ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 29ης Οκτωβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
A — Πραγματικά περιστατικά
1.
Οι υποβληθείσες αιτήσεις προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη ( 1 ). Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται αφενός τα πραγματικά περιστατικά και οι εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας εν συ-νόψει και αφετέρου τα προδικαστικά ερωτήματα.
B — Νομική εκτίμηση
Επί τον πρώτου ερωτήματος
2.
Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν οι διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ είναι άμεσα εφαρμοστέες, ήτοι αν οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλούνται ενώπιον των εθνικών αρχών και δικαστηρίων. Με το ερώτημα αυτό ασχολήθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Francovich ( 2 ) και έδωσε αρνητική απάντηση. Προς αιτιολόγηση της αποφάσεως του το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η οδηγία δεν καθορίζει τον οφειλέτη των σχετικών εγγυήσεων και ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οφειλέτης για τον λόγο και μόνο ότι επειδή δεν μετέφερε εμπρόθεσμα την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο.
3.
Οι δικηγόροι των εναγόντων στις κύριες δίκες των υποθέσεων C-140/91 και C-141/91 υποστηρίζουν την άποψη ότι η απόφαση αυτή δεν έχει σημασία όσον αφορά τα εν προκειμένω υποβληθέντα ερωτήματα, καθόσον το αιτούν δικαστήριο, με το ερώτημά του σχετικά με τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής της οδηγίας, δεν ενδιαφέρεται για τον τρόπο εφαρμογής της («απευθείας» εφαρμογή), αλλά για το χρονικό σημείο από το οποίο καθίσταται εφικτή η εφαρμογή αυτή («άμεση» εφαρμογή). Αν και η διατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος («immediatamente») επιτρέπει την ερμηνεία αυτή, από την αιτιολογία της προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ήθελε να δώσει αυτήν την ασυνήθιστη έννοια στο ερώτημά του. Εξάλλου, το ερώτημα σχετικά με το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει η άμεση εφαρμογή μιας οδηγίας προϋποθέτει οπωσδήποτέ ότι η οδηγία αυτή έχει πράγματι απευθείας εφαρμογή — κατά τη συνήθη έννοια του όρου. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα ερωτήματα στις παρούσες υποθέσεις υποβλήθηκαν ενόσω δεν είχε ακόμα εκδοθεί η απόφαση επί της υποθέσεως Francovich και δεν είχε ακόμα διασαφηθεί το ζήτημα της απευθείας εφαρμογής της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ.
4.
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση ανάλογη προς την προαναφερθείσα απόφαση Francovich και Bonifaci, ήτοι ότι οι διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, οι οποίες καθορίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, έχουν την έννοια ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να επικαλούνται τα δικαιώματα αυτά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ελλείψει εμπροθέσμως ληφθέντων μέτρων εφαρμογής.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
5.
Τα υπόλοιπα ερωτήματα τίθενται, προφανώς, μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική ( 3 ). Δεδομένου ότι δεν συμβαίνει αυτό, τα ερωτήματα αυτά κατέστησαν άνευ αντικειμένου.
6.
Είναι ασφαλώς σκόπιμο να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες των υποθέσεων της κύριας δίκης δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν την οδηγία 80/987/ΕΟΚ, έστω και αν ετύγχανε απευθείας εφαρμογής. Η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εθνικό δίκαιο έληξε για την Ιταλία στις 23 Οκτωβρίου 1983. Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι η Ιταλία δεν εξεπλήρωσε εμπρόθεσμα την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της ( 4 ). Η δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται την απευθείας εφαρμογή μιας οδηγίας παρέχεται φυσικά μόνο όταν η ταχθείσα στο οικείο κράτος μέλος προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας έχει εκπνεύσει ( 5 ). Όμως, στις παρούσες υποθέσεις τα σχετικά πραγματικά περιστατικά (ιδιαίτερα η λύση των συμβάσεων εργασίας και η επέλευση της αφερεγγυότητας των εργοδοτών) έλαβαν χώρα — όπως ορθά παρατήρησε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία — πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής. Επομένως, οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να επικαλεστούν την οδηγία προς στήριξη των αξιώσεων τους.
7.
Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί το ζήτημα αν οι αιτούμενες από τους ενάγοντες καταβολές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 3 ( 6 ) έννοια «αμοιβές εργασίας» δεν ορίζεται στην ίδια την οδηγία, αλλά πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, να ορίζεται βάσει του εθνικού δικαίου.
8.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα της Pretura circondariale di Bologna:
«Οι διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, οι οποίες καθορίζουν τα δικαιώματα των μισθωτών, έχουν την έννοια ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να επικαλούνται τα δικαιώματα αυτά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, εφόσον δεν έχουν ληφθεί εμπροθέσμως μέτρα εφαρμογής της οδηγίας.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35.
( 2 ) Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Francovich και Bonifaci (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψη 26).
( 3 ) Όοον αφορά το δεύτερο ερώτημα, τούτο προκύπτει ήδη από τη διατύπωοή του. Το τρίτο ερώτημα σε καθεμία από τις υποθέσεις αναφέρεται στο χρονικό σημείο του οποίου ο καθορισμός αποτελεί αντικείμενο δεύτερου ερωτήματος, οπότε και αυτό δεν χρήζει απαντήσεως.
( 4 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 22/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 143).
( 5 ) Βλ. για παράδειγμα την απόφαση της 5ης Απριλίου 1979. 148/78, Ralli (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 861, σκέψη 44).
( 6 ) Το άρθρο 3 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ουοτήσουν οργανισμούς εγγυήσεως προς διασφάλιση των ανεξόφλητων απαιτήσεων που αφορούν αμοιβές εργασίας.
Full & Egal Universal Law Academy