ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 15ης Σεπτεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η προσφεύγουσα της παρούσας υπόθεσης, η Empresa Nacional de Urânio SA (στο εξής: ENU), είναι μία μικρή πορτογαλική επιχείρηση παραγωγής ουρανίου. Στην Πορτογαλία δεν υπάρχει βιομηχανικός πυρηνικός αντιδραστήρας και, κατά συνέπεια η ENU είναι υποχρεωμένη να εξάγει το σύνολο του ουρανίου που παράγει. Η εν λόγω εταιρία αντιμετωπίζει πολλαπλές δυσχέρειες διαθέσεως της παραγωγής της και έχει συγκεντρώσει σημαντικά αποθέματα ουρανίου.
Η ENU άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 148 της Συνθήκης Ευρατόμ, ζητώντας από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει «την παράνομη παράλειψη της Επιτροπής, η οποία παρέλειψε να λάβει και να απευθύνει στην ENU την απόφαση που αυτή της είχε ζητήσει να λάβει δυνάμει του άρθρου 53 της Συνθήκης ΕΚΑΕ». Η ENU υπονοεί σχετικώς έγγραφο που είχε απευθύνει στις 21 Δεκεμβρίου 1990 στην Επιτροπή, με το οποίο της ζητούσε να λάβει ορισμένα μέτρα προκειμένου να καταστήσει δυνατή τη διάθεση των αποθεμάτων ουρανίου που είχε συγκεντρώσει.
Το κανονιστικό πλαίσιο
2.
Κατά το άρθρο 2, στοιχείο δ', της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η Κοινότητα οφείλει «να μεριμνά για τον τακτικό και δίκαιο εφοδιασμό όλων των καταναλωτών της Κοινότητας με μεταλλεύματα και πυρηνικά καύσιμα». Με το κεφάλαιο VI της Συνθήκης θεσπίζονται κανόνες σχετικά με τον «εφοδιασμό». Το άρθρο 52 καθιερώνει την αρχή της ίσης προσβάσεως στις πηγές και προβλέπει τη θέσπιση κοινής πολιτικής εφοδιασμού.
Το άρθρο 52 προβλέπει, επίσης, τη σύσταση Οργανισμού Εφοδιασμού (στο εξής: Οργανισμός) με δικαίωμα προαιρέσεως επί των μεταλλευμάτων, των αρχικών υλικών και των ειδικών σχασίμων υλικών που παράγονται στις επικράτειες των κρατών μελών, καθώς και αποκλειστικό δικαίωμα να συνάπτει συμβάσεις προμηθείας των εν λόγω υλικών είτε αυτά προέρχονται από το εσωτερικό είτε από το εξωτερικό της Κοινότητας. Σκοπός της συγκέντρωσης αυτής της προσφοράς και της ζητήσεως είναι η διασφάλιση σε όλους τους καταναλωτές της Κοινότητας ίσης προσβάσεως στα εν λόγω υλικά.
Οι διαδικασίες «εκτιμήσεως του συνόλου προσφοράς και ζητήσεως» καθορίστηκαν με τον κανονισμό του Οργανισμού, της 5ης Μαΐου 1960 ( 1 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό του Οργανισμού της 5ης Ιουλίου 1975 ( 2 ). Με τον κανονισμό αυτό παρέχεται, ιδίως η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως ορισμένων απλουστευμένων διαδικασίων, στο πλαίσιο των οποίων μπορεί να γίνει απευθείας η διαπραγμάτευση των συμβάσεων προμηθείας μεταξύ καταναλωτών και παραγωγών. Πριν από τη σύναψη τους, οι συμβάσεις πρέπει να υποβάλλονται στον Οργανισμό ο οποίος μπορεί να τις εγκρίνει εντός ορισμένης προθεσμίας.
Ο Οργανισμός, o οποίος πατά το άρθρο 54 της Συνθήκης έχει νομική προσωπικότητα και οικονομική αυτονομία, τελεί υπό τον έλεγχο της Επιτροπής. Το άρθρο 53 της Συνθήκης, το οποίο έχει μεγάλη σημασία για την παρούσα υπόθεση, ορίζει τα ακόλουθα:
«Ο Οργανισμός τελεί υπό τον έλεγχο της Επιτροπής, η οποία του παρέχει τις οδηγίες της, έχει δικαίωμα αρνησικυρίας επί των αποφάσεών του και διορίζει τον γενικό διευθυντή και τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή του.
Κάθε σιωπηρή ή ρητή πράξη του οργανισμού, κατά την άσκηση του δικαιώματος του προαιρέσεως ή του αποκλειστικού του δικαιώματος να συνάπτει συμβάσεις προμηθειών, δύναται να αχθεί από τους ενδιαφερομένους ενώπιον της Επιτροπής, η οποία λαμβάνει απόφαση εντός προθεσμίας ενός μηνός.»
Τα πραγματικά περιστατικά
3.
Με έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 1987, η ENU πρότεινε στον Οργανισμό, επικαλούμενη τις διατάξεις της Συνθήκης τις σχετικές με το δικαίωμα προαιρέσεως, να αγοράσει 350 τόνους εμπλουτισμένου ουρανίου. Επειδή δεν δόθηκε απάντηση στο έγγραφο αυτό, η ENU απέστειλε νέο έγγραφο στον Οργανισμό, στις 10 Οκτωβρίου 1988, ζητώντας να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως που έχει. Αντίγραφο του εγγράφου αυτού απεστάλη στη γενική διεύθυνση ενεργείας της Επιτροπής, μαζί με την παράκληση της ENU να συμβάλει η Επιτροπή στην εξεύρεση λύσεως στο πρόβλημα της διαθέσεως του ουρανίου της.
Στις 8 Νοεμβρίου 1988 ο Οργανισμός απάντησε στα έγγραφα της ENU δηλώνοντας ότι το πρόβλημα που έθετε η τελευταία ήταν σοβαρό και ότι θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια για την εξεύρεση μιας κατά το δυνατό ικανοποιητικής λύσεως. Με έγγραφο της 14ης Νοεμβρίου 1988 η Επιτροπή απάντησε δεσμευόμενη ότι θα μελετήσει το πρόβλημα για την εξεύρεση θετικής λύσεως.
Δεδομένου ότι τελικώς δεν βρέθηκε λύση, η ENU απέστειλε νέα έγγραφα, στις 25 Οκτωβρίου 1989, τόσο στον Οργανισμό όσο και στην Επιτροπή. Στα έγγραφά της αυτά η ENU επισήμαινε και πάλι τα σοβαρά προβλήματα διαθέσεως που αντιμετώπιζε ζητώντας από τον Οργανισμό να δραστηριοποιηθεί σχετικώς, από δε την Επιτροπή να υποχρεώσει τον Οργανισμό να προβεί σε ενέργειες, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου VI της Συνθήκης.
Στις 8 Δεκεμβρίου 1989 η Επιτροπή πληροφόρησε την ENU ότι συμμεριζόταν την άποψη της ότι έπρεπε να ληφθούν «ειδικά μέτρα» για την επίλυση προβλημάτων όπως αυτά που αντιμετωπίζει η ENU και ότι ζήτησε από τον Οργανισμό να προχωρήσει στην υλοποίηση των προτάσεων δράσεως που διατυπώθηκαν σχετικώς.
Ο Οργανισμός κατάρτισε, κατόπιν, ένα «αρχικό σχέδιο για την εξεύρεση πρακτικής λύσεως ως προς την πηγή της πολιτικής εφοδιασμού που αφορά το “πορτογαλικό ουράνιο”, το οποίο κοινοποιήθηκε στην ENU κατά τη διάρκεια μιας από τις πολυάριθμες συναντήσεις που πραγματοπιήθηκαν στις Βρυξέλλες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. Στις γενικές του γραμμές το σχέδιο αυτό προέβλεπε επαφές με κοινοτικούς καταναλωτές ουρανίου με σκοπό την επιτόπια σύναψη συμφωνίας για πώληση πορτογαλικού ουρανίου στους εν λόγω καταναλωτές σύμφωνα με μία κλείδα κατανομής και σε τιμή καθοριζόμενη λεπτομερέστερα. Η ENU έλαβε αυτοπροσώπως μέρος στις διαπραγματεύσεις αυτές οι οποίες όμως δεν κατέληξαν σε κανένα αποτέλεσμα.
4.
Στις 21 Δεκεμβρίου 1990 η ENU απέστειλε στην Επιτροπή το προαναφερθέν έγγραφο ( 3 ). Με το έγγραφο αυτό η ENU ζητούσε κυρίως από την Επιτροπή:
—
να διατάξει τον Οργανισμό να αποκαταστήσει την ομαλή λειτουργία των μηχανισμών που προβλέπει το κεφάλαιο VI της Συνθήκης (υποστοιχείο α')
—
να ερευνήσει γιατί κοινοτικοί καταναλωτές προμηθεύονται ελευθερα ουράνιο σε ξένες αγορές, μολονότι είναι διαθέσιμο το σύνολο της παραγωγής της ENU σε εύλογη τιμή και να λάβει μέτρα σχετικά με το φαινόμενο αυτό (υποστοιχείο β')
—
να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις για την αποζημίωση της ENU (υποστοιχείο γ)·
—
να επιβάλει στον Οργανισμό την τήρηση της αποφάσεως της Επιτροπής της σχετικής με την εφαρμογή “ειδικών μέτρων” για την άμεση επίλυση του προβλήματος της ENU (υποστοιχείο δ') και
—
να διατάξει τον Οργανισμό να προβεί σε εκτέλεση της αποφάσεως που του είχε απευθύνει η Επιτροπή θέτοντας σε εφαρμογή μια ικανοποιητική λύση του προβλήματος της ENU (υποστοιχείο ε')».
Τέλος, η ENU διευκρίνιζε ότι η πρόσκληση της στηριζόταν στο άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 148 της Συνθήκης.
Το αντικείμενο της υποθέσεως
5.
Στην παρούσα υπόθεση, η πρώτη και κύρια δυσκολία είναι να καθοριστεί σαφώς η φύση της υποχρεώσεως ενεργείας που υπέχει, κατά την ENU η Επιτροπή, υποχρέωση την οποία η Επιτροπή δεν τήρησε. Είναι σαφές ότι η ENU φρονεί ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να λάβει απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 53 της Συνθήκης. Εκείνο που είναι λιγότερο σαφές είναι το περιεχόμενο που πρέπει να έχει μια τέτοια απόφαση, κατά την άποψη της ENU.
Στα αιτήματα της, η ENU αναφέρεται στην «απόφαση που η ENU (...) ζήτησε (από την Επιτροπή) να λάβει δυνάμει του άρθρου 53 της Συνθήκης ΕΚΑΕ». Όπως ανέφερα εισαγωγικά, η ENU υπονοεί σχετικώς το προαναφερθέν έγγραφο της τής 21ης Δεκεμβρίου 1990. Το έγγραφο αυτό περιέχει πολλά στοιχεία και δεν είναι εύκολο να καθοριστεί σαφώς σε ποια από τα στοιχεία αυτά αναφέρονται τα αιτήματα της προσφεύγουσας. Το πρόβλημα αυτό ανέκυψε τόσο κατά την έγγραφη διαδικασία όσο και κατά την προφορική διαδικασία, δεδομένου ότι η μεταξύ των διαδίκων συζήτηση χαρακτηρίστηκε από σημαντικές αμφιβολίες οι οποίες αφορούν τον προσδιορισμό του αντικειμένου της υποθέσεως.
6.
Η αίτηση της ENU προς την Επιτροπή στηρίζεται στην άποψη ότι ο Οργανισμός είναι υποχρεωμένος να επιλύσει, βάσει συγκεκριμένων μεθοδεύσεων, το πρόβλημα της διαθέσεως των αποθεμάτων της ENU. Είναι προφανές ότι η ENU στηρίζει την άποψη της ότι ο Οργανισμός υπέχει τέτοια υποχρέωση σε δύο θέσεις ανεξάρτητες η μία από την άλλη.
Πρώτον, η ENU φρονεί ότι αρνούμενος να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως που έχει όπως και το αποκλειστικό του δικαίωμα να συνάπτει συμβάσεις, ο Οργανισμός παρέβη τις διατάξεις του κεφαλαίου VI της Συνθήκης, γεγονός που αποτέλεσε την πραγματική αιτία των προβλημάτων διαθέσεως της παραγωγής της που αντιμετωπίζει η ENU.
Συνεπώς, η ENU προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι κανόνες της Συνθήκης στηρίζονται στην αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως η οποία συνεπάγεται όχι μόνο ότι οι παραγωγοί μπορούν να πωλούν σε τρίτες χώρες μόνο όταν έχει ικανοποιηθεί η ζήτηση στην κοινοτική αγορά, αλλά και ότι οι καταναλωτές δεν μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις με παραγωγούς τρίτων χωρών παρά μόνο όταν οι ανάγκες τους δεν μπορούν να καλυφθούν με υλικά παραγόμενα εντός της κοινοτικής αγοράς. Δεδομένου ότι η Κοινότητα παράγει μόνο 4500 τόνους ουρανίου ετησίως, περίπου, ενώ η κατανάλωση ανέρχεται σε 5000 τόνους περίπου, η ENU υποστηρίζει ότι η τήρηση των κανόνων της Συνθήκης συνεπάγεται αυτομάτως τη σταδιακή απορρόφηση των αποθεμάτων της. Εφόσον τα αποθέματά της διατίθενται σε εύλογες τιμές, η ENU θεωρεί ότι ο Οργανισμός υποχρεούται να διασφαλίσει, με την άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως που έχει και με τη χρησιμοποίηση του αποκλειστικού του δικαιώματος να συνάπτει συμβάσεις, ότι δεν θα συναφθεί καμία σύμβαση με παραγωγούς τρίτων χωρών, πριν από τη διάθεση αυτών των αποθεμάτων ( 4 ).
Δεύτερον, η ENU υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έλαβε απόφαση κατά την οποία επιβαλλόταν η λήψη «ειδικών μέτρων» για την εξεύρεση ικανοποιητικής λύσεως του προβλήματος της ENU, αλλά ο Οργανισμός παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή ( 5 ).
Η ENU αναφέρεται προφανώς στην επιστολή που της απέστειλε ο αρμόδιος επίτροπος, στις 8 Δεκεμβρίου 1989, όπου τονίζεται:
«Θεωρώ ότι η πολιτική εφοδιασμού του Οργανισμού πρέπει να περιλάβει, ευθύς αμέσως, ένα σύνολο ειδικών μέτρων για την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων. Ζήτησα (από τον Οργανισμό) να προχωρήσει στην εφαρμογή των προτάσεων δράσεως που υποβλήθηκαν σχετικώς.»
Δεν είναι απολύτως σαφές τι εννοείται με την έκφραση «ειδικά μέτρα». Στο έγγραφο της τής 21ης Δεκεμβρίου 1990 η ENU δηλώνει ότι «τα ειδικά μέτρα» πρέπει να έχουν τον χαρακτήρα μιας επείγουσας λύσεως ικανής να εξασφαλίσει άμεση λύση του προβλήματός της. Η άποψη της ENU είναι ότι δεν αρκεί, προκειμένου να εξευρεθεί ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα, η προσμονή ότι η γενική τήρηση των κανόνων της Συνθήκης θα φέρει τα προαναφερθέντα αποτελέσματα. Κατά την ENU επείγουσα λύση μπορεί να δοθεί κατά τρόπο απλό, με την άμεση αγορά όλων των αποθεμάτων της ENU από τον Οργανισμό, ο οποίος θα ασκήσει σχετικώς το δικαίωμα προαιρέσεως που του παρέχει η Συνθήκη ( 6 ).
Στην απάντηση της ( 7 ), καθώς και κατά την προφορική διαδικασία, η ENU συνέδεσε, προφανώς, το αίτημα για «ειδικά μέτρα» με τις προτάσεις δράσεως στις οποίες αναφερόταν το έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1989, το οποίο, εάν κατάλαβα καλά, κατέληξε στην εκ μέρους του Οργανισμού κατάρτιση του «αρχικού σχεδίου για την εξεύρεση πρακτικής λύσεως ως προς την πτυχή της πολιτικής εφοδιασμού που αφορά το πορτογαλικό ουράνιο».
Ωστόσο, δεν απαιτείται να προσδιοριτεί, στο πλαίσιο αυτής της αναλύσεως, το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας των «ειδικών μέτρων».
7.
Κατά συνέπεια, η ENU συνοπτικώς υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να λάβει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 53, απόφαση
—
που να επιβάλει στον Οργανισμό την τήρηση των διατάξεων του κεφαλαίου VI της Συνθήκης (πράγμα που θα επέλυε τα μακροπρόθεσμα προβλήματα διαθέσεως της παραγωγής της ENU) και
—
να επιβάλει στον Οργανισμό να εφαρμόσει την απόφαση της Επιτροπής περί λήψεως «ειδικών μέτρων» (λύση που θα μπορούσε να ρυθμίσει άμεσα το πρόβλημα της ENU).
8.
Κατά την άποψη μου, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ένας εύλογος και πρόσφορος προσδιορισμός του αντικειμένου της υποθέσεως. Ωστόσο, θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σχετικώς αμφιβολίες. Πρόκειται κυρίως για το γεγονός ότι, τόσο στην απάντηση της όσο και κατά την προφορική διαδικασία, η ENU προέβη σε δηλώσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν προσπάθεια προσδιορισμού του αντικειμένου της υποθέσεως.
9.
Πρώτον, από διάφορα στοιχεία τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η παρούσα διαδικασία αφορά αποκλειστικώς ενδεχόμενη παράλειψη της Επιτροπής να επιβάλει στον Οργανισμό την εφαρμογή «ειδικών μέτρων». Από την άποψη αυτή, το σημείο ε' των αιτημάτων που υποβλήθηκαν με το από 21 Δεκεμβρίου 1990 έγγραφο της ENU είναι αρκετά ασαφές. Το σημείο αυτό έχει το ακόλουθο περιεχόμενο:
«ε')
ζητούμε λοιπόν από την Επιτροπή να διατάξει τον Οργανισμό να προβεί στην εκτέλεση της αποφάσεως που του απηύθυνε, δίδοντας μια ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα της ENU — υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης κατά τρόπο που θα καθιστά δυνατή την αντιμετώπιση μελλοντικών δυσχερειών».
Στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε η Επιτροπή αντιμετωπίζει το σημείο αυτό ως «αίτημα των αιτημάτων», πράγμα το οποίο, εξάλλου, παρέχει μία εύλογη ερμηνεία. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα εάν με τον τρόπο αυτό περιορίζεται η αίτηση της ENU, και κατά συνέπεια τα αιτήματά της, στο τμήμα μόνο εκείνο που αφορά την προβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής να λάβει «ειδικά μέτρα». Πιστεύω ότι μια τέτοια ερμηνεία πρέπει να αποκλειστεί. Λαμβανομένου υπόψη του υπολοίπου περιεχομένου του εγγράφου, καθώς και των όσων αναφέρονται κατωτέρω στο δικόγραφο της προσφυγής, θεωρώ ότι το αίτημα του σημείου αυτού συνίσταται απλώς σε πρόσκληση της Επιτροπής να επιβάλει στον Οργανισμό τη ρύθμιση του σημερινού προβλήματος της ENU — είτε η λύση αυτή προκύψει από την τήρηση των γενικών κανόνων της Συνθήκης είτε από τη λήψη «ειδικών μέτρων» ή από τον συνδυασμό των δύο — ενώ η ENU επιφυλάσσεται να επικαλεστεί τις διατάξεις της Συνθήκης για την τυχόν εξεύρεση λύσεως στα μελλοντικά προβλήματα.
Επιβάλλεται να τονιστεί ότι, πατά την προφορική διαδικασία, απαντώντας σε ερώτηση του εισηγητή δικαστή που της ζήτησε να διευκρινίσει ως προς ποια σημεία του εγγράφου της 21ης Δεκεμβρίου 1990 η Επιτροπή παρέλειψε, κατά την άποψη της ENU, να λάβει απόφαση, η ENU απάντησε παραπέμποντας στο «σύνολο του εγγράφου και ειδικότερα στο εδάφιο δ'» (το εδάφιο δ' αφορά τα «ειδικά μέτρα»). Ωστόσο, η ENU υποστήριξε, επίσης, κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να επιβάλει στον Οργανισμό την τήρηση των διατάξεων του κεφαλαίου VI της Συνθήκης, θεωρώ δε ότι δεν μπορεί να προσδοθεί στην απάντηση της ENU η έννοια ότι η υπόθεση αφορά μόνο το ζήτημα αν η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να επιβάλει στον Οργανισμό τη λήψη «ειδικών μέτρων». Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στο έγγραφο της, στο σημείο δ', η ENU αναφέρεται ακριβώς στα «ειδικά μέτρα», που συνίστανται στην άμεση άσκηση του στηριζομένου στη Συνθήκη δικαιώματος προαιρέσεως. Από το παράδειγμα αυτό προκύπτει ότι είναι εξαιρετικά δυσχερής η διάκριση των διαφόρων «τύπων λύσεως» που επικαλείται η ENU.
10.
Δεύτερον, στην απάντηση της ( 8 ), καθώς και κατά την προφορική διαδικασία, η ENU προέβη σε διάφορες δηλώσεις από τις οποίες θα μπορούσε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι, κατόπιν, περιόρισε τα αιτήματά της σε μία καθαρώς τυπική θέση σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις της παραλείποντας να απαντήσει στην πρόσκληση της ENU, θετικώς ή αρνητικώς.
Πιστεύω ότι το συμπέρασμα αυτό δεν είναι ηθελημένο. Θα ήταν απίθανο να ζητεί αίφνης η ENU απλώς και μόνο μία απόφαση και όχι πλέον μία απόφαση με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Είναι δυνατόν οι δηλώσεις αυτές να οφείλονται απλώς στο γεγονός ότι η ENU θα μπορούσε ενδεχομένως να προσβάλει τυχόν αρνητική απόφαση με την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως. Εξάλλου, τόσο στην απάντηση της όσο και κατά την προφορική διαδικασία, η ENU συνέχισε να υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει απόφαση επιβάλ-λουσα στον Οργανισμό να επιλύσει επίλυση το πρόβλημα της ENU.
Προς τούτο θα λάβω ως δεδομένο τον προσδιορισμό του αντικειμένου της υποθέσεως, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, πιστεύοντας ότι αυτός ο προσδιορισμός είναι ο φυσιολογικό-τερος εάν ληφθεί από κοινού υπόψη το σύνολο των ισχυρισμών και επιχειρημάτων που διατύπωσε η ENU.
Από την άποψη αυτή, βεβαίως, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η Επιτροπή, στα υπομνήματα που κατέθεσε και κατά την προφορική διαδικασία, περιορίστηκε να διατυπώσει επί της ουσίας επιχειρήματα σχετικά με το κατά πόσον ήταν υποχρεωμένη να λάβει απόφαση, ανεξαρτήτως του περιεχομένου αυτής. Βεβαίως, η Επιτροπή δεν μπορεί να περιορίσει το αντικείμενο της υποθέσεως στο ζήτημα αυτό απλώς και μόνο επειδή επικέντρωσε τα επιχειρήματά της στο ζήτημα αυτό. Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να λάβει απόφαση, τότε πρέπει επίσης, βάσει των αιτημάτων της ENU, να θεωρηθεί αρμόδιο να προχωρήσει περαιτέρω και να αποφανθεί ως προς το αν η απόφαση αυτή έπρεπε να έχει το περιεχόμενο που επιθυμούσε η ENU. Το συμπέρασμα αυτό αληθεύει, κατά μείζονα λόγο, καθόσον από τα υπομνήματα της Επιτροπής προκύπτει ότι αυτή γνωρίζει απολύτως το περιεχόμενο που θα έπρεπε να έχει, πατά την ENU, η απόφαση. Η Επιτροπή π.χ. δηλώνει στην απάντησή της ότι η ENU «ζήτησε από την Επιτροπή να δώσει κατευθύνσεις στον Οργανισμό για τη λήψη ειδικών μέτρων» και ότι «ζήτησε να υποχρεωθεί ο Οργανισμός να τροποποιήσει την πολιτική εφοδιασμού που ακολουθεί» ( 9 ).
Επί του παραδεκτού
11.
Η Επιτροπή ζήτησε να κριθεί η προσφυγή απαράδεκτη και προέβαλε σχετικώς τρεις ενστάσεις απαραδέκτου.
Η Επιτροπή φαίνεται να λαμβάνει σχετικώς ως δεδομένο ότι η ENU ισχυρίζεται μόνο ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να λάβει απόφαση σχετικά με τις πράξεις στις οποίες αναφέρονται τα αιτήματα της ENU κατά την ειδική διαδικασία της διοικητικής προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο.
Αναφερόμενη σ' αυτό το ενδεχόμενο η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παρούσα προσφύγει δεν πληροί, επί δύο σημείων, τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, και ότι πρέπει κατά συνέπεια να κριθεί απαράδεκτη.
Η άποψη αυτή θέτει δύο ζητήματα.
Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση η ENU θεώρησε ως δεδομένο ότι η προσφυγή της στηρίζεται αποκλειστικώς στο άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, δεύτερον δε, πρέπει να εξεταστεί αν οι πράξεις στις οποίες αναφέρονται τα αιτήματα της ENU είναι πράγματι πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο.
Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η ENU ακολούθησε τη διαδικασία της διοικητικής προσφυγής του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι κατά την άποψη της ENU η απόφαση τη λήψη της οποίας ζητεί από την Επιτροπή η εν λόγω εταιρία είναι οπωσδήποτε απόφαση που πρέπει να ληφθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής προσφυγής του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο.
Στην απάντηση της ( 10 ), καθώς και κατά την προφορική διαδικασία, η ENU προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή, απλώς και μόνο λόγω της θέσεως της ως ανώτερου ελεγκτικού οργάνου με γενικές αρμοδιότητες κατευθύνσεως του Οργανισμού, ήταν υποχρεωμένη να επιβάλει στον Οργανισμό την τήρηση τόσο των διατάξεων της Συνθήκης όσο και των οδηγιών, τις οποίες κατά την ENU είχε απευθύνει προς τον Οργανισμό η Επιτροπή. Η ENU διατυπώνει έτσι το επιχείρημα ότι παραλείποντας να παρέμβει προς τον Οργανισμό η ίδια η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις εκείνες που δεν τήρησε ο Οργανισμός.
Δεδομένου ότι η θέση της Επιτροπής ως ανώτερου οργάνου προκύπτει από το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, η δε ENU αναφέρεται με τα αιτήματα της στο άρθρο 53 γενικώς και όχι ειδικώς στο άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, η ευρύτερη αυτή αντίληψη της προσφυγής συμβιβάζεται με το γράμμα των αιτημάτων της προσφεύγουσας.
Κατά τη γνώμη μου η προσφυγή της ENU αναφέρεται αποκλειστικώς στην ενδεχόμενη υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, και ότι πρέπει, κατά συνέπεια, να εξεταστεί αν τα επιχειρήματα που προέβαλε στην απάντηση της, ως προς τη δια-σταλτικότερη ερμηνεία των αιτημάτων της ENU, πρέπει να απορριφθούν για τον λόγο και μόνο ότι υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα.
Θεωρώ ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αποτέλεσμα μιας χωρίς λόγο προσκολλήσεως στους τύπους. Είμαι βέβαιος ότι η ENU πίστευε ανέκαθεν ότι αποτελεί υποχρέωση της Επιτροπής να παρεμβαίνει με δική της πρωτοβουλία στον τρόπο που ενεργεί ο Οργανισμός ( 11 ), το δε άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, αποτελούσε απλώς, κατά την ENU, ένα πρόσφορο για τις επιχειρήσεις μέσο ώστε να προκαλέσουν αυτή την παρέμβαση. Είναι προφανές ότι επικαλούμενη το δικαίωμα προσφυγής που της παρέχει το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, η ENU προσπάθησε να ενισχύσει την προσφυγή της και όχι να την περιορίσει.
Δεδομένου ότι η προσφυγή της ENU στηρίζεται, κατά τα ανωτέρω, όχι μόνο στο άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, αλλά και στις γενικές υποχρεώσεις που υπέχει η Επιτροπή ως όργανο ελέγχου έναντι του Οργανισμού, προκύπτει το συμπέρασμα ότι, εάν συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 148 της Συνθήκης, τότε η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως παραδεκτή επί της ουσίας, ακόμα και αν διαπιστωθεί είτε ότι οι πράξεις στις οποίες αναφέρονται τα αιτήματα της προσφεύγουσας δεν καλύπτονται από το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, είτε γίνει δεκτό ότι οι ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή είναι βάσιμες, καθόσον δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής στηριζόμενης στο άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο.
Καλύπτονται από το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο οι πράξεις στις οποίες αναφέρονται τα αιτήματα της προσφεύγουσας;
12.
Όπως προανέφερα, το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να φέρουν ενώπιον της Επιτροπής «κάθε σιωπηρή ή ρητή πράξη του Οργανισμού, κατά την άσκηση του δικαιώματός του προαιρέσεως ή του αποκλειστικού του δικαιώματος να συνάπτει συμβάσεις προμηθειών».
Κατά την άποψη μου, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να φέρουν ενώπιον της Επιτροπής συγκεκριμένες μόνο πράξεις του Οργανισμού και μάλιστα εκείνες μόνο τις συγκεκριμένες πράξεις που αφορούν το δικαίωμα προαιρέσεως ή το παρεχόμενο από τη Συνθήκη στον Οργανισμό αποκλειστικό δικαίωμα συνάψεως συμβάσεων.
Όπως προανέφερα, οι πράξεις που έφερε η ENU ενώπιον της Επιτροπής με το έγγραφό της τής 21ης Δεκεμβρίου 1990 αφορούν, αφενός μεν, τη γενική πολιτική εφοδιασμού που ακολουθεί ο Οργανισμός, την οποία η ENU χαρακτηρίζει αντίθετη προς το κεφάλαιο VI της Συνθήκης, αφετέρου δε, το γεγονός ότι ο Οργανισμός δεν τήρησε προβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής περί λήψεως «ειδικών μέτρων».
Κατά τη γνώμη μου, η γενική πολιτική εφοδιασμού του Οργανισμού δεν συνιστά συγκεκριμένη πράξη δυνάμενη να αχθεί ενώπιον της Επιτροπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο. Βεβαίως, η ENU επιδιώκει, μέσω της μεταρρυθμίσεως της πολιτικής εφοδιασμού που ακολουθεί ο Οργανισμός, να χρησιμοποιήσει επιτέλους ο τελευταίος το δικαίωμα προαιρέσεως που διαθέτει προκειμένου να αγοράσει το ουράνιο της ENU, ωστόσο η ENU δεν προέβαλε ακριβώς τον ισχυρισμό ότι ο Οργανισμός παρέβη συγκεκριμένη υποχρέωση να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως που έχει ( 12 ).
Όσον αφορά την ενδεχόμενη παράλειψη του Οργανισμού να συμμορφωθεί με απόφαση της Επιτροπής περί λήψεως «ειδικών μέτρων», θα μπορούσε καταρχήν αυτή να θεωρηθεί ως συγκεκριμένη πράξη. Ωστόσο, θεωρώ ότι η πράξη αυτή δεν αφορά το δικαίωμα προαιρέσεως ή το αποκλειστικό δικαίωμα συνάψεως συμβάσεων που παρέχει η Συνθήκη. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν η ENU θεωρεί ότι ο Οργανισμός μπορεί να προβεί στην εφαρμογή των «ειδικών μέτρων» με την άσκηση απλώς του δικαιώματος προαιρέσεως που έχει, καθόσον η άσκηση αυτή είναι ειδικής φύσεως και, επομένως, δεν έχει σχέση με τις αρμοδιότητες που παρέχει η Συνθήκη.
Εφόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ληφθεί ως δεδομένο ότι οι πράξεις στις οποίες αναφέρονται τα αιτήματα της ENU δεν καλύπτονται με το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, δεν απαιτείται η διατύπωση απόψεως ως προς τις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή για τη συγκεκριμένη αυτή διάταξη.
Οι ενστάσεις απαραδέκτου της Επιτροπής σε σχέση με το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο
13.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί το συμπέρασμα αυτό, θα ήθελα να διατυπώσω τις ακόλουθες σύντομες παρατηρήσεις μου σχετικά με τις εν λόγω ενστάσεις απαραδέκτου.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι εκείνο που υποστηρίζει η ENU δεν είναι ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απευθύνει συγκεκριμένη πράξη προς την εν λόγω εταιρία, αλλά ότι παρέλειψε να απευθύνει συγκεκριμένη πράξη προς τον Οργανισμό. Το γεγονός ότι το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να φέρουν τις πράξεις του Οργανισμού ενώπιον της Επιτροπής δεν συνεπάγεται, κατά την άποψη της Επιτροπής ότι πρόκειται για αποφάσεις έναντι αυτών. Στηριζόμενη σ' αυτό τον συλλογισμό η Επιτροπή υποστήριξε ότι η ENU δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 148, τρίτο εδάφιο, κατά το οποίο κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως μόνο εφόσον «ένα όργανο της Κοινότητας παρέλειψε να του απευθύνει πράξη » ( 13 )
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Είναι κατά τη γνώμη μου σαφές ότι οι ενδιαφερόμενοι οι οποίοι μπορούν να φέρουν ενώπιον της Επιτροπής πράξεις του Οργανισμού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγές ακυρώσεως κατά αποφάσεων που επιβεβαιώνουν τις πράξεις του Οργανισμού, ή να ασκούν προσφυγές κατά παραλείψεως προς κολασμό ενδεχόμενης παραλείψεως της Επιτροπής να λάβει απόφαση. Η νομική άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή θα είχε κατά τη γνώμη μου ως συνέπεια τον απαράδεκτο περιορισμό της δυνατότητας των ιδιωτών να υποβάλλουν σε δικαστικό έλεγχο τις αποφάσεις που τους αφορούν άμεσα. Το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, παρέχει τη δυνατότητα μιας διοικητικής προσφυγής που συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει θέση επί των αιτιάσεων που διατυπώνουν οι ενδιαφερόμενοι κατά των πράξεων του Οργανισμού, η δε απόφαση της Επιτροπής πρέπει να υποχρεώνει τον Οργανισμό να ενεργήσει κατά συγκεκριμένο τρόπο όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως που έχει ή του αποκλειστικού του δικαιώματος να συνάπτει συμβάσεις, ακριβώς έναντι των ενδιαφερομένων. Μολονότι η απόφαση της Επιτροπής απευθύνεται βεβαίως προς τον Οργανισμό, καθόσον του επιβάλλει συγκεκριμένη συμπεριφορά, ωστόσο είναι και εύλογο και φυσικό να θεωρηθούν επίσης οι ενδιαφερόμενοι ως αποδέκτες μιας αποφάσεως που αφορά την έναντι αυτών συμπεριφορά του Οργανισμού.
Η δεύτερη ένσταση της Επιτροπής συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η ENU δεν πληροί τις προϋποθέσεις για άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. Το άρθρο 148, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης θέτει σχετικώς τρεις προϋποθέσεις. Το κοινοτικό όργανο πρέπει προηγουμένως να έχει «κληθεί να ενεργήσει» και δεν θα πρέπει να έχει «λάβει θέση» εντός «δύο μηνών από της προσκλήσεως». Τέλος, η προσφυγή πρέπει να ασκηθεί «εντός νέας προθεσμίας δύο μηνών». Η Επιτροπή υποστήριξε, ιδίως, ότι το έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1990 δεν μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα προσφυγή στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης και πρόσκληση προς ενέργεια, κατά την έννοια του άρθρου 148, δεύτερο εδάφιο. Η Επιτροπή υποστήριξε κυρίως ότι η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί για την άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως μπορεί να κινηθεί μόνο εφόσον η Επιτροπή παραβίασε τη Συνθήκη παραλείποντας να λάβει απόφαση. Εφόσον μία τέτοια παράνομη παράλειψη υπάρχει μόνο μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης στο άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο, προθεσμίας, η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 148, δεύτερο εδάφιο, προϋποθέτει ότι μετά την εκπνοή αυτής της προθεσμίας υπήρξε νέα πρόσκληση της Επιτροπής να λάβει απόφαση.
Δεν είναι εύκολη η διατύπωση απόψεως σχετικά με τον λόγο αυτό. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται λογική η αποδοχή της ερμηνείας που δίνει η Επιτροπή στο άρθρο 148, κατά την οποία «πρόσκληση προς ενέργεια» δεν μπορεί να απευθυνθεί στην Επιτροπή παρά μόνον όταν η παράλειψη είναι ήδη δεδομένη.
Η ερμηνεία αυτή εμφανίζεται ως φυσιολογική, καθόσον σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 148, δεύτερο εδάφιο, είναι να δοθεί στο οικείο κοινοτικό όργανο η δυνατότητα να λάβει θέση ως προς τη νομιμότητα της αδρανείας του και να αποφευχθεί, επομένως, η άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως ( 14 ).
Ωστόσο, η παρούσα περίπτωση είναι διαφορετική καθόσον η υποχρέωση της Επιτροπής να ενεργήσει προκύπτει από την προσφυγή της ENU προς αυτήν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ως περιττή προσκόληση στους τύπους την απαίτηση, μετά την εκπνοή της μηνιαίας προθεσμίας, να επιβεβαιώσει εκ νέου η ENU στην Επιτροπή ότι επιθυμεί την έκδοση μιας αποφάσεως εκ μέρους του εν λόγω οργάνου. Με το έγγραφό της της 21ης Δεκεμβρίου 1990, η ENU προσδιόρισε ποια θα έπρεπε να είναι κατά τη γνώμη της η απόφαση που πρέπει να λάβει η Επιτροπή, ρητώς δε αναφέρθηκε στο άρθρο 148 της Συνθήκης. Επομένως, το έγγραφο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου ( 15 ) όσον αφορά την «πρόσκληση προς ενέργεια». Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν μπορούσε η Επιτροπή να έχει αμφιβολίες ότι η μη λήψη αποφάσεως εκ μέρους της θα μπορούσε να εκληφθεί από την ENU ως παράλειψη αντίθετη προς τη Συνθήκη και ότι θα μπορούσε να οδηγήσει στην άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. Συνεπώς, θεωρώ ότι η νομική προστασία που παρέχει το άρθρο 148, δεύτερο εδάφιο, στην Επιτροπή είναι απολύτως εξασφαλισμένη στην παρούσα υπόθεση.
Εξάλλου, η ανωτέρω ερμηνεία είναι, κατά τη γνώμη μου, σύμφωνη με το άρθρο 148. Εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή κλήθηκε να ενεργήσει, με επίκληση του άρθρου 148, δεύτερο εδάφιο, ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει θέση εντός της διμήνου προθεσμίας, ότι η υπόθεση ήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου εντός μιας επιπλέον δίμηνης προθεσμίας και ότι αντικείμενο της προσφυγής είναι ότι, αντιθέτως προς τη Συνθήκη, η Επιτροπή παρέλειψε «να λάβει απόφαση», καθόσον είναι σαφές ότι κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής η Επιτροπή είχε παραλείψει να λάβει απόφαση εντός της μηνιαίας προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 53, δεύτερο εδάφιο.
Επομένως, αν το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να αποφανθεί επί των δύο ενστάσεων απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, νομίζω ότι επιβάλλεται να τις απορρίψει.
Η ENU ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 148, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης;
14.
Ανωτέρω, στο σημείο 11, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η ENU δεν περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να λάβει την απόφαση που ζητούσε η ENU στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας της διοικητικής προσφυγής του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, αλλά ότι, επίσης, η Επιτροπή είχε την υποχρέωση αυτή, ως εκ της θέσεώς της του ιεραρχικώς υπέρτερου έναντι του Οργανισμού οργάνου (βλ. άρθρο 53, πρώτο εδάφιο).
Το ερώτημα επομένως είναι αν η ENU ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 148, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, όταν προβάλλει τον ισχυρισμό ότι λόγω της θέσεώς της ως ιεραρχικώς υπέρτερου οργάνου η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να απευθύνει την αιτούμενη απόφαση στον Οργανισμό. Δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 148, τρίτο εδάφιο, το δικαίωμα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου να ασκήσει την προσφυγή εξαρτάται από την παράλειψη του οργάνου να «του απευθύνει πράξη», το Δικαστήριο πρέπει καταρχήν να αποφανθεί ως προς το αν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 148, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ισχυριζόμενο ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει απόφαση η οποία, μολονότι έχει τη μορφή αποφάσεως απευθυνόμενης σ' ένα άλλο πρόσωπο, ωστόσο το αφορά άμεσα και ατομικά.
Πιστεύω ότι στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική. Κατά την άποψή μου, οι ιδιώτες πρέπει να έχουν την ίδια δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 148, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης με τη δυνατότητα που έχουν για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, κατά το άρθρο 146, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ( 16 ). Στις προτάσεις μου της 8ης Ιουλίου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/91 και C-108/91, Josef Bucki & Söhne OHG κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 17 ) ανέπτυξα τους λόγους για τους οποίους το άρθρο 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί, ως προς το θέμα αυτό, κατά τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω Συνθήκης. Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν και για τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΕ και, επομένως, μπορώ να παραπέμψω στις προγενέστερες αυτές προτάσεις μου.
Επομένως, το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν αφορά άμεσα και ατομικά την ENU απόφαση την οποία η Επιτροπή παρέλειψε, κατά την ENU, να λάβει παραβαίνοντας με τον τρόπο αυτό τις υποχρεώσεις που υπέχει ως ιεραρχικώς προϊστάμενο όργανο.
Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου μία απόφαση δεν μπορεί να αφορά ατομικά πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες αυτής, εκτός αν η απόφαση τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που τα χαρακτηρίζουν ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνον του αποδέκτη ( 18 ).
Απόφαση της Επιτροπής απευθυνόμενη στον Οργανισμό και επιβάλλουσα σ' αυτόν την υποχρέωση να μεταβάλει την πολιτική εφοδιασμού που ακολουθεί, κατά την έννοια της προτεινόμενης από την ENU ερμηνείας των διατάξεων του κεφαλαίου VI της Συνθήκης, δεν μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά την ENU, αλλ' αντιθέτως μπορεί να έχει σημαντικές έννομες συνέπειες για το σύνολο των παραγωγών και καταναλωτών ουρανίου εντός της Κοινότητας.
Συνεπώς, η ENU δεν μπορεί να στραφεί κατά της παραλείψεως της Επιτροπής να λάβει μια τέτοια απόφαση και, επομένως, το σχετικό αίτημα της ENU πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο.
Αντιθέτως, νομίζω ότι είναι διαφορετικό το ζήτημα της προβαλλόμενης υποχρεώσεως της Επιτροπής να επιβάλλει στον Οργανισμό λήψη «ειδικών μέτρων». Απόφαση περί λήψεως «ειδικών μέτρων», ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της, πρέπει να σχετίζεται με την ειδική πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ENU και να έχει ως αντικείμενο την εξεύρεση λύσεως για την αντιμετώπιση αυτής της καταστάσεως. Εάν πράγματι η Επιτροπή απηύθυνε προς τον Οργανισμό απόφαση ζητώντας του να επιλύσει το πρόβλημα της ENU με τη λήψη «ειδικών μέτρων», τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά άμεσα και ατομικά την ENU απόφαση της Επιτροπής που θα επέβαλλε στον Οργανισμό να συμμορφωθεί με την προγενέστερη απόφαση της Επιτροπής, με συνέπεια να μπορεί η ENU να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως κατά της Επιτροπής ισχυριζόμενη ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει μια τέτοια απόφαση.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η ENU συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που αναλύθηκαν ανωτέρω προκειμένου να αναγνωριστεί σε ιδιώτη δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως, εφόσον εκείνο που ζητεί η ENU είναι ότι, αντιθέτως προς τις υποχρεώσεις της ως ιεραρχικώς προϊστάμενο έναντι του Οργανισμού όργανο, η Επιτροπή παρέλειψε να του επιβάλει την εκτέλεση της προβαλλόμενης αποφάσεως της Επιτροπής περί λήψεως «ειδικών μέτρων» δυναμένων να επιλύσουν το πρόβλημα διαθέσεως των αποθεμάτων της ENU.
Μήπως η προσφυγή της ENU ασκήθηκε εκπρόθεσμα;
15.
Επιβάλλεται, κατόπιν, να εξεταστεί η τρίτη ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής, κατά την οποία η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη.
Η Επιτροπή υποστηρίζει σχετικώς ότι παρήλθαν 16 μήνες από τις 8 Δεκεμβρίου 1989, ημερομηνία του εγγράφου της Επιτροπής το οποίο, κατά τη γνώμη της, συνιστά έγκριση της απόψεως του Οργανισμού και του χρόνου κατά τον οποίο περιήλθε σε γνώση της Επιτροπής η προσφυγή, δηλαδή της 8ης Απριλίου 1991 ( 19 ). Προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι μια τέτοια προθεσμία έχει ως συνέπεια να καθιστά απαράδεκτη την προσφυγή, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου, της 6ης Ιουλίου 1971, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής ( 20 ).
Στην απόφαση του αυτή το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, για λόγους ασφαλείας δικαίου και ενόψει των προθεσμιών που ισχύουν για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, πρέπει να απαιτηθεί οι προσφυγές κατά παραλείψεως να ασκούνται εντός ευλόγου προθεσμίας. Αποφαινόμενο επί περιπτώσεως κατά την οποία η Επιτροπή είχε σαφώς γνωστοποιήσει την άποψη της στον προσφεύγοντα, αυτός δε άφησε να παρέλθουν δεκαοκτώ μήνες πριν την καλέσει επισήμως να ενεργήσει, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη.
Κατά την άποψη μου δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι με το έγγραφο της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 1989, εγκρίνεται η συμπεριφορά του Οργανισμού. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι με το έγγραφο αυτό εγκρίνεται η άρνηση του Οργανισμού να μην ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως που έχει, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ότι η έγκριση αυτή εκφράζεται ρητώς. Αντιθέτως, με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, κατά τη γνώμη της, πρέπει να ληφθούν «ειδικά μέτρα», για την επίλυση του προβλήματος της ENU. Δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό πώς μια τέτοια δήλωση μπορεί να οδηγήσει την ENU στην άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. Αντιθέτως, εκείνο που είναι κρίσιμο κατά τη γνώμη μου είναι ότι, όπως υποστηρίζει η ENU, καθόλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής υπήρξαν συχνές επαφές μεταξύ της Επιτροπής, του Οργανισμού και της ENU, είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε γραπτώς, και ότι σε κάποιες στιγμές είχε διαφανεί ότι το πρόβλημα διαθέσεως των αποθεμάτων της ENU θα μπορούσε να επιλυθεί. Ουδέποτε η Επιτροπή θα μπορούσε να πιστέψει ότι η ENU θα έπαυε να ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να επιλύσει το πρόβλημα διαθέσεως των αποθεμάτων της επιχειρήσεως.
Για τον λόγο αυτό προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει αυτή την ένσταση απαραδέκτου.
Επί της ουσίας
16.
Όσον αφορά την ουσία, η Επιτροπή προέβαλε κυρίως επιχειρήματα προς στήριξη της απόψεως ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ( 21 ).
Εφόσον αυτό προκύπτει από τα προαναφερθέντα, νομίζω ότι η παρούσα υπόθεση δεν προσφέρεται για τη διατύπωση σχετικής απόψεως, καθόσον νομίζω ότι μπορεί να εξετασθεί επί της ουσίας εκείνο μόνο το μέρος των αιτημάτων της ENU που αναφέρεται στην υποχρέωση της Επιτροπής, λόγω της θέσεώς της ως ιεραρχικώς ανωτέρου οργάνου, να επιβάλλει στον Οργανισμό την υποχρέωση εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της σχετικής με τη λήψη «ειδικών μέτρων».
Όσον αφορά αυτό το μέρος των αιτημάτων της ENU, θεωρώ ότι πρέπει να απορριφθεί με το αιτιολογικό ότι η ύπαρξη δεσμευτικής αποφάσεως της Επιτροπής ως προς τη λήψη «ειδικών μέτρων» δεν έχει αποδειχθεί.
Βεβαίως, ο αρμόδιος επίτροπος τόνισε στο προαναφερθέν έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1989 ότι: «Θεωρώ ότι η πολιτική εφοδιασμού του Οργανισμού πρέπει να περιλάβει, ευθύς αμέσως, ένα σύνολο ειδικών μέτρων για την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων. Ζήτησα (από τον Οργανισμό) να προχωρήσει στην εφαρμογή των προτάσεων δράσεως που υποβλήθηκαν σχετικώς.»
Ωστόσο, θεωρώ ότι η δήλωση αυτή έχει απλώς τον χαρακτήρα μιας άτυπης δηλώσεως προθέσεων. Πρόκειται για μία σύντομη δήλωση που έχει τη μορφή δηλώσεως της προσωπικής γνώμης του συγκεκριμένου επιτρόπου. Εξάλλου, όπως προανέφερα στο σημείο 6 των προτάσεων μου, είναι δύσκολο, έστω και βάσει των υπομνημάτων της ENU, να διαμορφωθεί μία σαφής γνώμη ως προς το περιεχόμενο των «ειδικών μέτρων». Κατά τη γνώμη μου είναι αδύνατον να ερμηνευθεί το έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1989 κατά τρόπο διαφορετικό από μία πρόσκληση απευθυνόμενη στον Οργανισμό με την οποία του ζητείται να επιλύσει το πρόβλημα της ENU, πράγμα που επιχείρησε, κατά τα διαθέσιμα στοιχεία, ο Οργανισμός χωρίς όμως επιτυχία. Δεν θεωρώ ότι μια τέτοια δήλωση εκ μέρους της Επιτροπής θα μπορούσε να την αποτρέψει κατόπιν από το συμπέρασμα ότι δεν είναι κατά τη γνώμη της δυνατή η επίλυση του προβλήματος της ENU.
Σύνθεση
Συμπερασματικώς, από την ανάλυση της υποθέσεως μπορεί να συναχθεί η διαπίστωση, πρώτον, ότι η προσφυγή της ENU αφορά την παράλειψη της Επιτροπής να λάβει απόφαση που να επιβάλλει στον Οργανισμό, αφενός μεν, την τήρηση των διατάξεων του κεφαλαίου VI της Συνθήκης, όπως τις ερμηνεύει η ENU, αφετέρου δε, να εφαρμόσει απόφαση της Επιτροπής περί λήψεως «ειδικών μέτρων».
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι τα αιτήματα της ENU δεν αφορούν πράξεις καλυπτόμενες από τη διάταξη περί ειδικής διοικητικής προσφυγής, του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, λόγος για τον οποίο παρέλκει η διατύπωση γνώμης σχετικά με τις ενστάσεις απαραδεκτου που προέβαλε η Επιτροπή σε σχέση με την εν λόγω διάταξη.
Καθόσον η ENU στηρίζει τα αιτήματά της επί των γενικών υποχρεώσεων που υπέχει η Επιτροπή ως ιεραρχικώς προϊστάμενο όργανο έναντι του Οργανισμού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι ότι το μέρος εκείνο των αιτημάτων που αφορά την πολιτική εφοδιασμού στο σύνολό της και την τήρηση των διατάξεων του κεφαλαίου VI της Συνθήκης πρέπει να κριθεί απαράδεκτο, δεδομένου ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι μια απόφαση ως προς το θέμα αυτό αφορά άμεσα και ατομικά την ENU.
Αντιθέτως, θεωρώ ότι αφορά άμεσα και ατομικά την ENU απόφαση που επιβάλλει στον Οργανισμό την υποχρέωση να εφαρμόσει «ειδικά μέτρα», επομένως δε, η ENU συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για την άσκηση προσφυγής με αίτημα την αναγνώριση ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να λάβει μια τέτοια απόφαση. Δεδομένου ότι πρέπει κατά τη γνώμη μου να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι μια τέτοια προσφυγή είναι εκπρόθεσμη, έκρινα αναγκαία την επί της ουσίας εξέταση αυτού του μέρους των αιτημάτων της ENU.
Τέλος, έκρινα ότι επιβάλλεται να απορριφθούν τα αιτήματα της ENU επί του θέματος αυτού, επειδή η Επιτροπή δεν εξέδωσε απόφαση περί λήψεως «ειδικών μέτρων» και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποχρεωμένη να επιδιώξει την εφαρμογή μιας τέτοιας αποφάσεως.
Πρόταση
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να κρίνει απαράδεκτο το μέρος εκείνο των αιτημάτων της ENU που αφορά την υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει απόφαση που να επιβάλλει στον Οργανισμό την τήρηση των κανόνων του κεφαλαίου VI της Συνθήκης
—
να απορρίψει το μέρος εκείνο των αιτημάτων της ENU που αφορούν την υποχρέωση της Επιτροπής να επιβάλλει στον Οργανισμό την απόφαση της Επιτροπής περί λήψεως «ειδικών μέτρων», και
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα tou πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 35. Ο κανονισμός αυτός εγκρίθηκε με την απόφαση της Επιτροπής, της 5ης Μαΐου 1960.
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ.91.
( 3 ) Βλ. παράρτημα XII του δικογράφου της προσφυγής.
( 4 ) Βλ. το έγγραφο της ENU, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, υπο-στοιχεία α' και β', παράρτημα XII του δικογράφου της προσφυγής.
( 5 ) Βλ. το έγγραφο της ENU, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, υπο-στοιχείο δ', παράρτημα XII του δικογράφου της προσφυγής.
( 6 ) Στο έγγραφο της τής 21ης Δεκεμβρίου 1990, υποστοιχείο δ', η ENU αναφέρει μεταξύ άλλων σχετικά με τα «ειδικά μέτρα»: «(...) Μόνο ένα τέτοιο μέτρο θα επιτρέψει τον περιορισμό των σοβαρών ζημιών που υποχρεώθηκε παρανόμως να υποστεί η ENU μέχρι σήμερα, δεδομένου ότι η ουσιαστική λύση, που συνίσταται στην αυστηρή τήρηση της κοινοτικής νομιμότητας, δεν παράγει όλα αυτά τα φυσιολογικά πρακτικά αποτελέσματα.
Τα “ειδικά αυτά μέτρα” που μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, θα έπρεπε να είναι η εκ μέρους του Οργανισμού αγορά των σημερινών αποθεμάτων ουρανίου της ENU. Η προτεινόμενη από την ENU λύση αυτή ανταποκρίνεται, εξάλλου, στην απλή άσκηση εκ μέρους του Οργανισμού του δικαιώματος προαιρέσεως ως προς την αγορά ουρανίου που του προσφέρει η ENU (...)»
( 7 ) Βλ. την απάντηση της ENU, σ. 7.
( 8 ) Βλ. τα σημεία 16 και 29, υποστοιχείο β', της απαντήσεως της ENU.
( 9 ) Βλ. οημείο 9 τη; απαντήσεως τη; Επιτροπή;.
( 10 ) Ολ. απάντηση τη; ENU, σημείο 2, στοιχεία α, b, d και g. ιδίως δε τα σημεία 19, 20 και 27.
( 11 ) Βλ., π.χ., τα σημεία 45, 46 και 49.3 του εγγράφου της ENU, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, καθώς και τα περιεχόμενα στο έγγραφο αυτό αιτήματα, με τα οποία η ENU ζητεί από την Επιτροπή να λάβει τα προαναφερθέντα μέτρα «προς αποκατάσταση της παράνομης συμπεριφοράς του Οργανισμού και προς αναθέώρηση της μεθόδου σύμφωνα με την οποία αντιμετώπισε η ίδια το πρόβλημα».
( 12 ) Βλ. την απάντηση της ENU, σημείο 1, σ. 6.
( 13 ) Η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη αυτή οτο υπόμνημα αντικρούσεως (σημείο 2). Ωστόσο, είναι δυνατό στην ανταπάντηση της Επιτροπής να περιέχεται μια τροποποίηση της απόψεως αυτής (σημείο 9, τέταρτο εδάφιο).
( 14 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1959, 17/57, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (Sml. σ. 9), προτάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1985 του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (απόφαση της 22ας Μαΐου 1985, 13/83, Συλλογή σ. 1513), ιδίως το σημείο 3.1, και προτάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1986 του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση Nuovo Campsider κατά Επιτροπής (απόφαση της 6ης Μαιου 1986,25/85, Συλλογή 1986, σ. 1531), ιδίως τη σκέψη 6, καθώς και τη σκέψη 8 της αποφάσεως αυτής, όπου το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως προϋποθέτει πρόσκληση που να έχει διατυπωθεί «κατά τρόπο που να προκύπτει τι απόφαση όφειλε να είχε λάβει η Επιτροπή δυνάμει του κοινοτικού δικαίου» (η υπογράμμιση δική μου).
( 15 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαοη Nuovo Campsider κατά Επιτροπής, οκέψη 8.
( 16 ) Κατά το άρθρο 146, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης «πάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται με τις ίδιες προϋποθέσεις να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεων απευθυνόμένων προς αυτό καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις απευθυνόμενες προς άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά» (η υπογράμμιση δική μου).
( 17 ) Σκέψεις 17 έως 19, η απόφαση επί της υποθέσεως αυτής δεν έχει ακόμα εκδοθεί.
( 18 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann & Co. κατά Επιτροπής (Slm. 1963, σ. 197) και την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1986, 75/84, Metro κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 3021, σκέψη 20).
( 19 ) Η ENI) υποστήριξε σχετικά ότι η προθεσμία αυτή πρέπει ίσιος να υπολογιστεί μεταξύ της 8ης Δεκεμβρίου 1989 και τη; 21ης Δεκεμβρίου 1990, όταν η ENU υπέβαλε επισήμοι; πρόσκληση προ; ενέργεια.
( 20 ) 59/70. Slm. 1970, σ. 639.
( 21 ) Η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η ENU δεν συμμορφώθηκε προς το άρθρο VIII, παράγραφος 3, του Καταστατικού του Οργανισμού κατά το οποίο:
«Κάθε πράξη του Οργανισμού που προβλέπεται οτο άρθρο 53, εδάφιο 2 της Συνθήκης δύναται να αχθεί ενώπιον της Επιτροπής από τους ενδιαφερομένους μέχρι της λήξεως της 15ης ημέρας από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεώς της ή, αν δεν γνωστοποιηθεί, από της δημοσιεύσεως της. Ελλείψεως γνωστοποιήσεως και δημοσιεύσεων, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση της πράξεως».
Η Επιτροπή τόνισε ότι ο Οργανισμός δεν απηύθυνε πράξη στην Επιτροπή 15ημέρες πριν από το έγγραφο της ENU, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, δεδομένου ότι το τελευταίο έγγραφο του Οργανισμού φέρει ημερομηνία 8 Νοεμβρίου 1988. Επομένως, εφόσον δεν υπήρχε πράξη δυνάμενη να αχθεί ενώπιον της Επιτροπής, αυτή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει απόφαση. Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι αν η ENU θεωρήσει την αρχική απάντηση του Οργανισμού ως αρνητική απόφαση, τότε η απόφαση αυτή έπρεπε να αχθεί ενώπιον της Επιτροπής εντός των προβλεπομένων προθεσμιών.
Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι εάν, κατά τους ισχυρισμούς της ENU, η πράξη του Οργανισμού θεωρηθεί ως διαρκής πράξη, τότε στο έγγραφο της Επιτροπής της 8ης Δεκεμβρίου 1989 πρέπει να προσδοθούν οι ίδιες διαρκείς έννομες συνέπειες και, επομένως, δεν θα μπορούσε να υποχρεωθεί η Επιτροπή να λάβει νέα απόφαση.
Full & Egal Universal Law Academy