Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Εισαγωγή
1. Αφορμή για την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Arrondissementsrechtbank te Breda (Κάτω Χώρες) απετέλεσε ποινική διαδικασία που κινήθηκε κατά εμπόρου βοοειδών ο οποίος είχε στην κατοχή του ζώα στα οποία είχε χορηγηθεί η ορμόνη ethinyloestradiol 17 alpha. Η καταγγελλόμενη παράβαση συνίσταται στην κυριότητα ή κατοχή ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες, ανεξάρτητα από τις συνθήκης υπό τις οποίες έχουν χορηγηθεί οι ορμόνες ή έχουν αποκτηθεί τα ζώα.
2. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 81/692/ΕΟΚ (1), απαγορεύεται, καταρχήν, η χορήγηση ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση. Η διάταξη αυτή περιλαμβάνει, επίσης, απαγόρευση διαθέσεως στην αγορά ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί τέτοιες ουσίες, καθώς και κρεάτων προερχομένων από τα ζώα αυτά. Η χορήγηση των απαγορευμένων ουσιών επιτρέπεται μόνο για λόγους θεραπευτικούς, στο πλαίσιο των παρεκκλίσεων που προβλέπονται (άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 81/602, άρθρο 7 της οδηγίας 88/146/ΕΟΚ (2) και η οδηγία 88/299/ΕΟΚ (3) που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή αυτής της διατάξεως).
3. Δεδομένου ότι οι κοινοτικές διατάξεις δεν περιλαμβάνουν ρητή απαγόρευση της κατοχής ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί τέτοιες ουσίες, ανακύπτει το ζήτημα εάν οι εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν μια τέτοια απαγόρευση και τη συνοδεύουν με ποινικές κυρώσεις συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
4. 'Οσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά στις λεπτομέρειές τους, το περιεχόμενο της δικογραφίας και τα επιχειρήματα των διαδίκων, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στην έκθεση ακροατηρίου.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
5. Αντικείμενο του ζητήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι αν η απαγόρευση, η οποία συνοδεύεται από ποινικές κυρώσεις, κατοχής ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο το οποίο συμβάλλει, κατά το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, στην εφαρμογή της Κοινοτικής απαγορεύσεως της χρησιμοποιήσεως ορμονών, που επιβάλλεται με τις οδηγίες 81/602 και 88/146, ή αν πρόκειται για απαγόρευση που βαίνει πέραν των κοινοτικών διατάξεων, η οποία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεωρηθεί ως παράνομη. Ο ενδεχομένως παράνομος χαρακτήρας της θα μπορούσε να προκύψει από το γεγονός ότι, για τους τομείς στους οποίους υπάρχουν κοινοτικές διατάξεις θεσπιζόμενες μέσω οδηγιών, δεν επιτρέπεται κανονικώς να θεσπίζονται εθνικές διατάξεις που να βαίνουν πέραν των κοινοτικών (4) και ότι, εξάλλου, στους τομείς για τους οποίους υπάρχει κοινή οργάνωση αγοράς, δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μονομερή μέτρα (5). Τέλος, ο ενδεχομένως παράνομος χαρακτήρας της απαγορεύσεως θα μπορούσε να πηγάζει από το γεγονός ότι αυτή είναι ασυμβίβαστη με τις γενικές διατάξεις της Συνθήκης.
6. α) Η Ολλανδική Κυβέρνηση τόνισε ότι η απαγόρευση κατοχής ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της οδηγίας 81/602, καθόσον, λόγω της γενικής απαγορεύσεως χορηγήσεως ορισμένων ορμονούχων ή θυρεοστατικών ουσιών, σε συνδυασμό με την απαγόρευση διαθέσεως στην αγορά ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί οι εν λόγω ουσίες, δεν υπάρχει περίπτωση νόμιμης κατοχής ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί οι ουσίες αυτές.
7. Η Επιτροπή, εξάλλου, φρονεί ότι η απαγόρευση αυτή συνιστά εύλογο συμπλήρωμα των κοινοτικών διατάξεων.
8. Εάν προς στιγμήν δεν ληφθούν υπόψη οι επιτρεπόμενες αποκλίσεις από την κοινοτική απαγόρευση χρησιμοποιήσεως ορμονών (6), τότε αναγκαστικά συμπεραίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι οποιοσδήποτε κατέχει ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες παραβιάζει τις κοινοτικές απαγορεύσεις, είτε επειδή χορήγησε ορμόνες, είτε επειδή συνέπραξε, ως αγοραστής, σε δικαιοπραξία που αφορούσε ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί οι ουσίες αυτές. Εάν η υπόθεση αυτή αληθεύει, τότε η κατοχή ζώων συνιστά εξ αντικειμένου συμπεριφορά αντικείμενη προς το κοινοτικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτών των σκέψεων δεν θα αναφερθώ σε άλλους πιθανούς τρόπους κτήσεως. Λόγω των δεδομένων πραγματικών περιστατικών η εξέταση άλλων πιθανών τρόπων δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση.
9. Ακόμα όμως και υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, όσον αφορά την κτήση των ζώων, η συνοδευόμενη από ποινικές κυρώσεις απαγόρευση κτήσεως ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες, μπορεί να βαίνει πέραν των κοινοτικών απαγορεύσεων υπό μια τουλάχιστον άποψη, την άποψη δηλαδή της ευθύνης και του καταλογισμού των δεδομένων που στοιχειοθετούν την απαγορευόμενη πράξη. Η κοινοτική απαγόρευση αφορά ενέργεια, η οποία εκδηλώνεται είτε υπό τη μορφή της χορηγήσεως ορμονών, είτε υπό τη μορφή εμπορίας ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες ή κρεάτων προερχομένων από αυτά. Με την απαγόρευση κατοχής επιβάλλονται ποινικές κυρώσεις λόγω παθητικής απλώς κατοχής ζώων, ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις που αποκτήθηκαν. Συνεπώς, η ποινική κύρωση στηρίζεται στην απλή ύπαρξη των ζώων αυτών στο ζωικό κεφάλαιο της εκμεταλλεύσεως, χωρίς να εξετάζεται εάν υπήρξε παράνομη κατά το κοινοτικό δίκαιο ενέργεια του κατόχου τους. Συνεπώς, θα μπορούσε θεωρητικώς να υπάρξει περίπτωση ποινικής διώξεως εις βάρος προσώπου το οποίο καλοπίστως απέκτησε ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες.
10. Κατά την άποψή μου, η συνοδευόμενη από ποινικές κυρώσεις απαγόρευση δημιουργεί ζήτημα από πλευράς κοινοτικού δικαίου κατά το μέτρο που βαίνει πέραν των κοινοτικών απαγορεύσεων. Εφόσον η κτήση των ζώων συντελείται αντικειμενικώς με σύμπραξη σε ενέργεια παράνομη κατά το κοινοτικό δίκαιο, η κτήση δε αυτή αποτελεί λογική προϋπόθεση της κατοχής, ο σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο πράξεως και της επιβαλλόμενης από την εθνική νομοθεσία αντικειμενικής απαγορεύσεως της κατοχής των ζώων αυτών υφίσταται εφόσον συντρέχει και ένα υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή η επίγνωση των σχετικών με την κτήση των συγκεκριμένων ζώων περιστάσεων. Η εθνική νομοθετική διάταξη αναφέρεται σε μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη απευθείας συνδέσμου με την κοινοτική απαγόρευση στις περιπτώσεις εκείνες που το υποκειμενικό αυτό στοιχείο ελλείπει.
11. Ο καταλογισμός, όμως, μιας πράξεως συνιστά τυπική προϋπόθεση του ποινικού κολασμού. Η δυνατότητα προσωπικού καταλογισμού αποτελεί προϋπόθεση της ποινής, εκφραζόμενη από τη γενική αρχή του δικαίου "nulla poena sine culpa".
12. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα θέματα του ποινικού καταλογισμού εντάσσονται στο πεδίο της αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών. Πράγματι, "η ποινική νομοθεσία και οι κανόνες της ποινικής οικονομίας παραμένουν αρμοδιότητα των κρατών μελών" (7).
13. Εάν ληφθεί ως δεδομένο ότι ο αποκτών άνευ υπαιτιότητας δεν διατρέχει τον κίνδυνο ποινικής κυρώσεως, τότε η επιβαλλόμενη από την εθνική νομοθεσία απαγόρευση της κτήσεως ή κατοχής ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες δεν βαίνει πέραν των γενικών κοινοτικών απαγορεύσεων. Αντιθέτως, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα μέσα που συντελούν στην υλοποίηση των σκοπών της οδηγίας, ως προς την επιλογή των οποίων τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα (άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ).
14. Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης υπογράμμισε, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι υπό ορισμένες περιστάσεις, οι κοινοτικές διατάξεις επιτρέπουν τη χορήγηση ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση, ή εν πάση περιπτώσει δέχονται την περίπτωση χορηγήσεως ορμονών, και συνεπώς δεν μπορεί να απαγορευθεί αυτή καθεαυτή η κατοχή ζώων. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε τα ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες να μην εισέρχονται στο εμπορικό κύκλωμα χωρίς να υφίστανται έλεγχο ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει ενδεχόμενο κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών.
15. Επιβάλλεται, καταρχάς, να υπογραμμιστεί ότι η οδηγία 81/602, η οποία επιβάλλει τη γενική απαγόρευση ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση, προβλέπει ορισμένες αποκλίσεις στα άρθρα 4 και 5. Το άρθρο 4 της οδηγίας συνιστά τη βασική διάταξη που επιτρέπει τη θέσπιση παρεκκλίσεων για λόγους θεραπευτικούς. Παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εγκρίνουν απευθείας, τηρουμένων των όρων που θέτει το άρθρο 4, τη χορήγηση ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση.
16. Το άρθρο 5, αντιστρόφως, συνιστά τη βασική διάταξη που παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα, αποφαινόμενο ομοφώνως και κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, να λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη χορήγηση ουσιών με ορμονική δράση με σκοπό την πάχυνση των ζώων. Πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση της οδηγίας 81/602 (8), που υποβλήθηκε το έτος 1984, προέβλεπε τη δυνατότητα της κατόπιν εγκρίσεως χορηγήσεως των προαναφερθεισών ορμονών με σκοπό την πάχυνση των ζώων (9). Η οδηγία αυτή ουδέποτε εγκρίθηκε. Αντ' αυτής, η οδηγία 85/649/ΕΟΚ (10), η οποία αντικαταστάθηκε με την οδηγία 88/146 (11), επέβαλε την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως ουσιών με ορμονική δράση για λόγους παχύνσεως (12).
17. Συνεπώς, η χορήγηση των ορμονών στις οποίες αναφέρεται η οδηγία 81/602 επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση των παρεκκλίσεων του άρθρου 4 και των διατάξεων που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του. Για παράδειγμα, διατάξεις εφαρμογής αποτελούν τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας 88/146. Με το άρθρο 5 της οδηγίας 88/146 επιβάλλεται απαγόρευση, για την τήρηση της οποίας υποχρεούνται να μεριμνούν τα κράτη μέλη, διενέργειας εμπορικών πράξεων μεταξύ κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί οι εν λόγω ουσίες ή κρέατα προερχόμενα από αυτά. Με το άρθρο 7 της οδηγίας 88/146 διατυπώνεται κανόνας εξουσιοδοτήσεως που επιτρέπει να θεσπίζονται παρεκκλίσεις από την απόλυτη απαγόρευση εμπορίας. Το άρθρο 7 της οδηγίας 88/146 αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 4 της οδηγίας 81/602. Ο κανόνας εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 7 της οδηγίας 88/146 εφαρμόσθηκε με την οδηγία 88/299 (13), η οποία ορίζει τις προϋποθέσεις διενέργειας εμπορικών πράξεων με αντικείμενο τα εν λόγω ζώα αναπαραγωγής και τα προερχόμενα εξ αυτών κρέατα.
18. Συνεπώς, αυτό το σύνολο κανόνων δεν απομακρύνεται από τη γενική απαγόρευση της χορηγήσεως ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και την εμπορική απαγόρευση που επιβάλλει η οδηγία 81/602. Καθορίζεται απλώς ο τρόπος διενέργειας των εμπορικών πράξεων που επιτρέπονται στο πλαίσιο των παρεκκλίσεων.
19. Η εκ μέρους του κατηγορουμένου επίκληση του άρθρου 2, σημείο 1, στοιχείο β', της οδηγίας 88/299, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως εμπορικών πράξεων με αντικείμενο ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες ή κρέατα προερχόμενα εξ αυτών, δεν αναιρεί τη διαπίστωση της καταρχήν απαγορεύσεως της χρησιμοποιήσεως ορμονών, καθόσον ο κανόνας αυτός συνιστά επίσης διάταξη που θεσπίστηκε προς εφαρμογή της παρεκκλίσεως που προβλέπει η οδηγία 81/602. Σκοπός της είναι να επιτρέψει την κατ' εξαίρεση πραγματοποίηση εμπορικών συναλλαγών με αντικείμενο ζώα αναπαραγωγής και κρέατα προερχόμενα εξ αυτών (14).
20. Το ίδιο ισχύει και για την εκ μέρους του κατηγορουμένου της κύριας δίκης επίκληση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2377/90 (15) με τον οποίο θεσπίζεται κοινοτική διαδικασία καθορισμού των ανωτάτων ορίων καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων σε τρόφιμα ζωικής προελεύσεως. Πρώτον, ο εν λόγω κανονισμός αφορά τα κατάλοιπα κτηνιατρικών φαρμάκων γενικώς, χωρίς να περιορίζεται μόνο στις ουσίες με ορμονική ή θυρεοστατική δράση. Δεύτερον, τα ανώτατα όρια μπορούν, ακριβώς, να καθοριστούν μόνο κατά τη διαδικασία που θεσπίζει ο εν λόγω κανονισμός. Τέλος - επιχείρημα που κατά τη γνώμη μου είναι το σπουδαιότερο - στο άρθρο 15, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2377/90 ορίζεται ρητώς ότι:
"Ο παρών κανονισμός δεν θίγει κατά κανένα τρόπο την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων οι οποίοι απαγορεύουν τη χρήση ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην εκτροφή ζώων."
21. Ο κατηγορούμενος προσπαθεί να στηρίξει στη διάταξη αυτή το επιχείρημα ότι, εφόσον ορισμένες ουσίες απαγορεύονται, πρέπει εξ αντιδιαστολής να θεωρηθεί ότι ορισμένες άλλες ουσίες επιτρέπονται.
22. Ορθώς υποστηρίζει ο κατηγορούμενος ότι δεν ισχύει απόλυτη απαγόρευση για όλες τις φαρμακευτικές ουσίες. Εάν αυτό συνέβαινε δεν θα χρειαζόταν ο καθορισμός ανωτάτων ορίων. Η πραγματοποίηση συνήθων ή αναγκαίων εμβολιασμών παραμένει πλήρως εκτός των ορίων του εν λόγω κανονισμού (βλέπε άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2377/90). Ωστόσο, το νομικό ζήτημα που έχει τεθεί προς επίλυση αφορά την ερμηνεία της γενικής απαγορεύσεως ορμονών, που επιβάλλεται με τις οδηγίες 81/602 και 88/146, στην οποία δεν αναφέρεται ο εν λόγω κανονισμός, όπως τονίζεται στο άρθρο 15 αυτού.
23. Στο επιχείρημα του κατηγορουμένου ότι οι κοινοτικές απαγορεύσεις αποβλέπουν αποκλειστικά στην απαγόρευση πραγματοποιήσεως εμπορικών πράξεων με αντικείμενο ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες και κρέατα προερχόμενα εξ αυτών, ενώ η κατοχή αυτών των ζώων δεν συνιστά αφ' εαυτής κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών, μπορεί να αντιταχθεί ότι υφίσταται κοινοτική απαγόρευση χορηγήσεως των εν λόγω ουσιών, απαγόρευση που παραβιάζεται - ανεξάρτητα από ποιον - όταν διαπιστώνεται η ύπαρξη ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες. Η μελλοντική χρησιμοποίηση των ζώων δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική απάλειψη της παράνομης χορηγήσεως ή την αναδρομική έγκρισή της.
24. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να τονιστεί ότι δεν απαγορεύεται η οποιαδήποτε μορφή κατοχής ζώων, αλλά ότι, κατά την οικονομία των κοινοτικών διατάξεων, μπορούν να χορηγηθούν ορμόνες στα ζώα και να διατεθούν αυτά στο εμπόριο μόνο στο πλαίσιο των προβλεπομένων παρεκκλίσεων.
25. Προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσο συμβιβάζονται οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας με τις κοινοτικές οδηγίες, πρέπει να ληφθεί ως βάση η αρχή ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν, στον ρυθμιζόμενο από την οδηγία τομέα, υποχρεώσεις ή απαγορεύσεις που βαίνουν πέραν των προβλεπομένων από την οδηγία (16), καθόσον σε εναντία περίπτωση οι σκοποί της εναρμονίσεως, και ιδίως ο σκοπός της διευκολύνσεως του εμπορίου, δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν. Η συνέπεια αυτή της "αρνητικής απαγορεύσεως" εξηγεί την ύπαρξη ρητρών περί παροχής αδείας, όπως η ρήτρα του άρθρου 10 της οδηγίας 86/469/ΕΟΚ (17), κατά την οποία επιτρέπεται ρητώς στα κράτη μέλη, στην περίπτωση που έχουν υπόνοιες για την ύπαρξη καταλοίπων, να υποβάλλουν τα ζώα ή τα προερχόμενα εξ αυτών κρέατα σε εξετάσεις για ανίχνευση των καταλοίπων αυτών, ενώ παράλληλα η οδηγία ρυθμίζει επ' ακριβώς τον τρόπο πραγματοποιήσεως της εξετάσεως στα ζώα και τα νωπά κρέατα.
26. Στην οδηγία 81/602 δεν περιλαμβάνεται παρόμοια ρήτρα, με συνέπεια οι εθνικές απαγορεύσεις να μην επιτρέπεται να βαίνουν πέραν των κοινοτικών απαγορεύσεων. Κατά συνέπεια, τα ζώα εκείνα στα οποία χορηγούνται ορμόνες στο πλαίσιο των αποκλίσεων που προβλέπουν οι κοινοτικές διατάξεις πρέπει να θεωρούνται, στο πλαίσιο επίσης της εθνικής εννόμου τάξεως, ως υποβληθέντα στην αγωγή αυτή νομίμως. Πράγματι, προκειμένου περί νόμιμης ενέργειας στο πλαίσιο των κοινοτικών διατάξεων, ελλείπει η ίδια η έννοια της απαγορεύσεως.
27. Η συνέπεια αυτή πρέπει σαφώς να προκύπτει από τις ρυθμίσεις που θεσπίζονται στο πλαίσιο των εθνικών εννόμων τάξεων. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν αυτό πράγματι συμβαίνει. Εάν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, ενδεχομένως, να αρνηθεί την εφαρμογή των κανόνων που έχει θεσπίσει το οικείο κράτος μέλος. 'Ολα αυτά τα ζητήματα πρέπει να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της ουσίας της υποθέσεως.
28. Δεδομένου ότι η επιτρεπόμενη από το κοινοτικό δίκαιο χορήγηση ορμονών είναι δυνατή μόνο υπό τον όρο της τηρήσεως των λεπτομερών διατάξεων που ρυθμίζουν τους ελέγχους και τις εγγυήσεις (18), μπορούν, στην πράξη, οι διατάξεις αυτές να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο μιας δίκης.
29. β) Η εξέταση των μονομερών εθνικών μέτρων που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο μιας κοινής οργανώσεως αγοράς καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει (19) ότι
"εφόσον η Κοινότητα έχει ιδρύσει σε ορισμένο τομέα κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να απέχουν από τη λήψη κάθε μονομερούς μέτρου που εμπίπτει, εκ του λόγου αυτού, στην αρμοδιότητα της Κοινότητας" (20).
30. Το εμπόριο κρεάτων βοοειδών υπόκειται από το 1968 σε κοινή οργάνωση αγοράς (21).
31. Το γεγονός ότι οι κοινοτικές απαγορεύσεις χρησιμοποιήσεως ορμονών επιβλήθηκαν μεταγενέστερα και με αυτοτελείς οδηγίες (22) δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι οι οδηγίες αυτές δεν αφορούν τον τομέα που ρυθμίζει η κοινή οργάνωση αγοράς βοείου κρέατος και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να αξιολογηθούν με βάση τις αρχές που διέπουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών. Η καταρχήν απαγόρευση εμπορίας κρεάτων προερχομένων από ζώα στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες, καθώς και οι διατάξεις που προβλέπουν τη δυνατότητα εμπορίας των εν λόγω κρεάτων σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να συμπεριληφθούν στον τομέα που διέπει η κοινή οργάνωση αγοράς βοείου κρέατος.
32. Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η γενική απαγόρευση χορηγήσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση είναι ευρύτερη από τον τομέα που ρυθμίζει η κοινή οργάνωση αγοράς βοείου κρέατος.
33. Συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τις κοινές οργανώσεις γεωργικών αγορών, να θεσπίζουν μονομερείς απαγορεύσεις που βαίνουν πέραν των κοινοτικών ρυθμίσεων για λόγους που ανάγονται, επίσης, στην οικονομία του συστήματος.
34. Απόλυτη απαγόρευση κατοχής ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες περιορίζει τη σχετική δυνατότητα εμπορίας ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες και κρεάτων προερχομένων εξ αυτών. Για τους λόγους αυτούς, η νόμιμη κατοχή και εμπορία, κατά το κοινοτικό δίκαιο και στο πλαίσιο των προβλεπομένων παρεκκλίσεων, πρέπει επίσης να επιτρέπεται κατά τους κανόνες της εθνικής εννόμου τάξεως. Συνεπώς, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται μιας υποθέσεως είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του τα συντρέχοντα απαλλακτικά στοιχεία.
35. γ) Τέλος, πρέπει να εξεταστεί αν η απόλυτη απαγόρευση κατοχής ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες, στο πλαίσιο των εθνικών εννόμων τάξεων, αντιβαίνει προς τις γενικές διατάξεις της Συνθήκης. Μπορεί σχετικώς να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραβιάσεως των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (23). 'Ολες οι σχετικές με την παρούσα υπόθεση κοινοτικές διατάξεις (24) έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, με βάση το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ. Δεδομένου ότι οι προβλεπόμενες από τη Συνθήκη κοινές πολιτικές υπερισχύουν των γενικών διατάξεων, παρέλκει η εξέταση των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Επί των δικαστικών εξόδων
36. Δεδομένου ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή δεν αποδίδονται.
Γ - Πρόταση
37. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
"Οι οδηγίες 81/602/ΕΟΚ και 88/146/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία απαγόρευση, η οποία συνοδεύεται από ποινικές κυρώσεις, κατοχής βοοειδών στα οποία έχουν χορηγηθεί ορμόνες συμβιβάζεται, καταρχήν, με τις εν λόγω οδηγίες, καθόσον λαμβάνει υπόψη τις προβλεπόμενες από τις οδηγίες παρεκκλίσεις, πράγμα που οφείλει αυτεπαγγέλτως να εξετάζει και για το οποίο οφείλει να βεβαιώνεται το επιλαμβανόμενο δικαστήριο."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Οδηγία του Συμβουλίου της 31ης Ιουλίου 1981 περί απαγορεύσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση (ΕΕ L 222, σ. 32).
(2) Οδηγία του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 1988 για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (ΕΕ L 70, σ. 16), που αντικατέστησε την οδηγία 85/649/ΕΟΚ (ΕΕ L 382, σ. 228).
(3) Οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1988 (ΕΕ L 128, σ. 36).
(4) Απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, 148/78, Ratti (Slg. 1979, σ. 1629, σκέψη 33).
(5) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Υποκατάστατα γάλακτος) (Συλλογή 1988, σ. 793, σκέψη 18) απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 407/85, 3 Glocken (Ζυμαρικά) (Συλλογή 1988, σ. 4233, σκέψη 26) απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 274/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 229, σκέψη 21).
(6) Βλέπε άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 81/602.
(7) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 203/80, Casati (Συλλογή 1981, σ. 2595, σκέψη 27).
(8) 'Εγγραφο 84/C170/03 (ΕΕ C 170, σ. 4).
(9) 'Ενθ. αν., έβδομη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 1.
(10) Οδηγία του Συμβουλίου της 31ης Δεκεμβρίου 1985 (ΕΕ L 382, σ. 228).
(11) Προαναφερθείσα οδηγία του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 1988.
(12) Βλέπε οδηγία 88/146, τρίτη αιτιολογική σκέψη.
(13) Προαναφερθείσα οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1988.
(14) 'Αρθρο 2, πρώτη φράση, της οδηγίας 88/299.
(15) Κανονισμός του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1990 (ΕΕ L 224, σ. 1).
(16) Προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, 148/78, σκέψη 33.
(17) Οδηγία του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 1986 σχετική με την εξέταση των ζώων και του νωπού κρέατος για την παρουσία καταλοίπων (ΕΕ L 275, σ. 36). Στην ίδια λογική υπακούουν οι διατάξεις της Συνθήκης περί κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος (άρθρο 130 Τ της Συνθήκης ΕΟΚ).
(18) Προαναφερθείσα οδηγία 88/146.
(19) Βλέπε προαναφερθείσα απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 216/84, σκέψη 18 προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 407/85, σκέψη 26 προαναφερθείσα απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 247/87, σκέψη 21.
(20) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 216/84, ενθ. αν.
(21) Κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72).
(22) Οδηγίες 81/602 και 88/146.
(23) Βλέπε άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ.
(24) Οδηγία 81/602 οδηγία 85/358 οδηγία 86/469, επί της οποίας στηρίζεται η οδηγία 88/299 κανονισμός 805/68 κανονισμός 2377/80.
Full & Egal Universal Law Academy