ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 9ης Ιουνίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Κεντρικό θέμα της προσφυγής ακυρώσεως και αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε η εταιρία Borelli είναι η διαδικασία χορηγήσεως πιστώσεων εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ (Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων), τμήμα «Προσανατολισμός», σύμφωνα προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 355/77 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1977 ( 1 ).
2.
Το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: Ταμείο), προβλεφθέν με το άρθρο 40, παράγραφος 4, της Συνθήκης και συσταθέν με τον κανονισμό 25 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 2 ), «αποτελεί μέρος του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων» ( 3 ), χρηματοδοτώντας τις δαπάνες που συνεπάγεται η πολιτική αυτή.
3.
Αντιστοιχώντας στο 65 έως 70 % του συνόλου του γενικού προϋπολογισμού της Κοινότητας, το Ταμείο αποτελεί από οικονομική άποψη το σημαντικότερο από τα τρία διαρθρωτικά ταμεία της Κοινότητας ( 4 ).
4.
Το τμήμα «Προσανατολισμός» χρηματοδοτεί τις «κοινές ενέργειες που αποφασίζονται για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο α', της Συνθήκης, περιλαμβανομένων των αναγκαίων διαρθρωτικών τροποποιήσεων για την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς (...)» ( 5 ).
5.
Τις ανωτέρω κοινές ενέργειες αποφασίζει το Συμβούλιο, το οποίο προσδιορίζει ιδίως τον επιδιωκόμενο στόχο, τη φύση των υπό μελέτη σχεδίων, τη συμμετοχή του Ταμείου σε συγκεκριμένη κοινή ενέργεια, τους οικονομικούς και χρηματοδοτικούς όρους και την εφαρμοστέα διαδικασία ( 6 ).
6.
Το Συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού ( 7 ), ανέλαβε, μέσω του κανονισμού 355/77, κοινή δράση για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων. Η παρέμβαση του Ταμείου προβλέφθηκε για διάρκεια πέντε ετών και με προβλεπόμενο κόστος 400 εκατομμυρίων λογιστικών μονάδων ( 8 ).
7.
Το τμήμα «Εγγυήσεις» του Ταμείου χρηματοδοτεί το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών, ενώ το τμήμα «Προσανατολισμός» χρηματοδοτεί ένα μέρος μόνο αυτών, το υπόλοιπο δε καλύπτεται από τους δικαιούχους και τα κράτη μέλη ( 9 ), γεγονός που εξηγεί το ότι τα τελευταία εμπλέκονται σοβαρά στη διαδικασία χορηγήσεως των πιστώσεων ( 10 ).
8.
Υπό την έννοια αυτή, οι αιτήσεις για χορήγηση συνδρομής εκ μέρους του Ταμείου πρέπει να υποβάλλονται μέσω του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ( 11 ), ενώ, για να τύχουν της ενισχύσεως του Ταμείου ( 12 ), τα σχέδια πρέπει να έχουν εγκριθεί από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου πρόκειται να εκτελεστούν.
9.
Σα πλαίσια της κοινής αυτής δράσεως, η εταιρία Oleificio Borelli υπέβαλε στις 16 Δεκεμβρίου 1988 στο Ταμείο, μέσω του αρμοδίου ιταλικού υπουργείου, αίτηση χορηγήσεως συνδρομής ύψους 1717500000 ιταλικών λιρετών (LIT), για συνολική επένδυση 6,87 δισεκατομμυρίων LIT για την κατασκευή ελαιουργείου στο Pontedassio.
10.
Η αίτηση αυτή ( 13 ), η οποία αρχικά έτυχε της εγκρίσεως των ιταλικών αρχών, δεν μπόρεσε να λάβει τη χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΓΤΠΕ για το 1989 λόγω μη επαρκών χρηματοδοτικών πόρων κατά τη διάρκεια του οικονομικού εκείνου έτους ( 14 ).
11.
Η εταιρία Borelli ζήτησε και πέτυχε τη μεταφορά της αιτήσεως της για λήψη συνδρομής στο οικονομικό έτος 1990 ( 15 ).
12.
Μεταβάλλοντας την αρχική τους στάση, οι ιταλικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή στις 19 Ιανουαρίου 1990 ότι με το διάταγμα 109 της 18ης Ιανουαρίου 1990 το Περιφερειακό Συμβούλιο της περιφερείας της Λιγυρίας εξέδωσε αρνητική γνωμοδότηση επί της αιτήσεως της εταιρίας Borelli ( 16 ).
13.
Το ανωτέρω διάταγμα υπογράμμιζε κατά κύριο λόγο ότι το σχέδιο δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του κανονισμού 355/77, δεδομένου ότι οι συμβάσεις προμηθείας που συνήφθησαν με τους ελαιοπαραγωγούς δεν παρείχαν επαρκείς εγγυήσεις γνησιότητας.
14.
Λαμβάνοντας υπόψη την αρνητική αυτή γνωμοδότηση, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση παροχής συνδρομής και ειδοποίησε σχετικά την εταιρία Borelli με το έγγραφο αριθ. 69915 της 21ης Δεκεμβρίου 1990 ( 17 ).
15.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Μαρτίου 1991, η εταιρία Borelli άσκησε την ακόλουθη «προσφυγή-αγωγή»:
«Προσφυγή ασκηθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 173 της Συνθήκης (...) και, επικουρικώς, αγωγή για την αποκατάσταση ζημιών λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης σύμφωνα με τα άρθρα 178 και 215 της ιδίας Συνθήκης (...) κατά της Επιτροπής (...) της περιφερείας της Λιγυρίας της Ιταλίας με αντικείμενο να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της πράξεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπ' αριθ. 69915 της 21.12.90, η οποία περιήλθε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα εταιρία στις 10.1.91 (...) με την οποία γνωστοποιούνταν ότι η συνδρομή εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ, τμήμα “Προσανατολισμός”, για το οικονομικό έτος 1990, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 355/77, όπως διαλαμβάνει το σχέδιο υπ' αριθ. 90.41.ΙΤ.153.0, δεν μπορεί να χορηγηθεί, λόγω του ότι ανακλήθηκε η θετική γνωμοδότηση του δημοσίου του κράτους στο έδαφος του οποίου προβλέπεται η εκτέλεση ζητείται επίσης η ακύρωση όλων των διαδικαστικών πράξεων που κατέληξαν στο εν λόγω μέτρο και, συνακόλουθα, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της προσφεύγουσας-ενάγουσας εταιρίας να λάβει την προαναφερθείσα συνδρομή, καθώς και, επικουρικώς, να υποχρεωθεί η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκάλεσε λόγω συμβατικής ευθύνης ( 18 ), υπό την επιφύλαξη ασκήσεως προσφυγής κατά της περιφερείας της Λιγυρίας της Ιταλίας, και/ή να υποχρεωθεί, για τους ίδιους λόγους, η περιφέρεια της Λιγυρίας να αποκαταστήσει τις ζημίες και εν πάση περιπτώσει να υποχρεωθούν τα προαναφερθέντα όργανα να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας δίκης.»
16.
Το Δικαστήριο, με διάταξη της 25ης Φεβρουαρίου 1992, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής-αγωγής, στο μέτρο που στρέφεται κατά της περιφερείας της Λιγυρίας και αφορά την ακύρωση των εθνικών διαδικαστικών πράξεων που κατέληξαν στην απόφαση της Επιτροπής. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε επίσης να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
17.
Ας οριοθετήσουμε λουτόν την προσφυγή-αγωγή, όπως παρουσιάζεται σήμερα ενώπιον μας. Πέραν της ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 1990 και της αναγνωρίσεως του δικαιώματος της εταιρίας Borelli να λάβει τη συνδρομή, η προσφυγή-αγωγή αποσκοπεί, επικουρικώς, στο να θέσει ζήτημα εξωσυμ-βατικής ευθύνης της Επιτροπής.
18.
Επειδή πρόκειται για προσφυγή ακυρώσεως, η εταιρία επικαλείται την παράβαση και την κακή εφαρμογή του άρθρου 9 του κανονισμού 355/77 και την «υπέρβαση εξουσίας λόγω καταχρήσεως» (αυτολεξεί), καθώς και, για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως, παράβαση και κακή εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 13 και 21 του κανονισμού 355/77. Ας εξετάσουμε έναν προς ένα τους ανωτέρω λόγους.
19.
Κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 355/77
«1.
Τα σχέδια πρέπει να συμβάλλουν στη βελτίωση της καταστάσεως στους σχετικούς τομείς, ως προς τη βασική γεωργική παραγωγή. Πρέπει ιδίως να εξασφαλίζουν στους παραγωγούς του βασικού γεωργικού προϊόντος επαρκή και διαρκή συμμετοχή στα απορρέοντα οικονομικά οφέλη.
2.
Η ενίσχυση από το Ταμείο χορηγείται μόνον εφόσον ο δικαιούχος παρέχει επαρκείς αποδείξεις ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 7 και στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, συμφωνητικά μακροχρονίου προμηθείας, που συνάπτονται με παραγωγούς του βασικού γεωργικού προϊόντος υπό λογικούς όρους για τους παραγωγούς αυτούς.»
20.
Η εταιρία Borelli ισχυρίζεται ότι το σχέδιó της πληρούσε τις απαιτούμενες με τον εν λόγω κανονισμό προϋποθέσεις και θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο ευνοϊκής γνωμοδοτήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου της Περιφερείας της Λιγυρίας, αν το τελευταίο είχε λάβει υπόψη του αριθμό συμβάσεων προμηθείας για τις οποίες δεν χωρεί αμφιβολία ότι συνήφθησαν με ελαιοπαραγωγούς και οι οποίες περιελήφθησαν στον φάκελο της δικογραφίας ( 19 ).
21.
Συντρέχει περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας στο μέτρο που το Συμβούλιο της Περιφερείας της Λιγυρίας έκρινε εσφαλμένα ότι συμβάσεις προμηθείας πενταετούς διαρκείας που προέβλεπαν ανανέωση σε ετήσια βάση δεν διασφάλιζαν στους παράγωγους διαρκή συμμετοχή στα οικονομικά πλεονεκτήματα που απέρρεαν από το σχέδιο, κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού 355/77.
22.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις, όπως διαπιστώνουμε, αφορούν απλώς την αιτιολόγηση της γνωμοδοτήσεως που εξέδωσαν οι ιταλικές αρχές σε σημείο ώστε η πράξη την οποία η εταιρία Borelli χαρακτήρισε επανειλημμένα με την προσφυγή-αγωγή της ως την προσβαλλόμενη να μην είναι η απόφαση της Επιτροπής αλλά η εθνική γνωμοδότηση.
23.
Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο με τη διάταξη της 25ης Φεβρουαρίου 1992, η εκτίμηση των εσωτερικής φύσεως ποιοτικών κριτηρίων ή της νομιμότητας της γνωμοδοτήσεως που εξέδωσαν οι εθνικές αρχές δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ( 20 ).
24.
Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι οι εν λόγω αιτιάσεις δεν μπορούν να αφορούν την εκδοθείσα από την Επιτροπή απόφαση. Πράγματι, η Επιτροπή δεν υιοθέτησε το αιτιολογικό του Περιφερειακού Συμβουλίου της Λιγυρίας, τασσόμενη υπέρ της απορρίψεως επί της ουσίας, ύστερα από εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 9, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στην έλλειψη εγκρίσεως εκ μέρους του ιταλικού δημοσίου, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 355/77 προϋποθέσεις, για να απορρίψει την αίτηση ( 21 ).
25.
Η εταιρία Borelli υποστηρίζει για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως της ότι η αίτηση συνδρομής που ενέκρινε το οικείο κράτος ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 355/77, έστω και αν μεταγενέστερα εκδόθηκε αρνητική γνωμοδότηση, αφού μεσολάβησε μεταφορά της αιτήσεως ( 22 ). Σύμφωνα με την προσφεύγουσα-ενάγουσα εταιρία, όταν πρόκειται για μεταφερόμενα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 του κανονισμού 355/77, σχέδια, η αρχική έγκριση εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους δεν μπορεί να αμφισβητείται με μεταγενέστερη γνωμοδότηση. Επιπλέον, η Επιτροπή θα όφειλε να λάβει υπόψη τη νέα αυτή γνωμοδότηση στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των ουσιαστικών προϋποθέσεων του εγκύρου της αιτήσεως και όχι ενόψει του άρθρου 13, παράγραφος 3, που προαναφέρθηκε, με τις επιταγές του οποίου είχε συμμορφωθεί οριστικώς η αρχική έγκριση. Το προαναφερθέν άρθρο 21, άλλωστε, δεν απαιτεί νέα έγκριση του οικείου κράτους μέλους οσάκις μεταφέρεται η αίτηση.
26.
Χωρίς να αποφανθώ επί του παραδεκτού του λόγου αυτού, λόγω της φάσεως της διαδικασίας κατά την οποία γίνεται επίκληση του, ας μου επιτραπεί να θεωρήσω ότι η ερμηνεία αυτή των άρθρων 13 και 21 του κανονισμού 355/77, η οποία ισοδυναμεί, όπως τόνισε η Επιτροπή ( 23 ), με υποβολή των αιτήσεων συνδρομής βάσει δύο διαφορετικών διαδικασιών, ανάλογα με το αν αποτέλεσαν ή όχι αντικείμενο αποφάσεως περί μεταφοράς, στερείται σημασίας.
27.
Συγκεκριμένα, η έγκριση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της συνδρομής του ΕΓΤΠΕ, ανεξάρτητα από το αν η αίτηση αποτέλεσε ή όχι αντικείμενο αποφάσεως περί μεταφοράς. Η άρνηση κράτους μέλους να στηρίξει αίτηση συνδρομής σημαίνει την άρνηση του να συμμετάσχει στη χρηματοδότηση της σχεδιαζόμένης ενεργείας. Πλην όμως, η συμμετοχή του κράτους μέλους στη χρηματοδότηση του σχεδίου αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για τη χορήγηση της συνδρομής. Επειδή το εν λόγω κράτος συνεργάζεται στενά με την Επιτροπή για την ανάληψη, χρηματοδότηση και εύρυθμη εκτέλεση ( 24 ) των κοινών δράσεων που προβλέπει ο κανονισμός 355/77, δεν μπορεί να αγνοηθεί η εκ μέρους του έκδοση αρνητικής γνωμοδοτήσεως.
28.
Πέραν τούτου, η γνωμοδότηση που εκδίδει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 13, παράγραφος 3, μπορεί, προφανώς, όπως οποιαδήποτε διοικητική πράξη, να τροποποιηθεί ή μεταφερθεί οποτεδήποτε, εφόσον το απαιτούν νέα πραγματικά ή νομικά στοιχεία. Συναφώς, η αρνητική γνωμοδότηση της 18ης Ιανουαρίου 1990 αναφέρεται σε πληροφορίες που περιήλθαν στο περιφερειακό συμβούλιο κατά τη διάρκεια της δίκης και, ιδίως, μετά τις νέες συμβάσεις που προσκόμισε η εταιρία Borelli, στον έλεγχο που διενήργησε το Servizio provinciale agroalimentare της Imperia.
29.
Προφανώς, συνέπεια της γνωμοδοτήσεως εκείνης ήταν η ανάκληση της ευνοϊκής γνωμοδοτήσεως που είχε αρχικώς εκδώσει το περιφερειακό συμβούλιο της Λιγυρίας.
30.
Τέλος, η εταιρία Borelli ισχυρίζεται ότι η εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 355/77 γνωμοδότηση συνιστά προπαρασκευαστική ή ενδιάμεση πράξη, μη επιδεχόμενη προσφυγή κατά το ιταλικό δίκαιο παρά μόνο στο στάδιο της τελικής πράξεως της διαδικασίας χορηγήσεως των συνδρομών, η οποία «εμπεριέχει όλες τις αποφάσεις των οργάνων και οργανισμών που παρεμβλήθηκαν στο πλαίσιο της ανωτέρω διαδικασίας» ( 25 ). Ο έλεγχος νομιμότητας της τελικής πράξεως — της αποφάσεως της Επιτροπής — πρέπει, συνεπώς, να επεκτείνεται και στη νομιμότητα των ενδιαμέσων πράξεων — και ιδίως της εγκριτικής πράξεως της εθνικής διοικήσεως — διότι σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει κίνδυνος οι αιτούμενοι τη συνδρομή να στερούνται παντελώς ενδίκων μέσων κατά των ανωτέρω πράξεων.
31.
Το επιχείρημα αυτό, καίτοι μη πειστικό, εγείρει πάντως ορισμένα ερωτήματα. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζω τις επιταγές της αρχής του «δικαιώματος του να δικάζεται κανείς από τον φυσικό δικαστή του», τη θεμελιώδη σημασία της οποίας αναγνώρισε το Δικαστήριο με τη νομολογία του ( 26 ) στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως. Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από πράξη που του στερεί με τη σειρά της δικαίωμα ή πλεονέκτημα αρυόμενο από την κοινοτική ρύθμιση πρέπει να μπορεί να έχει τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της εν λόγω πράξεως και να απολαύει πλήρους δικαστικής προστασίας.
32.
Πάντως, η κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, γνωμοδότηση, η οποία, όπως προανέφερα, δεσμεύει την Επιτροπή οσάκις είναι αρνητική, δεν μπορεί, κατ' εμέ, να εκληφθεί ως ενδιάμεση πράξη μη δυνάμενη να προσβληθεί ενδίκως παρά μόνο με την τελική απόφαση. Πρόκειται για πράξη η οποία βλάπτει οριστικώς την αιτούσα τη συνδρομή του Ταμείου εταιρία, δεδομένου ότι δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να προβεί στη χορήγηση της. Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ελέγχου νομιμότητας.
33.
Επειδή πρόκεται για εσωτερική πράξη, μόνη αρμόδια να διενεργήσει τον ανωτέρω έλεγχο ήταν η εθνική δικαστική αρχή. Επομένως, εναπέκειτο στην εταιρία Borelli να προσφύγει σ' αυτήν. Στο πλαίσιο αυτό, το εθνικό δικαστήριο θα είχε τη δυνατότητα, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK, va σας απευθύνει προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, στον βαθμό που θα έκρινε ότι για την έκδοση της αποφάσεώς του ( 27 ) ήταν απαραίτητη η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου. Εναπεκειτο επίσης στην εταιρία Borelli, σε περίπτωση απαράδεκτου της προσφυγής της ενόψει των εσωτερικών δικονομικών κανόνων, να εγείρει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου θέμα ενδεχομένης παραβιάσεως της αρχής του «δικαιώματος να δικάζεται κανείς από τον φυσικό δικαστή του».
34.
Διαπιστώνω ότι η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η εταιρία Borelli δεν μπορεί, οΰτε εμμέσως, να αφορά την εκδοθείσα από το περιφερειακό συμβούλιο της Λιγυ-ρίας γνωμοδότηση.
35.
Επειδή η απόφαση της Επιτροπής δεν πάσχει αφεαυτής πλημμέλεια, η προσφυγή ακυρώσεως είναι απορριπτέα.
36.
Με το αίτημα αποζημιώσεως, η εταιρία Borelli ζητεί αποκατάσταση της ζημίας που της προκάλεσε η απόφαση να μη της χορηγηθούν οι συνδρομές του ΕΓΤΠΕ.
37.
Ασφαλώς, η ακύρωση της βλαπτικής πράξεως δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, παρά μόνον όταν η αποζημίωση καθίσταται ανέφικτη κατά την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι
«(...) η αγωγή αποζημιώσεως των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης έχει θεσπιστεί ως αυτοτελές ένδικο βοήθημα που επιτελεί ιδιαίτερη λειτουργία. Διακρίνεται ιδίως από την προσφυγή ακυρώσεως κατά το ότι με αυτήν δεν επιδιώκεται η άρση συγκεκριμένου μέτρου, αλλά η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τις πράξεις ενός οργάνου. Επομένως, η ύπαρξη ατομικής αποφάσεως που έχει καταστεί οριστική δεν συνιστά κώλυμα για το παραδεκτό μιας τέτοιας αγωγής» ( 28 ).
38.
Η αγωγή αποζημιώσεως είναι αυτοτελής σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως ( 29 ). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση η απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως δεν καθιστά αυτοδικαίως απαράδεκτη την αγωγή αποζημιώσεως.
39.
Εν πάση περιπτώσει, η προσφευγουσα-ενάγουσα εταιρία δεν μπορεί να επικαλεστεί, σε βάρος της Επιτροπής, οποιοδήποτε πταίσμα ικανό να επιφέρει ευθύνη της Κοινότητας, δεδομένου ότι η χορήγηση της συνδρομής είναι αδύνατη οσάκις η εθνική γνωμοδότηση είναι αρνητική.
40.
Επομένως, η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να κηρυχθεί ως αβάσιμη.
41.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα προσφυγή-αγωγή στο σύνολο της και να καταδικάσει την προσφρεύγουσα-ενάγουσα εταιρία στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Περί κοινής δράσεως για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 149).
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 32.
( 3 ) Αρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμοί (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. εκδ. 03/005, σ. 93).
( 4 ) Βλ. Jurisclasseur Europe, τεύχος 1330, σημείο 2.
( 5 ) Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 1, παράγραφος 3.
( 6 ) Ibidem, άρθρο 6.
( 7 ) Βλ. άρθρο 1, παράγραφο 2, του κανονισμού 355/77.
( 8 ) Ibidem, άρθρο 16, παράγραφος 3.
( 9 ) Ibidem, άρθρο 17, παράγραφος 2.
( 10 ) Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 729/70.
( 11 ) Άρθρο 13, παράγραφος 1. του κανονισμού 355/77.
( 12 ) Ibidem, άρθρο 13, παράγραφος 3.
( 13 ) Πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό 90.41.ΙΤ.153.0
( 14 ) Παράρτημα Ι του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 15 ) Ibidem, παράρτημα Π.
( 16 ) Ibidem, παραρτήματα II, III και IV και έγγραφο 14 της προσφυγής-αγωγής.
( 17 ) Υπ' αριθ. 4 έγγραφο συνημμένο στην προσφυγή-αγωγή.
( 18 ) Διάβαζε: εξωουμβατικής.
( 19 ) Βλ. προσφυγή-αγωγή, σ. 5 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 20 ) Βλ. προ; την κατεύθυνση αυτή τις διατάξεις τη; Πη; Μαρτίου 1981 στην υπόθεση 46/81, Benvenuto (Συλλογή 1981, ο. 809), και της 5ης Οκτωβρίου 1983 στην υπόθεση 142/83, Νήβα; (Συλλογή 1983, σ.2969).
( 21 ) Βλ. το υπ' αριθ. 4 έγγραφο επισυναφθέν στην προσφυγήαγωγή.
( 22 ) Βλ. υπόμνημα απαντήσεως ο. 6 -και 7 τη; γαλλική; μεταφράσεως.
( 23 ) Υπόμνημα ανταπαντήσεως, σ. 3 τη; γαλλική; μεταφράσεως.
( 24 ) Βλ. ιδίως τα άρθρα 19, παράγραφος 2, 20, παράγραφος 1, кαι 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 355/77. Βλ. επίσης άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, σύμφωνα με το οποίο εναπόκειται στα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και το νομότυπο των χρηματοδοτούμένων από το Ταμείο πράξεων.
( 25 ) Υπόμνημα απαντήσεως, σ. 9 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 26 ) Αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1986 στην υπόθεση 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651), και της 15ης Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 222/86, Heylens (Συλλογή 1987, σ. 4097).
( 27 ) Βλ. προαναφερθείσα διάταξη τη; 11ης Μαρτίου 1981 σιην υπόθεση Benvenuto.
( 28 ) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986 ατην υπόθεση 175/84, Krohn κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, ο. 753), η υπογράμμιση δική μου.
( 29 ) Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 1971 στην υπόθεση 5/71. Aktien-Zuckerfabrik Schöpnenslcdl κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμο; 1969-1971, σ. 1025, σκέψη 3), και της 24ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 43/72, Merkur κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 667. ακ£ψη 4).
Full & Egal Universal Law Academy