ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 27ης Οκτωβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Προεορε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Επιληφθέν των πραγματικών περιστατικών που ακολουθούν, το Bundesgerichtshof υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα αφορώντα στο σύνολο τους την ερμηνεία του άρθρου 13 της Συμβάσεως των Βρυξελλών για την διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: Σύμβαση), όπως διατυπώνεται μετά τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ( 1 ).
2.
Ξστερα από διαφήμιση που καταχωρίστηκε στον γερμανικό Τύπο, ιδιώτης, επαγγελματίας δικαστής, αναθέτει στην αμερικανική μεσιτική εταιρία Hutton Inc. τη διενέργεια προθεσμιακών πράξεων επί συναλλάγματος και αξιόγραφων, στο πλαίσιο συμβάσεως παραγγελίας («Kommissionsweise Durchführung von Devisen-, Wertpapier-und Warentermingeschäften»). Προς τούτο, συναλλάσσεται με την Hutton GmbH, γερμανική θυγατρική της αμερικανικής εταιρίας.
3.
Αφού κατέβαλε σημαντικά ποσά, κατά τα έτη 1986 και 1987, τα οποία σχεδόν εξανεμίστηκαν, ο ενδιαφερόμενος εκχωρεί το δικαίωμα του επί των απαιτήσεων του στη γερμανική εταιρία Treuhandgesellschaft für Vermögensverwaltung und Beteiligungen mbH (στο εξής: TVB).
4.
Η TVB ασκεί ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων αγωγή με αντικείμενο την επιστροφή των καταβληθέντων από τον εκχωρητή ποσών κατά της αμερικανικής μεσιτικής εταιρίας Hutton (Brokerfirma), η οποία στο μεσοδιάστημα περιήλθε στην επίσης αμερικανική εταιρία Shearson Lehman Hutton Inc. (στο εξής: Shearson Lehman).
5.
Με την αγωγή, η οποία στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αξιώνεται η καταβολή αποζημιώσεως λόγω αθετήσεως συμβατικών υποχρεώσεων και ευθύνης εκ των διαπραγματεύσεων, καθώς και επανόρθωση εξ αδικοπραξίας, δεδομένου ότι η Shearson Lehman δεν ενημέρωσε επαρκώς, όπως υποστηρίζει η TVB, τον αντισυμβαλλόμενο της επί των κινδύνων που διέτρεχε.
6.
Το Landgericht έκρινε την αγωγή «απαράδεκτη». Αντίθετα, το επιληφθέν κατ' έφεση δικαστήριο έκρινε εαυτό «αρμόδιο». Κατά της δεύτερης αυτής αποφάσεως η Shearson Lehman άσκησε αναίρεση.
7.
Το Bundesgerichtshof φρονεί ότι η διεθνής δικαιοδοσία των γερμανικών δικαστηρίων θεμελιώνεται στην προκειμένη περίπτωση μόνον αν το άρθρο 13 της Συμβάσεως των Βρυξελλών τυγχάνει εφαρμογής ( 2 ) και υποβάλλει στο Δικαστήριο τέσσερα ερωτήματα παρατιθέμενα στην έκθεση ακροατηρίου ( 3 ).
8.
Με τα ερωτήματα αυτά επιδιώκεται κατ' ουσίαν να ερμηνευθούν οι εκφράσεις
—
«κάθε άλλη σύμβαση που έχει ως αντικείμενο παροχή υπηρεσιών» του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, ώστε να κριθεί αν εμπίπτουν σ' αυτό και οι συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς στην κυρία δίκη·
—
«διαφήμιση» που πρέπει να προηγείται χρονικά, όπως προβλέπει το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, στοιχείο α', ώστε να προσδιοριστεί αν στοιχειοθετείται η ύπαρξη δεσμού με την καταρτισθείσα σύμβαση·
—
«υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση» κατά την έννοια του άρθρου 13, δεύτερο εδάφιο, ώστε να δοθεί απάντηση στο αν εμπίπτει στην έννοια αυτή εταιρία, η έδρα της οποίας βρίσκεται στο κράτος της κατοικίας του καταναλωτή, η οποία ελέγχεται οικονομικώς από τον αντισυμβαλλόμενο του καταναλωτή, ενεργεί ως απλός μεσάζων και δεν έχει την εξουσία να συνάπτει συμβάσεις·
—
«εκμετάλλευση» του υποκαταστήματος, πρακτορείου ή άλλης εγκαταστάσεως, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως, ώστε να διευκρινιστεί αν οι διαφορές που γεννώνται στο πλαίσιο των σχέσεων αυτών είναι συναφείς·
—
«σε συμβάσεις» του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, ώστε να διευκρινιστεί αν, πέραν των αιτημάτων αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως συμβατικών υποχρεώσεων, θεμελιώνονται περαιτέρω αξιώσεις λόγω παραβάσεως υποχρεώσεων απορρεουσών από ευθύνη εκ των διαπραγματεύσεων και λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού και αν μπορεί να συναχθεί, λόγω συνάφειας, παρεπόμενη δικαιοδοσία επί εξωσυμβατικών σχέσεων.
9.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να δοθεί απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα — ή ακριβέστερα αν έπρεπε να δοθεί απάντηση σ' αυτά — ήταν αναγκαίο, αφενός, να εξεταστεί αν η TVB, εκδοχέας της απαιτήσεως, μπορεί και η ίδια να επικαλεστεί την ιδιότητα του καταναλωτή που προσιδιάζει στον εκχωρητή και, αφετέρου, αν το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως εφαρμόζεται οσάκις ο καταναλωτής και το υποκατάστημα έχουν τον τόπο κατοικίας τους στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος, ενώ η μητρική εταιρία έχει την έδρα της σε τρίτο κράτος. Το Δικαστήριο έθεσε ερωτήσεις επί των δυο αυτών σημείων.
10.
Οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας της Συμβάσεως αποτελούν αντικείμενο του τίτλου II (άρθρα 2 έως 24), ο οποίος περιλαμβάνει εννέα τμήματα. Το πρώτο τμήμα (άρθρα 2 έως 4) αναφέρεται στις «γενικές διατάξεις». Το τμήμα 4 (άρθρα 13 έως 15) αναφέρεται στη «διεθνή δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών».
11.
Η απάντηση στο σύνολο των ερωτήσεων — τόσο εκείνων του αιτούντος δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου σας — μπορεί να δοθεί μόνο σε συνδυασμό και κατ' αντιπαράθεση των διατάξεων των τμημάτων 1 και 4.
12.
Πράγματι, πρέπει να εξεταστεί αν η συγκεκριμένη κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως και, σε καταφατική περίπτωση, ποιες συνέπειες πρέπει να συναχθούν για τον προσδιορισμό του τόπου δικαιοδοσίας.
13.
Υπενθυμίζω, συγκεκριμένα, ότι η επίδικη διεκδικητική αγωγή ασκείται από εταιρία εγκατεστημένη σε συμβαλλόμενο κράτος κατ' άλλης εταιρίας, η έδρα της οποίας βρίσκεται σε τρίτο κράτος.
14.
Είναι γνωστό ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών, η οποία υλοποιεί την ανατεθειμένη βάσει του άρθρου 220, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης της Ρώμης στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας εντολή, έχει ιδίως ως σκοπό την ομοιομορφία των κανόνων περί δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των κρατών μελών στη διεθνή τάξη, ώστε να διασφαλίζεται, εντός της Κοινότητας, η «ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων» σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση των συγκρούσεων δικαιοδοσίας μεταξύ των κρατών που την υπέγραψαν και τρίτων κρατών ( 4 ). Το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στα συμβαλλόμενα μέρη.
15.
Την ανωτέρω αρχή θέτει ρητά το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι «αν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, η διεθνής δικαιοδοσία σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος ρυθμίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 16».
16.
Επειδή το άρθρο 16 είναι άσχετο στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση διαφορά διέπεται εκ πρώτης όψεως από τη νομοθεσία του τόπου του κράτους του ενάγοντος, εφόσον ο εναγόμενος κατοικεί εκτός του εδάφους συμβαλλομένου κράτους. Επομένως, a priori η Σύμβαση φαίνεται ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής. «Αν (...) ο εναγόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, η Σύμβαση δεν περιέχει αυτοτελή ρύθμιση, αλλά παραπέμπει στο εσωτερικό δίκαιο του κράτους, σε δικαστήριο του οποίου εκκρεμεί η διαφορά (άρθρο 4, πρώτο εδάφιο). Κατά του εναγομένου αυτού η Σύμβαση επιτρέπει σε κάθε πρόσωπο που κατοικεί στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους να επικαλεστεί, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του, το δίκαιο του κράτους αυτού (...)» ( 5 ).
17.
Οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις του άρθρου 13 ώθησαν το Bundesgerichtshof να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ερωτήματα του.
18.
Ασφαλώς, η παραπομπή του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 4 μας υπενθυμίζει ότι το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 13 έως 15 περιορίζεται στην περίπτωση όπου ο εναγόμενος κατοικεί σε συμβαλλόμενο κράτος: αν δεν συμβαίνει αυτό, το δικάζον δικαστήριο εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες περί δικαιοδοσίας.
19.
Πάντως, είναι σαφές ότι το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, αποτελεί εμμέσως εξαίρεση του άρθρου 4 και πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται οσάκις ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή, εναγόμενος στη δίκη, κατοικεί σε τρίτο προς τη σύμβαση κράτος, αφής στιγμής διαθέτει υποκαστάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση σε συμβαλλόμενο κράτος ( 6 ).
20.
Επομένως, η υποβληθείσα στην κρίση σας περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών μόνον εφόσον διέπεται από το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο ( 7 ). Διευκρινίζω ευθύς εξαρχής ότι αυτό δεν συμβαίνει για τρεις λόγους: 1) ο ενάγων δεν είναι καταναλωτής κατά την έννοια των άρθρων 13 και 14 επειδή ο ίδιος δεν είναι συμβαλλόμενος σε μία από τις απαριθμούμενες στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, συμβάσεις, 2) δευτερεύουσα εγκατάσταση μη διαθέτουσα την εξουσία συνάψεως συμβάσεων δεν λογίζεται ως υποκατάστημα, πρακτορείο ή εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 13, δεύτερο εδάφιο, 3) ακόμη και αν υποτεθεί ότι ισχύει κάτι τέτοιο, η ανωτέρω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής λόγω του ότι ελλείπει το στοιχείο της αλλοδαπότητας, οσάκις το υποκατάστημα έχει την έδρα του στο κράτος κατοικίας του καταναλωτή. Προτίθεμαι να εξετάσω διαδοχικά τα τρία αυτά σημεία.
21.
Οι εναλλακτικές δικαιοδοσίες και η ειδική βάση δικαιοδοσίας που απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ισχύουν μόνο όταν πρόκειται για «αγωγή ασκούμενη από καταναλωτή κατά του αντισυμβαλλομένου σε σύμβαση».
22.
Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η αγωγή, αντικείμενο της οποίας είναι η επιστροφή καταβληθέντων ποσών, δεν κινήθηκε από τον αρχικό αντισυμβαλλόμενο της εταιρίας Shearson Lehman, αλλά από εμπορική εταιρία, εκδοχέα των δικαιωμάτων της πρώτης, ενεργούσα στο πλαίσιο του εταρικού σκοπού της. Κατόπιν αυτού, μπορεί η εν λόγω εταιρία να επικαλεστεί, στο πλαίσιο της αγωγής της, την ιδιότητα του καταναλωτή, κατά την έννοια των άρθρων 13 και 14 της Συμβάσεως;
23.
Αυτό είναι κατ' εμέ το βασικό ερώτημα της δίκης. Νομίζω ότι είναι προφανές ότι, αν η TVB δεν μπορεί να επικαλεστεί εγκύρως την ιδιότητα αυτή, η διαφορά της με τη Shearson Lehman δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως.
24.
Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι, προκειμένου να διαφυλαχθεί η συνοχή των διατάξεων του τμήματος 4 της Συμβάσεως, η έννοια «καταναλωτής» πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς ερμηνείας, ώστε να της προσδοθεί ομοιόμορφο ουσιαστικό περιεχόμενο, ίδιο της κοινοτικής έννομης τάξεως, χωρίς αναγωγή στο δίκαιο των συμβαλλομένων κρατών. Ήδη το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί αποφανθέν επ' ευκαιρία της εννοίας «πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος», ότι οι «συμβάσεις καταναλωτών» υπεισέρχονται στο τμήμα 4 ( 8 ).
25.
Κατ' εμέ, το αν η εκδοχέας εταιρία μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταναλωτής δεν εξαρτάται από τη φύση της εκχωρήσεως δικαιωμάτων προς αυτήν (υφίσταται απλώς και μόνο εκχώρηση απαιτήσεως ή και εκχώρηση δικαιωμάτων που συνδέονται με το πρόσωπο του δανειστή;). Η εξέταση του περιεχομένου της εκχωρήσεως, η οποία προϋποθέτει ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, εμπίπτει άλλωστε αποκλειστικώς στη δικαιοδοσία του δικαστή της ουσίας.
26.
Ασφαλώς, η υπαγωγή της εκδοχέως εταιρίας στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 14 σημαίνει εμμέσως ότι ευνοείται ο ίδιος ο καταναλωτής (λόγω του ότι καθίστανται ελαφρότερες, ιδίως, οι προϋποθέσεις εισπράξεως των απαιτήσεων, άρα και η εκχώρηση τους). Πλην όμως, η Σύμβαση των Βρυξελλών προστατεύει ρητώς τον καταναλωτή μόνον εφόσον είναι ο (οίος ενάγων i'] εναγόμενος σε δίκη ( 9 ). Η προστασία αυτή δεν επεκτείνεται και σε περίπτωση δίκης όπου ο καταναλωτής δεν είναι διάδικος.
27.
Επιπλέον, ο όρος «καταναλωτής» του άρθρου 14 παραπέμπει κατ' ανάγκη στον όρο του άρθρου 13. Συγκεκριμένα, ελλείψει ρητής διατάξεως, δεν νοείται ο όρος «καταναλωτής» να απαντά σε δύο διαδοχικά άρθρα ρυθμίζοντα διαφορετικές περιπτώσεις. Κατά το άρθρο 13, φέρει την ιδιότητα του καταναλωτή μόνον εκείνος ο οποίος συνήψε κάποια μορφή συμβάσεως. Το ίδιο επιβάλλεται και στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 14.
28.
Επομένως, του συναφούς πλεονεκτήματος που συνδέεται με την ιδιότητα του καταναλωτή απολαύει μόνον ο διάδικος ο οποίος ανταποκρίνεται ο ίδιος στις προϋποθέσεις του άρθρου 13 και ο οποίος, συνακόλουθα, συμμετείχε στην κατάρτιση της συμβάσεως που συνήψε με τον επαγγελματία ( 10 ). Κατ' εμε, το μόνο που μπορεί να συναχθεί είναι ότι η κατά το άρθρο 14 αγωγή μπορεί να ασκηθεί μόνο από καταναλωτή επ' ευκαιρία συμβάσεως που συνήψε ο ίδιος.
29.
Με άλλα λόγια, λογίζεται ως καταναλωτής, δυνάμενος να επικαλεστεί τις ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας του τμήματος 4, το πρόσωπο που πληροί δύο προϋποθέσεις: 1) είναι διάδικος σε δίκη (άρθρο 14), 2) είναι συμβαλλόμενο μέρος σε μία από τις απαριθμούμενες στο άρθρο 13 συμβάσεις. Επομένως, σε περίπτωση κατά την οποία ο καταναλωτής, αρχικός αντισυμβαλλόμενος, εκχωρεί την απαίτηση του σε τρίτο, ο οποίος στη συνέχεια ασκεί αγωγή με αντικείμενο την εκχωρηθείσα απαίτηση, δεν πληροί, κατ' εμέ, τη διπλή ιδιότητα που απαιτούν τα δύο αυτά άρθρα.
30.
Όχι μόνον η γραμματική ανάλυση αλλά και η ratio των άρθρων 13 και 14 στο σύνολο τους δεν επιτρέπουν σε νομικό πρόσωπο, ευρισκόμενο στην κατάσταση της TVB, να λογίζεται ως καταναλωτής. Συγκεκριμένα, το πνεύμα των διατάξεων αυτών συνίσταται στη διασφάλιση της προστασίας του ασθενέστερου ή έχοντος μικρότερη πείρα συμβαλλομένου. Αυτό δεν συμβαίνει σε περίπτωση εταιρίας που ασκεί αγωγή εντασσόμενη στο πλαίσιο του εταιρικού σκοπού της.
31.
Το Δικαστήριο, κληθέν να ερμηνεύσει το άρθρο 14, δεύτερο εδάφιο, όπως ήταν διατυπωμένο το 1968, σχετικά με την πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος, έκρινε ότι:
«(...) η περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 2, σύμφωνα προς τους στόχους που επιδιώκει το τμήμα 4, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το δικαστικό πλεονέκτημα που προαναφέρθηκε πρέπει να επιφυλάσσεται μόνο στους αγοραστές που έχουν ανάγκη προστασίας, επειδή η οικονομική τους κατάσταση διακρίνεται ως ασθενέστερη έναντι εκείνης των πωλητών, λόγω τον ότι πρόκειται για ιδιώτες τελικούς καταναλωτές, οι οποίοι δεν εμπλέκονται, ως εκ της αγοράς του κτηθέντος με τμηματική καταβολή του τιμήματος προϊόντος, σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες» ( 11 ).
32.
Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«(...) η έννοια της πωλήσεως ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος, κατά την έννοια του άρθρου 13 της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει την πώληση μηχανής από εταιρία σε άλλη εταιρία με την έκδοση συναλλαγματικών» ( 12 ).
33.
Όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής Schlosser, οι τροποποιήσεις που επήλθαν το 1978 στο τμήμα 4 εκκινούν από το ίδιο πνεύμα που διέπει τις προγενέστερες διατάξεις. Το τμήμα 4 διηύρυνε το πεδίο εφαρμογής του σε θέματα συμβάσεων καταναλωτών. Διαπνεόμενο από την απόφαση στην υπόθεση Bertrand ( 13 ), το νεο τμήμα 4 εφαρμόζεται μόνον όταν πρόκειται για τελικό καταναλωτή ( 14 ).
34.
Επιπλέον, νομίζω ότι δεν μπορεί οι περί δικαιοδοσίας κανόνες να διαφέρουν ανάλογα με την προέλευση του δικαιώματος που επικαλείται ο ενάγων: ανάλογα δηλαδή με το αν έλκει το δικαίωμα του από καταναλωτή ή αν κινεί τη δίπη βάσει ιδίου δικαιώματος, έχει ή όχι την ευχέρεια να επικαλείται τις περί δικαιοδοσίας διατάξεις του άρθρου 14, τη στιγμή κατά την οποία η ασκούμενη και στις δύο περιπτώσεις αγωγή είναι της ιδίας φύσεως.
35.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, πατά τη γνώμη μου, ότι δεν είναι καταναλωτής, πατά την έννοια των άρθρων 13 και 14, ο ενάγων που δεν είναι παράλληλα παι συμβαλλόμενος σε μία από τις απαριθμούμενες στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, συμβάσεις.
36.
Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, που ενδεχομένως επιτρέπει από μόνο του την υπαγωγή της περιγραφόμενης από το αιτούν διπαστήριο παταστάσεως στη Σύμβαση των Βρυξελλών, δεν εφαρμόζεται παι για ένα δεύτερο λόγο: ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, οσάκις αναθέτει την άσκηση των δραστηριοτήτων του εντός συμβαλλομένου κράτους σε εταιρία, η οποία έχει την έδρα της σ' αυτό και η οποία εξαρτάται οιπονομιπώς από αυτόν, αλλά δεν διαθέτει ιδία εξουσία συνάψεως συμβάσεων.
37.
Η έννοια «υποκατάστημα, πρακτορείο ή οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση» που το αιτούν δικαστήριο σας καλεί να ερμηνεύσετε, στα πλαίσια του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, δεν είναι άγνωστη στο Δικαστήριο. Ναι μεν τα άρθρα 8, δεύτερο εδάφιο, παι 13, δεύτερο εδάφιο, δεν έχουν μέχρι στιγμής τεθεί υπό την πρίση του Δικαστηρίου, πλην όμως το άρθρο 5, σημείο 5, όπου επίσης απαντά η ανωτέρω έκφραση, έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεων σας.
38.
Επισημαίνω αυτό που διακρίνει τις τρεις διατάξεις: το άρθρο 5, σημείο 5, αφορά μόνο τις επιχειρήσεις, η εταιρική έδρα των οποίων βρίσκεται στο έδαφος του ενός των συμβαλλομένων πρατών. Σε περίπτωση πατά την οποία η επιχείρηση έχει την έδρα tilg στο έδαφος τρίτου πράτους, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4. Αντίθετα, τα άρθρα 8, δεύτερο εδάφιο, παι 13, δεύτερο εδάφιο, επιτρέπουν την παρέκκλιση από την αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 5, δεδομένου ότι αναφέρονται στην περίπτωση όπου ο ασφαλιστής ή ο αντισυμβαλλόμενος του παταναλωτή δεν πατοιπούν στο έδαφος υπογράψαντος τη Σύμβαση πράτους.
39.
Αποτελώντας παρέκκλιση από την αρχή που θέτει το πρώτο εδάφιο, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 4, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 13, οι διατάξεις του οποίου ισχύουν έναντι των κατοιπούντων σε τρίτο πράτος αντιδίκων, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο περιοριστικής ερμηνείας. Επλαμβανό-μενη υπό ευρεία έννοια, η έπφραση «υποκατάστημα» επιτρέπει, συγκεκριμένα, πατά τρόπο ευχερή την παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο.
40.
Ποια είναι τα διδάγματα που πρέπει να συναχθούν από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετιπά με το άρθρο 5, σημείο 5;
41.
Το Δικαστήριο τάχθηκε υπέρ μιας αυτοτελούς ερμηνείας της εκφράσεως «διαφορά σχετιπά με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή άλλης εγκαταστάσεως» και έκρινε ότι το άρθρο 5, σημείο 5, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικώς ( 15 ), ως ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας εισάγουσα εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της δικαιοδοσίας του τόπου κατοικίας του εναγομένου.
42.
Με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 14/76 ( 16 ), πρώτη απόφαση που εκδόθηκε επί της ανωτέρω διατάξεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι
«(...) ένα από τα ουσιώδη στοιχεία που χαρακτηρίζουν την έννοια του υποκαταστήματος και του πρακτορείου ( 17 ) είναι η υπαγωγή τους στη διεύθυνση και τον έλεγχο της μητρικής επιχειρήσεως» ( 18 ).
Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο συνήγαγε ότι αποκλειστικός αντιπρόσωπος μη υποκείμενος στον έλεγχο και στη διεύθυνση εταιρίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως υποκατάστημα, πρακτορείο ή εγκατάσταση ( 19 ).
43.
Με την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 218/86 ( 20 ), το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι το άρθρο 5, σημείο 5, ετύγχανε εφαρμογής επί δύο διαφορετικών εταιριών (η μία από τις οποίες ήταν η μητρική και η άλλη 100 % θυγατρική της) που φέρουν το ίδιο όνομα, έχουν την ίδια διεύθυνση και η μία από τις οποίες (η μητρική εταιρία) συνήψε εμπορικές σχέσεις για λογαριασμό της άλλης, χωρίς πάντως να αποτελεί υποκατάστημα ή πρακτορείο στερούμενο αυτοτέλειας σε σχέση με τη δεύτερη εταιρία.
44.
Επομένως, μια εταιρία πρέπει να συμπεριφερθεί στο κράτος όπου έχει την έδρα της ως εμπορική προέκταση άλλης εταιρίας εγκατεστημένης σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, ώστε η δεύτερη να μπορέσει να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου του τόπου της έδρας της πρώτης, έστω και αν, από απόψεως εταιρικού δικαίου, οι δύο εταιρίες είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη.
45.
Ο βαθμός εξαρτήσεως από την εγκατεστημένη σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος εταιρία δεν αποτελεί στην προκειμένη περίπτωση το καθοριστικής σημασίας κριτήριο. Κατ' εμέ, το κριτήριο αυτό έγκειται στο ότι η δευτερεύουσα εγκατάσταση έχει την εξουσία να διαπραγματεύεται με τρίτους.
46.
Συγκεκριμένα, ήδη με την απόφαση στην υπόθεση Blanckaert και Willems ( 21 ), το Δικαστήριο τόνισε ότι ο ανεξάρτητος εμπορικός πράκτορας δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά υποκαταστήματος, πρακτορείου ή άλλης εγκαταστάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 5, ιδίως επειδή αρκείται στη διαβίβαση παραγγελιών στη μητρική επιχείρηση, χωρίς να συμμετέχει ούτε στη διεκπεραίωση ούτε στην εκτέλεση τους ( 22 ).
47.
Ακόμη περισσότερο συγκεκριμένα, με την απόφαση στην υπόθεση Somafer ( 23 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι
«(...) η έννοια του υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως προϋποθέτει ένα κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που εκδηλώνεται διαρκώς προς τα έξω ως προέκταση της μητρικής επιχειρήσεως, διαθέτει διεύθυνση και είναι υλικά εξοπλισμένο, έτσι ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται υποθέσεις με τρίτους, κατά τρόπο που οι τρίτοι, παρόλον ότι γνωρίζουν ότι θα συναφθεί ενδεχομένως έννομη σχέση με τη μητρική επιχείρηση, η έδρα της οποίας βρίσκεται στο εξωτερικό, δεν απαιτείται να απευθύνονται απευθείας στην τελευταία και μπορούν να πραγματοποιήσουν συναλλαγές στο κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που αποτελεί την προέκταση της μητρικής επιχειρήσεως» ( 24 ).
48.
Τέλος, με την απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Schotte, το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως υποκατάστημα τη μητρική εταιρία που διέθετε εξουσία συνάψεως εμπορικών σχέσεων για λογαριασμό της θυγατρικής της.
49.
Όπως προανέφερα, το άρθρο 13, παράγραφος 2, το οποίο επιτρέπει να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή που δεν κατοικεί στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, αποτελεί, όπως ανέπτυξα, εξαίρεση του άρθρου 4. Δεν μπορεί να ερμηνευθεί ευρύτερα από ό,τι το άρθρο 5, σημείο 5, το οποίο εισάγει απλώς, εντός του εδαφικού πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως, εξαίρεση από το άρθρο 2.
50.
Μπορούμε, συνεπώς, να χαρακτηρίσουμε ως εγκατάσταση, υποκατάστημα ή πρακτορείο την οντότητα, η οποία, μολονότι εξαρτάται οικονομικώς από εταιρία με έδρα σε τρίτο κράτος, δεν διαθέτει εξουσία συνάψεως συμβάσεων ( 25 )
51.
Η συναφής εξουσία νομίζω ότι αποτελεί την προϋπόθεση, χωρίς την οποία δεν υφίσταται δευτερεύουσα εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 13, δεύτερο εδάφιο.
52.
Συγκεκριμένα, η ratio legis του άρθρου αυτού ανάγεται στην ύπαρξη τόσο ισχυρού δεσμού με το κράτος κατοικίας του καταναλωτή, ώστε να δικαιολογείται η εξαίρεση από το άρθρο 4 της Συμβάσεως, το οποίο δεν ισχύει έναντι προσώπου κατοικούντος σε τρίτο κράτος ( 26 ).
53.
Αρκεί να αναφέρω ότι η εδρεύουσα σε συμβαλλόμενο κράτος εταιρία, η οποία ενεργεί ως απλός άγγελος, ως «γραμματοκιβώτιο», δεν μπορεί να «δίδει το στίγμα» της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους στο έδαφος του οποίου είναι εγκατεστημένη, τη στιγμή κατά την οποία η σύμβαση, στα πλαίσια της οποίας ενήργησε ως μεσάζων, δεν συνήφθη από την ίδια και εκτελέστηκε σε τρίτο κράτος. Το κέντρο βάρους της συμβάσεοος δεν μπορεί να εντοπίζεται στο συμβαλλόμενο κράτος όπου ενδεχομένως έλαβαν χώρα οι προπαρασκευαστικές εργασίες, αλλ' εκεί όπου συνήφθη. Οι αναφερόμενες στην κατάρτιση και εκτέλεση της συμβάσεως στο τρίτο κράτος προϋποθέσεις και μόνον αυτές μπορούν να αποτελέσουν πηγές ενδεχομένων διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων. Δεν επιτρέπουν τη σύνδεση διαφοράς με την έδρα του υποκαταστήματος.
54.
Επιβεβαίωση της απόψεως αυτής αποτελεί το άρθρο 8, τελευταίο εδάφιο, της Συμβάσεως. Συγκεκριμένα, ο Ρ. Jenard τονίζει ότι η παρέκκλιση αυτή «δεν ισχύει, πάντως, παρά μόνο υπέρ των υποκαταστημάτων και πρακτορείων, ήτοι οσάκις η αλλοδαπή εταιρία εκπροσωπείται από πρόσωπο ικανό να τη δεσμεύει έναντι των τρίτων» ( 27 ).
55.
Εξάλλου, δεν αντιλαμβάνομαι πώς μπορεί να υπάρχει «διαφορά σχετική με την εκμετάλλευση» του υποκαταστήματος αν αυτό δεν διαθέτει εξουσία συνάψεως συμβάσεων.
56.
Με τη σκέψη 13 στην απόφαση επί της υποθέσεως Somafer, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι υφίσταται εκμετάλλευση του υποκαταστήματος μόνο αν το υποκατάστημα ανέλαβε υποχρεώσεις που εκτελούνται στο κράτος όπου είναι εγκατεστημένο. Τούτο προϋποθέτει ότι το υποκατάστημα έχει την εξουσία να αναλαμβάνει παρόμοιες δεσμεύσεις. Δεν μπορεί ως τόπος της διαφοράς να εκλαμβάνεται η έδρα του υποκαταστήματος οσάκις το αντικείμενο της διαφοράς δεν τοποθετείται εντός «της ακτίνας δράσεως» ( 28 ) του. Όπως σημειώνει ορθά η Shearson Lehman, «όταν το πρακτορείο παρεμβαίνει απλώς ως όργανο διαβιβάσεως, η ιδιότητα του αυτή αρκεί αφεαυτής για να αποκλείσει το ενδεχόμενο να πρόκειται για διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση» ( 29 ). Η απλή διαμεσολάβηση δεν μπορεί να «μετατοπίζει» τη διεθνή δικαιοδοσία υπέρ των δικαστηρίων του τόπου εγκαταστάσεως του ( 30 ).
57.
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το κέντρο δραστηριοτήτων που δεν έχει την εξουσία συνάψεως συμβάσεων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υποκατάστημα, πρακτορείο ή εγκατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 13, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Οι επιτακτικές ανάγκες προστασίας του καταναλωτή δεν βαίνουν μέχρι του σημείου, ώστε να επιτρέπουν σ' αυτόν να ενάγει σε παρόμοια περίπτωση τον αντισυμβαλλόμενο του που κατοικεί σε τρίτο κράτος ενώπιον των δικαστηρίων του υπογράψαντος τη Σύμβαση κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί αυτός και έχει την έδρα του το υποκατάστημα.
58.
Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δικαιολογεί την ύπαρξη υποκαταστήματος κατά το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, παραμένουμε εκτός του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως, εφόσον το υποκατάστημα αυτό έχει την έδρα του στο κράτος του τόπου κατοικίας του καταναλωτή. Συγκεκριμένα, η διαφορά, η οποία ενδέχεται να έχει διεθνή χαρακτήρα, ιδίως από απόψεως εφαρμοστέας νομοθεσίας, δεν είναι διεθνής κατά την έννοια της Συμβάσεως, λόγω ελλείψεως του στοιχείου αλλοδαπότητας που είναι αναγκαίο και που προϋποθέτει, καταρχήν, την εμπλοκή δύο κρατών.
59.
Οσάκις ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν κατοικεί στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση σε συμβαλλόμενο κράτος άλλο από εκείνο της κατοικίας του καταναλωτή, το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, τυγχάνει ασφαλώς εφαρμογής.
60.
Ως συνέπεια της διατάξεως αυτής, ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή λογίζεται πλασματικώς ως κάτοικων στο συμβαλλόμενο κράτος όπου έχει την έδρα του το υποκατάστημα του. Συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση «έλξη» τρόπον τινά της διαφοράς από τη Σύμβαση, επιτρέπουσα την παρέκκλιση από την εφαρμογή του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο. Στο κριτήριο του αποκλεισμού του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως (της κατοικίας σε τρίτο κράτος του αντισυμβαλλομένου του καταναλωτή) υπεισέρχεται ένα συνδετικό στοιχείο (η έδρα του υποκαταστήματος σε κράτος που υπέγραψε τη Σύμβαση). Υπό την έννοια αυτή, πρόκειται για διεθνή κατάσταση, κατά την έννοια της Συμβάσεως, εφόσον στη διαφορά εμπλέκονται δύο συμβαλλόμενα κράτη: αυτό της κατοικίας του καταναλωτή και εκείνο της έδρας του υποκαταστήματος του αντισυμβαλλομένου του καταναλωτή.
61.
Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση όπου το υποκατάστημα έχει την έδρα του και ο καταναλωτής την κατοικία του στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος;
62.
Στην έκθεση του για τη Σύμβαση των Βρυξελλών, ο Ρ. Jenard εκτιμά ότι, «όταν πρόκειται για δίκη ενώπιον των δικαστηρίων συμβαλλομένου κράτους η οποία αφορά αποκλειστικώς πρόσωπα κατοι-κούντα στο κράτος αυτό, η Σύμβαση δεν διαδραματίζει, καταρχήν, κανένα ρόλο» ( 31 ).
63.
Ασφαλώς, μπορεί να υποστηριχθεί ότι στα πλαίσια εφαρμογής της ιδίας της Συμβάσεως και του πλάσματος του άρθρου 13, δεύτερο εδάφιο, η δίκη ενδέχεται να αφορά δύο διαδίκους που κατοικούν στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος. Πάντως, στο σημείο αυτό διαβλέπω κάποιον περιορισμό ως προς την εφαρμογή της διατάξεως αυτής: οσάκις το υποκατάστημα και ο καταναλωτής έχουν την κατοικία τους στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος, η διαφορά δεν είναι πλέον «διεθνής», κατά την έννοια της Συμβάσεως των Βρυξελλών, και το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, δεν μπορεί, συνακόλουθα, να τύχει εφαρμογής.
64.
Συγκεκριμένα, όπως τονίζει ο Droz, «chaque fois que la convention fixera une compétence spéciale directe, par exemple, le tribunal du lieu où est domicilié le preneur d'assurance, il s'agira du cas où le défendeur est attrait devant les tribunaux d'un État autre que celui de son domicile» (οσάκις η Σύμβαση καθορίζει ευθεία ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, λόγου χάρη το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του αντισυμβαλλομένου σε σύμβαση ασφαλίσεως, πρόκειται για περίπτωση όπου ο εναγόμενος ενάγεται ενώπιον των δικαστηρίων κράτους άλλου από εκείνο όπου έχει την κατοικία του) ( 32 ).
65.
Επαναλαμβάνω ότι η Σύμβαση έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των κρατών μελών ( 33 ).
66.
Φρονώ περαιτέρω ότι διάταξη της Συμβάσεως, όπως το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, το οποίο ισχύει έναντι προσώπων κατοικοϋ-ντων σε τρίτο προς τη Σύμβαση κράτος, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικώς, δεδομένου ότι πρόκειται για κατάσταση που η Σύμβαση δεν προορίζεται, καταρχήν, να διέπει.
67.
Το άρθρο 14 επικυρώνει την ερμηνεία αυτή. Πράγματι, το πρώτο εδάφιο παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να ασκήσει την αγωγή του «είτε ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο αντισυμβαλλόμενος», «είτε ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής», γεγονός που συνεπάγεται προφανώς την εμπλοκή δύο κρατών.
68.
Το άρθρο 15 νομίζω ότι παρέχει και άλλη επιβεβαίωση. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι παρέκκλιση από τις διατάξεις του τμήματος 4 είναι δυνατή μόνον επί συμβάσεων:
«(...)
3.
που, έχοντας συναφθεί ανάμεσα σε καταναλωτή και αντισυμβαλλόμενο με κατοικία ή συνήθη διαμονή κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος, απονέμουν διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους αυτού, εκτός αν το δίκαιο του κράτους αυτού απαγορεύει τέτοιες συμβάσεις» ( 34 ).
Η ανωτέρω διάταξη, η οποία έχει χαρακτήρα παρεκκλίσεως και επομένως πρέπει να τυγχάνει περιοριστικής ερμηνείας, φαίνεται να σημαίνει ότι η εφαρμογή της Συμβάσεως σε περίπτωση όπου υφίσταται ένα και μόνο συμβαλλόμενο κράτος κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ήτοι σε αντίθεση προς τους όρους του προοιμίου της Συμβάσεως, έχει εξαιρετικό χαρακτήρα.
69.
Επομένως, σε παρόμοια περίπτωση, η δικαιοδοσία πρέπει να διέπεται όχι από τη Σύμβαση αλλά από τη lex fori του οικείου συμβαλλομένου κράτους, έστω και αν η νομοθεσία αυτή δεν παρέχει στον καταναλωτή το πλεονέκτημα του forum actoris.
70.
Από τα ανωτέρω συνάγω ότι το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως δεν εφαρμόζεται οσάκις το υποκατάστημα της εταιρίας, η έδρα της οποίας βρίσκεται σε τρίτο κράτος, κείται στο έδαφος του ιδίου συμβαλλομένου κράτους εντός του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής.
71.
Για όλους τους λόγους που προανέφερα, κατάσταση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως δεν εμπίπτει, κατά την άποψη μου, στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
72.
Άρα, μόνον επικουρικώς εξετάζω τα ερωτήματα 1, 2 και 4 που υπέβαλε το Bundesgerichtshof, ενώ το τρίτο, αναφερόμενο στην έννοια του υποκαταστήματος, έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο των προηγουμένων αναπτύξεων μου.
73.
Ας έλθουμε στην εξέταση του πρώτου ερωτήματος. Μεταξύ των συμβάσεων που απαριθμεί το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, εκείνη που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι του σημείου 3, ήτοι η «σύμβαση που έχει ως αντικείμενο παροχή υπηρεσιών», διάταξη επαναλαμβανόμενη στο άρθρο 5 της Συμβάσεως για τις συμβατικές ενοχές ( 35 ). Ο ορισμός της συμβάσεως αυτής δεν δίδεται ούτε με τις διατάξεις των Συμβάσεων ούτε με τις εκθέσεις που γίνεται σχολιασμός τους.
74.
Η τροποποίηση που επέφερε η Σύμβαση προσχωρήσεως του 1978 στο τμήμα 4 καθώς και στο άρθρο 13 ειδικότερα της Συμβάσεως των Βρυξελλών αποσκοπούσε στη διεύρυνση της προστασίας των καταναλωτών, χωρίς να την καθηλώνει στον τομέα των πωλήσεων με τμηματική καταβολή του τιμήματος και των δανείων με σταδιακή εξόφληση. Έτσι, το εν λόγω άρθρο εξαγγέλλει, με ευρύτατη διατύπωση, μια υπολειπόμενη κατηγορία συμβάσεων — «κάθε άλλη σύμβαση που έχει ως αντικείμενο παροχή υπηρεσιών ή προμήθεια ενσωμάτων κινητών» — χωρίς να διακρίνει ανάλογα με τη φύση της συμβάσεως ( 36 ).
75.
Ασφαλώς, το άρθρο 5 της Συμβάσεως για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές ( 37 ), το οποίο αφορά τις συμβάσεις καταναλωτών, εφαρμόζεται επί συμβάσεων «που έχουν ως αντικείμενο την προμήθεια ενσωμάτων κινητών ή την παροχή υπηρεσιών σε ένα πρόσωπο, τον καταναλωτή, για σκοπό που μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του, καθώς και στις συμβάσεις που αφορούν τη χρηματοδότηση μιας τέτοιας συναλλαγής» ( 38 ), ενώ, κατά την έκθεση Giuliano-Lagarde ( 39 ), εξαιρούνται από την εφαρμογή του κανόνα οι πωλήσεις τίτλων ( 40 ).
76.
Από τα ανωτέρω δεν συνάγεται, όπως υποστηρίζει εσφαλμένα η Shearson Lehman ( 41 ), ότι η σύμβαση παραγγελίας για τη διενέργεια προθεσμιακών πράξεων επί συναλλάγματος, αξιόγραφων και εμπορευμάτων αποκλείεται από την κατηγορία των συμβάσεων που έχουν ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 13. Ειδικότερα, η Σύμβαση της Ρώμης γνωρίζει εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της που αγνοεί η Σύμβαση των Βρυξελλών ( 42 ). Κατά τα λοιπά, η σύμβαση αυτή δεν συνιστά ούτως ειπείν «πώληση τίτλων».
77.
Αλλ' ούτε η προστασία του άρθρου 13 μπορεί περαιτέρω να αποκλείεται με το αιτιολογικό ότι η σύμβαση αφορά προθεσμιακές πράξεις επί αξιόγραφων και παράδοση εμπορευμάτων «με κερδοσκοπικό χαρακτήρα και προσομοιάζουσες με τυχηρά παίγνια, ξένα προς την αντίληψη περί κοινωνικής προστασίας» ( 43 ).
78.
Όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής Schlosser, έστω και αν οι κερδοσκόποι των χρηματιστηρίων δεν είναι «το πρότυπο του αξίου προστασίας καταναλωτή», είναι αδιανόητο να περιορίζεται το πεδίο του άρθρου 13 με εξαιρέσεις που δεν προβλέπει το ίδιο ( 44 ). Επίσης, νομίζω ότι είναι επικίνδυνο να γίνεται διάκριση ανάλογα με τον επιδιωκόμενο από το συμβαλλόμενο μέρος στόχο: πώς μπορεί να υποστηρίζεται ότι η σύμβαση παραγγελίας που συνήφθη για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων κατά τρόπο αρμόζοντα σε συνετό οικογενειάρχη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, ενώ αποκλείεται η σύμβαση που συνήφθη για αμιγώς κερδοσκοπικούς σκοπούς;
79.
Πρέπει να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνει και τις συμβάσεις παραγγελίας για τη διενέργεια προθεσμιακών πράξεων επί συναλλάγματος και αξιόγραφων ( 45 ).
80.
Ανταποκρίνεται η σύμβαση αυτή στις δύο σωρευτικές ( 46 ) προϋποθέσεις του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, στοιχεία α' και β'; Σε περίπτωση που ο καταναλωτής προέβη αδιαμαρτύρητα στο κράτος της κατοικίας του στη διενέργεια των αναγκαίων για την κατάρτιση της συμβάσεως πράξεων, της καταρτίσεως αυτής προηγήθηκε διαφήμιση και η διαφήμιση αυτή ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της συμβάσεως; Ειδικότερα, απαιτείται να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ της διαφημίσεως και της καταρτίσεως της συμβάσεως; Αυτό είναι το δεύτερο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο σας.
81.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση Schlosser ( 47 ), οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών εμπίπτουν στο άρθρο 13 μόνον «εφόσον υπάρχει αρκετά στενός δεσμός με την κατοικία του καταναλωτή».
82.
Υπό την έννοια αυτή, της συμβάσεως πρέπει να προηγείται διαφήμιση στο κράτος της κατοικίας του καταναλωτή.
83.
Επί του σημείου αυτού η Σύμβαση δεν θέτει καμιά επιπρόσθετη προϋπόθεση: δεν απαιτείται από τον καταναλωτή να αποδεικνύει ότι επηρεάστηκε στην πραγματικότητα από τη διαφήμιση ή ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαφημίσεως και της καταρτίσεως της συμβάσεως.
84.
Η απαίτηση αυτή, πέραν του ότι κατά κανόνα είναι αδύνατον να ικανοποιηθεί, νομίζω ότι αντίκειται προς τον επιδιωκόμενο με το άρθρο 13 σκοπό: την προστασία του καταναλωτή. Αυτή πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ευνοϊκής μεταχειρίσεως: επομένως, οι περιορισμοί στην εφαρμογή του άρθρου πρέπει να απορρέουν από την ίδια τη Σύμβαση. Ο μοναδικός περιορισμός που μπορώ να διανοηθώ είναι αυτός που επιβάλλει η ποινή λογική: η διαφήμιση νομίζω ότι δεν πρέπει να είναι υπερβολικά απομακρυσμένη χρονικά από την κατάρτιση της συμβάσεως, την οποία τεκμαίρεται ότι προκάλεσε. Εδώ πρόκειται για εκτίμηση που διαφεύγει της δικαιοδοσίας του εθνικού δικαστή.
85.
Έπεται ότι οι τιθέμενες στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, στοιχείο α', της Συμβάσεως προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον της καταρτίσεως της συμβάσεως στο κράτος κατοικίας του καταναλωτή προηγείται χρονικά σε εύλογη απόσταση διαφήμιση, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη της υπάρξεως αιτιώδους συναφείας μεταξύ αυτής και της καταρτίσεως της συμβάσεως ( 48 ). Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό εξαγγέλλει ένα είδος αμάχητου τεκμηρίου ότι υφίσταται δεσμός μεταξύ της καταχωρίσεως της διαφημίσεως και της καταρτίσεως της συμβάσεως αφής στιγμής η πρώτη προηγήθηκε της δεύτερης.
86.
Ας εξετάσουμε το ερώτημα 4 α) σχετικά με την έννοια των συμβάσεων.
87.
Η έκφραση «σε συμβάσεις» που παρατίθεται στο άρθρο 13 της Συμβάσεως ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο αποφάσεως του Δικαστηρίου. Αντίθετα, το Δικαστήριο ερμήνευσε επανειλημμένα την έννοια «σε συμβάσεις» του άρθρου 5, σημείο 1. Και στο σημείο αυτό νομίζω ότι δεν συντρέχει κανείς λόγος ικανός να δικαιολογήσει την άποψη ότι οι δύο αυτές διατάξεις καλύπτουν δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Οι ερμηνείες εκ μέρους του Δικαστηρίου της εννοίας συμβάσεις του άρθρου 5 νομίζω ότι πρέπει, συνακόλουθα, να ληφθούν υπόψη για την ερμηνεία των αναλόγων διατάξεων του άρθρου 13.
88.
Επ' ευκαιρία του άρθρου 5, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1983 στην υπόθεση Peters ( 49 ), ότι
«(...) η έννοια της διαφοράς εκ συμβάσεως χρησιμεύει ως κριτήριο για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής ενός από τους κανόνες ειδικής δωσιδικίας που ισχύουν υπέρ του ενάγοντος. Λαμβανομένων υπόψητων στόχων και της γενικής οικονομίας της Συμβάσεως, επιβάλλεται, προκειμένου να διασφαλιστεί κατά το μέτρο του δυνατού η ισότητα και η ομοιομορφία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση για τα συμβαλλόμενα κράτη και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, να μην ερμηνευθεί η έννοια αυτή ως απλή παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιο του ενός ή του άλλου από τα κράτη για τα οποία πρόκειται.
Κατά συνέπεια, η έννοια της διαφοράς εκ συμβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ως αυτοτελής έννοια που πρέπει να ερμηνευθεί, για την εφαρμογή της Συμβάσεως, με αναφορά κυρίως στο σύστημα και στους στόχους της εν λόγω Συμβάσεως προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της» ( 50 ).
89.
Στα πλαίσια της υποθέσεως Arcado ( 51 ), μετά την καταγγελία συμβάσεως αυτόνομης εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία η εταιρία Haviland είχε αναθέσει στην εταιρία Agecobel την πώληση ειδών πορσελάνης στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο, η Agecobel ενήγαγε την Haviland ενώπιον του tribunal de commerce των Βρυξελλών, αξιώνοντας την καταβολή τόσο αποζημιώσεως για καταχρηστική καταγγελία όσο και του υπολοίπου της προμηθείας της. Κατ' έφεση, η Haviland επικαλέστηκε το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως, προκειμένου να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα των βελγικών δικαστηρίων. Εκτιμώντας ότι το αίτημα καταβολής προμηθείας προσδίδει στη διαφορά προφανή χαρακτήρα διαφοράς εκ συμβάσεως, το Εφετείο διερωτήθη ως προς τη φύση του αιτήματος αποζημιώσεως λόγω άκαιρης και απροσδόκητης καταγγελίας της συμβάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.
90.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Δεν χωρεί αμφιβολία ότι αίτημα καταβολής προμηθείας οφειλομένης δυνάμει συμβάσεως αυτόνομης εμπορικής αντιπροσωπείας έχει ως βάση την ίδια τη σύμβαση και εμπίπτει, κατά συνέπεια, στις διαφορές εκ συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως.
Η ίδια λύση επιβάλλεται και για το αίτημα καταβολής αποζημιώσεως λόγω καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως, καθόσον η αποζημίωση αυτή στηρίζεται στη μη τήρηση συμβατικής υποχρεώσεως» ( 52 ).
91.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο άρθρο 10 της Συμβάσεως της Ρώμης:
«(το άρθρο αυτό) επιβεβαιώνει τη συμβατική φύση διαφορών όπως η επίδικη, υπό την έννοια ότι το εφαρμοστέο επί συμβάσεων δίκαιο διέπει και τις συνέπειες της πλήρους ή μερικής αΟετήσεως των συμβατικών υποχρεώσεων και, συνακόλουθα, τη συμβατική ευθύνη του συμβαλλομένου που είναι υπεύθυνος για τη μη εκτέλεση» ( 53 ).
92.
Ήδη με την απόφαση στην υπόθεση De Bloos ( 54 ), το Δικαστήριο έκρινε
«όταν η διαφορά έχει ως αντικείμενο τις συνέπειες από τη μη τήρηση εκ μέρους του εκχωρητή, συμβαλλομένου σε σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας, όπως είναι η καταβολή αποζημιώσεως ή η λύση της συμβάσεως, η υποχρέωση που ανάγεται στην εφαρμογή του άρθρου 5, πρώτη περίπτωση, της Συμβάσεως είναι εκείνη που υπέχει ο συμβαλλόμενος-εκχωρητής εκ της συμβάσεως και η αθέτηση της οποίας θεμελιώνειτο αίτημα του αποκλειστικού αντιπροσώπου περί καταβολής αποζημιώσεως ή λύσεως της συμβάσεως» ( 55 ).
93.
Η αγωγή αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως συμβατικών υποχρεώσεων παραγγελιοδόχου δεν διαφέρει, κατά την άποψη μου, ως προς τη φύση της από την αγωγή που ασκεί λόγω καταχρηστικής διακοπής — και επομένως λόγω αθετήσεως συμβατικών υποχρεώσεων — ο παραχωρών την αντιπροσωπεία ή ο αντισυμβαλλόμενος εμπορικού αντιπροσώπου: και στις δύο περιπτώσεις, το δικαίωμα προς αποκατάσταση της ζημίας εδράζεται στη σύμβαση.
94.
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έκφραση «σε συμβάσεις» του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως καλύπτει και τις αξιώσεις λόγω παραβάσεως του καθήκοντος προς ενημέρωση κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που προηγούνται της συμβάσεως; Ακολουθούν οι εν λόγω διαπραγματεύσεις την τύχη των αξιώσεων που στηρίζονται στην κυρία συμβατική ενοχή;
95.
Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι συμμετέχοντες σ' αυτές δεν δεσμεύονται από υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δικαιοπραξία, εφόσον αυτή δεν υφίσταται καν και ενδεχομένως δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Γίνεται δεκτό εν γένει ότι κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές οι διαπραγματευόμενοι οφείλουν αμοιβαίως να δρουν με προσοχή και επιμέλεια ( 56 ).
96.
Ασφαλώς, η αγωγή αποζημιώσεως λόγω αθετήσεως της υποχρεώσεως αυτής δεν μπορεί αφεαυτής να χαρακτηρισθεί ως συμβατική. Απόδειξη περί αυτού αποτελεί το γεγονός ότι μπορεί να κινηθεί ακόμη και αν τελικώς δεν συναφθεί η σύμβαση.
97.
Πάντως, αφής στιγμής αποτελεί αίτημα στα πλαίσια αγωγής αποζημιώσεως λόγω ευθύνης εκ συμβάσεως στην οποία κατέληξαν οι οικείες διαπραγματεύσεις, φαίνεται ότι το αίτημα ακολουθεί την τύχη της αγωγής-
98.
Τέλος, η φύση της αγωγής λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού θέτει, στα πλαίσια της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ένα λεπτό ζήτημα.
99.
Με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση Καλφέλη ( 57 ), το Δικαστήριο χρειάστηκε να προβεί σε νομικό χαρακτηρισμό της αγωγής.
100.
Στα πλαίσια της υποθέσεως εκείνης, ο ενάγων της κυρίας δίκης συνήψε με τράπεζα που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, μέσω της γερμανικής θυγατρικής της, σύμβαση με αντικείμενο χρηματιστηριακές πράξεις όψεως και προθεσμίας επί αργύρου. Επειδή οι προθεσμιακές πράξεις κατέληξαν σε ολοσχερή ζημία, ο Καλφέλης άσκησε κατά της Τράπεζας Schröder του Λουξεμβούργου και της θυγατρικής της αγωγή, αξιώνοντας να του καταβληθούν διάφορα ποσά.
101.
Η αγωγή στηριζόταν τόσο στη συμβατική ευθύνη (λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως προς ενημέρωση) όσο και στην ευθύνη εξ αδικοπραξίας (λόγω συμπεριφοράς αντικείμενης στα χρηστά ήθη). Η αγωγή στηριζόταν επίσης στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επειδή οι συμβάσεις που αφορούν προθεσμιακές χρηματιστηριακές πράξεις, όπως οι προθεσμιακές πράξεις επί αργύρου, δεν δεσμεύουν τους συμβαλλομένους.
102.
Επιληφθέν του ερωτήματος ως προς την ερμηνεία που πρέπει να αποδίδεται στην έννοια «ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» του άρθρου 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
«η έννοια (αυτή) (...) πρέπει να θεωρηθεί ως αυτοτελής έννοια που περιλαμβάνει κάθε απαίτηση με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά “διαφορές εκ συμβάσεως”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1» ( 58 ),
κρίνοντας με τον τρόπο αυτόν ότι επί ενοχής εξ αδικοπραξίας η αγωγή στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
103.
Με τις προτάσεις μου στην ανωτέρω υπόθεση, που ήταν απότοκες της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Peters ( 59 ), τάχθηκα υπέρ μιας λύσως, η οποία, όταν πρόκειται για περισσότερες της μιας βάσεις δικαιοδοσίας για την ίδια διαφορά, καθιστά δυνατή την υπαγωγή και εκδίκαση της από ένα και το αυτό δικαστήριο.
104.
Ας μου επιτραπεί να παραθέσω αυτούσιο ένα σύντομο χωρίο από τις προτάσεις μου εκείνες. Αφού υπενθύμισα τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερθείσα απόφαση, σύμφωνα με τα οποία
«(...) ο προσδιορισμός από το άρθρο 5, περίπτωση 1, της Συμβάσεως του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί συμβατική υποχρέωση, εκφράζει τη μέριμνα το σύνολο των δυσχερειών που ενδέχεται να ανακύψουν επ' ευκαιρία της εκπληρώσεως μιας συμβατικής υποχρεώσεως, λόγω των στενών σχέσεων που δημιουργούνται από μια σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, να μπορούν να αχθούν ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου: του δικαστηρίου του τόπου της εν λόνω εκπληοώσεακ» ( 60 ).
ανέφερα:
« Το Δικαστήριο διατύπωσε με τον τρόπο αυτόν τους λόγους οι οποίοι συνηγορούν υπέρ μιας “έλξεως” προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, έλξεως η οποία περιλαμβάνει επίσης τα ερείσματα των αγωγών, είτε προέρχονται από αδικοπραξία είτε από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά τον lex causae, εφόσον, όπως στην παρούσα υπόθεση, προέρχονται “κατ' ουσία από την αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων”.
(...)
Συνεπώς, σε περίπτωση που υπάρχουν συντρέχοντα ερείσματα, η δωσιδικία θα καθοριστεί μόνο βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, δηλαδή οι διαφορές εκ συμβάσεως θα “συμπαρασύρουν” όλες τις άλλες πτυχές της διαφοράς» ( 61 ).
105.
Η παρούσα υπόθεση με υποχρεώνει να προτείνω παρόμοια λύση υπέρ του προσδιορισμού ενιαίου τόπου για τη διαφορά.
106.
Πράγματι, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που να μην αντιλαμβάνεται ότι εκείνο που «ομοσπονδοποιεί», «ενώνει» τις ασκηθείσες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διάφορες αγωγές είναι η σύμβαση που συνήψαν οι διάδικοι ( 62 ).
107.
Από τα ανωτέρω συνάγω ότι, οσάκις πρόκειται για αγωγή που εκφράζει τις δυνάμενες να γεννηθούν επ' ευκαιρία της εκτελέσεως συμβατικών υποχρεώσεων δυσχέρειες, τότε η αγωγή αυτή πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως.
108.
Η «κεντρομόλος» αυτή δικαιοδοσία, αναγκαία, νομίζω, στο πλαίσιο των συμβατικών ενοχών του άρθρου 5, επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο όταν πρόκειται για συμβάσεις που συνήψε καταναλωτής, στον οποίο οι συντρέχουσες δικαιοδοσίες ενδέχεται να προκαλέσουν όλως ιδιαίτερη ζημία.
109.
Η μέριμνα ενδυναμώσεως της ασφαλείας δικαίου και της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας στο σύνολο των εδαφών που απαρτίζουν την Κοινότητα οδηγεί μοιραία στην εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 1, λύση που προέτεινα στα πλαίσια του άρθρου 5, παράγραφος 1.
110.
Κατά τη γνώμη μου, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η έννοια της συμβατικής ενοχής του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, περιλαμβάνει αίτημα στηριζόμενο στην αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων, στην ευθύνη εκ των διαπραγματεύσεων καθώς και στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επ' ευκαιρία μιας και της αυτής συμβάσεως παραγγελίας.
111.
Σύμφωνα με τη νομολογία που προέκυψε από την απόφαση στην υπόθεση Peters, εκείνο που πρέπει να προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστή είναι μόνο το άρθρο 14, δεδομένου ότι η συμβατική ενοχή του άρθρου 13 συμπαρασύρει όλες τις πτυχές της διαφοράς και τα αιτήματα που εμφανίζουν μεταξύ τους τέτοιον βαθμό συ-ναφείας, ώστε να μπορούν να κριθούν μόνον ως σύνολο.
112.
Επομένως, το τελευταίο ερώτημα περί συναφείας καθίσταται άνευ αντικειμένου.
113.
Προτείνω, λοιπόν, στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1)
Δεν είναι καταναλωτής, κατά την έννοια των άρθρων 13 και 14 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ο ενάγων που δεν είναι παράλληλα και συμβαλλόμενος σε μία από τις απαριθμούμενες στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών συμβάσεις.
2)
Εταιρία εδρεύουσα σε κράτος που υπέγραψε τη Σύμβαση των Βρυξελλών, εξαρτώμενη οικονομικώς από τον αντισυμβαλλόμενο του καταναλωτή, χωρίς να έχει τη δυνατότητα συνάψεως συμβάσεων, δεν αποτελεί υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 13, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
3)
Το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως δεν έχει εφαρμογή, λόγω ελλείψεως στοιχείου αλλοδαπότητας, οσάκις το υποκατάστημα εταιρίας εδρεύουσας σε τρίτο κράτος βρίσκεται στο έδαφος του συμβαλλομένου κράτους στο οποίο έχει την κατοικία του ο καταναλωτής.»
Επικουρικώς
«1)
Σύμβαση παραγγελίας με αντικείμενο τη διενέργεια προθεσμιακών πράξεων επί συναλλαγών, αξιόγραφων και εμπορευμάτων αποτελεί σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
2)
Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως δεν απαιτείται να αποδειχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της διαφημίσεως και της καταρτίσεως της συμβάσεως.
3)
Στις διαφορές εκ συμβάσεως του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις λόγω παραβάσεως των συμβατικών υποχρεώσεων, ευθύνης εκ των διαπραγματεύσεων και αδικαιολογήτου πλουτισμού που γεννώνται από τη σύναψη μιας και της αυτής συμβάσεως.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ 1982, L 388, σ. 24.
( 2 ) Βλ. απόφαση του a quo δικαστηρίου, σημείο III του σκεπτικού.
( 3 ) Ι, σημείο 11.
( 4 ) Ο διακανονισμός των συγκρούσεων αυτών γίνεται αποκλειστικά με διμερείς συμβάσεις, έστω και μετά τη σύναψη της Συμβάσεως (βλ. άρθρα 57 και 59 της Συμβάσεως).
( 5 ) Εκθεση των καθηγητών Ευρυγένη και Κεραμέως για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινοτική Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1986, C 298, σ. 1 επ., ιδίως σ. 12).
( 6 ) Βλ. O'Malley και Layton: European Civil Practice, αριθ. 19.05 και Gothol και Holleaux: «La Convention de Bruxelles du 27 septembre 1968», 1985, εκδόσεις Jupiter, αριθ. 122.
( 7 ) Βλ. τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, σ. 7 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 8 ) Απόβαση τη; 21ης Ιουνίου 1978 στην υπόΟεαη 150/77, Bertrand (Rec. 1978, σ. 1431, oxcipaç 12 ίως 19)- βλ. επίση; Kropholler: “Europäisches Zivilprozessrecht”, 1991, σ. 149.
( 9 ) Βλ. άοθρο 14 της Συμβάοεως: «) αγώγι') που ασκεί ο καταναλωτής (...) η αγωγή που αακείται κατά του καταναλωτή».
( 10 ) Βλ. υπό την έννοια αυτί] την απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, σ. 3 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 11 ) Απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Bertrand, σκέψη 21, η υπογράμμιση δική μου. Βλ. τα διαλαμβανόμενα στην υποσημείωση 8.
( 12 ) Σκέψη 22.
( 13 ) Που προαναφέρθηκε, βλ. ανωτέρω στην υποσημείωση 8.
( 14 ) Έκθεση tou καθηγητή Schlosser οχετιχά με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, τη; Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βαοιλείοιι της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας οτη Σύμβαση για τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και οτο πρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της από το Δικαστήριο (ΕΕ C 298 του 1986, σ. 99 ειτ., σημείο 153, ο. 145).
( 15 ) Βλ. σκέψεις 7 και 8, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 33/78, Somafer (Rec. 1978, σ. 2183).
( 16 ) De Bloos, Rec. 1976, σ. 1497.
( 17 ) Έννοιες τις οποίες το Δικαστήριο εξομοίωσε: ibidem, σκέψη 21.
( 18 ) Σκέψη 20.
( 19 ) Βλ. επίσης απόφαση της 18ης Μαρτίου 1981 στην υπόθεση 139/80, Blanckaert και Willems (Συλλογή 1981, ο. 819, σκέψη 12).
( 20 ) Schotle, Συλλογή 1987, ο. 4905.
( 21 ) Που προαναφέρθηκε, βλ. ανωτέρω υποσημείωση 19.
( 22 ) Σκέψη 13.
( 23 ) Που προαναφέρθηκε, βλ. ανωτέρω υποσημείωση 15.
( 24 ) Σκέψη 12, η υπογράμμιση δική μου.
( 25 ) Βλ. διατύπωση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
( 26 ) Βλ. προαναφερθείσα έκθεση Schlosser, σημείο 158.
( 27 ) Έκθεση Jenard για τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 νια τη δικαιοδοσία και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (JO 1979, C 59, σ. 1, σημείο 31, η υπογράμμιση δική μου).
( 28 ) Η έκφραση ανήκει στον Huet: JDĻ 1979, αριθ. 3, σ. 681 (σχόλιο επί της αποφάσεως στην υπόθεση Somafer).
( 29 ) Παρατηρήσεις, σ. 17 και 22 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 30 ) Βλ. προς την κατεύθυνση αυτή Huet: op. cil.: «(...)ne sont pas des succursales, les établissements secondaires — tels que les usines ou les dépôts — qui n'ont aucun contact juridique avec une clientèle (...) Ne le sont pas non plus ceux qui, tout en étant en rapport avec des tiers, représentent un simple relais de la maison mère et n'interviennent que comme un organe de transmission des demandes présentées par la clientèle à la maison mère, les affaires étant en réalité traitées par celle-ci (δεν αποτελούν υποκαταστήματα οι δευτερεύουσες εγκαταστάσεις, όπως τα εργοστάσια και οι αποθήκες, που δεν έχουν καμία νομικής φύσεως επαφή με την πελατεία (...) Περαιτέρω, δεν αποτελούν υποκαταστήματα οι δευτερεύουσες εκείνες εγκαταστάσεις, οι οποίες, μολονότι βρίσκονται σε επαφή με τρίτους, δεν αποτελούν παρά μια απλή εφεδρεία της μητρικής εταιρίας και δεν μεσολαβούν παρά ως όργανο διαβιβάσεως των αιτημάτων που υποβάλλει η πελατεία στη μητρική εταιρία, ενώ στην πραγματικότητα χειρίζεται τις υποθέσεις η ίδια)».
( 31 ) ΠροαναιρερΟειαα ΕκΟεοη Jenartl, ο. 8· (ίλ. επίοης προαναφερθείσα έκθεση Schlosser, αημείο 21.
( 32 ) Droz: «Compétence judiciaire et effets des jugements dans le marché commun», Dalloz, 1972, σημείο 30, η υπογράμμιση δική μου.
( 33 ) Προοίμιο τη; Συμβάσεως (ΕΕ 1990, C 139, α 2).
( 34 ) Η υπογράμμιση δική μας.
( 35 ) Προαναφερθείσα έκθεση Schlosser, σημείο 153.
( 36 ) Υπό την επιφύλαξη της εξαιρέσεως των συμβάσεων μεταφοράς, όπως προβλέπει το άρθρο 13, τρίτο εδάφιο.
( 37 ) Σύμβαση που τέθηκε προς υπογραφή στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980 (80/934/EOK) (ΕΕ 1984, L 146, σ. 7).
( 38 ) Άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της Ρώμης.
( 39 ) Έκθεση σχετικά με τη Σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (ΕΕ 1987, C 199, σ. 1).
( 40 ) Ibidem, σ. 23.
( 41 ) Παρατηρήσεις της εναγομένης στην κυρία δίκη, σ. 11 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 42 ) Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Ρώμης.
( 43 ) Παρατηρήσεις τη; εναγομένης στην κυρία δίκη, σ. 12 της γαλλική; μεταφράσεως.
( 44 ) Ρ. Schlosser: «Sonderanknüpfungen von zwingendem Verbauchcrschutzrcchlund europäisches Prozessrecht», Festschrift für Ernst Steimlorff, 1990, σ. 1383. Βλ. επίσης απόβαση του Obcrlnndcsgcricht της Κολωνίας τη; 16ης Μαρτίου 1989, ZIP, 13/89, σ. 839.
( 45 ) Βλ. υπό την ćwota αυτή Kropholler: op. cit., σ. 151.
( 46 ) Βλ. προαναφερθείσα ΕκΟεση Schlosser, αημείο 158 β'.
( 47 ) Ibidem, αριθ. 158 β'.
( 48 ) Βλ. προς την κατεύθυνση αυτή Hartung: «Termineinwand bei Warentermingeschäften an Auslandsbörsen», ZIP, 27 Σεπτεμβρίου 1991, Heft 18, σ. 1192.
( 49 ) 34/82, Συλλογή 1983, σ. 987.
( 50 ) Σκίψεις 9 και 10.
( 51 ) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988 στην υπόθεση 9/87 (Συλλογή 1988, σ. 1539).
( 52 ) Σκέψης 12 και 13.
( 53 ) Σκέψη 15.
( 54 ) Που προαναφέρθηκε, βλ. ανωτέρω υποσημείωση 16.
( 55 ) Σκέψη 16.
( 56 ) Βλ. παρατηρηθείς της εταιρίας Shearson Lehman, σ. 19 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 57 ) 189/87, Συλλογή 1988, σ. 5565.
( 58 ) Σκέψη 18, η υπογράμμιση δική μου.
( 59 ) Που προαναφέρθηκε, βλ. σχόλια στην υποοημεΓωση 49.
( 60 ) Απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Peters, σκέψη 12.
( 61 ) Σημεία 27 και 29 των προτάσεων μου (Συλλογή 1988, σ. 5577).
( 62 ) Βλ. προς την κατεύθυνση αυτή Kropholler: op. cit., σ. 100, «Denn für cine umfassende Zuständigkeit im Vcrlragsgcrichlsstand spridil (im Unterschied zu der abgelehnten Erweiterung der deliktischen Zuständigkeit), dass in derartigen Fällen im allgemeinen das Vcrlragsvcrhältnis und nicht das Deliktsvcrhällnis prägend ist, so dass im Interesse der Prozessökonomic liegende gemeinsame Behandlung aller Ansprüche in diesem Gerichtsstand nicht nur praktisch, sondern auch sachgerecht erschiene.»
Full & Egal Universal Law Academy