Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή επικρίνει ορισμένες προϋποθέσεις σχετικά με την κατοικία που συνδέονται με τη λήψη στο Λουξεμβούργο του επιδόματος τοκετού και του επιδόματος μητρότητας. Η Επιτροπή, ασκώντας προσφυγή βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Λουξεμβούργο, επιβάλλοντας τέτοιες προϋποθέσεις, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εξής διατάξεις του κοινοτικού δικαίου:
1) το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος (ΕΕ L 257, σ. 2)
2) το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει κωδικοποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), και
3) το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης με έγγραφο οχλήσεως της 7ης Οκτωβρίου 1987. Με το έγγραφο εκείνο η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι οι προϋποθέσεις κατοικίας που επιβάλλονται με τα άρθρα 11 και 12 του νόμου της 20ής Ιουνίου 1977 (που διέπει το επίδομα τοκετού) και το άρθρο 1 του νόμου της 30ής Απριλίου 1980 (που διέπει το επίδομα μητρότητας) είναι αντίθετες προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, όσον αφορά τους μισθωτούς, και προς το άρθρο 7 της Συνθήκης, όσον αφορά τους ανεξάρτητους επαγγελματίες. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ορίζει ότι ο υπήκοος κράτους μέλους απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους έχοντες την ιθαγένεια του οικείου κράτους εργαζομένους.
3. Απαντώντας στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι το επίδομα τοκετού αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, αρνήθηκε όμως ότι η σχετική λουξεμβουργιανή νομοθεσία παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 7 του ίδιου κανονισμού, όσον αφορά τους μισθωτούς, και του άρθρου 7 της Συνθήκης, όσον αφορά τους ανεξάρτητους επαγγελματίες. Αναφορικά με το επίδομα μητρότητας, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι τούτο πρέπει να θεωρηθεί ως εμπίπτον μάλλον στον κανονισμό 1408/71 παρά ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68.
4. Στις 26 Ιουλίου 1989, η Επιτροπή απέστειλε συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, απαντώντας στο επιχείρημα σχετικά με τον κανονισμό 1408/71 που είχε προβάλει η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση. Με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι οι διατάξεις της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας που εξαρτούν το επίδομα μητρότητας από προϋποθέσεις κατοικίας είναι ασυμβίβαστες τόσο με τον κανονισμό 1408/71 όσο και με τον κανονισμό 1612/68. Υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί, εφαρμόζεται τόσο στους μισθωτούς όσο και στους ανεξαρτήτους επαγγελματίες και τις οικογένειές τους. Επιπλέον, αναφορικά με το επίδομα τοκετού, η Επιτροπή, με το εν λόγω έγγραφο, ισχυρίστηκε ότι, όσον αφορά τους ανεξάρτητους επαγγελματίες, οι επιβαλλόμενες από τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία προϋποθέσεις κατοικίας συνιστούν παράβαση του άρθρου 52 (και όχι του άρθρου 7) της Συνθήκης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι υφίσταται παράβαση του κανονισμού 1612/68 και των άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης, όσον αφορά το επίδομα τοκετού, και του κανονισμού 1408/71, όσον αφορά το επίδομα μητρότητας. Επίσης, η Επιτροπή υποστήριξε ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 51 της Συνθήκης.
5. Απαντώντας στο συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση αρνήθηκε και πάλι ότι οι σχετικές με το επίδομα τοκετού προϋποθέσεις κατοικίας παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και, καθώς φαίνεται, υποστήριξε ότι το επίδομα μητρότητας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 καίτοι η ίδια δεν θα είχε καμιά αντίρρηση όπως το τελευταίο αυτό επίδομα υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού κατά την προσεχή του τροποποίηση.
6. Στις 6 Ιουλίου 1990, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη ισχυριζόμενη ότι το Λουξεβούργο, επιβάλλοντας τις προϋποθέσεις κατοικίας για τη χορήγηση των επιδομάτων τοκετού και μητρότητας, παραβαίνει τις υποχρεώσεις του από το άρθρο 48 της Συνθήκης, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, το άρθρο 52 της Συνθήκης και τον κανονισμό 1408/71. Στο Λουξεμβούργο παρασχέθηκε προθεσμία δύο μηνών για να λάβει τα μέτρα που ήταν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής. Καθώς τέτοια μέτρα δεν ελήφθησαν, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 12 Απριλίου 1991, την υπό κρίση προσφυγή.
7. 'Οπως μπορεί να διαπιστωθεί, η Επιτροπή μετέβαλλε συχνά, κατά τη διάρκεια της προδικαστικής διαδικασίας, τη βάση των ισχυρισμών της. Ωστόσο, δόθηκε στη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση η απόλυτη ευχέρεια να απαντήσει στους προστεθέντες στο αρχικό έγγραφο της οχλήσεως ισχυρισμούς και δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί, όπως είναι φυσικό, στην Επιτροπή το δικαίωμα να παραιτηθεί μεταγενέστερα από άλλους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν στο συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη (βλ. κατωτέρω παράγραφο 11).
Η κοινοτική νομοθεσία
8. Το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 έχει ως εξής:
1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανεξέταση ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ίδιων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
(...)
Το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71 ορίζει:
1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητας
(...)
2. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλειοκτήτη εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
(...)
4. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια (...)
9. Ο τίτλος ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 φέρει την επικεφαλίδα Ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών και το κεφάλαιο 1 (άρθρα 18 έως 36) τιτλοφορείται Ασθένεια και μητρότητα . Δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 1:
Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος κατοικία προσδιορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο η', του κανονισμού ως η συνήθης διαμονή .
10. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1247/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 136, σ. 1), προσετέθησαν, ειδικότερα, οι ακόλουθες διατάξεις. Στο άρθρο 4 η νέα παράγραφος 2α, η οποία ορίζει:
Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή που εξαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 4 όταν οι παροχές αυτές προορίζονται:
α) είτε για να καλύψουν συμπληρωματικά, αναπληρωματικά ή επικουρικά την επέλευση οιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που αναφέρονται στα στοιχεία α' έως η' της παραγράφου 1
β) είτε μόνο για να εξασφαλίσουν την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων.
Στον κανονισμό προσετέθησαν επίσης το νέο άρθρο 10α και το νέο παράρτημα ΙΙα. Η παράγραφος 2 του άρθρου 10α προβλέπει:
Ο φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά το δικαίωμα των παροχών της παραγράφου 1 (δηλαδή των παροχών που μνημονεύονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙα) από τη συμπλήρωση περιόδων απασχολήσεως, μη μισθωτής επαγγελματικής δραστηριότητας ή διαμονής, λαμβάνει υπόψη, εφόσον απαιτείται, τις περιόδους απασχολήσεως, μη μισθωτής επαγγελματικής δραστηριότητας ή διαμονής στο έδαφος οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που έχουν πραγματοποιηθεί στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους.
Στην αφορώσα το Μεγάλο Δουκλάτο του Λουξεμβούργου παράγραφο του νέου παραρτήματος ΙΙα απαριθμούνται οι ακόλουθες παροχές:
α) Αντισταθμιστικό επίδομα κόστους ζωής (νόμος της 13ης Ιουνίου 1975).
β) Ειδικό επίδομα σοβαρής αναπηρίας (νόμος της 16ης Απριλίου 1979).
γ) Επίδομα μητρότητας (νόμος της 30ής Απριλίου 1980).
Θα πρέπει ωστόσο να παρατηρηθεί ότι οι τροποποιήσεις αυτές έγιναν από την Επιτροπή μετά την κίνηση της παρούσας διαδικασίας και, ως εκ τούτου, ύστερα από την κατάθεση από την Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, στις 20 Δεκεμβρίου 1991, του υπομνήματός της ανταπαντήσεως.
11. Στις επόμενες παραγράφους θα εξετάσω τις διατάξεις της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας σχετικά με το επίδομα τοκετού χωριστά από αυτές που αφορούν το επίδομα μητρότητας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, καίτοι το άρθρο 48 της Συνθήκης μνημονεύεται στον τίτλο του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής, το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν προβάλλει πλέον, με τις προτάσεις του, την παράβαση του άρθρου αυτού. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της περί παραβάσεως του άρθρου 51, όπως είχε πράξει με το συμπληρωματικό της έγγραφο οχλήσεως (ισχυρισμός ο οποίος είναι, εξάλλου, κατά την άποψή μου, σαφώς εσφαλμένος). 'Ετσι, η Επιτροπή διατυπώνει τώρα την άποψη ότι είναι στο εξής αρκετή η προβολή της παραβάσεως των κανονισμών 1612/68 και 1408/71 με τους οποίους τίθενται σε εφαρμογή τα άρθρα 48 και 51 αντίστοιχα. Ωστόσο, η Επιτροπή εξακολουθεί να επικαλείται την παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης (αλλά όχι, το υπενθυμίζω, και του άρθρου της 7).
Το επίδομα τοκετού
12. Βάσει του άρθρου 9 του νόμου της 20ής Ιουνίου 1977, η γέννηση κάθε βιώσιμου τέκνου παρέχει δικαίωμα για επίδομα τοκετού, το οποίο καταβάλλεται εν μέρει ως προ του τοκετού επίδομα, εν μέρει ως κυρίως ειπείν επίδομα τοκετού και εν μέρει ως μετά τον τοκετό επίδομα. Δυνάμει του άρθρου 14, είναι δυνατόν να καταβληθούν μία ή περισσότερες δόσεις του επιδόματος έστω και αν ο δικαιούχος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τα λοιπά τμήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 1, κάθε έγκυος γυναίκα που κατοικεί στο Λουξεμβούργο επί ένα τουλάχιστον έτος οφείλει, προκειμένου να μπορεί να τύχει του επιδόματος τοκετού, να έχει υποβληθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της σε πέντε τουλάχιστον ιατρικές εξετάσεις και μια οδοντιατρική εξέταση. Το άρθρο 2 ορίζει ότι οι λεπτομέρειες και η περιοδικότητα των εξετάσεων καθορίζονται με σχετική ρύθμιση του Μεγάλου Δουκάτου. Δυνάμει του άρθρου 11, η πρώτη δόση του επιδόματος καταβάλλεται ως προ του τοκετού επίδομα όταν η μέλλουσα μητέρα κάνει την τελευταία από τις προβλεπόμενες εξετάσεις. Ωστόσο, το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η μέλλουσα μητέρα είχε μόνιμη κατοικία στο Λουξεμβούργο καθ' όλη τη διάρκεια του προηγούμενου του τοκετού έτους και εφόσον αυτή προσκομίζει τα πιστοποιητικά που βεβαιώνουν ότι έχει υποστεί τις εξετάσεις.
13. Δυνάμει του άρθρου 12 του νόμου της 20ής Ιουνίου 1977, η δεύτερη δόση του επιδόματος τοκετού καταβάλλεται μετά τη γέννηση του τέκνου, υπό την προϋπόθεση, ειδικότερα, ότι ο ένας από τους γονείς κατοικούσε στο Λουξεμβούργο ολόκληρο το προηγούμενο της γεννήσεως έτος. Σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 12, πρέπει επίσης η μητέρα να υποστεί εξέταση εντός οκτώ εβδομάδων μετά τη γέννηση του τέκνου της. Βάσει του άρθρου 16, ο Υπουργός Οικογενείας μπορεί να παράσχει απαλλαγή από τις επιβαλλόμενες από τα άρθρα 11 και 12 απαιτήσεις κατοικίας μόνον όμως εφόσον η μητέρα δηλώσει ότι έχει την πρόθεση να συνεχίσει να κατοικεί στο Λουξεμβούργο και να αναθρέψει εκεί το τέκνο της.
14. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου της 20ής Ιουνίου 1977, με ρύθμιση της 8ης Δεκεμβρίου 1977 του Μεγάλου Δουκάτου διευκρινίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τις πέντε προ του τοκετού ιατρικές εξετάσεις και την οδοντιατρική εξέταση καθώς και σχετικά με τη μετά τον τοκετό εξέταση της μητέρας. Δυνάμει του άρθρου 1 της ρυθμίσεως, η πρώτη προ του τοκετού ιατρική εξέταση πρέπει να γίνεται πριν από το τέλος του τρίτου μήνα της κυήσεως σύμφωνα με το άρθρο 9 η οδοντιατρική εξέταση πραγματοποιείται ευθύς ως επιβεβαιωθεί η κύηση και, εν πάση περιπτώσει, πριν από το τέλος του τρίτου μήνα. Βάσει του άρθρου 6, η τελευταία προ του τοκετού εξέταση πρέπει να γίνεται το πρώτο δεκαπενθήμερο του ενάτου μήνα της κυήσεως. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 13 του νόμου της 20ής Ιουνίου 1977, το ίδιο το τέκνο πρέπει, πριν χορηγηθεί η τρίτη και τελευταία δόση του επιδόματος, να έχει υποβληθεί, κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής του, σε έξι εξετάσεις οι σχετικές με τις εξετάσεις αυτές λεπτομέρειες διευκρινίζονται με άλλη ρύθμιση της 8ης Δεκεμβρίου 1977 του Μεγάλου Δουκάτου.
15. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι το επίδομα τοκετού αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου. Πράγματι, δεν νομίζω ότι θα ήταν δυνατό να καταλήξει κανείς σε άλλο συμπέρασμα. 'Οπως το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αναγνωρίσει, ειδικότερα με την απόφασή του της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 20),
(...) τα πλεονεκτήματα (που ο κανονισμός αυτός) επεκτείνει στους εργαζομένους υπηκόους άλλων κρατών μελών είναι όλα εκείνα τα οποία, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται ή όχι με σύμβαση εργασίας, αναγνωρίζονται γενικά στους ημεδαπούς εργαζομένους, λόγω κυρίως της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή λόγω του ότι έχουν απλώς την κατοικία τους στο εθνικό έδαφος και που η επέκτασή τους στους εργαζομένους, υπηκόους άλλων κρατών μελών εμφανίζεται επομένως ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους στο εσωτερικό της Κοινότητας .
Κατ' αυτόν τον τρόπο, εκρίθη ότι δάνεια για τον τοκετό, απηλλαγμένα τόκων λόγω των χορηγηθεισών από τις εθνικές αρχές επιδοτήσεων, αποτελούν κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του κανονισμού: βλ. την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1982, 65/81, Reina (Συλλογή 1982, σ. 33). Είναι προφανές ότι οι εργαζόμενοι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους πρέπει να μπορούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις να τυγχάνουν τέτοιων πλεονεκτημάτων.
16. Κατά συνέπεια, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση παραδέχεται ότι το επίδομα τοκετού πρέπει να χορηγείται με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των ιδίων της υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών. Αρνείται ωστόσο ότι οι προϋποθέσεις κατοικίας που συνδέονται με τη λήψη του λουξεμβουργιανού επιδόματος τοκετού ισοδυναμούν με άνιση μεταχείριση. Κατά την άποψή της, αρκεί, προκειμένου να πληρούται η απαίτηση της ίσης μεταχειρίσεως, οι σχετικές προϋποθέσεις να εφαρμόζονται τόσο στους υπηκόους του Λουξεμβούργου όσο και στους υπηκόους άλλων κρατών μελών.
17. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, είναι σαφές ότι η απαίτηση της απαγορεύσεως των διακρίσεων που επιβάλλεται από την κοινοτική νομοθεσία καλύπτει τόσο τις έμμεσες όσο και τις άμεσες διακρίσεις. 'Οπως το Δικαστήριο έχει δεχθεί με την απόφασή του της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu (ECR. 1974, σ. 153, σκέψη 11),
οι κανόνες περί ίσης μεταχειρίσεως, τόσο της Συνθήκης όσο και του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68, απαγορεύουν όχι μόνο τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας αλλά και κάθε συγκεκαλυμμένη μορφή διακρίσεως η οποία, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα
(...)
δεν αποκλείεται, επομένως, κριτήρια όπως ο τόπος καταγωγής ή η κατοικία εργαζομένου να μπορούν, ανάλογα με τις περιστάσεις, να συνιστούν, ως προς το πρακτικό τους αποτέλεσμα, το ισοδύναμο διακρίσεως λόγω ιθαγένειας που απαγορεύεται από τη Συνθήκη και τον κανονισμό .
Η αρχή κατά την οποία οι άμεσες ή συγκεκαλυμμένες διακρίσεις είναι αντίθετες προς το άρθρο 48 της Συνθήκης και το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 έχει προσφάτως επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του της 8ης Μαΐου 1990, C-175/88, Biehl (Συλλογή 1990, σ. Ι-1779, σκέψεις 11 έως 13) και της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-27/91, Le Manoir (Συλλογή 1991, σ. Ι-5531, σκέψη 10). Ομοίως, από το άρθρο 52 της Συνθήκης απαγορεύονται έμμεσες διακρίσεις κατά υπηκόων άλλων κρατών μελών που επιθυμούν να εγκατασταθούν ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες βλ., π.χ., την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 79/85, Segers (Συλλογή 1986, σ. 2375, σκέψη 15). Και πάλι το Δικαστήριο έχει προσφάτως αναγνωρίσει ότι απαιτήσεις σχετικά με την κατοικία επιβαλλόμενες στα πληρώματα αλιευτικών σκαφών ισοδυναμούν με έμμεση διάκριση, αντίθετη προς τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης: βλ. την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992, C-79/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1992, σ. Ι-5785, σκέψεις 40 έως 43).
18. Νομίζω ότι δυσχερώς θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι σχετικές με την κατοικία απαιτήσεις των άρθρων 11 και 12 (και, στην πραγματικότητα, του άρθρου 16) του νόμου της 20ής Ιουλίου 1977 δεν ισοδυναμούν με άνιση μεταχείριση των αλλοδαπών υπηκόων. Μεταξύ αυτών που έχουν τέκνα στο Λουξεμβούργο, είναι πιθανότερο ο υπήκοος του Λουξεμβούργου, ή ο σύζυγός του, να έχει κατοικήσει στο Λουξεμβούργο καθ' όλο το προηγούμενο της γεννήσεως του τέκνου έτος απ' ό,τι ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους. Συνεπώς, οι επιβαλλόμενες από τα άρθρα 11 και 12 προϋποθέσεις αποτελούν έμμεση διάκριση σε βάρος των διακινουμένων ετργαζομένων από άλλα κράτη μέλη.
19. Ομοίως, είναι λιγότερες οι πιθανότητες η προϋπόθεση που συνδέεται με την απαλλαγή που μπορεί να χορηγείται από τον Υπουργό Οικογενείας βάσει του άρθρου 16 του νόμου να πληρούται από υπηκόους των άλλων κρατών μελών οι οποίοι μπορεί να είναι λιγότερο διατεθειμένοι απ' ό,τι οι Λουξεμβουργιανοί υπήκοοι να έχουν στο Λουξεμβούργο τη μόνιμη κατοικία τους. Επιπλέον, όπως η Επιτροπή παρατήρησε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η προϋπόθεση αυτή συνιστά επίσης δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπηκόων του Λουξεμβούργου που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος. 'Οπως το Δικαστήριο έχει επισημάνει, είναι αντίθετη προς τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όχι μόνο η επιβολή από κράτος μέλος δυσμενών διακρίσεων κατά των υπηκόων άλλων κρατών μελών που βρίσκονται στο έδαφός του αλλά και μια εθνική νομοθεσία η οποία εισάγει διακρίσεις σε βάρος των κοινοτικών πολιτών που επιδιώκουν να ασκήσουν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας επεκτείνοντας τις δραστηριότητές τους πέραν του εδάφους ενός και μόνο κράτους μέλους ή εγκαθιστάμενοι οι ίδιοι σε άλλο κράτος μέλος: βλ. τις αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1988, 143/87, Stanton (Συλλογή 1988, σ. 3877, σκέψεις 9 έως 14), και της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 81/87, Daily Mail (Συλλογή 1988, σ. 5483, σκέψη 16).
20. Επικουρικώς, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι προϋποθέσεις κατοικίας που συνδέονται με το επίδομα τοκετού δικαιολογούνται εξ αντικειμένου. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι εν λόγω προϋποθέσεις, έστω και αν ισοδυναμούν με άνιση μεταχείριση μεταξύ Λουξεμβουργιανών και μη Λουξεμβουργιανών υπηκόων, δικαιολογούνται κατά τη γνώμη της από λόγους γενικού συμφέροντος και, ειδικότερα, από λόγους δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με την εν λόγω Κυβέρνηση, κύριος σκοπός του νόμου της 20ής Ιουνίου 1977 είναι η θέσπιση ενός συστήματος στενής ιατρικής επιβλέψεως των εγκύων γυναικών και των μικρής ηλικίας τέκνων ώστε να μειώνονται οι κίνδυνοι της αμέσως μετά τη γέννηση θνησιμότητας ή αναπηρίας. Κατά τη γνώμη της Κυβερνήσεως αυτής, ο σκοπός του επιδόματος είναι ιατρικής μάλλον παρά οικονομικής φύσεως, δεδομένου ότι με το επίδομα αυτό επιδιώκεται οι γυναίκες που γεννούν στο Λουξεμβούργο να υποβάλλονται σ' όλες στις ιατρικές εξετάσεις που επιβάλλονται από το άρθρο 2 του νόμου. Για τον λόγο αυτό, η πρώτη δόση του επιδόματος καταβάλλεται μόνο μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας προ του τοκετού εξετάσεως. Επομένως, κατά τη γνώμη της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως, είναι απολύτως λογικό οι μητέρες εκείνες οι οποίες δεν κατέστη δυνατό να υποβληθούν στις απαιτούμενες εξετάσεις λόγω του ότι δεν βρίσκονταν στο Λουξεμβούργο κατά το προηγούμενο του τοκετού έτος να αποκλείονται από τη χορήγηση των δύο πρώτων δόσεων του επιδόματος.
21. Νομίζω ότι η συλλογιστική της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως πάσχει ως προς ορισμένα σημεία. Κατά τη γνώμη μου, η βασική αδυναμία έγκειται στο γεγονός ότι ουδεμία σχέση αποδεικνύεται μεταξύ της ανάγκης ενθαρρύνσεως των εγκύων γυναικών που ήδη κατοικούν στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου να κάνουν τις επιβαλλόμενες από τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία εξετάσεις, καθώς προβλέπεται ότι η ολοκλήρωση της σειράς των εξετάσεων αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση του επιδόματος, και της προβαλλομένης ανάγκης να υπόκεινται όλες οι γυναίκες στην ίδια απαίτηση. 'Οπως είναι φυσικό, οι γυναίκες που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη είναι δυνατόν να συναντούν σημαντικές δυσχέρειες προκειμένου να πληρούν μια τέτοια προϋπόθεση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, δυσχερώς μπορεί κανείς να υποθέσει ότι μια γυναίκα που έχει την πρόθεση να μεταναστεύσει στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και να μείνει επίσης εκεί έγκυος επισπεύδει την άφιξή της στο Λουξεμβούργο προκειμένου απλώς να κάνει τις λουξεμβουργιανές ιατρικές εξετάσεις όντως, μπορεί να μην είναι γι' αυτήν δυνατόν, για πρακτικούς λόγους, να κάνει κάτι τέτοιο. Επιπλέον, μια τέτοια μετανάστις είναι δυνατόν, εν πάση περιπτώσει, να μη γνωρίζει ότι πρόκειται να καταστεί έγκυος. Δεν νομίζω ότι το θεσπισθέν από τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία σύστημα ιατρικής παρακολουθήσεως θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να διακυβευθεί αν δεν υπόκεινταν στις απαιτήσεις του γυναίκες υπό τέτοιες περιστάσεις.
22. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η πρώτη ιατρική εξέταση που απαιτείται από τον νόμο της 20ής Ιουνίου 1977 δεν είναι ανάγκη να γίνεται πριν από το τέλος του τρίτου μήνα της κυήσεως. Είναι αληθές ότι η οδοντιατρική εξέταση πρέπει να γίνεται ευθύς ως επιβεβαιωθεί η κύηση πλην όμως ακόμα και σ' αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι τελευταίο χρονικό όριο είναι ο τρίτος μήνας. Επομένως, για να κυριολεκτήσω, μια περίοδος κατοικίας έξι μόνο μηνών θα αρκούσε για τη συμπλήρωση της επιβαλλομένης σειράς εξετάσεων. 'Ομως, όπως είναι γνωστό, η προϋπόθεση κατοικίας επιβάλλεται στην πραγματικότητα για ολόκληρο το προηγούμενο του τοκετού έτος. Επομένως, μια μετανάστις είναι δυνατόν να αφιχθεί στο Λουξεμβούργο, να εγκαταστήσει εκεί την κατοικία της, να καταστεί ή να ανακαλύψει ότι είναι έγκυος, να υποστεί όλες τις απαιτούμενες ιατρικές και οδοντιατρικές εξετάσεις, να γεννήσει στο Λουξεμβούργο και παρ' όλ' αυτά να μη δικαιούται των δύο πρώτων δόσεων του επιδόματος τοκετού.
23. Επιπλέον, είναι δυνατόν μια μέλλουσα μητέρα να μεταναστεύσει στο Λουξεμβούργο κατά τη διάρκεια της κυήσεως, αφού έχει κάνει ιατρικές εξετάσεις σ' άλλο κράτος μέλος. Ωστόσο, καθώς φαίνεται, ο νόμος της 20ής Ιουνίου 1977 δεν αναγνωρίζει ισοδύναμες ιατρικές εξετάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος. Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η προϋπόθεση κατοικίας που επιβάλλεται από το άρθρο 12 του νόμου μπορεί να πληρούται είτε από τη μέλλουσα μητέρα είτε από τον έτερο γονέα όμως, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να εξηγήσει ποια σχέση έχει σ' αυτήν την περίπτωση η κατοικία του πατέρα όσον αφορά την υγεία της μητέρας. Ομοίως, δεν φαίνεται να έχουν σημασία από ιατρική άποψη οι προϋποθέσεις που συνδέονται με την προβλεπόμενη από το άρθρο 16 του νόμου παρέκκλιση.
24. Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση προσπαθεί να δικαιολογήσει την προϋπόθεση κατοικίας που συνδέεται με τη δεύτερη δόση του επιδόματος επιμένοντας στην ανάγκη συνεχούς ιατρικής παρακολουθήσεως. Υπενθυμίζω ότι, δυνάμει των άρθρων 5 και 12 του νόμου της 20 ης Ιουνίου 1977, μια μητέρα υποχρεούται να υποβληθεί στην μετά τον τοκετό εξέταση εντός οκτώ εβδομάδων από τη γέννηση του τέκνου της. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απαίτηση μιας αυστηρής και αποτελεσματικής ιατρικής παρακολουθήσεως πληρούται μόνο αν την μετά τον τοκετό εξέταση πραγματοποιήσει ο ίδιος ιατρός που είχε κάνει και τις πέντε προ του τοκετού εξετάσεις και ότι η μητέρα πρέπει, όπως είναι επόμενο, να κατοικεί στο Λουξεμβούργο τόσο κατά τη διάρκεια της κυήσεως όσο και μετά τον τοκετό. Ωστόσο, όπως η Επιτροπή κατέδειξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι έγκυες γυναίκες απολαύουν, δυνάμει της Συνθήκης, του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας όπως και κάθε άλλος κάτοχος του δικαιώματος αυτού καταρχήν, στις ίδιες τις γυναίκες εναπόκειται να αποφασίζουν την άσκηση ή όχι του δικαιώματος αυτού, έστω και αν κάτι τέτοιο συνεπάγεται την αλλαγή του ιατρού που τις παρακολουθεί. Εν πάση περιπτώσει, η συνέχιση της ιατρικής παρακολουθήσεως μπορεί να διασφαλίζεται, σε σημαντικό βαθμό, από την κατάλληλη αλληλοενημέρωση των οικείων ιατρών. Επιπλέον, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν διευκρίνισε κατά ποιο τρόπο διασφαλίζεται μια τέτοια συνέχεια όταν μόνο ο πατέρας έχει κατοικήσει στο Λουξεμβούργο κατά το προηγούμενο του τοκετού έτος, πράγμα που, όπως έχω ήδη αναφέρει, αποτελεί εναλλακτική εκ του άρθρου 12 δυνατότητα. Κατά συνέπεια, ουδόλως διασαφηνίζεται για ποια αιτία μια μητέρα η οποία, για λόγους ίσως ανεξαρτήτους της θελήσεώς της, μετανάστευσε στο Λουξεμβούργο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, θα πρέπει να υφίσταται οικονομικό κολασμό λόγω του ότι αναγκάστηκε να αλλάξει ιατρό.
25. Φυσικά, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δικαιούται να απαιτεί από τις μέλλουσες μητέρες που κατοικούν στο Λουξεμβούργο να κάνουν περιοδικές ιατρικές εξετάσεις, μολονότι, ακόμα και στην περίπτωση εκείνων των γυναικών που κατοικούσαν στο Λουξεμβούργο καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους είναι αμφίβολο το κατά πόσον θα μπορούσε να τους αρνηθεί την αναγνώριση ισοδυνάμων εξετάσεων πραγματοποιηθεισών σε άλλο κράτος μέλος. 'Εχω επίσης τη γνώμη ότι η εν λόγω Κυβέρνηση δικαιούται να απαιτεί όπως οι γυναίκες που λαμβάνουν το επίδομα τοκετού κατοικούν στο Λουξεμβούργο κατά τον χρόνο του τοκετού, εφόσον, άλλως, οι μέλλουσες μητέρες που κατοικούν σ' άλλη χώρα θα μπορούσαν να κανονίζουν ώστε ο τοκετός τους να γίνεται στο Λουξεμβούργο απλώς και μόνο για να λαμβάνουν το επίδομα. Ωστόσο, νομίζω ότι οι επιβαλλόμενες από τα άρθρα 11, 12 και 16 του νόμου της 20ής Ιουνίου 1977 προϋποθέσεις κατοικίας υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την πρόληψη τέτοιων καταχρήσεων. Επομένως, η άποψή μου είναι ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Οι ίδιες ακριβώς θεωρήσεις ισχύουν, κατά τη γνώμη μου, και για την περίπτωση των ανεξαρτήτων επαγγελματιών και των οικογενειών τους που δικαιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 52 της Συνθήκης, ίσης με τους Λουξεμβουργιανούς υπηκόους μεταχειρίσεως.
26. Κατόπιν των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέτρο που αυτή αφορά το επίδομα τοκετού. Ωστόσο, ας μου επιτραπεί τώρα να εξετάσω την εν λόγω προσφυγή κατά το μέτρο που αυτή αφορά το επίδομα μητρότητας.
Το επίδομα μητρότητας
27. Στο Λουξεμβούργο, το επίδομα μητρότητας χορηγείται βάσει του νόμου της 30ής Απριλίου 1980. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου αυτού, κάθε γυναίκα που είναι έγκυος ή έχει γεννήσει δικαιούται του επιδόματος μητρότητας εφόσον είναι κάτοικος Λουξεμβούργου και εφόσον 1) κατοικούσε στη χώρα εκείνη για ολόκληρο το προηγούμενο της γενέσεως του δικαιώματός της έτος ή 2) ο σύζυγός της είχε την κατοικία του στη χώρα εκείνη κατά τα τρία προηγούμενα έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 2, το εν λόγω επίδομα χορηγείται για μεγίστη περίοδο δεκαέξι εβδομάδων, αρχής γενομένης από την ογδόη εβδομάδα που προηγείται της υπολογιζομένης ημερομηνίας του τοκετού. Το άρθρο 3 προβλέπει ότι ο Υπουργός Οικογενείας μπορεί να χορηγεί απαλλαγή από ορισμένες από αυτές τις προϋποθέσεις κατοικίας εφόσον η μητέρα δηλώνει την πρόθεση να συνεχίσει να κατοικεί στο Λουξεμβούργο και να αναθρέψει εκεί το τέκνο της.
28. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, σε περίπτωση που το επίδομα μητρότητας εμπίπτει στο πεδίο του κανονισμού 1408/71 το άρθρο 18, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού τής επιβάλλει να λαμβάνει υπόψη περιόδους κατοικίας που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Επομένως, μία μητέρα που γέννησε στο Λουξεμβούργο και κατοικεί τώρα στη χώρα αυτή θα εδικαιούτο του επιδόματος έστω και αν κατοικούσε σε άλλο κράτος μέλος κατά το προηγούμενο του τοκετού έτος. Ωστόσο, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, κατά τον χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής της Επιτροπής, ο κανονισμός 1408/71 δεν είχε εισέτι επεκτείνει και στο Λουξεμβούργο το επίδομα μητρότητας. Επομένως, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση θεωρεί ότι το επίδομα μητρότητας είτε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παροχή μητρότητας κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού είτε ότι πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή κοινωνικής πρόνοιας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, πράγμα που το αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Ωστόσο, η εν λόγω Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι, δυνάμει της τροποποιήσεως που επήλθε με τον κανονισμό 1247/92 της 10ης Απριλίου 1992, υποχρεούται στο εξής να λαμβάνει υπόψη περιόδους κατοικίας που έχουν συμπληρωθεί στο έδαφος άλλων κρατών μελών: βλ. το νέο άρθρο 10α, παράγραφος 2, και το νέο παράρτημα ΙΙα που έχει προστεθεί με τον κανονισμό 1247/92, που έχω προαναφέρει στην ανωτέρω παράγραφο 10.
29. Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το λουξεμβουργιανό επίδομα μητρότητας ενέπιπτε στο πεδίο του κανονισμού 1408/71 ακόμα και πριν από αυτή την πρόσφατη τροποποίηση και ότι το εν λόγω επίδομα δεν περιελήφθη στο νέο παράρτημα ΙΙα που προσετέθη με τον κανονισμό 1247/92 παρά μόνο προς άρση πάσης αμφιβολίας.
30. Η γνώμη μου είναι ότι η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα πειστικό επιχείρημα ώστε το επίδομα μητρότητας να θεωρηθεί μάλλον ως εμπίπτον στην κοινωνική πρόνοια κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 παρά ως αποτελούν παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι, προκειμένου να κριθεί αν ένα επίδομα πρέπει να θεωρηθεί ως εμπίπτον στην κοινωνική πρόνοια, αφενός, ή στην κοινωνική ασφάλιση, αφετέρου, αποφασιστικό κριτήριο δεν αποτελεί το αν το εν λόγω επίδομα εξαρτάται από την καταβολή ή όχι εισφορών πράγματι, το άρθρο 4, παράγραφος 2, ρητώς αποκλείει τα μη εξαρτώμενα από την καταβολή εισφορών συστήματα. Κριτήριο αποτελεί μάλλον το εάν η οικεία νομοθεσία παρέχει δικαίωμα για παροχή χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ανάγκες και ατομικές καταστάσεις: βλ. την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 379/85 έως 381/85 και 93/86, Giletti κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 955, σκέψεις 7 έως 11). Κατά συνέπεια, εφόσον η παροχή αφορά έναν από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, αρκεί ότι η παροχή αυτή χορηγείται ασχέτως οποιασδήποτε ατομικής και εισαγούσης διακρίσεις εκτιμήσεως των προσωπικών αναγκών: βλ. την απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. Ι-4839).
31. Επιπλέον, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι το επίδομα μητρότητας δεν εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Η διάταξη αυτή ρητώς μνημονεύει, ως κλάδο της κοινωνικής ασφαλίσεως καλυπτόμενο από τον κανονισμό, τις παροχές μητρότητας , έκφραση η οποία μπορεί να αποκλείει, ειδικότερα, το επίδομα μητρότητας. Αντίθετα προς την άποψη της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως, δεν θεωρώ ότι το επίδομα μητρότητας πρέπει να διακρίνεται από τα κλασικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω του πεδίου του εφαρμογής όσον αφορά πρόσωπα, των στόχων και των λεπτομερειών εφαρμογής του (βλ. υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 13). Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε κανένα χαρακτηριστικό του λουξεμβουργιανού επιδόματος μητρότητας το οποίο θα μπορούσε να το διακρίνει από άλλα, φερόμενα ως πλέον κλασικά, συστήματα παροχών μητρότητας. Πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα αυτά τα συστήματα σκοπούν στην ευημερία της μητέρας και του νεογέννητου τέκνου και χορηγούν μια παροχή για περιορισμένο διάστημα σε όλους όσους πληρούν τις απαιτούμενες για τη λήψη της προϋποθέσεις.
32. 'Οπως επισημαίνει η Επιτροπή, ακόμα και αν το επίδομα μητρότητας δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να θεωρείται ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68 (βλ. την ανωτέρω παράγραφο 16), πρόταση που έγινε δεκτή από τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
33. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί, έστω και αν γίνει δεκτό ότι το επίδομα μητρότητας εμπίπτει στο πεδίο του κανονισμού 1408/71, η άρνηση χορηγήσεώς του στις οικογένειες εργαζομένων μπορεί να συνεπάγεται παράβαση μάλλον του κανονισμού 1612/68 παρά του κανονισμού 1408/71. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται στις παροχές που χορηγούνται στα μέλη των οικογενειών εργαζομένων ή ανεξαρτήτων επαγγελματιών μόνον εφόσον το δικαίωμα για παροχή πηγάζει από την οικογενειακή σχέση με τον εργαζόμενο ή τον ανεξάρτητο επαγγελματία τούτο δεν επεκτείνεται σε δικαιώματα που παρέχονται κατά τρόπο άμεσο στα μέλη μιας οικογενείας: βλ. τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 147/87, Zaoui (Συλλογή 1987, σ. 5511, σκέψεις 12 και 13), και της 8ης Ιουλίου 1992, C-243/91, Taghavi (Συλλογή 1992, σ. Ι-4401, σκέψεις 7 έως 9). 'Ομως, το επίδομα μητρότητας αποτελεί παροχή που χορηγείται μάλλον ως ίδιον δικαίωμα παρά ως εκ πλαγίου δικαίωμα αντλούμενο από την ιδιότητα του μέλους μιας οικογενείας. Εξ αυτού έπεται ότι, στην περίπτωση μιας μητέρας η οποία δεν είναι η ίδια μισθωτός ή ανεξάρτητος επαγγελματίας και αποτελεί μέλος της οικογενείας εργαζομένου που ασκεί το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι προϋποθέσεις κατοικίας που συνδέονται με το επίδομα μητρότητας θα έπρεπε να εξετάζονται από πλευράς του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, το οποίο καλύπτει τις παροχές που χορηγούνται στα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου: βλ. την προαναφερθείσα στην ανωτέρω παράγραφο 15 απόφαση 249/83, Hoeckx, σκέψη 22. Οι προϋποθέσεις θα ήταν τότε ασυμβίβαστες με τη διάταξη αυτή εφόσον σαφώς οδηγούν σε έμμεση διάκριση σε βάρος των υπηκόων των άλλων κρατών μελών.
34. Εξάλλου, στην περίπτωση των οικογενειών των ανεξαρτήτων επαγγελματιών, οι προϋποθέσεις κατοικίας θα είχαν ως αποτέλεσμα, για παρόμοιους λόγους, την παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης. Μολονότι από την προδικαστική διαδικασία δεν προέκυψε κατά τρόπο απολύτως σαφή αν η Επιτροπή είχε αρχικώς την πρόθεση να στηριχθεί αναφορικά με το επίδομα μητρότητας στο άρθρο 52, τα σχετικά υπομνήματα κινήθηκαν στο πλαίσιο αυτό. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι προϋποθέσεις κατοικίας που συνδέονται με το επίδομα μητρότητας ισοδυναμούν με παράβαση τόσο του άρθρου 52 της Συνθήκης όσο και των κανονισμών 1612/68 και 1408/71.
35. 'Οπως διαπιστώθηκε, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να θεωρηθούν βάσιμοι και, κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέτρο που αφορά το επίδομα μητρότητας.
Συμπέρασμα
36. Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να αναγνωρίσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, επιβάλλοντας προϋποθέσεις κατοικίας για τη χορήγηση του επιδόματος τοκετού και του επιδόματος μητρότητας στις οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι κατοικίας που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης, το άρθρο 7, παράγραφος 2, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος και το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως αυτός έχει κωδικοποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983
2) να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy