Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτημα που υπέβαλε η Κοινοπραξία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων Συν. Π.Ε. (στο εξής: ΚΥΔΕΠ) κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ΚΥΔΕΠ ζητεί αποζημίωση για τη ζημία που υποστηρίζει ότι υπέστη από τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις των εν λόγω οργάνων στο πλαίσιο της κανονιστικής τους δράσεως σχετικά με το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνομπίλ, στις 26 Απριλίου 1986. Συνεπεία αυτού του ατυχήματος εξαπλώθηκε ένα ραδιενεργό σύννεφο πάνω από μεγάλα μέρη της Ευρώπης, πράγμα που προκάλεσε μόλυνση σημαντικής ποσότητας γεωργικών προϊόντων.
2. Η ΚΥΔΕΠ είναι ένας συνεταιρισμός ελληνικού δικαίου, με έδρα την Αθήνα, που αποτελείται από 93 ενώσεις γεωργικών συνεταιριστικών ενώσεων. Ο εν λόγω συνεταιρισμός αγοράζει από 'Ελληνες παραγωγούς, μεταξύ άλλων, δημητριακά και όσπρια που αποθηκεύει και πωλεί. Η ΚΥΔΕΠ αγόρασε από τη συγκομιδή του 1986 634 162 152 τόνους σκληρού σίτου και 335 202 676 τόνους μαλακού σίτου με σκοπό να τους πωλήσει σε τρίτες χώρες ή να τους παραδώσει στην παρέμβαση.
Η ΚΥΔΕΠ ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή * με τις πράξεις ή, ιδίως, με τις παραλείψεις τους, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω αναλυτικά * ενήργησαν παράνομα και ότι η ΚΥΔΕΠ συνεπεία των ενεργειών αυτών δεν μπόρεσε ή δεν μπόρεσε πλήρως, ή τουλάχιστον όχι με τους όρους που θα μπορούσε να αναμένει, να πωλήσει ή να παραδώσει στην παρέμβαση τις ποσότητες σίτου που είχε αγοράσει. Η ΚΥΔΕΠ ζητεί να υποχρεωθεί η Κοινότητα να την αποζημιώσει για τη ζημία που της προκλήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο.
Οι κανονιστικές πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά των οποίων βάλλει η ενάγουσα
3. Πριν προβώ σε συστηματική επισκόπηση των ενεργειών του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά των οποίων βάλλει η ενάγουσα, επιθυμώ να τονίσω ότι οι κανονιστικές πράξεις τις οποίες εξέδωσαν τα όργανα για την αντιμετώπιση των συνεπειών του πυρηνικού ατυχήματος του Τσερνομπίλ αφορούν κυρίως (κατ' ουσίαν) τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων από ορισμένες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, με άλλα λόγια από τρίτες χώρες. Οι αιτιάσεις της ενάγουσας αναφέρονται εντούτοις σε προϊόντα που είχε αγοράσει στην Ελλάδα όπου και τα παρέδωσε στην παρέμβαση ή τα πώλησε ή τα εξήγαγε. 'Ετσι, το βασικό σημείο (το οποίο όμως πουθενά δεν διατυπώνεται σαφώς) των αιτιάσεων της ΚΥΔΕΠ συνίσταται προφανώς στο ότι τα εν λόγω όργανα δεν επικέντρωσαν επίσης τις ενέργειές τους στη ρύθμιση * ή τουλάχιστον το έκαναν πολύ αργά ή όχι ορθώς * και την οικονομική στήριξη προϊόντων που κατάγονται από τα κράτη μέλη, ειδικότερα δε από την Ελλάδα.
Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, την οικονομική στήριξη ελληνικών προϊόντων, οι αιτιάσεις της ΚΥΔΕΠ αφορούν τα ληφθέντα ή (κατά την ΚΥΔΕΠ κακώς) μη ή ανεπαρκώς ληφθέντα μέτρα σχετικά με την αγορά και/ή τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής από τις συγκεκριμένες υπηρεσίες παρεμβάσεως για τον σίτο καταγωγής Ελλάδος.
Στην αμέσως κατωτέρω επισκόπηση κάνω διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών κανονιστικών πράξεων. Πρώτον, θα εξετάσω τα μέτρα που έλαβαν τα εν λόγω όργανα σχετικά, κυρίως, με την εισαγωγή και τη διάθεση των καταγομένων από τις εν λόγω τρίτες χώρες προϊόντων, ειδικότερα δε τα ορισθέντα συναφώς μέγιστα επίπεδα ανοχής (παράγραφος 4 επ.). Κατόπιν, θα εξετάσω τα μέτρα που αφορούν την αγορά και τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής προϊόντων καταγωγής Ελλάδος (παράγραφος 10 επ.)
4. Μέτρα που αφορούν τις επιτρεπόμενες μέγιστες ανοχές. Τα πρώτα * προκαταρκτικά * μέτρα ήταν γενικού χαρακτήρα. 'Ετσι, η Επιτροπή γνωστοποίησε, ως μια πρώτη αντίδραση στο ατύχημα του Τσερνομπίλ, ειδικότερα δε στην ανακοίνωση προς τον τύπο της 29ης Απριλίου 1986, μεταξύ άλλων, ότι είχε ζητήσει από τα κράτη μέλη, κατ' εφαρμογή των άρθρων 35 και 36 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, να της παράσχουν στοιχεία σχετικά με την παρουσία ραδιενέργειας στην ατμόσφαιρα και ότι προετίθετο να εγγράψει το πρόβλημα στην ημερήσια διάταξη στην πρώτη συνεδρίαση της προβλεπομένης από το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ Επιστημονικής και Τεχνικής Επιτροπής (1).
Μια εβδομάδα αργότερα, στις 6 Μαΐου 1986, η Επιτροπή απηύθυνε * κάνοντας χρήση της γενικής αρμοδιότητας που της παρέχεται με τα άρθρα 155 της Συνθήκης ΕΟΚ και 124 της Συνθήκης ΕΚΑΕ * σύσταση προς τα κράτη μέλη σχετικά με τον συντονισμό των εθνικών μέτρων που τα κράτη μέλη είχαν ήδη λάβει ή προτίθενταν να λάβουν για να απαγορεύσουν τη διάθεση στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων που είχαν μολυνθεί από ραδιενέργεια (2). Η σύσταση αυτή προέβλεπε μέγιστα όρια ανοχής για τη ραδιενέργεια γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων καθώς και φρούτων και λαχανικών (όχι όμως σιτηρών) και έθετε την αρχή ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να μεριμνούν για την τήρηση των ίδιων κανόνων ως προς τη δική τους αγορά και τις εξαγωγές και ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να αναγνωρίζουν αμοιβαία τους ελέγχους που πραγματοποιούνται σ' αυτά.
5. Την επομένη, δηλαδή στις 7 Μαΐου 1986, η Επιτροπή έλαβε ένα πρώτο μέτρο σχετικά με τις εισαγωγές από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ειδικότερα, επρόκειτο για μια απόφαση με την οποία ανεστάλησαν οι εισαγωγές κρέατος από τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την τέως Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία, τη Ρουμανία, την τέως Τσεχοσλοβακία και την τέως Σοβιετική 'Ενωση (3).
Λίγο αργότερα, το Συμβούλιο θέσπισε, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1388/86, της 12ης Μαΐου 1986, σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων γεωργικών προϊόντων από ορισμένες τρίτες χώρες (4). Ο κανονισμός αυτός περιείχε προσωρινή (από τις 31 Μαΐου 1986) αλλά πλήρη απαγορεύση οποιασδήποτε εισαγωγής γεωργικών προϊόντων ένδεκα κατηγοριών (κυρίως κρέας, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα και λαχανικά και φρούτα) από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (5). Σίτος και άλλα δημητριακά ή προϊόντα δημητριακών, δηλαδή τα προϊόντα τα οποία τα αφορά η παρούσα δίκη, δεν ενέπιπταν σ' αυτό το μέτρο.
6. Στις 30 Μαΐου 1986, το Συμβούλιο θέσπισε ένα νέο κανονισμό, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86, και πάλι όσον αφορά τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων από τρίτες χώρες (6). Και ο κανονισμός αυτός περιείχε επίσης επείγοντα μέτρα προσωρινού χαρακτήρα. Σε αντίθεση προς τον προηγούμενο κανονισμό, ο κανονισμός αυτός αφορούσε εντούτοις όλα τα προοριζόμενα για διατροφή γεωργικά προϊόντα και μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα, επομένως και σίτο, και καθόριζε, αντί πλήρους απαγορεύσεως εισαγωγών από τις προαναφερθείσες επτά χώρες, μέγιστα όρια ανοχής, κάτω από τα οποία επιτρέπονταν εισαγωγές. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 όριζε ότι η σωρευμένη μέγιστη ραδιενέργεια καισίου 134 και 137 δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 370 Bq/kg για το γάλα και 600 Bq/kg για όλα τα άλλα αναφερόμενα προϊόντα (7). Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη εκτίθεται ότι ωστόσο "μπορεί να χρειαστεί να επανεξεταστούν τα επιτρεπόμενα όρια που εφαρμόζονται στις τρίτες χώρες υπό το φως των κοινοτικών αποφάσεων σχετικά με τα εσωτερικά επιτρεπόμενα όρια για τη μόλυνση".
7. Ο κανονισμός 1707/86 αφορούσε επομένως τις εισαγωγές από (σαφώς οριζόμενες) τρίτες χώρες. Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1986, κατά την οποία θεσπίστηκε ο κανονισμός (8), τα κράτη μέλη συμφώνησαν εντούτοις ότι δεν θα επέβαλλαν, ως προς τα αναφερόμενα στον κανονισμό προϊόντα που κατήγοντο από άλλα κράτη μέλη, αυστηρότερα μέγιστα όρια ανοχής από αυτά που είχαν καθοριστεί στον κανονισμό για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Επιπλέον, τα κράτη μέλη έκαναν μνεία μιας προηγούμενης δηλώσεως, της 12ης Μαΐου 1986, με την οποία είχαν δεσμευθεί να μην εφαρμόσουν για προϊόντα από άλλα κράτη μέλη περιοριστικότερα μέγιστα όρια ανοχής απ' ό,τι για τα εγχώρια προϊόντα.
Κατά την ίδια συνεδρίαση του Συμβουλίου, το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει το ταχύτερο δυνατό προτάσεις, βάσει των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΕ, για τη συμπλήρωση των υφισταμένων κανόνων σχετικά με την προστασία του πληθυσμού, καθώς και για τη θέσπιση μιας διαδικασίας για την αντιμετώπιση στο μέλλον καταστάσεων επείγουσας ανάγκης.
8. Η ισχύς του κανονισμού (ΕΟΚ) 1707/86, η οποία αρχικά έληγε στις 30 Σεπτεμβρίου 1986, παρατάθηκε δύο φορές. Στις 22 Δεκεμβρίου 1987, το Συμβούλιο θέσπισε δύο νέους κανονισμούς. Ο πρώτος, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3955/87, αφορά και αυτός τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων από τρίτες χώρες (9). Επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν, χωρίς σημαντικές ουσιαστικές μεταβολές, τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1707/86: διατηρήθηκαν τα ίδια μέγιστα όρια ανοχής επί δύο έτη για τα ίδια προϊόντα από τις ίδιες χώρες (10).
Ο δεύτερος κανονισμός, δηλαδή ο κανονισμός (Ευρατόμ) 3954/87 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1987 (11) ισχύει χωρίς χρονικό περιορισμό. Κατά το άρθρο του 1, ο κανονισμός θεσπίζει "τη διαδικασία καθορισμού των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενεργού μολύνσεως των τροφίμων και των ζωοτροφών που επιτρέπεται να διατεθούν στην αγορά ύστερα από πυρηνικό ατύχημα ή σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες που υπάρχουν πιθανότητες να προκαλέσει ή έχει προκαλέσει σημαντική ραδιενεργό μόλυνση των τροφίμων και των ζωοτροφών". Με τον κανονισμό αυτόν υλοποιήθηκε, με άλλα λόγια, η επιθυμία του Συμβουλίου για τη θέσπιση μιας διαδικασίας που θα καθιστούσε δυνατή στο μέλλον την αντιμετώπιση καταστάσεων επείγουσας ανάγκης (βλ. ανωτέρω, παράγραφο 7).
9. Η προβλεπόμενη διαδικασία που αναφέρεται στον προαναφερθέντα κανονισμό σημαίνει ότι η Επιτροπή, όταν λαμβάνει επισήμως πληροφορίες για ατυχήματα ή για άλλους κινδύνους από ακτινοβολίες "όπου η ραδιενέργεια ενδέχεται να φθάσει ή έχει ήδη φθάσει τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που αναφέρονται στο παράρτημα" (βλ. κατωτέρω), θεσπίζει αμέσως κανονισμό για την εφαρμογή αυτών των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων (άρθρο 2, παράγραφος 1). Κατόπιν διαβουλεύσεως με εμπειρογνώμονες ο κανονισμός αυτός υποβάλλεται τότε μέσα σ' ένα μήνα από την Επιτροπή στο Συμβούλιο, το οποίο εντός μιας προβλεπομένης προθεσμίας μπορεί να τροποποιήσει ή να επικυρώσει τον κανονισμό (άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3). Στην αντίθετη περίπτωση, εξακολουθούν να ισχύουν τα επίπεδα που ορίζονται στο παράρτημα, έως ότου το Συμβούλιο λάβει απόφαση ή η Επιτροπή αποσύρει την πρότασή της (άρθρο 3, παράγραφος 4).
Τα επίπεδα που ορίζονται στο παράρτημα, στα οποία αναφέρεται η παρατεθείσα ανωτέρω φράση της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του κανονισμού, ανέρχονται σε 1 000 Bq/kg για γαλακτοκομικά προϊόντα και σε 1 250 Bq/kg για άλλα τρόφιμα, όσον αφορά το καίσιο 134 και 137, παράλληλα με άλλα επίπεδα ως προς το στρόντιο 90, το ιώδιο 131 και το πλουτώνιο 239 και το americium 241. 'Οσον αφορά το καίσιο, είναι επομένως, ως προς άλλα τρόφιμα εκτός από γαλακτοκομικά προϊόντα (όπως σίτο), σημαντικά υψηλότερα από αυτά που προβλέπονταν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86 για τις εισαγωγές από τις αναφερόμενες τρίτες χώρες (ανωτέρω, παράγραφος 6).
10. Μέτρα που αφορούν την πώληση και τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής από τις υπηρεσίες παρεμβάσεως. Εδώ, επιθυμώ καταρχάς να αναφερθώ σε μια ανακοίνωση την οποία απέστειλε η Επιτροπή στις 24 Ιουλίου 1986 με τηλετύπημα στις Μόνιμες Αντιπροσωπείες των δώδεκα κρατών μελών. Η ανακοίνωση αυτή υπογράφεται από τον Legras, Γενικό Διευθυντή Γεωργίας, και αφορά την πώληση από τις υπηρεσίες παρεμβάσεως προϊόντων που έχουν μολυνθεί συνεπεία του ατυχήματος του Τσερνομπίλ και τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα προϊόντα αυτά. Η ανακοίνωση αυτή καταλαμβάνει σημαντική θέση στην επιχειρηματολογία της ΚΥΔΕΠ (βλ. κατωτέρω, παράγραφο 19). Παραθέτω πλήρως τα σχετικά χωρία:
"Εφιστάται η προσοχή των κρατών μελών στο γεγονός ότι οι κοινοτικοί κανόνες σχετικά με την αγορά στην παρέμβαση προβλέπουν, κατά γενικό κανόνα, ότι τα προσφερόμενα προϊόντα πρέπει να είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ή να μην περιέχουν ουσίες που ενδέχεται να βλάψουν την ανθρώπινη υγεία. Εξάλλου, κάθε γεωργικό προϊόν που δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο, λόγω των χαρακτηριστικών του, επιπλέον δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας συμβάσεως αγοράς.
Αφετέρου, όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία ζητείται επιστροφή λόγω εξαγωγής, υπενθυμίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70) ότι η επιστροφή χορηγείται για τα προϊόντα ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και τα οποία δεν μπορούν να αποκλειστούν από την ανθρώπινη διατροφή λόγω των χαρακτηριστικών τους ή της καταστάσεώς τους.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86 του Συμβουλίου (ΕΕ L 146 της 31.5.1986) συμπεραίνεται ότι τα προϊόντα που δεν τηρούν τις μέγιστες ανοχές ραδιενέργειας που καθορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού δεν θεωρούνται ότι πληρούν ούτε τους απαιτούμενους όρους για την αγορά στην παρέμβαση ούτε τους όρους για να τύχουν επιστροφής λόγω εξαγωγής. Συνεπώς, το σχετικό οικονομικό κόστος δεν επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ." (12)
11. Η Επιτροπή δεν περιορίστηκε στο προαναφερθέν μέτρο. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2751/88, της 2ας Σεπτεμβρίου 1988 (13) θέσπισε επιπλέον ένα ειδικό μέτρο παρεμβάσεως για τον σκληρό σίτο καταγωγής Ελλάδος, ειδικότερα σίτο της εσοδείας 1986. Το μέτρο αυτό στηρίχθηκε στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975 (14), το οποίο ορίζει ότι μπορούν να θεσπιστούν ιδιαίτερα μέτρα παρεμβάσεως όταν αυτό απαιτείται από την κατάσταση της αγοράς σε ορισμένες περιοχές της Κοινότητας. Το κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπισθέν μέτρο παρεμβάσεως για τον ελληνικό σκληρό σίτο συνίστατο στη χορήγηση επιστροφής λόγω εξαγωγής για 300 000 τόνους σκληρού σίτου που εξήχθησαν από την Ελλάδα και από τους οποίους το 40 % έπρεπε να προέρχεται από την ελληνική συγκομιδή του 1986.
Οι βασικές αρχές στον τομέα της εξωσυμβατικής ευθύνης
12. Θα ήταν ίσως χρήσιμο στην αρχή της εξετάσεως των ισχυρισμών που προβάλλουν οι ενάγοντες προς στήριξη του αιτήματός τους αποζημιώσεως να υπενθυμιστούν οι βασικές αρχές στον τομέα της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας. Συναφώς, παραθέτω τις σκέψεις 12 και 13 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-104/89 και C-37/90:
"Το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι επί εξωσυμβατικής ευθύνης η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν όργανα ή υπάλληλοί τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής έχει διευκρινιστεί υπό την έννοια ότι, όταν πρόκειται για κανονιστικές πράξεις που συνεπάγονται επιλογές οικονομικής πολιτικής, η ευθύνη της Κοινότητας θεμελιώνεται μόνον αν υφίσταται κατάφωρη παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες (βλ. ιδίως την απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, 83/76 και 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, HNL κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Jurispr./Slg. 1978, σ. 1209, σκέψεις 4 έως 6). Ειδικότερα, σ' ένα κανονιστικό πλαίσιο, όπως το εν προκειμένω, το οποίο χαρακτηρίζεται από την άσκηση ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, απαραίτητη για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, η ευθύνη της Κοινότητας μπορεί να θεμελιωθεί μόνον αν το οικείο όργανο υπερέβη προδήλως και σοβαρώς, τα όρια της ασκήσεως των εξουσιών του (βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, σκέψη 6).
Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας προϋποθέτει ότι η προβαλλόμενη ζημία υπερβαίνει τα όρια των συνήθων οικονομικών κινδύνων που είναι συμφυείς με τις δραστηριότητες στον οικείο τομέα (βλ. τις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1979, 238/78, Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Jurispr./Slg. 1979, σ. 2955, σκέψη 11 241/78, 242/78, 245/78 έως 250/78, DGV κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Jurisrp./Slg. 1979, σ. 3017, σκέψη 11 261/78 και 262/78, Interquell κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Jurispr./Slg. 1979, σ. 3045, σκέψη 14 64/76 και 113/76, 167/78 και 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, Dumortier Freres κατά Συμβουλίου, Jurispr./Slg. 1979, σ. 3091, σκέψη 11)." (15)
13. Στην παρούσα υπόθεση ανακύπτει, επομένως, κατά πρώτον το ζήτημα αν υφίσταται εν προκειμένω κατάφωρη παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Η ΚΥΔΕΠ προβάλλει πέντε τέτοιες παραβάσεις που αφορούν αντιστοίχως το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία β και γ, της Συνθήκης ΕΟΚ, την απαγόρευση των διακρίσεων, την αρχή της αναλογικότητας, την προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών και την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελευθερίας των εξαγωγών. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο αρνούνται την ύπαρξη οποιασδήποτε από αυτές τις παραβάσεις και ζητούν να απορριφθεί το αίτημα της ΚΥΔΕΠ, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι άλλες προϋποθέσεις ευθύνης, ειδικότερα δε η ύπαρξη ζημίας και αιτιώδους συνάφειας.
Η προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχεία β και γ, της Συνθήκης ΕΟΚ
14. Οι αιτιάσεις της ενάγουσας έναντι του Συμβουλίου. Στο άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ απαριθμούνται οι σκοποί της κοινής γεωργικής πολιτικής. Στηριζόμενη στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (16), η ΚΥΔΕΠ υποστηρίζει * μη αντικρουόμενη ως προς το σημείο αυτό ούτε από το Συμβούλιο ούτε από την Επιτροπή * ότι στον τομέα των σιτηρών οι κυριότεροι σκοποί είναι οι σκοποί που αναφέρονται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία β και γ, ιδίως δε η εξασφάλιση ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό και η σταθεροποίηση των αγορών. Κατά την ΚΥΔΕΠ, το Συμβούλιο παρέβη τους σκοπούς αυτούς, επειδή όταν συνέβη το ατύχημα του Τσερνομπίλ παρέλειψε να εκδώσει απόφαση βάσει του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την παρέμβαση, τις εξαγωγές και το ενδοκοινοτικό εμπόριο σιτηρών. Η παράλειψη αυτή είναι ακόμη σοβαρότερη ενόψει της προσδοκίας που δημιούργησε το Συμβούλιο, ανακοινώνοντας στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1707/86 μια κοινοτική απόφαση σχετικά με τα εσωτερικά επιτρεπόμενα όρια ανοχής για τη μόλυνση (17). Το Συμβούλιο όφειλε επίσης βάσει του άρθρου 8 του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 (βλ. ανωτέρω, παράγραφο 11) να λάβει τέτοιου είδους μέτρα.
Στην απάντησή της επί του υπομνήματος αντικρούσεως του Συμβουλίου η ΚΥΔΕΠ διευκρίνισε ότι, αν το Συμβούλιο είχε λάβει, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 8, ιδιαίτερα μέτρα παρεμβάσεως, θα μπορούσε κατ' αυτόν τον τρόπο να λάβει μέτρα με τα οποία θα αντιμετωπίζονταν άμεσα τα προβλήματα των παραγωγών και των εμπόρων. Αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, η ΚΥΔΕΠ ήθελε να χορηγήσει το Συμβούλιο σ' αυτήν, ή εν πάση περιπτώσει στον ελληνικό τομέα σιτηρών, ιδιαίτερη οικονομική αρωγή προς αντιστάθμιση των συνεπειών από το ατύχημα του Τσερνομπίλ.
15. Το Συμβούλιο αντικρούει την αιτίαση αυτή με τα ακόλουθα επιχειρήματα. Πρώτον, εκθέτει ότι τα κοινοτικά όργανα, όταν συνέβη το ατύχημα του Τσερνομπίλ, δεν είχαν τις απαραίτητες εξουσίες βάσει του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα δε δεν υφίστατο καμία διαδικασία για τον κατεπείγοντα καθορισμό, κατόπιν πυρηνικού ατυχήματος, των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων μολύνσεως των τροφίμων από ραδιενέργεια (18). Το άρθρο 2, παράγραφος β, της Συνθήκης ΕΚΑΕ ορίζει σαφώς ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας οφείλει να θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ασφαλείας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και να μεριμνά για την εφαρμογή τους. Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής εκδόθηκαν διάφορες οδηγίες το 1959, οι οποίες αργότερα τροποποιήθηκαν με την οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί τροποποιήσεως των οδηγιών για τον καθορισμό των βασικών κανόνων προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες (19). Εντούτοις, οι οδηγίες αυτές δεν περιέχουν κανόνες σχετικά με τον καθορισμό μεγίστων επιπέδων μολύνσεως των τροφίμων από ραδιενέργεια συνεπεία πυρηνικού ατυχήματος. Βεβαίως, στο άρθρο 45, παράγραφος 4, της προαναφερθείσας οδηγίας της 15ης Ιουλίου 1980 ορίζεται ότι "στην περίπτωση ατυχήματος, κάθε κράτος μέλος προβλέπει: α) στάθμες επεμβάσεως, τα μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν από τις αρμόδιες αρχές (...)". 'Αλλωστε, βάσει αυτής ακριβώς της διατάξεως τα κράτη μέλη καθόρισαν, αμέσως μετά το ατύχημα του Τσερνομπίλ, επί εθνικού επιπέδου μέγιστα όρια ανοχής. Επιπλέον, τα κράτη μέλη ανέλαβαν τη δέσμευση κατά τη θέσπιση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1707/86 να μην εφαρμόσουν επί των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη αυστηρότερα όρια ανοχής από αυτά που ίσχυαν για την εγχώρια παραγωγή τους (βλ. παράγραφο 7) και στην πράξη υιοθέτησαν τα μέγιστα όρια ανοχής που είχαν οριστεί για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες (βλ. παράγραφος 28).
Στην ίδια αλληλουχία, το Συμβούλιο υπογραμμίζει επίσης ότι το νομικό πλαίσιο που υφίστατο κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος του Τσερνομπίλ, και το οποίο στη συνέχεια αποδείχθηκε ανεπαρκές, ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των επιστημονικών γνώσεων της εποχής εκείνης. Πριν από το ατύχημα του Τσερνομπίλ επικρατούσε η γενικώς παραδεδεγμένη επιστημονική άποψη ότι τα αποτελέσματα από ένα πυρηνικό ατύχημα γίνονται αισθητά μόνον εντός μιας περιορισμένης γεωγραφικής ζώνης. Τα δύο σημαντικότερα πυρηνικά ατυχήματα μέχρι τότε, δηλαδή του Three Mile Island στις Ηνωμένες Πολιτείες και του Windscale στο Ηνωμένο Βασίλειο, είχαν πράγματι μόνο τοπικά αποτελέσματα. Κατά συνέπεια, την προσοχή συγκέντρωνε, όχι μόνον εντός της Κοινότητας αλλά και στο πλαίσιο των αρμόδιων διεθνών οργανισμών, μόνο το επίπεδο ακτινοβολίας στην οποία εκτίθεται απευθείας το ανθρώπινο σώμα σε περιπτώσεις ατυχήματος. Ειδικότερα, δεν υφίσταντο διεθνώς αναγνωρισμένες προδιαγραφές σχετικά με τα αποδεκτά επίπεδα ραδιενεργείας στα τρόφιμα. Μόνο το US Food and Drug Administration είχε καθορίσει προδιαγραφές από το 1982.
16. 'Οσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 δυνατότητα λήψεως ιδιαίτερων μέτρων παρεμβάσεως, το Συμβούλιο τονίζει ότι έγινε πράγματι χρήση της δυνατότητας αυτής, συγκεκριμένα δε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2751/88 της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 1988, περί ειδικού μέτρου παρεμβάσεως για τον σκληρό σίτο στην Ελλάδα (ανωτέρω, παράγραφος 11). Περαιτέρω, το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι ούτε η Συνθήκη ούτε ο κανονισμός 2727/75 το υποχρεώνουν να λάβει μέτρα για την άμεση οικονομική αντιστάθμιση ζημιών που υφίστανται οι παραγωγοί από φυσικές καταστροφές ή άλλα εξαιρετικά γεγονότα. Αντιθέτως, το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο γ, της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει σαφώς ότι επιτρέπονται στην περίπτωση αυτή ενισχύσεις από τα κράτη μέλη.
Τέλος, το Συμβούλιο έχει αμφιβολίες αν το άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΟΚ συνιστά υπέρτερο κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες, η παράβαση του οποίου μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη λόγω κανονιστικής δράσεως της Κοινότητας. Το Συμβούλιο αναφέρεται εν προκειμένω σε μια παρατήρηση του γενικού εισαγγελέα Capotorti κατά την οποία: "τα συμφέροντα αυτών τους οποίους αφορά η κοινή γεωργική πολιτική προστατεύονται βεβαίως, αλλά όχι υπό τη μορφή δικαιωμάτων." (20)
17. Μπορώ άνετα να συμφωνήσω με τα επιχειρήματα του Συμβουλίου. Η ΚΥΔΕΠ ουδόλως αποδεικνύει την ύπαρξη "κατάφωρης παραβάσεως υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες", αλλά και ούτε και καταδεικνύει ότι το Συμβούλιο "υπερέβη σοβαρώς τα όρια της ασκήσεως των εξουσιών του" (βλ. παράγραφος 12). Ανεξάρτητα και από το ζήτημα αν το άρθρο 39 συνιστά υπέρτερο κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες, νομίζω ότι από κάθε άποψη δεν μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη παράνομης ενέργειας ή παραλείψεως, πολύ λιγότερο δε για κατάφωρο πταίσμα. 'Οπως ορθώς τονίζει το Συμβούλιο, καμία απολύτως διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν υποχρεώνει το Συμβούλιο να λάβει μέτρα για την οικονομική αντιστάθμιση των ζημιών που υπέστη ο ελληνικός τομέας των σιτηρών συνεπεία του πυρηνικού ατυχήματος του Τσερνομπίλ. Ειδικότερα, μια τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να συναχθεί από τη γενική διάταξη του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπου αναφέρονται ως στόχοι της κοινής γεωργικής πολιτικής η εξασφάλιση ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό και η σταθεροποίηση των αγορών. Το άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 καθιστά δυνατή τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων παρεμβάσεως, αλλά δεν την επιβάλλει. Εξάλλου, η Επιτροπή έλαβε πράγματι ένα ιδιαίτερο μέσο παρεμβάσεως με τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 2751/88 υπέρ του σκληρού σίτου της εσοδείας 1986 καταγωγής Ελλάδος.
Νομίζω επίσης ότι το Συμβούλιο έχει δίκαιο όταν υποστηρίζει * χωρίς καμία συγκεκριμένη αντίκρουση εκ μέρους της ΚΥΔΕΠ * ότι, κατά το στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, όταν συνέβη το ατύχημα του Τσερνομπίλ, εναπόκειτο στα κράτη μέλη να καθορίσουν μέγιστα επίπεδα ραδιενεργού μολύνσεως στα τρόφιμα σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος. Η έλλειψη προηγουμένης θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων ή διαδικασίας για την επείγουσα θέσπιση των κανόνων αυτών δύσκολα μπορεί να προσαφθεί στα κοινοτικά όργανα * η ΚΥΔΕΠ εξάλλου, όπως αντιλαμβάνομαι, δεν κάνει κάτι τέτοιο * ενόψει του ότι το ατύχημα του Τσερνομπίλ και οι συνέπειές του αποτελούσαν σε μεγάλο βαθμό μια άγνωστη μέχρι τώρα κατάσταση.
18. Οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας έναντι της Επιτροπής. Σε συνάρτηση με την προαναφερθείσα αιτίαση κατά του Συμβουλίου η ΚΥΔΕΠ φρονεί ότι η Επιτροπή καθυστέρησε σημαντικά να υποβάλει πρόταση για μια οριστική ρύθμιση σχετικά με τη ραδιενεργό μόλυνση των τροφίμων. Κατά τη συνεδρίασή του της 30ής Μαΐου 1986, κατά την οποία υιοθετήθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1707/86, το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να διατυπώσει "χωρίς αναβολή" προτάσεις για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με, μεταξύ άλλων, τη ραδιενεργό μόλυνση των τροφίμων (βλ. ανωτέρω παράγραφο 7). Μόλις δεκατρείς μήνες αργότερα, στις 2 Ιουλίου 1987, η Επιτροπή ανακοίνωσε μια πρόταση η οποία κατέληξε στον κανονισμό (Ευρατόμ) 3954/87 (βλ. ανωτέρω παράγραφο 8).
Η Επιτροπή δεν αρνείται τα γεγονότα αυτά, αλλά υποστηρίζει ότι οι δεκατρείς μήνες συνιστούν εν προκειμένω ένα εύλογο χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί σε αδράνεια εκ μέρους της αλλά στον περίπλοκο χαρακτήρα του ζητήματος και στη διάσταση απόψεων των εμπειρογνωμόνων. 'Οπως δήλωσε και η ΚΥΔΕΠ στην απάντησή της προς το Συμβούλιο, η Επιτροπή διοργάνωσε, μεταξύ άλλων, στο διάστημα των δεκατριών αυτών μηνών ένα διεθνές συμπόσιο με 100 εμπειρογνώμονες από 27 χώρες και εκπροσώπους των αρμοδίων διεθνών οργανισμών.
Είμαι υποχρεωμένος να διαπιστώσω ότι η ΚΥΔΕΠ περιορίζεται απλώς στον ισχυρισμό ότι δεκατρείς μήνες αποτελούν υπερβολικά μακρύ διάστημα και επίσης ότι ουδόλως αντικρούει τα αντίθετα επιχειρήματα της Επιτροπής. Νομίζω εξάλλου ότι, αυτή καθαυτή, μια περίοδος δεκατριών μηνών δεν αποτελεί ιδιαίτερα μακρύ χρονικό διάστημα, όχι τουλάχιστον όταν πρόκειται για ένα περίπλοκο τεχνικό ζήτημα και ενόψει άγνωστων μέχρι τώρα περιστάσεων. Επομένως, το επιχείρημα αυτό της ΚΥΔΕΠ πρέπει να απορριφθεί.
19. Η ΚΥΔΕΠ προσάπτει περαιτέρω στην Επιτροπή ότι επιδείνωσε τα προβλήματα του ελληνικού τομέα των σιτηρών με την ανακοίνωση που διαβίβασε στα κράτη μέλη με το τηλετύπημα της 24ης Ιουλίου 1986 (βλ. ανωτέρω παράγραφο 10). Η διαβίβαση της ανακοινώσεως αυτής ήταν μια τελείως παράνομη ενέργεια και προκάλεσε σημαντικές ζημίες. Αυτό είχε ουσιαστικά ως αποτέλεσμα απαγόρευση προσφοράς στην παρέμβαση γεωργικών προϊόντων που περιείχαν ραδιενέργεια υπερβαίνουσα τα όρια ανοχής που αναφέρονταν στην ανακοίνωση αυτή ή απαγόρευση χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής.
Κατά την Επιτροπή, η ενέργεια αυτή δεν ήταν από καμία άποψη παράνομη. Το τηλετύπημα που περιείχε την ανακοίνωση πρέπει νομικώς να θεωρηθεί ως διευκρινιστικό ή ερμηνευτικό σημείωμα που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της αμοιβαίας τους διοικητικής συνεργασίας και με το οποίο υπενθύμισε στα κράτη μέλη τους κανόνες που ισχύουν σχετικά με τη χρηματοδότηση των γεωργικών δαπανών εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ. Και χωρίς αυτή την υπενθύμιση θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι κανόνες αυτοί.
20. Συμφωνώ με την επιχειρηματολογία της Επιτροπής. Είναι απολύτως φυσικό η Επιτροπή, στο πλαίσιο της αποστολής της να μεριμνά για την τήρηση του κοινοτικού δικαίου και να διαχειρίζεται το ΕΓΤΠΕ, να υπενθυμίζει στα κράτη μέλη τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που πρέπει και αυτά να εφαρμόζουν. Είναι επίσης φυσικό η Επιτροπή να διατυπώνει εν προκειμένω την ερμηνεία της, στο πλαίσιο της διοικητικής συνεργασίας με τα κράτη μέλη, ως προς την εφαρμογή των κανόνων που αφορούν τη χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * κανόνων τους οποίους η Επιτροπή οφείλει στη συνέχεια να εφαρμόζει στο πλαίσιο της ετήσιας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ (21).
Η βαλλόμενη ανακοίνωση που περιέχεται στο τηλετύπημα (για το πλήρες κείμενο βλ. παράγραφο 10) νομίζω εξάλλου ότι περιέχει μια αποδεκτή ερμηνεία των διατάξεων που παραθέτει ή στις οποίες αναφέρεται. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1569/77 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 1977, περί καθορισμού της διαδικασίας και των όρων αναλήψεως των σιτηρών από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (22) ορίζει στο άρθρο 2, παράγραφος 1:
"Για να γίνουν δεκτά στην παρέμβαση τα σιτηρά, πρέπει να είναι υγιή, ανόθευτα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη."
Ανάλογη διατύπωση έχει το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (23):
"Καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και, εάν τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή, όταν η χρησιμοποίησή τους γι' αυτόν τον σκοπό αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους."
Σε απόλυτη συμφωνία προς τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή εξέθεσε στην εν λόγω βαλλόμενη ανακοίνωση ότι γεωργικά προϊόντα των οποίων η ραδιενέργεια υπερβαίνει τα μέγιστα όρια που ορίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86 (βλ. παράγραφος 6) δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη καθώς και κατάλληλα για ανθρώπινη διατροφή κατά την έννοια των δύο προαναφερθεισών διατάξεων. Καθόσον μπορούν να θεωρηθούν αποδεκτά τα εν λόγω ανώτατα όρια (βλ. σχετικώς παράγραφοι 27-28), νομίζω ότι η ερμηνεία αυτή των διατάξεων είναι λογική.
21. Η ΚΥΔΕΠ αντικρούει αυτή την ερμηνεία, αναφερόμενη στη δεύτερη παράγραφο του προαναφερθέντος άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1569/77:
"Θεωρούνται ως υγιή, ανόθευτα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εφόσον έχουν το χρώμα που προσιδιάζει σ' αυτό το δημητριακό, χωρίς οσμή, ζώντα παράσιτα (συμπεριλαμβανομένων των ακαρίων), σε όλα τους τα στάδια της αναπτύξεως και εφόσον ανταποκρίνονται στα κριτήρια της ελαχίστης ποιότητας τα εμφαινόμενα στο παράρτημα."
Δεδομένου ότι στο παράρτημα δεν ορίζεται τίποτε ως προς τη ραδιενέργεια, συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι σιτηρά που έχουν μολυνθεί από ραδιενέργεια πρέπει να θεωρούνται ως υγιή, ανόθευτα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
Η προβαλλόμενη παράβαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
22. Το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, στο τέλος, ορίζει ότι η κοινή οργάνωση αγοράς "πρέπει (...) να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας". Κατά την ΚΥΔΕΠ, τα κοινοτικά όργανα παραβίασαν την εν λόγω αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επειδή δεν έλαβαν ιδιαίτερα μέτρα υπέρ του ελληνικού τομέα των σιτηρών. Το έδαφος της Ελλάδος επλήγη από τις συνέπειες του ατυχήματος του Τσερνομπίλ σε πολύ μεγαλύτερη έκταση απ' ό,τι η υπόλοιπη Κοινότητα. Επομένως, η έλλειψη ειδικών μέτρων για την Ελλάδα θα πρέπει να συνιστά δυσμενή διάκριση.
Η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως προκύπτει περαιτέρω, κατά την ΚΥΔΕΠ, από μια σύγκριση μεταξύ των δύο κανονισμών που υιοθέτησε το Συμβούλιο στις 22 Δεκεμβρίου 1987 (βλ. παράγραφος 8). Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3955/87 αυτής της ημερομηνίας διατήρησε τα μέτρα που είχαν ληφθεί προηγουμένως σε σχέση με γεωργικά προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες με μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα ραδιενέργειας 370 Bq/kg για το γάλα και 600 Bq/kg για όλα τα άλλα οικεία προϊόντα (βλ. παράγραφος 6). Ο κανονισμός (Ευρατόμ) 3954/87 της ίδιας ημερομηνίας προβλέπει αντιθέτως μεγαλύτερα ανώτατα όρια σε περίπτωση μελλοντικών ατυχημάτων, δηλαδή 1 000 Bq/kg για γαλακτοκομικά προϊόντα και 1 250 Bq/kg για άλλα τρόφιμα. Κατά την προσφεύγουσα, δεν υφίσταται κανένας αντικειμενικός λόγος για τη διαφορά αυτή.
Τέλος, η ΚΥΔΕΠ υποστηρίζει ότι η συνιστώσα διάκριση αντιμετώπιση του ελληνικού τομέα των σιτηρών μετά το ατύχημα του Τσερνομπίλ κατέστη δυσμενέστερη, επειδή η Επιτροπή, καίτοι τα σιτηρά δεν ήταν εμπορεύσιμα, εισέπραξε εντούτοις εισφορά συνυπευθυνότητας για 2 367 000 τόνους των εν λόγω ελληνικών σιτηρών.
23. Κατά τη γνώμη μου, η επιχειρηματολογία αυτή της ΚΥΔΕΠ είναι αλυσιτελής ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου: "Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάκριση συνίσταται στη διαφορετική μεταχείριση ταυτόσημων καταστάσεων ή στην ίδια μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων" (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, υπόθεση 8/82, Wagner, Συλλογή 1983, σ. 371) (24). Αυτό που ισχυρίζεται εν προκειμένω η ΚΥΔΕΠ είναι ότι ο ελληνικός τομέας των σιτηρών βρισκόταν σε διαφορετική κατάσταση αλλά αντιμετωπίστηκε εντούτοις κατά πανομοιότυπο τρόπο με την υπόλοιπη Κοινότητα. 'Οσον αφορά την πανομοιότυπη αντιμετώπιση, το Συμβούλιο τονίζει ότι ελήφθησαν πράγματι ειδικά μέτρα υπέρ της Ελλάδος, ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2751/88 (βλ. παράγραφος 11). 'Οσον αφορά τη διαφορετική κατάσταση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αναφέρονται στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν αποτελούσε τη μόνη περιοχή της Κοινότητας που είχε πληγεί σε σοβαρή έκταση από το ατύχημα του Τσερνομπίλ. Από τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή στο Δικαστήριο προκύπτει ότι δύο περιοχές της Κοινότητας, δηλαδή η Νότια Γερμανία και η Βόρεια Ιταλία εκτέθηκαν περισσότερο στο ραδιενεργό νέφος απ' ό,τι η Ελλάδα. Η ΚΥΔΕΠ απαντά συναφώς ότι τα αριθμητικά αυτά στοιχεία αφορούν τη μόλυνση του εδάφους και δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκη ευθέως προς τον βαθμό μολύνσεως γεωργικών προϊόντων. Η ΚΥΔΕΠ δεν προσκομίζει εντούτοις αριθμητικά στοιχεία ή άλλες ενδείξεις απ' όπου να προκύπτει ότι ο βαθμός μολύνσεως των γεωργικών προϊόντων, ειδικότερα των σιτηρών, ήταν μεγαλύτερος στην Ελλάδα απ' ό,τι στην υπόλοιπη Κοινότητα (25). Από αυτό συμπεραίνω ότι η ΚΥΔΕΠ δεν απέδειξε ότι ο ελληνικός τομέας των σιτηρών υπέστη δυσμενή διάκριση: καθόσον θα αποδεικνυόταν ότι η ελληνική κατάσταση ήταν διαφορετική από την κατάσταση των άλλων περιοχών της Κοινότητας, αυτό θα αντιμετωπιζόταν με τη λήψη ειδικών μέτρων υπέρ της Ελλάδος.
24. Δεν με πείθει ούτε το επιχείρημα της ΚΥΔΕΠ που στηρίζεται στη σύγκριση μεταξύ των δύο κανονισμών της 22ας Δεκεμβρίου 1987. 'Οπως ορθώς τονίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, πρόκειται για δύο κανονισμούς με διαφορετικό σκοπό και περιεχόμενο. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3955/87 αφορούσε ειδικά τις συνέπειες από το ατύχημα του Τσερνομπίλ. Τα καθορισθέντα με τον κανονισμό αυτόν ανώτατα επίπεδα ραδιενεργείας ήταν λογικά και δικαιολογημένα υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων και των τότε υφισταμένων επιστημονικών δεδομένων (βλ. κατωτέρω τις παραγράφους 27-28). Ο κανονισμός (Ευρατόμ) 3954/87, αντιθέτως, δεν περιλαμβάνει κανένα συγκεκριμένο μέτρο σε σχέση με ορισμένο γεγονός, αλλά θεσπίζει τη διαδικασία για τον καθορισμό των ανωτάτων επιπέδων ραδιενεργού μολύνσεως σε περίπτωση μελλοντικών πυρηνικών ατυχημάτων. Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού (βλ. ανωτέρω την παράγραφο 9) προκύπτει ότι οι αριθμοί που περιέχονται στο παράρτημα του κανονισμού ισχύουν εν αναμονή εκδόσεως ή σε περίπτωση μη εκδόσεως αποφάσεως για τον καθορισμό, σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ανωτάτων επιπέδων ραδιενεργείας. Δεδομένου ότι εδώ πρόκειται για ανώτατα όρια επικουρικού χαρακτήρα, η εφαρμογή των οποίων είναι προσωρινή μέχρις ότου υπάρξουν συγκεκριμένα στοιχεία, νομίζω ότι είναι φυσικό να είναι ευρέα. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί από τη σύγκριση των δύο αυτών ανωτάτων ορίων επικουρικού χαρακτήρα με τα ειδικά ανώτατα όρια του κανονισμού (ΕΟΚ) 3955/87 να συναχθεί η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως, επειδή τα δύο αυτά ανώτατα όρια στηρίζονται σε διαφορετικές υποθετικές περιπτώσεις, ειδικότερα δε στη συγκεκριμένη κατάσταση του Τσερνομπίλ και στη γενική υποθετική κατάσταση σε περίπτωση μελλοντικών ατυχημάτων αντιστοίχως.
25. Τελικώς, θεωρώ ότι η ΚΥΔΕΠ δεν αποδεικνύει ούτε ότι παραβιάστηκε η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επειδή εισπράχθηκε εισφορά συνυπευθυνότητας για τα σιτηρά τα οποία δεν μπόρεσαν να διατεθούν στην παρέμβαση. Το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986 (26), ορίζει ότι η εισφορά συνυπευθυνότητας ισχύει για σιτηρά που υφίστανται πρώτη μεταποίηση, αγορά στην παρέμβαση, ή εξαγωγή υπό μορφή σπόρων. 'Ομως, κατά την Επιτροπή, το σύνολο της ελληνικής σιτοπαραγωγής του 1986 και 1987 (των ετών κατά τα οποία προέκυψε το πρόβλημα της ραδιενεργείας) είτε υπέστη μεταποίηση είτε εξήχθη. Αυτό κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί χωρίς κίνδυνο, επειδή κατά τη μεταποίηση το επίπεδο της ραδιενεργείας κατέρχεται ή επειδή τα μολυνθέντα σιτηρά αναμίχθηκαν με άλλα σιτηρά, οπότε ο τελικός βαθμός ραδιενεργείας ήταν επαρκώς χαμηλός (27).
Η ΚΥΔΕΠ ουδόλως αντέκρουσε τους πραγματικούς αυτούς ισχυρισμούς της Επιτροπής, ούτε δε καν τους αμφισβήτησε.
Η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
26. Κατά την ΚΥΔΕΠ, λαμβάνοντας τα μέτρα που περιέχονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86 (βλ. την παράγραφο 6), τα κοινοτικά όργανα παραβίασαν την αρχή της αναλογικότητας Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή αυτή απαιτεί "τα μέτρα που επιβάλλονται με τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν τα προς αυτό απαιτούμενα όρια" (28).
Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1707/86, με αυτόν επιδιώκεται "να εισάγονται στην Κοινότητα γεωργικά και μεταποιημένα προϊόντα, που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή και τα οποία έχουν τυχόν μολυνθεί, μόνο σύμφωνα με κοινές διαδικασίες που θα διαφυλάττουν την υγεία των καταναλωτών, θα διατηρούν, χωρίς να πλήττουν ανώφελα τις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών, την ενότητα της αγοράς και θα αποτρέπουν τις εκτροπές του εμπορίου".
Αν αντιλαμβάνομαι ορθώς τα επιχειρήματά της, η ΚΥΔΕΠ ισχυρίζεται ότι τα ληφθέντα μέτρα υπερέβαιναν τα όρια που ήταν αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών αυτών, ειδικότερα δε ότι τα υιοθετηθέντα ανώτατα επίπεδα ραδιενεργού μολύνσεως (370 Bq/kg για το γάλα και 600 Bq/kg για όλα τα άλλα οικεία προϊόντα, μεταξύ των οποίων τα σιτηρά βλ. την παράγραφο 6) ήταν αυστηρότερα απ' ό,τι ήταν αναγκαίο για τη διασφάλιση της υγείας του καταναλωτή.
27. Δεν μου είναι απολύτως σαφές σε ποια βάση η ΚΥΔΕΠ θεωρεί ότι μπορεί να στηριχθεί η εν λόγω παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Σε άλλα τμήματα των ισχυρισμών της περιέχεται το επιχείρημα ότι τα καθορισθέντα ανώτατα επίπεδα δεν δικαιολογούνταν επιστημονικώς. Στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1707/86 το Συμβούλιο αναγνώρισε "ότι το θέμα των κατώτατων επιπέδων αναφοράς απαιτεί περαιτέρω επιστημονική μελέτη", πρόσθεσε όμως "ότι πρέπει, εντούτοις, να καθοριστούν, λόγω έκτακτων λόγων και σύμφωνα με επείγουσες διαδικασίες, προσωρινά ανώτατα επιτρεπόμενα όρια". 'Οπως δήλωσε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση * χωρίς να προβάλει καμία αντίκρουση η ΚΥΔΕΠ * ούτε σήμερα είναι δυνατό να λεχθεί ποιες αριθμητικές τιμές είναι επιστημονικώς ορθές και αναμφισβήτητες. Αυτό ήταν ακόμη λιγότερο δυνατόν αμέσως μετά το ατύχημα του Τσερνομπίλ το οποίο, όπως έχει ήδη πλειστάκις λεχθεί, αποτελούσε μια τελείως νέα και αναπάντεχη κατάσταση, όσον αφορά τη φύση των συνεπειών της. Η Επιτροπή υποστηρίζει * και πάλι χωρίς να αντικρουστεί από την ΚΥΔΕΠ * ότι στήριξε τις προτάσεις της σε όλα τα υφιστάμενα επιστημονικά στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και των αρχών στα διάφορα κράτη μέλη και στις τρίτες χώρες. Διάφορα κράτη μέλη και τρίτες χώρες είχαν πράγματι λάβει ήδη μέτρα ή ετοιμάζονταν να τα λάβουν, η αυστηρότητα δε εν προκειμένω των επιτρεπτών επιπέδων ραδιενέργειας εξηρτάτο από την ευαισθησία της κοινής γνώμης για το περιβάλλον στις διάφορες χώρες.
28. Φρονώ ότι τα κοινοτικά όργανα μπορούσαν, κατά τον καθορισμό ενιαίων μεγίστων ορίων ανοχής, να λάβουν υπόψη τις διαφορές αυτές ώστε τελικά να καταλήξουν σε έναν για όλα τα κράτη μέλη αποδεκτό μέσον όρο. Χάρη στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86 και τα άλλα μέτρα της Κοινότητας και των κρατών μελών επιτεύχθηκε πράγματι αυτός ο στόχος τόσον ως προς τις εισαγωγές από τρίτες χώρες όσο και ως προς το ενδοκοινοτικό εμπόριο: όπως τονίζει η Επιτροπή * και πάλι χωρίς να αντικρουστεί από την ΚΥΔΕΠ * όλα τα κράτη μέλη υιοθέτησαν για το εμπόριο εντός της Κοινότητας τα μέγιστα όρια ανοχής τα οποία είχαν καθοριστεί στον κανονισμό ως προς τις εισαγωγές από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ανωτέρω, παράγραφοι 6-7), είκοσι δε τρίτες χώρες υιοθέτησαν τους ίδιους κανόνες. Κατά τη γνώμη μου, από την κοινή αυτή αντίληψη μπορεί να συναχθεί η ένδειξη ότι τα μέγιστα όρια ανοχής που υιοθετήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86 δεν ήταν παράλογα ενόψει των πενιχρών πραγματικών και επιστημονικών δεδομένων της εποχής εκείνης. Δεδομένου ότι αργότερα δεν ανέκυψαν νέα στοιχεία από τα οποία να προέκυπτε ότι τα όρια αυτά δεν ήταν κατάλληλα, νομίζω ότι είναι ομοίως δικαιολογημένο το ότι τα μέγιστα όρια τα οποία υιοθετήθηκαν προσωρινώς στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86 επιβεβαιώθηκαν αργότερα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3955/87. Με επιφύλαξη του επιχειρήματος που αντλείται από τη σύγκριση με τον κανονισμό (Ευρατόμ) 3954/87, το οποίο έχω ήδη απορρίψει (παράγραφος 24), η ΚΥΔΕΠ δεν προβάλλει άλλωστε κανένα άλλο επιχείρημα από το οποίο να προκύπτει ότι τα μέγιστα αυτά όρια ήταν αυστηρότερα απ' ό,τι ήταν αναγκαίο. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται καμία απόδειξη για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Η αποκαλούμενη προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών
29. Η ΚΥΔΕΠ εκθέτει ότι τα μέγιστα όρια ανοχής, όπως καθορίστηκαν με τον κανονισμό 1707/86, αποτελούν μαρτυρία για προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών. 'Οπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω (παράγραφος 6), το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού όριζε ότι:
"η σωρευμένη μέγιστη ραδιενέργεια καισίου 134 και 137 δεν πρέπει να υπερβαίνει:
* 370 Bq/kg για το γάλα που υπάγεται στη διάκριση 04.01 και 04.02 του Κοινού Δασμολογίου καθώς και για τα τρόφιμα που προορίζονται για την ειδική διατροφή των βρεφών κατά τους πρώτους τέσσερις μέχρι έξι μήνες της ζωής τους, τα οποία ανταποκρίνονται μόνα τους στις ανάγκες διατροφής των προσώπων αυτής της κατηγορίας και τα οποία προσφέρονται στη λιανική πώληση σε συσκευασίες που αναγνωρίζονται εύκολα και φέρουν την ένδειξη 'παρασκευάσματα για βρέφη' ,
* 600 Bq/kg για όλα τα άλλα σχετικά προϊόντα."
Κατά την ΚΥΔΕΠ, η διάταξη αυτή περιέχει δύο σημαντικά κενά: πρώτον, ορίζει μόνο για το γάλα, και όχι για τα σιτηρά και τα άλλα προϊόντα, το μέγιστο επίπεδο ραδιενεργείας κατά το στάδιο της λιανικής πωλήσεως. Δεύτερον, η ραδιενέργεια μετρείται για τον σίτο, καίτοι ο σίτος δεν προορίζεται για άμεση κατανάλωση από τους ανθρώπους αλλά πάντοτε μετατρέπεται πρώτα σε άλευρο. 'Ομως, ο βαθμός ραδιενεργείας του αλεύρου υπολείπεται κανονικά κατά το ήμισυ του βαθμού ραδιενεργείας του σίτου όπως μετρείται στο περικάρπιο (τον φλοιό γύρω από τον σπόρο). Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι όλα αυτά σημαίνουν ότι το άλευρο αντιμετωπίζεται προφανώς πολύ ευνοϊκότερα απ' ό,τι ο σίτος.
30. Στο υπόμνημά του αντικρούσεως το Συμβούλιο αναφέρεται εκ νέου (βλ. ήδη την παράγραφο 15) στο γεγονός ότι κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος του Τσερνομπίλ δεν υφίσταντο διεθνώς αναγνωρισμένοι κανόνες σχετικά με τα επιτρεπτά επίπεδα ραδιενεργείας στα τρόφιμα. Οι κανόνες που υιοθέτησε το Συμβούλιο με τον κανονισμό 1707/86 στηρίζονταν σε όλα τα τότε διαθέσιμα στοιχεία: γνωματεύσεις εθνικών εμπειρογνωμόνων ως προς τη ραδιενέργεια και τα τρόφιμα, συστάσεις της Διεθνούς Επιτροπής Προστασίας από τις Ακτινοβολίες (CIPR) και οδηγίες του US Food and Drug Administration. Τα επίπεδα που προτάθηκαν αργότερα, τον Ιανουάριο 1987, από τον Food and Agriculture Organization (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας * FAO *) ήταν εξάλλου περίπου τα ίδια όπως αυτά που περιέχονται στον κανονισμό 1707/86.
Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή αναλύει ξεχωριστά τα δύο προβλήματα που αναφέρει η ΚΥΔΕΠ. 'Οσον αφορά τη διαφορετική αντιμετώπιση του γάλακτος σε σχέση προς όλα τα άλλα προϊόντα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι μόνο για το γάλα ήταν δυνατό να καθοριστεί ένας κανόνας με βάση το μεταποιημένο προϊόν, επειδή για άλλα προϊόντα, ειδικότερα για τον σίτο, υφίστανται τόσο διαφορετικές μέθοδοι μεταποιήσεως και τόσο διαφορετικοί προορισμοί ώστε δεν ήταν στην πράξη δυνατό να θεσπιστούν κανόνες για μεταποιημένα προϊόντα. Στο υπόμνημά της απαντήσεως η ΚΥΔΕΠ αναφέρει, χωρίς άλλες διευκρινίσεις, ότι δεν συμφωνεί με αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς. Επίσης όσον αφορά τη ξεχωριστή αντιμετώπιση του γάλακτος, η Επιτροπή τονίζει ότι ο κανόνας για το γάλα ήταν αυστηρότερος απ' ό,τι ο κανόνας για τα άλλα προϊόντα, μεταξύ των οποίων για τον σίτο, και επομένως δεν αντιλαμβάνεται τί συμφέρον μπορεί να έχει η ΚΥΔΕΠ βάλλοντας κατά της διαφοράς αυτής.
'Οσον αφορά τη φερόμενη ευνοϊκή αντιμετώπιση του γάλακτος σε σχέση με τον σίτο, η Επιτροπή βεβαιώνει ότι ο βαθμός ραδιενεργείας πράγματι μειώνεται σημαντικά, όταν ο σίτος μεταποιείται. 'Οπως είπα προηγουμένως (παράγραφος 25) και από αυτό επίσης διευκρινίζεται γιατί ο ελληνικός σίτος από τις εσοδείες 1986 και 1987 κατόρθωσε τελικά να διατεθεί στην αγορά. Η Επιτροπή όμως δεν αντιλαμβάνεται κατά ποίαν έννοια η ΚΥΔΕΠ θεωρεί ότι υπέστη ζημία.
31. Ενόψει της γενικότητας της επιχειρηματολογίας της ΚΥΔΕΠ, η οποία δεν περιέχει κανένα επιστημονικό ή άλλο πειστικό στοιχείο, και των αντίθετων επιχειρημάτων του Συμβουλίου και της Επιτροπής, έχω τη γνώμη ότι το αίτημα της ΚΥΔΕΠ πρέπει να απορριφθεί και ως προς αυτό το σημείο. Πράγματι, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το Συμβούλιο "υπερέβη προδήλως και σοβαρώς τα όρια της ασκήσεως των εξουσιών του". Συμμερίζομαι εξάλλου την αδυναμία κατανοήσεως της Επιτροπής όσον αφορά το συμφέρον που έχει η ΚΥΔΕΠ να προβάλει τα επιχειρήματά της αυτά.
Η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελευθερίας των εξαγωγών
32. Η ΚΥΔΕΠ ισχυρίζεται ότι οι ενέργειες και οι παραλείψεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ειδικότερα η μη έκδοση αποφάσεως βάσει του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την παρέμβαση, τις εξαγωγές και το ενδοκοινοτικό εμπόριο σιτηρών (βλ. ανωτέρω την παράγραφο 14) και η αποστολή του τηλετυπήματος της 24ης Ιουλίου 1986 από την Επιτροπή (παράγραφος 19), είχαν ως συνέπεια ότι εμποδίστηκε η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και η ελευθερία των εξαγωγών, ειδικότερα ως προς τον σίτο με επίπεδο ραδιενεργείας άνω των 600 Bq/kg.
33. 'Οπως υποστήριξε και ο δικηγόρος της ΚΥΔΕΠ κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν πρόκειται πράγματι για ξεχωριστή αιτίαση αλλά για συναγωγή συμπερασμάτων από άλλες αιτιάσεις ή για διευκρίνιση των αιτιάσεων αυτών. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αναφέρονται στους αμυντικούς ισχυρισμούς κατά των άλλων αιτιάσεων, ειδικότερα δε στους ισχυρισμούς τους κατά της προβαλλόμενης παραβάσεως του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΟΚ: η Κοινότητα δεν ήταν αρμόδια να λάβει δραστικότερα μέτρα από αυτά τα οποία έλαβε (βλ. ανωτέρω την παράγραφο 15), το επίμαχο τηλετύπημα ήταν απολύτως νόμιμο (παράγραφος 18) και το σύνολο των μέτρων που έλαβαν τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη εξυπηρέτησε στο μέτρο του δυνατού την ενότητα της αγοράς και το εμπόριο με τρίτες χώρες (παράγραφοι 27-28). Δοθέντος ότι η ΚΥΔΕΠ δεν προβάλλει κανένα άλλο επιχείρημα, μπορώ επίσης να αναφερθώ στις προηγούμενες εκτιμήσεις μου και να συναγάγω από αυτές το συμπέρασμα ότι το αίτημα της ΚΥΔΕΠ πρέπει να απορριφθεί και ως προς το σημείο αυτό.
Η προβαλλόμενη ζημία και η αιτιώδης συνάφεια
34. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ΚΥΔΕΠ, κατά τη γνώμη μου, δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι το Συμβούλιο και/ή η Επιτροπή διέπραξαν πταίσμα το οποίο μπορεί να στοιχειοθετήσει την ευθύνη τους βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί η προβαλλόμενη ζημία και η αιτιώδης συνάφεια, το δε αίτημα της ΚΥΔΕΠ πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Επειδή η επιχειρηματολογία της ΚΥΔΕΠ ως προς τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια δεν είναι απόλυτα σαφής * και παρέμεινε έτσι μετά την παροχή από την ΚΥΔΕΠ, κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου, συμπληρωματικών στοιχείων * δεν μπόρεσαν πράγματι το Συμβούλιο και η Επιτροπή να διατυπώσουν ήδη αναλυτικές παρατηρήσεις επί των επιχειρημάτων της ΚΥΔΕΠ που αφορούν τα σημεία αυτά. Αν το Δικαστήριο, διαφορετικά απ' ό,τι προτείνω, κρίνει ότι η ΚΥΔΕΠ απέδειξε επαρκώς την ύπαρξη πταίσματος εκ μέρους του Συμβουλίου και/ή της Επιτροπής, τότε θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να δοθεί στα εν λόγω όργανα η δυνατότητα να διατυπώσουν τα επιχειρήματά τους σχετικά με τα σημεία αυτά.
35. Βάσει όλων των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα της ΚΥΔΕΠ και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) * Η εν λόγω ανακοίνωση τύπου προσκομίζεται από την Επιτροπή ως παράρτημα στο υπόμνημά της αντικρούσεως.
(2) * Σύσταση της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 1986 προς τα κράτη μέλη σχετικά με τον συντονισμό των εθνικών μέτρων που έχουν ληφθεί όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα, μετά το ραδιενεργό νέφος που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική 'Ενωση (86/156/ΕΟΚ), ΕΕ 1986, L 118, σ. 28.
(3) * Απόφαση της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 1986, σχετικά με την αναστολή, για ορισμένες χώρες, της εγγραφής στον κατάλογο των τρίτων χωρών από τις οποίες τα κράτη μέλη επιτρέπουν την εισαγωγή ζώων του βοείου και χοιρείου είδους και νωπών κρεάτων (86/157/ΕΟΚ), ΕΕ 1986, L 120, σ. 66.
(4) * ΕΕ 1986, L 127, σ. 1.
(5) * Κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού του Συμβουλίου, η Επιτροπή θέσπισε δύο άλλους κανονισμούς, δηλαδή τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1505/86, της 16ης Μαΐου 1986, ΕΕ 1986, L 131, σ. 45, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1603/86, της 26ης Μαΐου 1986, ΕΕ 1986, L 140, σ. 24.
(6) * ΕΕ 1986, L 146, σ. 88.
(7) * Κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1707/86 του Συμβουλίου, η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1762/86, της 5ης Ιουνίου 1986, ΕΕ 1986, L 152, σ. 41.
(8) * 'Εγγραφο του Συμβουλίου 7357/86, σ. 2 προσκομίστηκε από το Συμβούλιο ως παράρτημα στο υπόμνημά του αντικρούσεως.
(9) * ΕΕ 1987, L 371, σ. 14.
(10) * Η ισχύς του κανονισμού αυτού παρατάθηκε αργότερα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4003/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, ΕΕ 1989, L 382, σ. 4. Στη συνέχεια, ο κανονισμός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 737/90 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1990, ΕΕ 1990, L 82, σ. 1. Ο τελευταίος αυτός κανονισμός, με διάρκεια ισχύος μέχρι τις 31 Μαρτίου 1995, διατηρεί τα ίδια μέγιστα όρια ανοχής, αλλά προβλέπει μια διαδικασία για την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως των προϊόντων των οποίων η ραδιενέργεια έχει μειωθεί στο επίπεδο που υφίστατο πριν από το ατύχημα του Τσέρνομπιλ.
(11) * ΕΕ 1987, L 371, σ. 11. Στον τίτλο του κανονισμού αναφέρεται ότι ο κανονισμός αποσκοπεί στον καθορισμό των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενέργειας στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές λόγω πυρηνικού ατυχήματος ή σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες .
(12) * Τηλετύπημα VS-S-1/1187/86/D1/GG/G8.
(13) * ΕΕ 1988, L 245, σ. 13.
(14) * 'Οπως ίσχυε κατόπιν τροποποιήσεως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, ΕΕ 1986, L 139, σ. 29 και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1097/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, ΕΕ 1988, L 110, σ. 7.
(15) * Απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι-3061, σκέψεις 12 και 13.
(16) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158.
(17) * Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 6.
(18) * 'Οπως προεκτέθηκε, η διαδικασία αυτή θεσπίστηκε μόλις με τον κανονισμό (Ευρατόμ) 3954/87 (ανωτέρω, παράγραφος 8).
(19) * Οδηγία 80/836/Ευρατόμ, ΕΕ ειδ. έκδ. 12/002, σ. 70.
(20) * Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti της 1ης Μαρτίου 1978 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 83/76, 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, HNL, Jurispr. 1978, σ. 1231.
(21) * Βλ. το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
(22) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 203.
(23) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70.
(24) * Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, 58/86, Cooperative agricole d' approvisionnement des Avirons, Συλλογή 1987, σ. 1525, σκέψη 15.
(25) * Το μόνο γεγονός στο οποίο αναφέρεται η ΚΥΔΕΠ είναι ότι μόνον η Ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε στο πλαίσιο του Συμβουλίου και της Επιτροπής των Μονίμων Αντιπροσώπων τη λήψη ειδικών μέτρων ενισχύσεως προς αντιστάθμιση των συνεπειών του ατυχήματος του Τσέρνομπιλ. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η ΚΥΔΕΠ αναφέρει ορισμένα έγγραφα του Συμβουλίου. Κατά το Συμβούλιο, πρόκειται για έγγραφα τα οποία κατά το άρθρο 18 του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 122) καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και για τα οποία δεν ζητήθηκε άδεια για να προσκομιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τα λάβει υπόψη του. 'Οπως και αν έχει το ζήτημα, το γεγονός ότι μια μόνο κυβέρνηση ζήτησε τη λήψη μέτρων δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη ότι ένα πρόβλημα έχει σημασία μόνο γι' αυτό το κράτος μέλος.
(26) * ΕΕ 1986, L 139, σ. 29.
(27) * Ως παράρτημα στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως η Επιτροπή προσκόμισε μια επιστημονική μελέτη όπου εκτίθενται οι δύο αυτές περιπτώσεις.
(28) * Απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1986, 116/82, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 2519, σκέψη 21.
Full & Egal Universal Law Academy