ενόψει του γράμματος του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη και τρίτη φράση, του κανονισμού 3247/81, θεωρώ ότι για το έλαιο που κλάπηκε - σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση κατά την οποία η ημερομηνία διαπράξεως της κλοπής προφανώς δεν είναι γνωστή (13) - πρέπει πράγματι να καταβληθεί αποζημίωση με βάση την τιμή αγοράς για την οικεία ποιότητα η οποία ίσχυε κατά το χρονικό σημείο της διαπιστώσεως της κλοπής. Πράγματι, οι σχετικές διατάξεις έχουν ως εξής:
"Η αξία των ποσοτήτων αυτών πρέπει να εγγράφεται στην πίστωση των λογαριασμών με την ημερομηνία όπου έγινε η κλοπή ή η ζημία, ή, ελλείψει της, με την ημερομηνία που διαπιστώθηκε και καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται για τις ποσότητες που υπερβαίνουν το όριο ανοχής. Πάντως, αν κατά την ημερομηνία αυτή δεν έχει ακόμη αρχίσει η νέα περίοδος εμπορίας, διατηρείται η τιμή παρεμβάσεως της τρέχουσας περιόδου εμπορίας, προσαυξημένη, ενδεχομένως, καθ' όλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις."
Οι εκφράσεις "η νέα περίοδος εμπορίας" και "οι μηνιαίες προσαυξήσεις" αναφέρονται προφανώς στην τιμή που ίσχυε κατά το χρονικό σημείο της διαπράξεως ή της διαπιστώσεως της κλοπής.
12. 'Οσον αφορά την ποιότητα που πρέπει να ληφθεί υπόψη, τα μέρη συμφωνούν με τη διαιτητική επιτροπή ότι, ενόψει της τροποποιήσεως του κανονισμού 3247/81 από τον κανονισμό 2632/85 (ανωτέρω σημείο 5, δεύτερο εδάφιο), η αξία του ελαίου που κλάπηκε κατά την περίοδο εμπορίας 1985/86 πρέπει να καθοριστεί με βάση τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν στον τομέα του ελαιολάδου, δηλαδή με βάση την τιμή παρεμβάσεως για την οικεία ποιότητα και, επομένως, όχι πλέον με βάση την τιμή παρεμβάσεως για τον ποιοτικό τύπο. Κατά συνέπεια, συμφωνούν ως προς το ότι εν προκειμένω πρέπει να ληφθεί ως βάση η τιμή αγοράς για ελαιόλαδο lampante (δηλαδή το κλαπέν είδος ελαιολάδου) και όχι το μειονεκτικό
lampante (δηλαδή το έλαιο του ποιοτικού τύπου). Στη διαφορά πρόκειται αποκλειστικά για το αν πρέπει να ληφθεί υπόψη η μείωση συνεπεία του βαθμού οξύτητας του ελαίου lampante που κλάπηκε. Η διαφορά συνίσταται κατ' ουσία στο ζήτημα αν οι όροι "η οικεία ποιότητα" που περιέχονται στο παράρτημα ΙΙ, σημείο VIII, του τροποποιηθέντος κανονισμού 3247/81 περιλαμβάνουν επίσης και τον βαθμό οξύτητας και, αν ναι, ποιον βαθμό.
Ως προς το ζήτημα αυτό, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο όρος "ποιότητα" αναφέρεται στα τέσσερα είδη ελαίου (extra, φίνο, ημι-φίνο και lampante) τα οποία αναφέρονται στο παρατιθέμενο ανωτέρω (σημείο 2) παράρτημα του κανονισμού 136/66. 'Ελαια lampante με διαφορετικό βαθμό οξύτητας δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν χωριστή "ποιότητα". Οι όροι "η οικεία ποιότητα" που περιέχονται στον κανονισμό 3247/81 πρέπει επομένως να αναφέρονται αποκλειστικά σε ένα από τα τέσσερα προαναφερθέντα είδη ελαίου, εξυπακουομένου ότι, όταν έχει κλαπεί έλαιο lampante, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τιμή του είδους αυτού ελαίου με τη μείωση για τον βαθμό οξύτητας 1 .
13. Δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη αυτή. Είναι ορθό ότι στο παράρτημα του κανονισμού 136/66 του Συμβουλίου αναφέρεται η ονομασία και ο ορισμός των τεσσάρων ειδών παρθένου ελαιολάδου. Αλλά, καίτοι καθένα από τα τέσσερα αυτά είδη ελαιολάδου πρέπει να θεωρείται ως μία ποιοτική κατηγορία, αυτό δεν σημαίνει ότι, όταν έχει κλαπεί ελαιόλαδο της κατηγορίας "lampante", δεν μπορεί να γίνεται μείωση βάσει διαφορετικού βαθμού οξύτητας από 1 . Το αντίθετο αληθεύει. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία φράση, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78 (βλ. ανωτέρω, σημείο 2), η τιμή αγοράς προσαρμόζεται με εφαρμογή πίνακα προσαυξήσεων και
μειώσεων "εάν η ονομασία ή η ποιότητα του ελαίου που προσφέρεται στην παρέμβαση δεν ανταποκρίνεται προς εκείνη για την οποία έχει καθοριστεί η τιμή παρεμβάσεως" (η υπογράμμιση προστέθηκε).
Βάσει της διατάξεως αυτής, η οποία αναφέρεται ρητώς στην ονομασία και την ποιότητα, η Επιτροπή κατέταξε σε κατηγορίες ανεξάρτητα από τον βαθμό οξύτητας το είδος ελαιολάδου "lampante" στο παράρτημα του κανονισμού της 3472/85 υπό τον τίτλο "Ονομασία και ποιότητα κατά την έννοια του παραρτήματος του κανονισμού 136/66": παράλληλα με το έλαιο lampante 1 (ως προς το οποίο εφαρμόζεται μείωση 8,14 ECU/100 χιλιόγραμμα) αναφέρονται άλλα μειονεκτικά έλαια με "άνω του 1 οξύτητας και μέχρι 8 " (για την υποδιαίρεση αυτή η μείωση αυξάνεται κατά 0,32 ECU για κάθε 1/10 επιπλέον βαθμό οξύτητας) και με "άνω των 8 οξύτητας" (για την υποδιαίρεση αυτή αυξάνεται η μείωση κατά 0,35 ECU για κάθε 1/10 επιπλέον βαθμό οξύτητας). Από το γεγονός ότι οι υποδιαιρέσεις αυτές περιέχονται στη στήλη πάνω από την οποία αναγράφεται "Ονομασία και ποιότητα" και από το ότι η μείωση της τιμής παρεμβάσεως εξαρτάται από τον βαθμό οξύτητας του ελαίου lampante συνάγω ότι ο βαθμός οξύτητας είναι συγκαθοριστικός για το ζήτημα ποια είναι η "εν λόγω ποιότητα" ελαιολάδου lampante. Για να προσδιοριστεί η αξία του κλαπέντος ελαιολάδου lampante πρέπει επομένως, σύμφωνα με το σημείο VIII του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 3247/81, να ληφθεί υπόψη ο βαθμός οξύτητας αυτού του είδους ελαίου.
14. Το ιστορικό θεσπίσεως της νομοθεσίας επιβεβαιώνει αυτή την άποψη. 'Οπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω (σημείο 5), ο κανονισμός 3247/81 του Συμβουλίου ορίζει, ως γενικό κανόνα, ότι η αξία των ποσοτήτων που έχουν κλαπεί πρέπει να προσδιορίζεται με βάση την τιμή παρεμβάσεως για τον ποιοτικό τύπο. Ο γενικός κανόνας, ο οποίος ίσχυε μέχρι την περίοδο εμπορίας 1984/85 και για τον
τομέα του ελαιολάδου, προέβλεπε επομένως την εφαρμογή κατ' αποκοπήν αποζημιώσεως κατά την οποία δεν ελαμβάνετο υπόψη η πραγματική ποιότητα του ελαίου που είχε κλαπεί. Κατά συνέπεια, η αξία της αποζημιώσεως μερικές φορές υπερέβαινε την πραγματική αξία (ιδίως όταν είχε κλαπεί έλαιο χαμηλότερης ποιότητας από τον ποιοτικό τύπο), άλλοτε δε ήταν μικρότερη της πραγματικής αξίας (δηλαδή όταν είχε κλαπεί έλαιο καλύτερης ποιότητας από τον ποιοτικό τύπο). Με τον κανονισμό 2632/85, πάντως, το Συμβούλιο εγκατέλειψε την κατ' αποκοπήν αυτή ρύθμιση για τον τομέα του ελαιολάδου: από την περίοδο εμπορίας 1985/86 έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη η τιμή παρεμβάσεως για την οικεία ποιότητα.
Αργότερα, η Επιτροπή (η οποία είχε λάβει σχετική εξουσιοδότηση με τον κανονισμό 3492/90 του Συμβουλίου που αντικατέστησε τον κανονισμό 3247/81) θέσπισε με τον κανονισμό 3597/90 εκ νέου μία άλλη ρύθμιση (βλ. ανωτέρω, σημείο 5, τρίτo εδάφιο). Ο γενικός κανόνας που θεσπίστηκε με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 3597/90 της Επιτροπής εξακολουθεί να προβλέπει - αλλά ήδη και πάλι για τον τομέα του ελαιολάδου για τον οποίο δεν υφίστανται πλέον ειδικές διατάξεις - κατ' αποκοπήν αποζημίωση, η οποία καθορίζεται με βάση την τιμή παρεμβάσεως για τον ποιοτικό τύπο των προϊόντων που έχουν κλαπεί, είναι δε σαφές ότι η ρύθμιση αυτή είναι αυστηρότερη απ' ό,τι προηγουμένως, επειδή η εν λόγω τιμή προσαυξάνεται πλέον κατά 5 %. Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή τονίζει ότι η εγκατάλειψη των ειδικών διατάξεων για το ελαιόλαδο αποτελεί ενσυνείδητη επιλογή και υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι είχαν κλαπεί μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου με μία συχνότητα που είναι ανεξήγητη.
Από το ιστορικό αυτό θεσπίσεως των σχετικών διατάξεων προκύπτει ότι το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 2632/85 και μέχρι τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3597/90 της Επιτροπής, το Συμβούλιο θέσπισε, για τον τομέα του ελαιολάδου, αντί του κατ' αποκοπή προσδιορισμού της αξίας των προϊόντων που έχουν κλαπεί, ένα σύστημα που στηρίζεται στην πραγματική αξία των εμπορευμάτων αυτών. Το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός οξύτητας του ελαιολάδου lampante ανταποκρίνεται στην προσπάθεια χορηγήσεως αποζημιώσεως βάσει της πραγματικής αξίας.
15. Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά πάντως ακόμη πλήρως ικανοποιητική απάντηση για το αιτούν δικαστήριο. Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή παρατηρούν πράγματι ότι το παρθένο ελαιόλαδο αποθεματοποιείται, ανά περίοδο εμπορίας, βάσει των τεσσάρων ειδών που αναφέρονται στο παράρτημα του κανονισμού 136/66. 'Οσον αφορά ειδικότερα το έλαιο lampante, η επιχείρηση αποθεματοποιήσεως θα μπορούσε να αποθεματοποιήσει όλο το έλαιο αυτού του τύπου που αγοράζεται κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου εμπορίας στην ίδια δεξαμενή ανεξάρτητα από τον βαθμό του οξύτητας. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, αυτό συνεπάγεται ότι σε περίπτωση κλοπής μπορεί ασφαλώς να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για έλαιο lampante που αγοράστηκε κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας, δεν είναι όμως δυνατό να προσδιοριστεί ο βαθμός οξύτητας του ελαίου lampante που έχει κλαπεί.
Η Federconsorzi αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτόν. Τονίζει ότι η επιχείρηση αποθεματοποιήσεως υποχρεούται, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 3472/85, να τηρεί βιβλία λογιστικής αποθήκης, αναγράφοντας καθημερινά, μεταξύ άλλων, το τιμολόγιο αγοράς για κάθε αγοραζόμενη παρτίδα καθώς και αντίγραφο του πιστοποιητικού αναλύσεως. Πράγματι, όπως ισχυρίζεται η Federconsorzi, είναι διαθέσιμη για κάθε αγοραζόμενη παρτίδα μία ολόκληρη σειρά στοιχείων. Περαιτέρω, τονίζει ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση υποχρεούται, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 3472/85, να καταθέτει στον οργανισμό παρεμβάσεως
τρία αντιπροσωπευτικά δείγματα για κάθε δημιουργούμενη παρτίδα προς αποθεματοποίηση, οπότε ο οργανισμός αυτός μπορεί να διαπιστώνει το έλαιο κάθε παρτίδας (14). Βάσει αυτών των στοιχείων είναι δυνατός, κατ' αυτήν, ο προσδιορισμός του βαθμού οξύτητας - ο μέσος βαθμός οξύτητας, όπως αντιλαμβάνομαι - του ελαίου lampante που έχει κλαπεί.
16. Νομίζω ότι το ζήτημα ως προς το ποιον βαθμό οξύτητας είχε το έλαιο που κλάπηκε αποτελεί ένα ζήτημα επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα αποδεικτικά μέσα, εξυπακουομένου ότι, όταν δεν υπάρχουν πειστικές αποδείξεις, δεν εναπόκειται στην Κοινότητα να αναλάβει τον κίνδυνο της αποδείξεως. Αυτό δικαιολογείται κατά τη γνώμη μου από το συμφέρον της Κοινότητας να προστατεύει τους κοινοτικούς πόρους από απάτες, ειδικότερα δε από κλοπές. Πράγματι, φρονώ ότι, ελλείψει αποδεικτικού υλικού, πρέπει να επιλέγεται η ευνοϊκότερη για την Κοινότητα λύση, άποψη που αντιστοιχεί εξάλλου προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ως προς την επιβάρυνση με αχρεωστήτως διενεργηθείσες πληρωμές από τα κράτη μέλη στον γεωργικό τομέα, δηλαδή πληρωμές που δεν έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν τη χρηματοδότηση των δαπανών. Κατά τη νομολογία αυτή (15), τέτοιου είδους πληρωμές πρέπει να επιβαρύνουν τα κράτη μέλη ακόμη και όταν δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η έκταση της (παράνομης) αυξήσεως των δαπανών που προκλήθηκε από ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο εθνικό μέτρο. Πράγματι, η κοινοτική αρχή οφείλει να
αρνηθεί εν προκειμένω τη χρηματοδότηση του συνόλου των σχετικών δαπανών (16). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση αμφιβολίας το βάρος της αποδείξεως φέρει το πρόσωπο που ζητεί τη χρηματοδότηση των δαπανών, πράγμα που εξάλλου συνάδει με τη γενική αρχή του δικαίου της αποδείξεως ότι τον κίνδυνο της αποδείξεως έχει αυτός ο οποίος δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του να αποδείξει με βεβαιότητα τα γεγονότα (εν προκειμένω τον βαθμό οξύτητας του ελαίου που έχει κλαπεί) από τα οποία εξαρτάται η έκταση της χρηματοδοτήσεως.
Τα ανωτέρω συνεπάγονται ότι, όταν βάσει στοιχείων που έχουν αποδεικτική ισχύ το εθνικό δικαστήριο μπορεί να προσδιορίσει τον (κατ' απόλυτον αριθμό ή μέσο) βαθμό οξύτητας της παρτίδας ελαίου που έχει κλαπεί, πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτόν τον βαθμό οξύτητας. Το εθνικό δικαστήριο μπορεί εν προκειμένω να στηριχθεί στα βιβλία λογιστικής αποθήκης της επιχειρήσεως αποθεματοποιήσεως ή σε άλλα στοιχεία με αποδεικτική ισχύ όπως το γεγονός που ανέφερε η διαιτητική επιτροπή ότι, κατά την περίοδο εμπορίας κατά την οποία αγοράστηκε το έλαιο που κλάπηκε, δεν είχε αγοραστεί από την επιχείρηση αποθεματοποιήσεως έλαιο lampante με 1 οξύτητας και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να είχε κλαπεί έλαιο αυτού του τύπου. Αν εντούτοις δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν με βεβαιότητα τον προσδιορισμό του βαθμού οξύτητας της παρτίδας ελαίου που έχει κλαπεί, φρονώ (όπως ακριβώς και η διαιτητική επιτροπή) ότι για τους προαναφερθέντες λόγους ο προσδιορισμός της αξίας πρέπει να γίνει με βάση το έλαιο με τον χαμηλότερο βαθμό οξύτητας το οποίο ήταν αποθεματοποιημένο στον τόπο που έγινε η κλοπή κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας κατά την οποία είχε αγοραστεί το κλαπέν έλαιο, πράγμα που αποτελεί την ευνοϊκότερη λύση για την Κοινότητα.
Συμπέρασμα
17. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
"Το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, της 9ης Νοεμβρίου 1981, και το παράρτημα ΙΙ, σημείο VIII, του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2632/85 του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, έχουν την έννοια ότι για την κατάρτιση των ετησίων λογαριασμών για τη χρηματοδότηση των μέτρων παρεμβάσεως με τη μορφή αποθεματοποιήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, η αξία των ποσοτήτων παρθένου ελαιολάδου lampante που έχουν χαθεί λόγω κλοπής καθορίζεται μέσω πολλαπλασιασμού των ποσοτήτων που έχουν κλαπεί με την τιμή αγοράς που ίσχυε κατά την περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η κλοπή, προσαυξημένη με όλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις, ως προς τον εν λόγω τύπο ελαίου που έχει βαθμό οξύτητας που αντιστοιχεί στον βαθμό οξύτητας των ποσοτήτων που κλάπηκαν ή, όταν ο βαθμός αυτός οξύτητας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα, σύμφωνα με τον χαμηλότερο βαθμό οξύτητας του ελαίου που είχε αποθεματοποιηθεί στον τόπο όπου έγινε η κλοπή κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας κατά την οποία είχε αγοραστεί το έλαιο lampante που κλάπηκε."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, της 9ης Νοεμβρίου 1981, περί της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, ορισμένων μέτρων παρεμβάσεως, και ιδίως εκείνων που συνίστανται στην αγορά, αποθεματοποίηση και πώληση γεωργικών προϊόντων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ L 327, σ. 1).
(2) ΕΕ L 251, σ. 1.
(3) Κανονισμός 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33).
(4) Βλ. το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη φράση, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1562/78, της 29ης Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248).
(5) ΕΕ 1985, L 333, σ. 5.
(6) Βλ. επίσης το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1502/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1985/86, της ενδεικτικής τιμής παραγωγής, της ενισχύσεως στην παραγωγή και της τιμής παρεμβάσεως του ελαιολάδου (ΕΕ 1985, L 151, σ. 27), κατά το οποίο η αναφερόμενη στο άρθρο 1 τιμή παρεμβάσεως (227,62 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα) αφορά το ημι-φίνο παρθένο ελαιόλαδο του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζόμενη σε ελαϊκό οξύ, είναι 3,3 γραμμάρια ανά 100 γραμμάρια.
(7) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022, σ. 91.
(8) ΕΕ 1990, L 337, σ. 3.
(9) ΕΕ 1990, L 350, σ. 43.
(10) GURI 114 της 26ης Απριλίου 1984.
(11) GURI 235 της 5ης Οκτωβρίου 1985.
(12) Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3763). Βλ. επίσης την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-231/89, Gmurzynska (Συλλογή 1990, σ. Ι-4003) και την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, C-384/89, Tomatis (Συλλογή 1991, σ. Ι-127, συνοπτική δημοσίευση).
(13) Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει απλώς ότι η κλοπή αποκαλύφθηκε στις 25 Αυγούστου 1986.
(14) Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3472/85 ο οργανισμός παρεμβάσεως οφείλει, όταν η επιχείρηση αποθεματοποιήσεως είναι επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή των εργασιών παρεμβάσεως, να εξετάζει με δειγματοληπτικούς ελέγχους αν το αποθεματοποιημένο έλαιο αντιστοιχεί προς τα δείγματα που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3.
(15) Βλ. τελείως πρόσφατα την απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1992, C-197/90, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-0000, σκέψη 38).
(16) Βλ. ιδίως την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 13).
Full & Egal Universal Law Academy