Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη φορολογικούς συντελεστές ανώτερους από εκείνους που εφαρμόζει σε ανάλογα αυτοκίνητα παραγόμενα ή συναρμολογούμενα στην Ελλάδα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αιτιάσεων και των επιχειρημάτων που προβάλλει προς άμυνά της η καθής, είναι αναγκαίο να υπομνησθεί εδώ, εν συντομία έστω, η επίμαχη εθνική ρύθμιση και η εξέλιξη της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
Ο νόμος 363/1976, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1676/1986, θέσπισε, για τα αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως που είτε εισάγονται είτε συναρμολογούνται στην Ελλάδα, ειδικό φόρο κατανάλωσης, του οποίου ο συντελεστής μεταβάλλεται σε συνάρτηση προς τον κυλινδρισμό του κινητήρα του αυτοκινήτου. Έτσι, για παράδειγμα, ο συντελεστής είναι 80 % για αυτοκίνητα 1 000 cm3, 166 % για αυτοκίνητα 1 600 cm3 και 400 % για αυτοκίνητα άνω των 2 500 cm3.
Με τον νόμο 1858 της 31ης Μαΐου 1989, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με αναδρομική ενέργεια από 1ης Μαρτίου 1989, προβλέφθηκε μείωση των συντελεστών του ειδικού φόρου κατανάλωσης για τα επιβατικά αυτοκίνητα τα λεγόμενα "νέας τεχνολογίας" ή "αντιρρυπαντικής τεχνολογίας", τα οποία ανταποκρίνονται στα κριτήρια της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 12141/1989. Κατά το άρθρο 1 του νόμου αυτού, τα αυτοκίνητα 1 000 cm3 υπόκεινται σε συντελεστή 55 %, τα αυτοκίνητα 1 600 cm3 σε συντελεστή 120 % και τα αυτοκίνητα άνω των 2 500 cm3 σε συντελεστή 370 %.
Για την εφαρμογή των παραπάνω συντελεστών δεν γίνεται καμμία κατ' αρχήν διάκριση μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων αυτοκινήτων. Ωστόσο, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου 1858/1989 επεξέτεινε την εφαρμογή των μειωμένων συντελεστών: α') στα αυτοκίνητα εγχωρίας παραγωγής που κατασκευάζονται μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990 β') στα εισαγόμενα αυτοκίνητα που εκτελωνίζονται μέχρι τις 30 Ιουνίου 1989 και που, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1989, είχε ανοιχθεί γι' αυτά ενέγγυα ανέκκλητη πίστωση για όλο ή μέρος του τιμήματος έχουν φορτωθεί ή έχουν * με ίδια μέσα * διέλθει τα σύνορα της χώρας από την οποία προέρχονται οι εισαγωγείς τους έχουν αποδεδειγμένα αποκτήσει την κυριότητά τους στο εξωτερικό και, τέλος, εισάγονται χωρίς συναλλαγματικές διατυπώσεις (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β').
3. Θεωρώντας ότι η νομοθεσία αυτή συνιστούσε παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή απηύθηνε, στις 14 Δεκεμβρίου 1989, έγγραφη όχληση στις ελληνικές αρχές και, στις 16 Μαρτίου 1990, αφού δεν είχε λάβει καμμιά απάντηση, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία επαναλάμβανε τις αιτιάσεις της.
Τον επόμενο Μάιο, όμως, η Ελληνική Κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι ορισμένες διατάξεις του νόμου 1858/1989 είχαν τροποποιηθεί ή καταργηθεί με τον νόμο 1882 της 21ης Μαρτίου 1990.
Ο τελευταίος αυτός νόμος επιφέρει περαιτέρω μείωση στους συντελεστές που ισχύουν για τα αυτοκίνητα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας. Ταυτόχρονα, κατά το άρθρο 42, η εφαρμογή των νέων συντελεστών αφενός μεν επεκτείνεται προσωρινά σε όλα τα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας που παράγονται μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990 από εγχώριες αυτοκινητοβιομηχανίες (παράγραφος 4), αφετέρου δε παρατείνεται μέχρι τις 30 Ιουνίου 1991 μόνο για τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού κάτω των 1 400 cm3 που παράγονται από εγχώριες αυτοκινητοβιομηχανίες και πληρούν, ως προς τις εκπομπές καυσαερίων, τις λιγότερο αυστηρές προδιαγραφές που προβλέπονται για αυτοκίνητα κυλινδρισμού μικρότερου ή ίσου προς 2 000 cm3 (παράγραφος 5).
Αντιθέτως, τα εισαγόμενα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας υπόκεινται στους * λιγότερο ευνοϊκούς * συντελεστές του άρθρου 1 του νόμου 1858/1989, μόνον όμως εφόσον έχουν εισκομισθεί πριν από τις 27 Φεβρουαρίου 1990 και τελωνιστεί μέχρι τις 30 Απριλίου 1990 (άρθρο 42, παράγραφος 6).
4. Θεωρώντας ότι η νομοθετική τροποποίηση, η οποία άλλωστε μεσολάβησε εντός της προθεσμίας ενός μηνός που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, εξακολουθούσε να μην αναιρεί τη διάκριση εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο ζητώντας την αναγνώριση της παράβασης.
Η Ελληνική Κυβέρνηση, από τη δική της πλευρά, προέβαλε κατά της προσφυγής ένσταση απαραδέκτου, επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή, με την αιτιολογημένη γνώμη της, αναφερόταν μόνο στον νόμο 1858/1989, στη συνέχεια δε μετέβαλε το αντικείμενο της προσφυγής, κατά παράβαση του άρθρου 169 της Συνθήκης. Κατά την καθής, η Επιτροπή έπρεπε να κινήσει από την αρχή τη διαδικασία περί αναγνωρίσεως παραβάσεως, για να αμφισβήσει ρητώς τις διατάξεις του νόμου 1882/1990, που εκδόθηκε μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης.
5. Θα πω, ευθύς αμέσως, ότι, με βάση τα στοιχεία της υποθέσεως, η ένσταση της Ελληνικής Κυβέρνησης πάσχει, κατά τη γνώμη μου, από υπερβολική προσήλωση στους τύπους.
Είναι πράγματι αληθές ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης οριστικοποιείται κατά την προδικασία και ότι, κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και τις ίδιες αιτιάσεις.
Το Δικαστήριο έχει όμως επίσης διευκρινίσει ότι εμπίπτουν στο αντικείμενο των διαδικασιών του άρθρου 169 της Συνθήκης είτε πραγματικά περιστατικά που έχουν ήδη προσαφθεί με την αιτιολογημένη γνώμη που απευθύνθηκε στο οικείο κράτος μέλος και εξακολουθούν να συντρέχουν και μετά τη διατύπωσή της, είτε πραγματικά περιστατικά που είναι μεταγενέστερα μεν της αιτιολογημένης γνώμης, αλλά της ίδιας φύσεως με εκείνα που εξετάστηκαν στην ίδια αιτιολογημένη γνώμη και συνθέτουν μία και την αυτή συμπεριφορά (1).
Εξ άλλου, στην υπόθεση 45/64 (2), το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου που είχε προβάλει η Ιταλική Κυβέρνηση, κατά την οποία η προσφυγή έπρεπε να στρέφεται κατ' άλλου νομοθετικού κειμένου, μεταγενεστέρου εκείνου που είχε αποτελέσει αντικείμενο της προδικασίας. Επισήμανε πράγματι το Δικαστήριο ότι η Επιτροπή, τόσο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής όσο και κατά την μετά την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, είχε στηριχθεί μάλλον στην in concreto εφαρμογή του συστήματος (εν προκειμένω επρόκειτο για επιστροφές λόγω εξαγωγής), παρά στα όποια νομοθετικά κείμενα συνιστούσαν τη νομική του βάση. Το Δικαστήριο προσέθεσε ακόμη ότι σκοπός της αιτιολογημένης γνώμης ήταν αφενός να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω κυβέρνηση είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από τη Συνθήκη και αφετέρου να την αποτρέψει από τη συνέχιση της προσαπτόμενης παράβασης της κοινοτικής ρύθμισης πέρα από την οριζόμενη προθεσμία (είτε διατηρώντας σε ισχύ την υφιστάμενη ρύθμιση, είτε μέσω ανάλογης μελλοντικής ρύθμισης).
Υπό το ίδιο πρίσμα, το Δικαστήριο δέχτηκε πρόσφατα ότι, όταν, μετά την άσκηση προσφυγής κατά παραβάσεως, η εθνική ρύθμιση, που θεωρήθηκε μη σύμφωνη προς τις υποχρεώσεις που υπείχε το οικείο κράτος μέλος από το κοινοτικό δίκαιο, αντικαθίσταται με άλλη, του αυτού περιεχομένου, η Επιτροπή δεν μεταβάλλει το αντικείμενο της προσφυγής της, αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, προσάψει τις ίδιες αιτιάσεις που είχε στρέψει κατά της προηγούμενης ρύθμισης κατά εκείνης που τη διαδέχτηκε (3).
6. Υπό το φως της νομολογίας που παρέθεσα, δεν νομίζω ότι στην παρούσα υπόθεση μπορεί πραγματικά να γίνει λόγος για μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς.
Συγκεκριμένα, πρέπει, πρώτα απ' όλα, να τονιστεί ότι, και με τους δύο επίδικους νόμους, τίθεται, ουσιαστικά, το ίδιο πρόβλημα φορολογικής διάκρισης εις βάρος των αυτοκινήτων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη.
Αλλά και οι λεπτομέρειες της προσαπτομένης παραβάσεως, δηλαδή η προσωρινή εφαρμογή μειωμένων συντελεστών στα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας που παράγονται στην Ελλάδα, παραμένουν αμετάβλητες ο νέος νόμος μάλιστα φαίνεται να επεκτείνει περαιτέρω την προσωρινή ισχύ της παλιάς ρύθμισης, μειώνοντας ταυτόχρονα τους συντελεστές που εφαρμόζονται στα εγχώρια αυτοκίνητα.
Εξ άλλου, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, οι διατάξεις του νόμου 1858/1989 ουδόλως καταργήθηκαν, αλλ' εξακολούθησαν να παράγουν, έστω και μερικώς, τα αποτελέσματά τους (άρθρο 42 του νόμου 1882/1990).
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Επιτροπή, χρησιμοποιώντας τις ίδιες αιτιάσεις και τα ίδια επιχειρήματα, θέλησε να βάλει * όπως προκύπτει και από το αιτητικό της αιτιολογημένης γνώμης, αλλά και από το αίτημα της προσφυγής * όχι τόσο κατά κάποιας συγκεκριμένης διατάξεως νόμου, όσο κατά του συστήματος στο σύνολό του, συστήματος που, στην ουσία, δεν μεταβλήθηκε με τη δεύτερη νομοθετική παρέμβαση.
Ας προστεθεί ακόμα ότι η νομοθετική μεταβολή μεσολάβησε πριν λήξει η προθεσμία που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη δεν θα μου φαινόταν, επομένως, λογικό, ούτε σύμφωνο προς την αρχή της οικονομίας της διαδικασίας, να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή υποχρεούται να κινήσει την προδικασία από την αρχή, σε περίπτωση που κρίνει ότι το οικείο κράτος μέλος έχει διατηρήσει άθικτη την παράβαση ή ακόμη ότι την έχει επιδεινώσει.
7. Όσον αφορά, τώρα, την ουσία της υποθέσεως, δεν νομίζω ότι θα χρειαστεί να μακρηγορήσω, δεδομένου ότι η παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης μού φαίνεται προφανής.
Υπενθυμίζω σχετικώς ότι, βάσει του νόμου 1858/1989:
"α') τα * εγχωρίας κατασκευής ή εισαγόμενα * αυτοκίνητα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας υπόκεινται στους μειωμένους συντελεστές του νόμου 1858/1989
β') τα αυτοκίνητα εγχωρίας κατασκευής και συμβατικής τεχνολογίας, που παράγονται μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990, υπόκεινται στους μειωμένους συντελεστές του νόμου 1858/1989 (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α')
γ') τα εισαγόμενα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας, που εκτελωνίζονται μέχρι τις 30 Ιουνίου 1989 και που, στις 28 Φεβρουαρίου 1989, πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β' (βλ. ενότητα 2 ανωτέρω), επίσης υπόκεινται στους μειωμένους συντελεστές του νόμου 1858/1989
δ') τα εισαγόμενα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας, που εκτελωνίζονται μετά τις 30 Ιουνίου 1989 ή εκτελωνίζονται μεν μέχρι την ημερομηνία αυτή αλλά δεν πληρούν, στις 28 Φεβρουαρίου 1989, τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β', του νόμου 1858/1989, υπόκεινται στους κανονικούς * υψηλότερους * συντελεστές του νόμου 1676/1986."
Με την έναρξη της ισχύος του νόμου 1882/1990, που, όπως ελέχθη, μειώνει περαιτέρω τον συντελεστή για τα αυτοκίνητα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, η κατάσταση διαμορφώθηκε ως εξής:
"α') τα * εγχωρίας κατασκευής ή εισαγόμενα * αυτοκίνητα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας υπόκεινται στους νέους συντελεστές του άρθρου 37 του νόμου 1882/1990
β') τα αυτοκίνητα εγχωρίας κατασκευής και συμβατικής τεχνολογίας, που παράγονται μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990, υπόκεινται, ασχέτως κυλινδρισμού, στους νέους συντελεστές του άρθρου 37 του νόμου 1882/1990
γ') τα αυτοκίνητα εγχωρίας κατασκευής και συμβατικής τεχνολογίας, που παράγονται μετά τις 31 Αυγούστου 1990, επίσης υπόκεινται, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1991, στους νέους συντελεστές του άρθρου 37 του νόμου 1882/1990, εφόσον ο κυλινδρισμός τους είναι κάτω των 1 400 cm3 και πληρούν, ως προς τις εκπομπές καυσαερίων, τις λιγότερο αυστηρές προδιαγραφές που προβλέπονται για αυτοκίνητα κυλινδρισμού μικρότερου ή ίσου προς 2 000 cm3 (άρθρο 42, παράγραφος 5).
δ') τα εισαγόμενα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας, που έχουν κομισθεί στο ελληνικό έδαφος μέχρι τις 27 Φεβρουαρίου 1990 και τελωνίζονται μέχρι τις 30 Απριλίου 1990, υπόκεινται στους συντελεστές του άρθρου 1 του νόμου 1858/1989 (άρθρο 47, παράγραφος 6) και όχι στους χαμηλότερους συντελεστές του άρθρου 37 του νόμου 1882/1990, πράγμα που, αντιθέτως, προβλέπεται για ανάλογα εγχώρια αυτοκίνητα που παράγονται κατά την ίδια χρονική περίοδο
ε') τα εισαγόμενα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας, που φθάνουν στην Ελλάδα μετά τις 27 Φεβρουαρίου 1990 ή, εν πάση περιπτώσει, τελωνίζονται μετά τις 30 Απριλίου 1990, υπόκεινται στους κανονικούς * δηλαδή υψηλότερους * συντελεστές του νόμου 363/1976, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1676/1986."
8. Η σύγκριση των διαφόρων περιπτώσεων που προβλέπονται από τους δύο νόμους δείχνει σαφώς, αφενός, τη δυσμενή μεταχείριση που υφίστανται τα εισαγόμενα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας και, αφετέρου, τη συνέχιση και μάλιστα την επιδείνωση της δυσμενούς διάκρισης μετά την έναρξη της ισχύος της νέας ρύθμισης.
Ένα τέτοιο σύστημα όμως συνιστά κατάφωρη παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης, σκοπός του οποίου είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ουδετερότητας των εσωτερικών φόρων έναντι του ανταγωνισμού μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων εμπορευμάτων.
Όπως προκύπτει, πράγματι, από πάγια νομολογία, στο σύστημα της Συνθήκης ΕΟΚ, οι διατάξεις του άρθρου 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, αποτελούν συμπλήρωμα των διατάξεων περί καταργήσεως των δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Σκοπός τους είναι η εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, υπό ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού, μέσω της άρσεως κάθε μορφής προστασίας δυναμένης να προκύψει από την επιβολή εσωτερικών φόρων συνιστώντων διάκριση κατά εμπορευμάτων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη (4).
9. Δεν νομίζω, εξ άλλου, ότι οι δικαιολογίες που προέβαλε η Ελληνική Κυβέρνηση είναι ικανές να μεταβάλουν την ουσία του προβλήματος. Η καθής επισημαίνει, συγκεκριμένα, ότι οι επίδικες μεταβατικές διατάξεις συνιστούν παρέμβαση του κράτους αποσκοπούσα στην αντιστάθμιση της μειονεκτικής ανταγωνιστικής θέσης, στην οποία βρίσκεται η εγχώρια παραγωγή έναντι των εισαγομένων προϊόντων. Προσθέτει ότι η εγχώρια παραγωγή καλύπτει μόλις το 10 % της συνολικής εγχώριας ζήτησης και ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 42 του νόμου 1882/1990 δεν εφαρμόστηκε πλέον μετά τις 30 Απριλίου 1991, εφόσον έκτοτε η εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία είχε προσαρμοστεί στις νέες ρυθμίσεις περί αντιρρύπανσης.
Επ' αυτού, πρέπει, όμως να σημειωθεί ότι οι αιτιολογίες που προβλήθηκαν σχετικά με τις δυσχέρειες της εγχώριας αυτοκινητοβιομηχανίας δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, τέτοιες που να δικαιολογούν παρέκκλιση από την απαγόρευση του άρθρου 95 της Συνθήκης όπως, άλλωστε, προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, απαγορεύει την επιβολή φόρων συνιστώντων διάκριση, ασχέτως αν το εμπόδιο που δημιουργείται λόγω του εθνικού φόρου αποδεικνύεται μικρής ή δευτερεύουσας σημασίας (5) τέλος, το γεγονός ότι η υπό κρίση νομοθεσία έπαυσε να εφαρμόζεται από τις 30 Απριλίου 1991 δεν φαίνεται να ασκεί επιρροή, εφόσον δεν αίρει την παράβαση, έστω και αν την αμβλύνει.
10. Επομένως, υπό το φως των σκέψεων που ανέπτυξα ανωτέρω, καταλήγω προτείνοντας στο Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης ανώτερους από εκείνους που εφαρμόζει σε ανάλογα αυτοκίνητα παραγόμενα ή συναρμολογούμενα στην Ελλάδα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ
2) να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 113/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 607, σκέψη 11) απόφαση της 22ας Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, σ. 1013, σκέψη 20).
(2) * Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 173).
(3) * Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-42/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1990, σ. I-2811, σκέψεις 9 έως 11).
(4) * Βλ. ιδίως αποφάσεις τις 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 168/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 181, σκέψη 4) στην υπόθεση 169/78 Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 185, σκέψη 4) και στην υπόθεση 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 295, σκέψη 4).
(5) * Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 20/76, Schoettle & Soehne (Συλλογή τόμος 1977, σ. 77, σκέψη 22).
Full & Egal Universal Law Academy