Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Δύο γαλλικές εταιρίες, που παρασκευάζουν ζωοτροφές με βάση ιδίως τον σίτο και οι οποίες επίσης εμπορεύονται σε ορισμένη έκταση σίτο, άσκησαν ενώπιον του tribunal de grande instance de Pau προσφυγή κατά των γαλλικών φορολογικών αρχών, ζητώντας την επιστροφή ενός φόρου υπέρ τρίτων που είχαν καταβάλει κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Ιουλίου 1986 και 31ης Μαΐου 1988. Οι εν λόγω εταιρίες προέβαλαν ότι ο φόρος είναι αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο.
Πρόκειται για έναν φόρο ο οποίος αποτέλεσε ήδη αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος που είχε υποβάλει ένα άλλο γαλλικό δικαστήριο. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του προδικαστικού αυτού ερωτήματος με την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991 στην υπόθεση C-235/90, SARL Aliments Morvan κατά Directeur des Services Fiscaux du Finistere (στο εξής: απόφαση Morvan).
2. Επομένως, το Δικαστήριο γνωρίζει ήδη αυτόν τον φόρο και για τον λόγο αυτό θα περιοριστώ να υπενθυμίσω με συντομία ότι τα κύρια χαρακτηριστικά του φόρου είναι τα εξής:
- ο φόρος εισπράττεται από τους επιφορτισμένους με τη συγκέντρωση και τους παραγωγούς και εισαγωγείς μαλακού ή σκληρού σίτου καθώς και
κριθής και αραβοσίτου που μεταπωλείται, χρησιμοποιείται ή εισάγεται
- ο φόρος καταβάλλεται κατά το χρονικό σημείο της μεταπωλήσεως, της επεξεργασίας ή της εισαγωγής
- ο φόρος δεν επιβάλλεται στα σιτηρά που εξάγονται
- ο φόρος επιβάλλεται ή αποδίδεται ως προς τα παράγωγα σιτηρών και τα μεταποιημένα προϊόντα που, αντιστοίχως, εισάγονται ή εξάγονται με βάση τις χρησιμοποιούμενες ποσότητες σιτηρών
- ο φόρος επιστρέφεται για σιτηρά που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αμύλου
- ο φόρος βαρύνει τους χρήστες των σιτηρών
- το προϊόν του φόρου χρησιμοποιείται για την κάλυψη των δαπανών αποθεματοποιήσεως του γαλλικού οργανισμού παρεμβάσεως, δηλαδή του ONIC
- ο συντελεστής του φόρου κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών ήταν 3 γαλλικά φράγκα (FF) ανά τόνο.
Ο συντελεστής του φόρου μειώθηκε προοδευτικά στη συνέχεια με αποτέλεσμα για την περίοδο 1990/91 να ήταν 0 FF.
Το προδικαστικό ερώτημα, επί του οποίου έπρεπε να αποφανθεί το Δικαστήριο στην υπόθεση Morvan, είχε διατυπωθεί τελείως γενικά. Το αιτούν δικαστήριο ζητούσε από το Δικαστήριο να του παράσχει τα αναγκαία στοιχεία κοινοτικού δικαίου προκειμένου να αποφανθεί ως προς το αν συμβιβάζεται ο γαλλικός φόρος με το κοινοτικό δίκαιο. Η προσφεύγουσα στην υπόθεση Morvan
είχε ζητήσει, όπως οι προσφεύγουσες της παρούσας υποθέσεως, την επιστροφή του φόρου που είχε καταβληθεί στην περίοδο μεταξύ 1ης Ιουλίου 1986 και 31ης Μαΐου 1988.
Στις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση Morvan εξετάστηκε το προδικαστικό ερώτημα υπό το φως ιδίως της οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών και του άρθρου 9 καθώς και του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ο γενικός εισαγγελέας Mischo, ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του στις 11 Ιουνίου 1991, εξέτασε επιπλέον τον φόρο και υπό το φως των διατάξεων των άρθρων 16 και 92 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο, με την απάντησή του επί του προδικαστικού ερωτήματος, περιορίστηκε να αναφερθεί στην οικεία οργάνωση αγοράς του γεωργικού τομέα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
"Το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, οι μηχανισμοί της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως προκύπτουν ιδίως, στον τομέα των σιτηρών, από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των σιτηρών, εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών μελών επιβολή φόρου πλήττοντος περιορισμένο αριθμό γεωργικών προϊόντων για μακρά χρονική περίοδο εφόσον ο εν λόγω φόρος μπορεί να παρακινήσει τους επιχειρηματίες να μεταβάλουν τη δομή της παραγωγής ή της καταναλώσεώς τους. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν ένας φόρος τον οποίο αφορά διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί είχε τέτοια αποτελέσματα."
3. Στην παρούσα υπόθεση, το tribunal de grande instance de Pau υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία ερωτήματα.
Το πρώτο αφορά την ερμηνεία της κατά τη Συνθήκη ΕΟΚ απαγορεύσεως επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό και εσωτερικών φόρων που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση.
Το δεύτερο αφορά τη σημασία των κοινοτικών κανόνων στον τομέα της γεωργίας.
Το τρίτο αφορά τη σημασία των κανόνων της Συνθήκης ΕΟΚ περί κρατικών ενισχύσεων.
Oι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση, διατυπώνουν κατ' ουσίαν απόψεις που αντιστοιχούν προς αυτές που υποστηρίχθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως Morvan.
4. Επομένως, μπορώ να περιορίσω σημαντικά τις παρατηρήσεις μου αναφερόμενος:
- στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Morvan, και
- στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo τις οποίες ανέπτυξε στο πλαίσιο της ίδια υποθέσεως.
Ως προς τη σημασία που έχουν οι κοινοτικοί γεωργικοί κανόνες για τον γαλλικό φόρο
5. Είναι αυτονόητο ότι στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί η ίδια απάντηση όπως αυτή που δόθηκε στο ερώτημα της υποθέσεως Morvan.
Ως προς την κατά τη Συνθήκη ΕΟΚ απαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό και εσωτερικών φόρων που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση
6. Μπορώ κυρίως να αναφερθώ στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo, ο οποίος πρότεινε στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα, ως προς την απαγόρευση αυτή, ως εξής:
"Το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην επιβολή φόρου όπως ο επίδικος στη διαφορά της κύριας δίκης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες:
- τα προκύπτοντα από τον φόρο αυτό έσοδα χρησιμοποιούνται πλήρως ή εν μέρει για την κάλυψη δαπανών από τις οποίες οφελούνται αποκλειστικά ημεδαποί παραγωγοί
- ο φόρος επιβάλλεται μεν κατά την εισαγωγή των παράγωγων προϊόντων σιτηρών, επιστρέφονται όμως όταν τα ίδια παράγωγα προϊόντα παράγονται στο εθνικό έδαφος
(...)"
Ενόψει πάντως των παρατηρήσεων που διατύπωσαν εν προκειμένω η Επιτροπή και οι προσφεύγουσες εταιρίες πρέπει να γίνουν και οι ακόλουθες συμπληρωματικές παρατηρήσεις:
'Οσον αφορά τη χρησιμοποίηση του προϊόντος του φόρου, είναι σκόπιμο να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τελευταία την εν προκειμένω νομολογία του με την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-78/90 έως C-83/90, Societe commerciale de l' Ouest κ.λπ., που αφορούσε γαλλικούς φόρους υπέρ τρίτων στα πετρελαιοειδή (βλ. σκέψεις 24 έως 27).
'Οσον αφορά τους κανόνες περί του χρονικού σημείου της επιβολής του φόρου, ο γενικός εισαγγελέας Mischo εξέτασε αν υφίστατο διαφορετική μεταχείριση, επειδή ο φόρος λόγω εισαγωγής επιβάλλεται κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής, ενώ ο φόρος για τα εγχώρια προϊόντα επιβάλλεται είτε κατά τη μεταπώληση είτε κατά τη επεξεργασία. Ο γενικός εισαγγελέας αρνήθηκε ότι υφίσταται διαφορετική μεταχείριση, θεωρώντας ότι "(...) το προϊόν φορολογείται κατά τη στιγμή της διαθέσεώς του στην κατανάλωση όσον αφορά τόσο την εγχώρια παραγωγή όσο και τις εισαγωγές". Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν ότι ο φόρος λόγω εισαγωγής επιβάλλεται στην πράξη νωρίτερα από τον φόρο για τα εγχώρια προϊόντα. Ακόμη και αν το ζήτημα δεν είναι πλήρως απαλλαγμένο αμφιβολιών, φρονώ πάντως ότι ο γενικός εισαγγελέας Mischo είχε πράγματι δίκαιο στα συμπεράσματά του. Ο φόρος για εγχώρια προϊόντα επιβάλλεται, όπως προαναφέρθηκε, όχι μόνο κατά την επεξεργασία αλλά και κατά τη μεταπώληση, δηλαδή όταν ο αγοραστής πωλεί
προς τις επιχειρήσεις επεξεργασίας ή άλλους εμπόρους. Κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να ληφθεί ως βάση ότι η εισαγωγή σιτηρών στη Γαλλία πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί στην πράξη προς μεταπώληση εγχωρίων σιτηρών. Στην πράξη, ο εξαγωγέας θα πρέπει να εξομοιώνεται προς την εγχώρια επιχείρηση που αγοράζει σιτηρά από τον παραγωγό.
'Οσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του φόρου, οι δύο προσφεύγουσες της κύριας δίκης και η Επιτροπή ισχυρίστηκαν ότι υφίσταται ένα ιδιαίτερο πρόβλημα στο μέτρο που ο γαλλικός φόρος συνιστά επίσης φορολόγηση προϊόντων που είναι παράγωγα προϊόντα ή μεταποιημένα προϊόντα σίτου (στο εξής: παράγωγα προϊόντα). To βασικό σημείο του προβλήματος είναι ότι ο φόρος που επιβάλλεται σε εισαγόμενα παράγωγα προϊόντα αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του φορολογικού βάρους που πλήττει έμμεσα τα γαλλικά παράγωγα προϊόντα λόγω του φόρου που καταβάλλεται για τα σιτηρά που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των παραγώγων προϊόντων. Ο φόρος επιβάλλεται στα εισαγόμενα παράγωγα προϊόντα, χωρίς να φορολογούνται άμεσα τα αντίστοιχα εγχώρια προϊόντα, η δε επιβολή φόρου στον εισαγωγέα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πληρωμή για υπηρεσία που του παρασχέθηκε από τη διοίκηση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο φόρος πρέπει, κατά τη γνώμη μου, ως προς το σημείο αυτό να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει προς την απαγόρευση που περιέχεται στο άρθρο 9 της Συνθήκης. Οι κανόνες που εξετάστηκαν εδώ προσομοιάζουν με τους κανόνες για τους οποίους επρόκειτο στην απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαΐου 1979, 132/78, Sarl Denkavit Loire κατά Γαλλικού Δημοσίου (τελωνειακής αρχής) Sml. 1979, σ. 1923). Το Δικαστήριο δέχθηκε στη σκέψη 8:
"Πρέπει πάντως να υπογραμμισθεί ότι για να εντάσσεται στο πλαίσιο γενικού συστήματος εσωτερικών επιβαρύνσεων η επιβάρυνση στην οποία υπόκειται ένα εισαγόμενο προϊόν πρέπει να πλήττει το εγχώριο και το πανομοιότυπο εισαγόμενο προϊόν με τον ίδιο φόρο στο ίδιο στάδιο εμπορίας, η δε γενεσιουργός αιτία του φόρου πρέπει επίσης να είναι η ίδια και για τα δύο προϊόντα. Δεν αρκεί, επομένως, η επιβάρυνση η οποία πλήττει το εισαγόμενο προϊόν να έχει ως σκοπό την αντιστάθμιση επιβαρύνσεως η οποία πλήττει το ομοειδές εγχώριο προϊόν - ή η οποία εβάρυνε το προϊόν αυτό ή το προϊόν του οποίου είναι παράγωγο σε στάδιο παραγωγής ή εμπορίας προηγούμενο από το στάδιο κατά το οποίο φορολογείται το εισαγόμενο προϊόν.
Ο μη χαρακτηρισμός ενός φόρου που επιβάλλεται λόγω της διελεύσεως των συνόρων ως επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος, ενώ δεν βαρύνει το ομοειδές εγχώριο προϊόν ή το επιβαρύνει σε διαφορετικά στάδια εμπορίας ή ακόμη βάσει διαφορετικής γενεσιουργού αιτίας του φόρου, επειδή η επιβάρυνση αυτή αποσκοπεί στην αντιστάθμιση εσωτερικής φορολογικής επιβαρύνσεως που βαρύνει το ίδιο προϊόν - πέραν του ότι αυτό δεν θα ελάμβανε υπόψη φορολογικές επιβαρύνσεις που έχουν βαρύνει το εισαγόμενο προϊόν στο κράτος μέλος προελεύσεως - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και χωρίς δυνατότητα εφαρμογής την απαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς."
7. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης προέβαλαν περαιτέρω ότι η επιστροφή του φόρου που επιβάλλεται εν πάση περιπτώσει κατά την εξαγωγή ορισμένων παραγώγων προϊόντων, αντίκειται προς τις διατάξεις του άρθρου 96 της Συνθήκης κατά το οποίο για τα προϊόντα που εξάγονται στο έδαφος ενός των κρατών μελών η επιστροφή εσωτερικών φόρων δεν μπορεί να είναι ανώτερη των εσωτερικών φόρων που τους έχουν επιβληθεί άμεσα ή έμμεσα. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης προβάλλουν προς στήριξη αυτής της απόψεως, μεταξύ άλλων, ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής είναι ανώτερη από τον φόρο που επιβάλλεται λόγω εισαγωγής αντιστοίχων προϊόντων. Είναι σαφές ότι το επιχείρημα αυτό δεν συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή της απαγορεύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 96 η οποία αφορά την επιστροφή λόγω εξαγωγής εσωτερικών φόρων που είναι ανώτερη από το ποσό του φόρου που επιβάλλεται άμεσα ή έμμεσα στα εξαγόμενα προϊόντα. Αντιθέτως, το επιχείρημα αυτό μπορεί ενδεχομένως να χρησιμεύσει εμμέσως ως επιβεβαίωση του γεγονότος ότι η επιστροφή φόρων λόγω εξαγωγής αντιβαίνει προς το άρθρο 96. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν αν συντρέχει πράγματι μία τέτοια κατάσταση η οποία συνιστά παράβαση του άρθρου 96 της Συνθήκης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από ορισμένες απόψεις η γαλλική φορολογική ρύθμιση μπορεί ενδεχομένως να αντίκειται προς τα άρθρα 9, 95 και 96 της Συνθήκης. Πρέπει πάντως να υπογραμμισθεί ότι η διαπίστωση μιας τέτοιας αντιθέσεως δεν συνεπάγεται ότι η φορολογική ρύθμιση αντίκειται στο σύνολό της προς το κοινοτικό δίκαιο. Η επιβολή του φόρου που αφορά τα
σιτηρά που παράγονται στη Γαλλία και μεταπωλούνται ή μεταποιούνται στη χώρα αυτή δεν επηρεάζεται από τους εν προκειμένω κοινοτικούς κανόνες.
Ως προς τη σημασία των περί κρατικών ενισχύσεων κανόνων της Συνθήκης για τον γαλλικό φόρο
8. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον ο φόρος, βάσει της χρησιμοποιήσεως του προϊόντος του και της ρυθμίσεως περί επιστροφής, πρέπει να θεωρηθεί ως αθέμιτη κρατική ενίσχυση κατά το άρθρο 92 της Συνθήκης.
Πρέπει προκαταρκτικό να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 2 της Συνθήκης δεν θεμελιώνει δικαιώματα για τους ιδιώτες τα οποία αυτοί μπορούν να επικαλούνται άμεσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αυτό δέχθηκε τελευταία το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-78/90 και C-83/90, Societe commerciale de l' Ouest κ.λπ. στην οποία, μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε:
"Πάντως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων προς την κοινή αγορά ούτε απόλυτο είναι ούτε απαλλαγμένο αιρέσεων. Η Συνθήκη, προβλέποντας με το άρθρο 93 τη συνεχή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή επιδιώκει η αναγνώριση του ενδεχομένου ασυμβιβάστου μιας ενισχύσεως προς την κοινή αγορά να προκύπτει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, από κατάλληλη διαδικασία για την κίνηση της οποίας υπεύθυνη είναι η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, οι ιδιώτες δεν μπορούν, επικαλούμενοι μόνο το άρθρο 92, να αμφισβητήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το ότι συμβιβάζεται μία ενίσχυση με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ζητήσουν από αυτά να αποφανθούν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, ως προς το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο (αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli και Volpi, προαναφερθείσα, και 78/76, Steinike, και Weinlig, Rec. 1977, σ. 595)." (σκέψη 33).
Ενδεχόμενο ουσιαστικό ασυμβίβαστο προς το άρθρο 92 μπορεί ασφαλώς να πατάσσεται από το εθνικό δικαστήριο, όταν το ασυμβίβαστο αυτό διαπιστώνεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που της παρέχουν τα άρθρα 92
και 93. Δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει μία τέτοια απόφαση σχετικά με τους εν προκειμένω κανόνες.
Το εθνικό δικαστήριο μπορεί επιπλέον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να ελέγχει αν κατά τη θέσπιση μιας εθνικής ρυθμίσεως περί κρατικής ενισχύσεως, που εμπίπτει στο άρθρο 92, έχει τηρηθεί η προϋπόθεση ενημερώσεως της Επιτροπής κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, όσον αφορά τα νέα μέτρα ενισχύσεως (1). Οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων παραβάσεις του άρθρου 93, παράγραφος 3.
Οι κανόνες της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων μπορούν, επομένως, να έχουν σημασία για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης, μόνο αν η γαλλική φορολογική ρύθμιση περιέχει πλήρως ή εν μέρει κρατικές ενισχύσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 92 και αν θεσπίστηκε κατά παράβαση των κανόνων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Από τη διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία ως προς το κατά πόσο η γαλλική φορολογική ρύθμιση, η οποία θεσπίστηκε αρχικά το 1953 και τροποποιήθηκε αργότερα κατ' επανάληψη, ανακοινώθηκε στην Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 93 πριν ή κατά την περίοδο που έχει σημασία για την έκδοση αποφάσεως στην κύρια δίκη.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο πρέπει καταρχάς να αποφανθεί ως προς το ζήτημα κατά πόσο η γαλλική φορολογική ρύθμιση περιέχει στοιχεία κρατικής ενισχύσεως που εμπίπτουν στο άρθρο 92. Η Επιτροπή και οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης προέβαλαν ότι η φορολογική ρύθμιση περιέχει
στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, ενώ ο γενικός εισαγγελέας Mischo καταλήγει στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Morvan στο αντίθετο συμπέρασμα.
Δεν νομίζω ότι η εξαιρετικά συνοπτική επιχειρηματολογία της Επιτροπής προς στήριξη της γνώμης της ή των απόψεων των προσφευγουσών δικαιολογεί διαφορετική αντίληψη από αυτήν που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας Mischo στις προτάσεις του.
Στην αλληλουχία αυτή είναι σκόπιμο επίσης να λεχθεί ότι η διαπίστωση ότι ένα ή περισσότερα στοιχεία της γαλλικής φορολογικής ρυθμίσεως μπορούν να συνιστούν κρατική ενίσχυση που θεσπίστηκε σε αντίθεση προς το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν σημαίνει ότι η γαλλική φορολογική ρύθμιση αντιβαίνει στο σύνολό της προς το κοινοτικό δίκαιο.
Πρόταση
9. Με βάση αυτές τις σκέψεις προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που του υπέβαλε το tribunal de grande instance de Pau ως ακολούθως:
"Το κοινοτικό δίκαιο έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε έναν φόρο όπως ο επίδικος στην κύρια δίκη, στην περίπτωση κατά την οποία:
- ο φόρος πλήττει έναν περιορισμένο αριθμό γεωργικών προϊόντων επί μακρά περίοδο, όταν ο φόρος μπορεί κατ' αυτόν τον τρόπο να ενθαρρύνει τους επιχειρηματίες στη μεταβολή της διαρθρώσεως της παραγωγής ή της καταναλώσεώς τους
- το προϊόν του φόρου χρησιμοποιείται πλήρως ή εν μέρει για την κάλυψη δαπανών που οφελούν αποκλειστικά τους εγχώριους παραγωγούς
- ο φόρος επιβάλλεται για παράγωγα προϊόντα που εισάγονται, ενώ αντίστοιχα εγχώρια προϊόντα δεν φορολογούνται άμεσα και
- η επιστροφή του φόρου, που πραγματοποιείται κατά την εξαγωγή παραγώγων προϊόντων, υπερβαίνει τον φόρο με τον οποίο επιβαρύνθηκαν άμεσα ή έμμεσα τα προϊόντα αυτά.
Δεν προέκυψαν στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να θεωρηθεί ότι ένας φόρος, όπως αυτός για τον οποίον πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, εμπίπτει στο άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ επιπλέον δε, το εθνικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αιτήματος με το οποίο ζητείται να αναγνωρισθεί ότι είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο μία υφιστάμενη κρατική ενίσχυση ως προς την οποία η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει απόφαση με την οποία να υποχρεώνει το οικείο κράτος μέλος να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει ή μια νέα ενίσχυση που θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) Βλ., π.χ., την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur des produits alimentaires, Syndicat national des negociants et transformateurs de saumon (Συλλογή 1991, σ. Ι-5505).
Full & Egal Universal Law Academy