ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 9ης Δεκεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Amtsgericht Tübingen (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 5, 7, 48, 52, 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ έναντι ορισμένων διατάξεων γερμανικού δικαίου, οι οποίες επιβάλλουν τον μεταγραμματισμό των ελληνικών ονομάτων με λατινικούς χαρακτήρες σύμφωνα με ένα λανθασμένο από φωνητικής απόψεως σύστημα.
2.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης είναι Έλληνας υπήκοος, ο οποίος ασκεί στο Altensteig (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), ως ελεύθερος επαγγελματίας, το επάγγελμα του μασσέρ και του βοηθού υδροθεραπευτή. Σύμφωνα με το ελληνικό πιστοποιητικό γεννήσεως του, το κύριο όνομα του είναι Χρήστος και το επώνυμο του Κωνσταντινίδης. Αυτός επιθυμεί όπως η με λατινικούς χαρακτήρες γραφή του ονοματεπωνύμου του είναι «Christos Konstantini-dis», για τον λόγο ότι η γραφή αυτή υποδεικνύει στους χρήστες της γερμανικής γλώσσας, όσον το δυνατόν πιστά, την ορθή προφορά του ονοματεπωνύμου του στα ελληνικά. Τονίζει επίσης ότι το ονοματεπώνυμο του γράφεται με λατινικούς χαρακτήρες με τον τρόπο αυτό στο ελληνικό διαβατήριο του.
3.
Την 1η Ιουλίου 1983, ο ενδιαφερόμενος νυμφεύθηκε μια Γερμανίδα υπήκοο ενώπιον του ληξιάρχου του Altensteig. Στο ληξιαρχικό βιβλίο γάμων το ονοματεπώνυμο του καταχωρίσθηκε ως «Christos Konstadinidis». Στις 31 Οκτωβρίου 1990 ζήτησε από το ληξιαρχείο να διορθωθεί το επώνυμο του από «Konstadinidis» σε «Konstantinidis». Η αίτηση αυτή διαβιβάστηκε, μέσω του Landratsamt Calw (εποπτεύουσα αρχή), στο Amtsgericht Tübingen, το οποίο έκρινε ότι, δυνάμει των συναφών διατάξεων του γερμανικού δικαίου, η εγγραφή του ονοματεπωνύμου στο ληξιαρχικό βιβλίο γάμων πρέπει να συμφωνεί με την εγγραφή που υπάρχει στο πιστοποιητικό γεννήσεως του Χρ. Κωνσταντινίδη. Για τον λόγο αυτό ζήτησε και έγινε μετάφραση του πιστοποιητικού γεννήσεως από επισήμως εξουσιοδοτημένο μεταφραστή, ο οποίος εφάρμοσε ευσυνειδήτως ένα σύστημα μεταγραμματισμού που έχει αναπτύξει η Διεθνής Οργάνωση Τυποποιήσεως (ISO) ( 1 ) δυνάμει του οποίου το ονοματεπώνυμο του αιτούντος καθίσταται «Hrestos Konstantinides», με οριζόντιο στίγμα πάνω από το γράμμα «e» του κυρίου ονόματος και πάνω από το «ο» και «e» του επωνύμου. Κατόπιν αυτού, το Landsratsamt Calw υπέβαλε αίτηση για να επέλθει διόρθωση στο ληξιαρχικό βιβλίο γάμων, ώστε η με λατινικούς χαρακτήρες γραφή να ανταποκρίνεται στο σύστημα μεταγραμματισμού ISO (με τη μόνη επιφύλαξη ότι τα οριζόντια στίγματα θα πρέπει να αντικατασταθούν με οξείες ( 2 )).
4.
Το Amtsgericth Tübingen κρίνει ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, το όνομα του αιτούντος πρέπει να καταχωρισθεί στο ληξιαρχικό βιβλίο γάμων ως «Hréstos Konstantinidés», ακόμη και αν η γραφή αυτή ουδόλως αρέσει στον προσφεύγοντα και δεν παρέχει σαφή ιδέα της προφοράς του ονοματεπωνύμου του στα ελληνικά. Το Amtsgericht Tübingen καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό ακολουθώντας την κατωτέρω συλλογιστική. Κατά το γερμανικό δίκαιο, τα καταχωρι-σθέντα στα ληξιαρχικά βιβλία ονοματεπώνυμα πρέπει να συμφωνούν με τα ονοματεπώνυμα που υπάρχουν στο πιστοποιητικό γεννήσεως. Τα βιβλία τηρούνται στη γερμανική γλώσσα και χρησιμοποιείται το γερμανικό ή λατινικό αλφάβητο. Τα ξένα ονοματεπώνυμα που γράφονται σε γλώσσα που χρησιμοποιεί διαφορετικό αλφάβητο πρέπει να αποδίδονται όσον το δυνατόν με μεταγραμματισμό, δηλαδή κάθε χαρακτήρας του ξένου αλφαβήτου πρέπει να αποδίδεται με τον αντίστοιχο χαρακτήρα του λατινικού αλφαβήτου. Στην περίπτωση των ελληνικών ονοματεπωνύμων πρέπει να χρησιμοποιείται ένα σύστημα μεταγραμματισμού που συνιστά η ISO. Αυτό είναι σύμφωνο προς το άρθρο 3 της Διεθνούς Συμβάσεως περί του τρόπου καταχωρίσεως στα ληξιαρχικά βιβλία των επωνύμων και των κυρίων ονομάτων (Σύμβαση αριθ. 14 της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Καταστάσεως) της 13ης Σεπτεμβρίου 1973(Bundesgesetzblatt 1976 II, σ. 1473). Το άρθρο 3 προβλέπει τα εξής:
«Όταν μια πράξη πρέπει να συνταχθεί σε ληξιαρχικό βιβλίο από Αρχή συμβαλλομένου κράτους και προσάγεται για τον σκοπό αυτό αντίγραφο ή απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως ή άλλο έγγραφο στο οποίο τα επώνυμα και τα κύρια ονόματα είναι γραμμένα με χαρακτήρες άλλους από εκείνους της γλώσσας στην οποία πρόκειται να συνταχθεί η πράξη, τα επώνυμα αυτά και τα κύρια ονόματα θα αντιγράφονται χωρίς καμία μετάφραση, με μεταγραμματισμό σε όση έκταση αυτό είναι δυνατό.
Εάν υπάρχουν κανόνες, που τους συνιστά η Διεθνής Οργάνωση Τυποποίησης (ISO), οι κανόνες αυτοί πρέπει να εφαρμόζονται.»
Όπως είδαμε, υφίσταται πράγματι κανόνας ISO για τον μεταγραμματισμό των ελληνικών ονομάτων και, κατ' εφαρμογή του κανόνα αυτού, το ονοματεπώνυμο του προσφεύγοντος γράφεται «Hréstos Konstantinidés».
5.
Το Amtsgericht Tübingen κρίνει ότι, αν o Χρ. Κωνσταντινίδης υποχρεούται να δεχθεί τη γραφή του ονόματος του σύμφωνα με τον κανόνα ISO εντός του ληξιαρχικού βιβλίου γάμων, είναι δυνατόν να θιγούν τα δικαιώματα που του απονέμει το κοινοτικό δίκαιο. Για τον λόγο αυτό, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1)
Βλάπτονται, κατά την έννοια των άρθρων 48, 52, 59 επ. της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τα δικαιώματα ενός μη μισθωτού ή μισθωτού εργαζομένου πολίτη κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά παράβαση των άρθρων 5 και 7 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, λόγω του ότι αυτός υποχρεώνεται εντός άλλου κράτους μέλους να δεχθεί, παρά τη δηλωθείσα βούληση του, την εγγραφή του ονοματεπωνύμου του στα ληξιαρχικά βιβλία της χώρας υποδοχής, κατ' απόκλιση από τη φωνητική γραφή, με τέτοιο τρόπο γραφής, ώστε αυτό να μεταβάλλεται και να παραμορφώνεται κατά την προφορά του·
συγκεκριμένα: λόγω του ότι το ελληνικό όνομα Cliristos Konstantinidis (άμεση φωνητική μεταγραφή) γίνεται: “Hréstos Konstantinidés”;
2)
Παραβλάπτονται κατ' αυτόν τον τρόπο η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που θεσμοθετούνται με τα άρθρα 52, 59 και 60 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας;»
Ο μεταγραμματισμός των ονομάτων εν γένει
6.
Προτού να εξεταστούν τα νομικά ζητήματα που ετέθησαν με τα ανωτέρω διατυπωθέντα ερωτήματα, ίσως να είναι σκόπιμο να εξεταστεί το γενικό πρόβλημα της μεταφοράς των ονομάτων από το ένα αλφάβητο στο άλλο. Η προσέγγιση που συνηθέστερα υιοθετείται μπορεί να χαρακτηριστεί ως φωνητική γραφή. Κατά τη μέθοδο αυτή καταβάλλεται προσπάθεια μεταφοράς του ονόματος από την πρωτότυπη γλώσσα (εν προκειμένω την ελληνική) σε συγκεκριμένη γλώσσα (στην προκειμένη περίπτωση τη γερμανική) κατά τρόπο που να επισημαίνονται στους έχοντες ως μητρική τη συγκεκριμένη γλώσσα οι ήχοι που συμφωνούν όσον το δυνατό περισσότερο με την ορθή προφορά του ονόματος. Το πλεονέκτημα της μεθόδου αυτής έγκειται στο ότι το όνομα διαστρεβλώνεται από φωνητική άποψη όσον το δυνατό λιγότερο. Το μειονέκτημα έγκειται στο ότι, αν το αλφάβητο στο οποίο μεταφέρεται το όνομα χρησιμοποιείται από περισσότερες γλώσσες και οι αξίες που αποδίδονται σε μερικά από τα γράμμματα αυτά ποικίλλουν από τη μια γλώσσα στην άλλη, μπορεί να απαιτείται διαφορετική ορθογραφία για κάθε γλώσσα. Οι συγγραφείς και εκδότες, οι οποίοι προδήλως δεν έχουν την ίδια θεώρηση του ζητήματος με τον ληξίαρχο του Altensteig ή την ISO, δεν φαίνονται να ανησυχούν πολύ λόγω της απουσίας ενιαίου μεταγραμματισμοΰ των ξένων ονομάτων. Έτσι, οι ισπανικές εφημερίδες ομιλούν για τον Jomeini ενώ, στις περισσσό-τερες χώρες, ο πρώην αγιατολλάχ αναφέρεται με το όνομα Khomeini οι Γάλλοι δημοσιογράφοι γράφουν Eltsine, ενώ οι Άγγλοι δημοσιογράφοι γράφουν Yeltsin το όνομα του τελευταίου προέδρου της Σοβιετικής Ενώσεως γράφεται κατά διαφόρους τρόπους ως Gorbachov, Gorbatschow και Gorbaciov και ο γνωστός σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο συνθέτης υπό το όνομα Tchaikovsky καλείται στην Ιταλία Ciaikovski. Αυτές οι διαφορές, προδήλως, φάνηκαν λιγότερο παραδεκτές στην ISO, όταν αυτή ανέλαβε να επεξεργαστεί ένα σύστημα μεταγραμματισμού των ελληνικών ονομάτων που θα ίσχυε εντός όλων των χωρών που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο.
7.
Καταρχήν, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει ότι ένα σύστημα μεταγραμματισμοΰ των ελληνικών ονομάτων με λατινικούς χαρακτήρες είναι ανώτερο από ένα άλλο. Όμως, εφόσον ο Χρ. Κωσταντινίδης παραπονείται ουσιαστικά για τον απαράδεκτο βαθμό φωνητικής διαστρεβλώσεως που οφείλεται στην εφαρμογή επί του ονόματος του του συστήματος ISO, είναι ενδιαφέρον να εξετασθούν εν συντομία τα αποτελέσματα του συστήματος αυτού στην πράξη. Αν το κείμενο περί του συστήματος ISO, που υποβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εφαρμοζόταν εν γένει, αναμφίβολα αυτό θα διαστρέβλωνε σοβαρά τη γραφή πολλών ελληνικών ονομάτων. Αυτό είναι, από πολλές απόψεις, περίεργο και ανακριβές. Για παράδειγμα, το ελληνικό γράμμα «β», το οποίο πράγματι στην αρχαία εποχή μπορεί να ηχούσε όπως το b της αγγλικής λέξεως big, στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα προφέρεται όπως το ν της λέξεως very. Όμως το σύστημα ISO επιμένει ότι πρέπει να αποδίδεται ως b. Η επίδραση αντιλήψεων σχετικά με την προφορά των ελληνικών της κλασσικής εποχής διαφαίνεται επίσης στον προτεινόμενο τρόπο αποδόσεως των φωνηέντων «η» και «υ», τα οποία προφέρονται αμφότερα, στα νέα ελληνικά, όπως το φωνήεν της αγγλικής λέξεως sheep. Κατά το σύστημα ISO το «η» (ήτα) πρέπει να αποδίδεται ως e (με ένα οριζόντιο στίγμα πάνω από αυτό) και το «υ» (ύψιλον) ως u το πρώτο μπορεί να ταιριάζει φωνητικά σε έναν Άγγλο και το δεύτερο να ταιριάζει σε έναν Ουαλλό, αλλά κανένα από τα δύο δεν μεταφέρει την αξία των ελληνικών γραμμάτων στους γερμανόφωνους. Επιπλέον, το σύστημα ISO παραβλέπει το γεγονός ότι το γράμμα «υ» (ύψιλον) προφέρεται όπως το αγγλικό ν ή f όταν προηγείται αυτού το «α» ή το «ε». Αυτά δεν είναι τα μόνα μειονεκτήματα. Το σύστημα ISO προβαίνει στον μεταγραμματισμό του ελληνικού «γ» με το λατινικό g, αγνοώντας το γεγονός ότι το παχύ «γ» είναι ουρανικό και ότι το λεπτό «γ» προφέρεται όπως το «y» στην αγγλική λέξη «yes». Το γράμμα «θ», το οποίο προφέρεται όπως το th στην αγγλική λέξη «thing», πρέπει να αποδίδεται με το t φέρον οριζόντιο στίγμα επ' αυτού. Ασφαλώς είναι δύσκολο να υποδειχθεί ο ήχος αυτός σ' έναν γερμανόφωνο, δεδομένου ότι στη γλώσσα του δεν υπάρχει. Όμως περισσότερο καθιερωμένα συστήματα μεταγραμματισμού γράφουν th στη θέση του «θ», ίσως επειδή τα γράμματα αυτά έχουν την ενδεδειγμένη αξία σε τουλάχιστον μια σημαντική γλώσσα (δηλαδή την αγγλική) και ίσως επειδή οι γερμανικές λέξεις που προέρχονται από ελληνικές λέξεις περιέχουσες το γράμμα «θ» γράφονται με tli (π.χ. Theologie). Άλλα ελληνικά σύμφωνα, τα οποία διαστρεβλώνονται από το σύστημα ISO, είναι το «χ» (ο μεταγραμματισμός του οποίου επέρχεται με το h, ενώ το ch θα ήταν πιο ορθόδοξο και πιο πιστό φωνητικά για έναν γερμανόφωνο) και το «ψ», το οποίο ηχεί ως ps, όπως στην αγγλική λέξη «tips», αλλά μεταγραμματίζεται σύμφωνα με το σύστημα ISO με το p φέρον οριζόντιο στίγμα επ' αυτού.
8.
Ένα καλό παράδειγμα του διαστρεβλωτικού αποτελέσματος του συστήματος ISO αποτελεί το όνομα Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929, ακραίος υπερασπιστής της χρήσεως της ελληνικής δημοτικής γλώσσας). Ο συνήθης μεταγραμματισμός του ονόματος είναι «Yannis Psycharis», αλλά, κατά το σύστημα ISO, το όνομα αυτό καθίσταται «Giannés Puharés» ( 3 ) (αν υποτεθεί ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται οξείες αντί των οριζοντίων στιγμάτων), πράγμα που είναι εσφαλμένο από κάθε άποψη. Η πιο ακατανόητη πλευρά του συστήματος ISO είναι ίσως η χρησιμοποίηση οριζοντίων στιγμάτων πάνω από ορισμένα γράμματα. Τα σημεία αυτά στερούνται οποιασδήποτε σημασίας, εκτός της περιπτώσεως αναγνώστη εξοικειωμένου με το σύστημα ISO, και σίγουρα δεν πληροφορούν τον μη μεμυημένο αναγνώστη ότι το t είναι δασύ ή ότι το p πρέπει να προφέρεται ps. Επιπλέον, πολλές γραφομηχανές και μηχανές επεξεργασίας κειμένων δεν μπορούν, όπως είδαμε, να αναπαράγουν τα σημεία αυτά, πράγμα το οποίο εξηγεί χωρίς αμφιβολία γιατί οι γερμανικές αρχές θέλουν να εγγράψουν τον προσφεύγοντα με το όνομα «Hréstos Konstantinidés», με τρεις οξείες μη προβλεπόμενες από το σύστημα ISO. Πρέπει αληθώς να διερωτηθούμε για τα πλεονεκτήματα ενός συστήματος μεταγραμματισμού που χρησιμοποιεί διακριτικά σημεία που ξεπερνούν τις τεχνικές δυνατότητες μιας συνήθους γραφομηχανής.
9.
Βάσει των προηγουμένων παρατηρήσεων, είναι εύκολο να συναχθεί ότι, αν το σύστημα μεταγραμματισμού ISO χρησιμοποιείται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ή, πράγματι, σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος), πολλά ελληνικά ονόματα — περιλαμβανομένου αυτού του προσφεύγοντος — θα γράφονται κατά τρόπο παρέχοντα εντελώς εσφαλμένη εντύπωση όσον αφορά την πραγματική προφορά τους. Πράγματι, ορισμένα ονόματα θα παραμορφωθούν σε σημείο να μη αναγνωρίζονται.
Η προβαλλόμενη προσβολή των κατά το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων του προσφεύγοντος
10.
Αν και το Amtsgericht Tübingen υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ξεχωριστά ερωτήματα, μου φαίνεται ότι στην πραγματικότητα αυτά αποτελούν ένα μόνο ερώτημα: δηλαδή, αν υπήκοος κράτους μέλους, ο οποίος εγκαταστάθηκε ως ανεξάρτητος εργαζόμενος εντός άλλου κράτους μέλους όπου χρησιμοποιείται διαφορετικό αλφάβητο, δικαιούται δυνάμει των άρθρων 7 και 52 της Συνθήκης να εναντιωθεί σε μεταγραμματισμό του ονόματος του, ενόψει της εγγραφής του στα ληξιαρχικά βιβλία, ο οποίος παραμορφώνει κατάφωρα την προφορά του ονόματος αυτού.
11.
Τα άρθρα 48, 59 και 60 της Συνθήκης δεν φαίνονται να είναι λυσιτελή εν προκειμένω, εφόσον ο προσφεύγων είναι ανεξάρτητος εργαζόμενος και εγκατεστημένος μονίμως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Υπό την ιδιότητα αυτή, τα δικαιώματα του καθορίζονται από το άρθρο 52. Εν πάση περιπτώσει, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η κατάσταση θα ήταν σε μεγάλο βαθμό παρόμοια αν επρόκειτο για εργαζόμενο καλυπτόμενο από το άρθρο 48 ή για έναν παρέχοντα υπηρεσίες καλυπτόμενο από το άρθρο 59. Κατά τη γνώμη μου, δεν χρειάζεται ουδόλως να εξεταστεί χωριστά το άρθρο 5· αν ο προσφεύγων δικαιούται να εναντιωθεί στην παραμορφωμένη γραφή του ονόματος του δυνάμει των άρθρων 7 και 52, το δικαίωμα αυτό θα έχει άμεσα αποτελέσματα.
12.
Η Επιτροπή, καθώς και η Γερμανική και η Ελληνική Κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, επιπλέον δε όλες εκπροσωπήθηκαν κατά την προφορική διαδικασία. Ο Χρ. Κωνσταντινίδης δεν κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις αλλά έδωσε στο Δικαστήριο τη σπάνια ευκαιρία να ακούσει έναν διάδικο αγορεύοντα, όταν αυτός παρέστη αυτοπροσώπως κατά την προφορική διαδικασία. Το κύριο επιχείρημα του, το οποίο παρουσίασε κατά τρόπο ευκολονόητο, με ευφράδεια και συντομία που πολλοί επαγγελματίες δικηγόροι θα έπρεπε να μιμηθούν, είναι ότι το «Hréstos Konstantinidés» αποτελεί υβριστική παρωδία του ονόματος του, καθιστά αδύνατη την προφορά και προσβάλλει τα θρησκευτικά αισθήματα του. Ανέφερε επίσης ότι, δεδομένου ότι οι πελάτες του τον γνώριζαν από οκταετίας με το όνομα «Christos Konstantinidis», πρέπει τώρα να υφίσταται είτε την ενόχληση να τους λέει ότι φέρει νέο όνομα είτε τη σύγχυση που προκαλεί η χρήση διαφορετικών ονομάτων για διαφορετικούς σκοπούς.
13.
Ο Χρ. Κωνσταντινίδης υποστηρίζεται από την Επιτροπή και την Ελληνική Κυβέρνηση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα πρόσωπο που βρίσκεται στην κατάσταση του Χρ. Κωνσταντινίδη μπορεί να είναι θύμα έμμεσης διακρίσεως ασυμβίβαστης προς τα άρθρα 7 και 52, εάν υποχρεούται να χρησιμοποιεί τον παραμορφωτικό μεταγραμματισμό του ονόματος του στην επαγγελματική του ζωή και έχει, επομένως, λόγους να φοβάται ουσιαστική μείωση των εσόδων, και εάν είναι πιθανό ότι θα συναντήσει διοικητικές δυσκολίες λόγω της διαφορετικής ορθογραφίας του ονόματος του. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι είναι δυνατόν να προσβάλλονται τα ανθρώπινα δικαιώματα όσον αφορά τον Χρ. Κωνσταντινίδη αν η υποχρεωτική χρήση του παραμορφωτικού μεταγραμματισμού βλάπτει το δικαίωμα του ελεύθερης κυκλοφορίας που εγγυάται η Συνθήκη.
14.
Η Ελληνική Κυβέρνηση αποδοκιμάζει σθεναρώς το σύστημα μεταγραμματισμού που συνιστά η ISO. Προτιμά έναν άλλο κανόνα που θέσπισε ο Ελληνικός Οργανισμός Τυποποιήσεως (ΕΛΟΤ-743), ο οποίος εφαρμόζεται στην Ελλάδα και έγινε αποδεκτός από το NATO και τα Ηνωμένα Έθνη. Θεωρεί ότι η επιμονή των γερμανικών αρχών στη χρησιμοποίηση του κανόνα ISO προσβάλλει καταφανώς τα δικαιώματα που αναγνωρίζουν στους ιδιώτες τα άρθρα 7, 48, 52 και 59 της Συνθήκης.
15.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Σύμβαση της 13ης Σεπτεμβρίου 1973 και ο κανόνας μεταγραμματισμού που συνιστά η ISO έχουν ως αντικείμενο την εξασφάλιση της ομοιομορφίας και της ασφάλειας δικαίου: εγγυώνται ότι η γραφή των ελληνικών ονομάτων είναι πανομοιότυπη εντός όλων των κρατών μελών και ότι τα μεταφρασμένα ελληνικά ονόματα μπορούν να μετατρέπονται εκ νέου στα ελληνικά. Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι και η Ελληνική Δημοκρατία προσεχώρησε στη Σύμβαση της 13ης Σεπτεμβρίου 1973. Οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση την οποία μπορεί να υφίστανται οι Έλληνες υπήκοοι δικαιολογείται αντικειμενικώς, εφόσον είναι αναγκαία για να καθίστανται κατανοητά τα ελληνικά ονόματα εντός άλλων χωρών.
16.
Κατά την προφορική διαδικασία, η Γερμανική Κυβέρνηση μετέβαλε κάπως τη θέση της. Ο εκπρόσωπος της ανέφερε το άρθρο 2, παράγραφος 1, της προπαρατεθείσας συμ-βάσεοος της 13ης Σεπτεμβρίου 1973, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Όταν πρέπει να συνταχθεί μια πράξη σε ληξιαρχικό βιβλίο από Αρχή ενός συμβαλλομένου κράτους και προσάγεται για τον σκοπό αυτόν αντίγραφο ή απόσπασμα μιας ληξιαρχικής πράξεως ή άλλο έγγραφο που φέρει τα επώνυμα και τα κύρια ονόματα γραμμένα με χαρακτήρες όμοιους με εκείνους της γλώσσας στην οποία πρέπει να συνταχθεί η πράξη, τα επώνυμα αυτά και τα κυρία ονόματα θα αντιγράφονται κατά γράμμα, χωρίς τροποποίηση ούτε μετάφραση.»
Τα γερμανικά δικαστήρια έκριναν πάντοτε ότι η αναφορά σε ένα «άλλο έγγραφο» περιορίζεται στα ληξιαρχικά έγγραφα και δεν περιλαμβάνει, επομένως, τα διαβατήρια ούτε τις ταυτότητες. Κατόπιν αυτού, το Amtsgericht Tübingen δεν επέτρεψε να καταχωριστεί το όνομα του προσφεύγοντος στο ληξιαρχικό βιβλίο γάμων σύμφωνα με τη λατινική γραφή που είχε χρησιμοποιηθεί στο ελληνικό διαβατήριο του. Ο εκπρόσωπος της Γερμανικής Κυβερνήσεως πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι, στις 11 Σεπτεμβρίου 1992, η γενική συνέλευση της Διεθνούς Επιτροπής Προσωπικής Καταστάσεως θέσπισε ψήφισμα, κατά το οποίο η αναφορά, στο άρθρο 2 της Συμβάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 1973, σε άλλο έγγραφο που φέρει το όνομα ενός προσώπου περιλαμβάνει τα επίσημα έγγραφα όπως είναι τα διαβατήρια. Η Γερμανική Κυβέρνηση έχει την πρόθεση να απευθύνει οδηγίες στους υπαλλήλους της ζητώντας τους, πράγματι, να συμμορφωθούν προς το ψήφισμα αυτό, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι τα γερμανικά δικαστήρια θα δεχθούν την εν λόγω ερμηνεία της συμβάσεως. Ο εκπρόσωπος της Γερμανικής Κυβερνήσεως δέχεται ότι θα υπήρχε παράβαση της Συνθήκης αν ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους, του οποίου το όνομα είναι γραμμένο' με λατινικούς χαρακτήρες στο διαβατήριο του, υποχρεωνόταν να δεχθεί διαφορετική ορθογραφία του ονόματος του.
17.
Προκειμένου να καθοριστεί αν το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει στον Χρ. Κωνσταντινίδη να αντιταχθεί σε ειδικό μεταγραμματισμό του ονόματος του, είναι αναγκαίο να εξεταστεί: α) αν υφίσταται μορφή δυσμενούς διακρίσεως λόγω της εθνικότητας, η οποία απαγορεύεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 52 της Συνθήκης· β) αν, ακόμη και σε περίπτωση που δεν υπάρχει καμία δυσμενής διάκριση, προσεβλήθη το δικαίωμα του όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως δυνάμει του άρθρου 52 της Συνθήκης, ιδίως, επειδή η μεταχείριση της οποίας αυτός έτυχε συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του που προστατεύονται από το κοινοτικό δίκαιο.
α) Το ζήτημα της δυσμενούς διακρίσεως
18.
Ως προς το ζήτημα της δυσμενούς διακρίσεως είναι αναγκαίο να εξεταστεί i) αν οι Έλληνες υπήκοοι τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως σε σχέση προς τους Γερμανούς υπηκόους ή τους υπηκόους άλλων κρατών μελών, ii) αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης iii) αν δικαιολογείται αντικειμενικά λόγω της διαφορετικής καταστάσεως των Ελλήνων υπηκόων από αυτήν άλλων υπηκόων. Θα εξετάσω χωριστά καθένα από τα σημεία αυτά.
19.
Η Επιτροπή παρατηρεί ορθώς ότι ο Χρ. Κωνσταντινίδης δεν υφίσταται άμεση (ή πρόδηλη) δυσμενή διάκριση, εφόσον το γερμανικό δίκαιο δεν προβλέπει ρητώς μια μορφή μεταχειρίσεως για τους Έλληνες υπηκόους και μια άλλη για τους υπηκόους άλλων κρατών μελών. Ακόμη και αν ο Χρ. Κωνσταντινίδης είχε πολιτογραφηθεί Γερμανός υπήκοος, και πάλι το ονοματεπώνυμο του θα έπρεπε να μεταγραμματισθεί κατά τον Còlo τρόπο. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο Χρ. Κωνσταντινίδης μπορεί, εντούτοις, να είναι θύμα έμμεσης (ή συγκεκαλυμμένης) διακρίσεως, εφόσον οι γερμανικοί κανόνες που επιβάλλουν τον μεταγραμματισμό, σύμφωνα με ορισμένο τρόπο, των γραμμένων με λατινικούς χαρακτήρες ονομάτων είναι πιο πιθανό ότι μπορούν να επηρεάσουν τους Έλληνες υπηκόους απ' ότι τους Γερμανούς υπηκόους ή τους υπηκόους οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους. Βεβαίως είναι πάγια αποδεκτό ότι οι κανόνες της Συνθήκης περί απαγορεύσεως οποιασδήποτε διακρίσεως επεκτείνονται τόσο στις μορφές συγκεκαλυ-μένης διακρίσεως όσο και στις μορφές πρόδηλης διακρίσεως (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu, Συλλογή τόμος 1974, σ. 87, σκέψη 11).
20.
Κατά τη γνώμη μου, η πρακτική των γερμανικών αρχών μπορεί να καταλήξει σε συγκεκαλυμένη διάκριση σε βάρος των Ελλήνων υπηκόων. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων υπηκόων που πάνε να ζήσουν και να εργαστούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα πρέπει, επειδή το ελληνικό πιστοποιητικό γεννήσεως τους φέρει ονοματεπώνυμα γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες, να ανεχθούν τον υποχρεωτικό μεταγραμματισμό του ονόματος τους σύμφωνα μ' ένα σύστημα που δεν λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες τους στο συγκεκριμένο θέμα και το οποίο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια σε απαράδεκτο βαθμό διαστρέβλωση. Πολύ λίγοι υπήκοοι οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, περιλαμβανομένης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, θα επηρεαστούν από τους γερμανικούς κανόνες περί του υποχρεωτικού μεταγραμματισμού, διότι τα ονόματα τους θα έχουν γραφεί με λατινικούς χαρακτήρες από τη γέννηση τους. Επομένως, οι 'Ελληνες υπήκοοι υφίστανται στην πράξη διαφορετική μεταχείριση σε σχέση προς τους υπηκόους άλλων κρατών μελών.
21.
Δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι η αναγνωρισθείσα πιό πάνω διαφορετική μεταχείριση εμπίπτει καταρχήν στο πεδίο της εφαρμογής της Συνθήκης, όπως απαιτείται για την εφαρμογή της απαγορεύσεως του άρθρου 7. Ένα πρόσωπο το οποίο πηγαίνει σε ένα άλλο κράτος μέλος, ασκώντας τα δικαιώματα που του απονέμονται από τις διατάξεις των άρθρων 48 έως 66 της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία, «βρίσκεται σε κατάσταση διεπόμενη από το κοινοτικό δίκαιο» και οφείλει ως τοιούτο να τυγχάνει «απολύτως ίσης μεταχειρίσεως με τους υπηκόους του κράτους μέλους» (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan, Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 10). Το γεγονός ότι οι κανόνες που διέπουν την εγγραφή των ονοματεπωνύμων στα ληξιαρχικά βιβλία υπάγονται καταρχήν μάλλον στο εθνικό δίκαιο παρά στο κοινοτικό δίκαιο ασφαλώς δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε δυσμενής διάκριση απορρέουσα από τους κανόνες αυτούς αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Η διαπίστωση αυτή απορρέει σαφώς από τη σκέψη 19 της αποφάσεως Cowan.
22.
Μπορεί να υποστηριχτεί ότι ορισμένες διαφορές στη μεταχείριση, ειδικά οι τυχαίες διαφορές που οδηγούν σε συγκεκαλυμένη δυσμενή διάκριση, δεν είναι αρκετά σοβαρές ώστε να εμπίπτουν στις απαγορεύσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη. Η Επιτροπή φαίνεται να υπαινίσσεται ότι η δυσμενής διάκριση, την οποία υφίστανται εν προκειμένω οι Έλληνες υπήκοοι, απαγορεύεται μόνο αν συνεπάγεται σαφές και συγκεκριμένο μειονέκτημα για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως, για παράδειγμα, μπορεί να συμβαίνει αν αυτό είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιεί την ανεπιθύμητη γραφή του ονοματεπωνύμου του για εμπορικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς και υφίσταται απώλεια εσόδων λόγω του ότι βλάπτεται το κύρος του ή αν αντιμετωπίζει δυσχέρειες διοικητικής φύσεως.
23.
Δεν είναι σαφές αν ο Χρ. Κωνσταντινίδης υποχρεούται να χρησιμοποιεί τη διαστρεβλωμένη γραφή για επαγγελματικούς και κοινωνικούς σκοπούς, καθώς και στις συνήθεις σχέσεις του με τις γερμανικές αρχές, ή αν η γραφή αυτή είναι υποχρεωτική μόνο στα ληξιαρχικά βιβλία γάμων και στα παρόμοια έγγραφα. Βεβαίως, αν ο Χρ. Κωνσταντινίδης υφίστατο οικονομική ζημία επειδή είναι υποχρεωμένος να ασκεί το επάγγελμα του χρησιμοποιώντας ένα διαστρεβλωμένο όνομα, το επιχείρημα ότι τα θέματα για τα οποία παραπονείται είναι τόσο συνηθισμένα και ασήμαντα ώστε να εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, θα καθίστατο αβάσιμο.
24.
Όμως, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη πραγματικής ζημίας, σαφούς και συγκεκριμένης φύσεως, προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή η απαγόρευση διακρίσεως. Το κοινοτικό δίκαιο δεν θεωρεί τον διακινούμενο εργαζόμενο (ή τον ανεξάρτητο διακινούμενο εργαζόμενο) απλώς ως έναν οικονομικό συντελεστή και παράγοντα παραγωγής δικαιούμενο των ιδίων όρων μισθού και εργασίας με αυτούς των υπηκόων του κράτους υποδοχής· τον θεωρεί ως ένα ανθρώπινο ον που δικαιούται να ζει στο κράτος αυτό «υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρεπείας» (βλ. την 5η αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού ΕΟΚ 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33) και να αποφεύγει κάθε διαφορετική μεταχείριση που μπορεί να καταστήσει τη ζωή του λιγότερο άνετη, από υλική και ψυχολογική άποψη, από αυτήν των ιθαγενών. Η άποψη αυτή στηρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Για παράδειγμα, με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 137/84, Mutsch (Συλλογή 1985, σ. 2681), το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας διακινούμενος εργαζόμενος, ο οποίος έχει διωχθεί ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, πρέπει να έχει τα ίδια δικαιώματα, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της γλώσσας, με τους υπηκόους του κράτους υποδοχής.
25.
Αν ο Χρ. Καινσταντινίδης υποχρεούται να ονομάζεται «Hréstos Konstantinidés» στο πλαίσιο των σχέσεων του με τις γερμανικές αρχές, με τους πελάτες του ή τις εταιρίες από τις οποίες λαμβάνει ο ίδιος αγαθά ή υπηρεσίες (για παράδειγμα όταν ασφαλίζει το αυτοκίνητο του ή ανοίγει τραπεζικό λογαριασμό), στην περίπτωση αυτή θα έλεγα ότι, ακόμη και χωρίς απόδειξη πραγματικής οικονομικής ζημίας, η αναστάτωση και η δυσαρέσκεια, τις οποίες εξαναγκάζεται με τον τρόπο αυτό να υφίσταται, αρκούν για να έχει το δικαίωμα να επικαλείται τις προβλεπόμενες από τη Συνθήκη απαγορεύσεις.
26.
Ίσως ο Χρ. Κωνσταντινίδης δεν υποχρεούται νομικώς να χρησιμοποιεί τη δυσάρεστη γραφή του ονοματεπωνύμου του στο πλαίσιο της κοινωνικής και επαγγελματικής ζωής του, και ίσως αυτή απαιτείται μόνο στα ληξιαρχικά έγγραφα (γεννήσεως, γάμου, θανάτου κλπ). Θα μπορούσε να υποστηριχθεί, αν αυτό συνέβαινε (όπως παρατήρησα η κατάσταση δεν είναι εντελώς σαφής) και η ανεπιθύμητη γραφή ήταν υποχρεωτική μόνο στα σκονισμένα αρχεία του κράτους ή σε ορισμένα αντίγραφα ή ορισμένα έγγραφα που μπορεί να μένουν καταχωνιασμένα στο βάθος ενός συρταριού, ότι δεν υπάρχει επομένως λόγος διαμαρτυρίας. Δεν συμφωνώ. Η γέννηση, ο γάμος και ο θάνατος είναι τα πιο σημαντικά και τα πιο ιερά γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου. Οι εγγραφές που γίνονται στα ληξιαρχικά βιβλία προκειμένου να καταχωρισθούν τα γεγονότα αυτά και τα αντίστοιχα πιστοποιητικά που χορηγούνται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχουν τόσο πρόδηλη σημασία, ώστε ο διακινούμενος εργαζόμενος θα πρέπει να δικαιούται να ζητεί, όπως κάθε πολίτης του κράτους υποδοχής, να προσδιορίζεται η ταυτότητα του ορθώς στα έγγραφα αυτά και να βλέπει το ονοματεπώνυμο του γραμμένο κατά τρόπο που να μη τον θίγει ούτε να τον προσβάλλει. Από μια καθαρά πρακτική άποψη, θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί ότι, ακόμη και αν ο Χρ. Κωνσταντινίδης είναι νομικώς ελεύθερος να γράφει το όνομα του όπως του αρέσει για κοινωνικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, αναπόφευκτα θα δεχθεί κάποια πίεση να χρησιμοποιεί την ορισθείσα γραφή για τα επίσημα έγγραφα· διαφορές όσον αφορά τη γραφή του ονόματος του μεταξύ των εγγράφων αυτών και της καθημερινής πρακτικής του θα μπορούσαν να τον ενοχλήσουν και να τον στενοχωρήσουν και θα ήταν αιτία περιττής συγχύσεως για όλους τους ενδιαφερομένους. Κατά την προφορική διαδικασία, ο Χρ. Κωνσταντινίδης υποστήριξε πατά τρόπο πειστικό ότι θα τον στενοχωρούσε πολύ αν υποχρεωνόταν να δεχτεί δύο διαφορετικές ταυτότητες: μια για επίσημη χρήση στο πλαίσιο των σχέσεων του με το Γερμανικό Κράτος και την άλλη για κοινωνική και επαγγελματική χρήση.
27.
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι εν τέλει δεν έχει σημασία αν η διαστρεβλωμένη γραφή του ονοματεπωνύμου του Χρ. Κωνσταντινίδη απαιτείται στα επίσημα έγγραφα ή αν αυτός υποχρεούται επίσης να τη χρησιμοποιεί στο πλαίσιο των κοινωνικών και εμπορικών σχέσεων του ή αν υφίσταται λόγω αυτού οικονομική ζημία. Ακόμη και όσον αφορά την εγγραφή στα επίσημα ληξιαρχικά βιβλία δικαιούται να τύχει της ιδίας μεταχειρίσεως με τους Γερμανούς υπηκόους, εκτός αν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
28.
Η Γερμανική Κυβέρνηση, η οποία δέχεται ότι οι Έλληνες υπήκοοι αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, καθόσον μόνο τα δικά τους ονοματεπώνυμα υφίστανται μεταγραμματισμό, υποστηρίξει ότι η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά για τον λόγο ότι είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάγνωση των ελληνικών ονομάτων εντός περιοχών που ομιλούν άλλες γλώσσες. Δεν συμφωνώ με το επιχείρημα αυτό. Προφανώς, δικαιολογείται απολύτως να απαιτείται όπως τα ονοματεπώνυμα των Ελλήνων διακινουμένων εργαζομένων γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες εντός των ένδεκα κρατών μελών που δεν χρησιμοποιούν το ελληνικό αλφάβητο. Διαφορετικά θα ήταν ακατανόητα για τους περισσοτέρους υπαλλήλους και πολίτες του κράτους υποδοχής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται αντικειμενικώς να γράφονται τα ελληνικά ονοματεπώνυμα σύμφωνα με μια μη φωνητική γραφή, παράλογη, αυθαίρετη, ασυμβίβαστη προς την πάγια πρακτική και προσβλητική για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
29.
Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν προσπαθεί να υποστηρίξει τα πλεονεκτήματα του συστήματος μεταγραμματισμού ISO. Αντ' αυτού, προσπαθεί να δικαιολογήσει τη χρήση του συστήματος αυτού, ισχυριζόμενη ότι αυτό προβλέπεται από διεθνή σύμβαση (στην οποία και η Ελληνική Δημοκρατία έχει προσχωρήσει) και εξασφαλίζει με τον τρόπο αυτό τη συνοχή και την ομοιομορφία εφόσον τα ελληνικά ονοματεπώνυμα θα γράφονται κατά τον ίδιο τρόπο εντός όλων των συμβαλλομένων κρατών. Το επιχείρημα αυτό εμφανίζει αρκετές αδυναμίες. Πρώτον, μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν η ομοιομορφία είναι αναγκαία ή επιθυμητή. Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν διευκρινίζει ποια θα είναι τα προβλήματα αν ο μεταγραμματισμός των ελληνικών ονοματεπωνύμων μπορεί να ποικίλλει από χώρα σε χώρα, ανάλογα με τις διαφορετικές φωνητικές αξίες που αποδίδονται στους λατινικούς χαρακτήρες. Δεν υπαινίσσεται ότι η δημοσιονομική απάτη και η απάτη στον τομέα της ασφαλίσεως, ή η εγκληματικότητα εν γένει, θα διευκολύνονται μεγάλως. Δεύτερον, η εν λόγω σύμβαση δεν εξασφαλίζει στην πραγματικότητα την ομοιομορφία, αφού μόνο επτά κράτη (από τα οποία πέντε είναι κράτη μέλη) προσεχώρησαν σε αυτήν ( 4 ). Τρίτον, ακόμη και αν η ομοιομορφία ήταν επιθυμητή, δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό τι θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επίτευξη της μέσω ενός συστήματος μεταγραμματισμού που προκαλεί σοβαρή φωνητική διαστρέβλωση, ανεξάρτητα από την γλώσσα που αποτελεί τον στόχο. Είναι αμφίβολο ότι υπάρχει μια γλώσσα στον κόσμο, κατά την οποία τα γραπτά ονόματα «Hréstos» και«Puharés» θα προφέρονται κατά τρόπο αμυδρά ομοιάζοντα προς τα ελληνικά ονόματα Χρήστος (Christos) και Ψυχάρης (Psycharis).
30.
Τέλος, δεν πιστεύω ότι η κατάσταση άλλαξε πολύ με την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση της 13ης Σεπτεμβρίου 1973. Είναι ίσως περίεργο ότι η Ελληνική Κυβέρνηση αντιτίθεται τώρα στη χρησιμοποίηση ενός συστήματος μεταγραμματισμού, το οποίο προβλέπεται, εμμέσως, από μια σύμβαση στην οποία είναι η ίδια συμβαλλόμενο μέρος. Μια δυνατή εξήγηση είναι το ότι η Ελληνική Κυβέρνηση, όταν προσεχώρησε στη Σύμβαση στις 19 Μαρτίου 1987, δεν εγνώριζε ότι η ISO θα ενέκρινε αργότερα ένα σύστημα μεταγραμματισμού το οποίο η ίδια αποδοκιμάζει σφόδρα. Οπωσδήποτε, είναι σαφές ότι αν ο Χρ. Κωνσταντινίδης δικαιούται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου να αντιταχθεί στην εσφαλμένη γραφή του ονόματος του, δεν μπορεί να στερηθεί του δικαιώματος αυτού λόγω της Συμβάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 1973 ή λόγω της προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην εν λόγω σύμβαση το 1987.
β) Το ζήτημα των θεμελιωδών δικαιωμάτων
31.
Εφόσον από τις προηγούμενες σκέψεις μου έπεται ότι η υπόθεση αυτή μπορεί να διευθετηθεί βάσει της δυσμενούς διακρίσεως, κατά τη γνώμη μου δεν είναι απολύτως αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Εντούτοις, εφόσον το ερώτημα ανέκυψε και έχει γενική σημασία, θα το εξετάσω λεπτομερώς.
32.
Το Amtsgericht Tübingen παρατηρεί με τη διάταξη του περί παραπομπής ότι η στάση των γερμανικών αρχών έναντι του Χρ. Κωνσταντινίδη θα μπορούσε να συνιστά προσβολή του γενικού δικαιώματος του επί της προσωπικότητας του. Πρόκειται, ενδεχομένως, για αναφορά στο άρθρο 2 του Grundgesetz (γερμανικό Σύνταγμα), κατά το οποίο κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει την προσωπικότητα του αρκεί να μη προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και να μη ενεργεί κατά παράβαση της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας ηθικής. Το γερμανικό δικαστήριο ίσως έχει επίσης κατά νουν το άρθρο 1, παράγραφος 1, του Grundgesetz, το οποίο ορίζει ότι η αξιοπρέπεια του προσώπου είναι απαραβίαστη και πρέπει να προστατεύεται από όλα τα κρατικά όργανα.
33.
Η Επιτροπή αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 2 του Grundgesetz, καθώς και στα άρθρα 5 και 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το άρθρο 5 αναγνωρίζει το δικαίωμα της ελευθερίας και της ασφάλειας, ενώ δυνάμει του άρθρου 8 κάθε πρόσωπο δικαιούται του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απαίτηση να προφέρεται το όνομα κάποιου κατά έναν ειδικό τρόπο μπορεί υπό ορισμένες περιστάσεις να προσβάλλει θεμελιώδη δικαιώματα προστατευόμενα από το κοινοτικό δίκαιο. Ειδικότερα, αυτό θα συμβεί αν αυτή η απαίτηση θίγει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας που εγγυάται η Συνθήκη.
34.
Κατά τη γνώμη μου, δύο ζητήματα πρέπει να εξεταστούν. Πρώτον, είναι αναγκαίο να αποφασιστεί αν η μεταχείριση του Κωνσταντινίδη, όσον αφορά τη γραφή του ονοματεπωνύμου του, είναι ασυμβίβαστη προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή προς οποιοδήποτε άλλο επίσημο κείμενο ή συνταγματική αρχή σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου, την τήρηση των οποίων το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίζει εντός της σφαίρας του κοινοτικού δικαίου. Αν αυτό συμβαίνει, θα πρέπει, δεύτερον, να καθοριστεί αν το απλό γεγονός ότι ο Κωνσταντινίδης ασκεί το δυνάμει του άρθρου 52 της Συνθήκης δικαίωμα του εγκαταστάσεως αρκεί για να αχθεί η υπόθεση εντός της σφαίρας του κοινοτικού δικαίου για τον σκοπό αυτό, δηλαδή, αν τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να τηρούν τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που ασκούν τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας που τους απονέμει η Συνθήκη.
35.
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου δεν περιέχει καμία διάταξη η οποία να επιβεβαιώνει ρητώς το δικαίωμα του προσώπου επί του ονόματος του και της προσωπικότητας του. Από την άποψη αυτή διακρίνεται σαφώς από την Αμερικανική Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της οποίας το άρθρο 18 προβλέπει ότι: «κάθε πρόσωπο δικαιούται κυρίου ονόματος και των ονομάτων των γονέων του ή του ονόματος ενός εξ αυτών.» Βεβαίως το επίσημο αυτό κείμενο δεν αποτελεί μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης. Ένα κείμενο που το Δικαστήριο μερικές φορές θέλησε να χρησιμοποιήσει ως πηγή των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι το Διεθνές Σύμφωνο περί Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων που ψήφισε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1966. Το Σύμφωνο, το οποίο επικυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη εκτός της Ελληνικής Δημοκρατίας, αναφέρθηκε από το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87 (Orkem κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ.3283, σκέψη 31) και της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89 (Dzodzi, Συλλογή 1990, σ. I-3763, σκέψη 68). Το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Συμφώνου ορίζει ότι: «Παν τέκνον εγγράφεται στα οικεία μητρώα ευθύς μετά την γέννησίν του και δέον να έχη όνομα.» Θα μπορούσε πράγματι να συναχθεί από τη διάταξη αυτή ότι, αν τα πρόσωπα έχουν το δικαίωμα να έχουν ένα όνομα κατά τη γέννηση, έχουν το δικαίωμα να διατηρούν το όνομα αυτό καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους και να αντιτίθενται σε αδικαιολόγητες ορθογραφικές μεταβολές.
36.
Η απουσία γενικής διατάξεως περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος του προσώπου όσον αφορά την αξιοπρέπεια του και την ηθική ακεραιότητα του (εξαιρέσει της απαγορεύσεως, του άρθρου 3, των «εξευτελιστικών (...) μεταχειρίσεων», αναμφίβολα προοριζομένης, στο πλαίσιο του, να έχει περισσότερο περιορισμένο περιεχόμενο) προκαλεί μεγαλύτερη έκπληξη απ' ό,τι η παράλειψη ειδικής αναφοράς, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στο δικαίωμα του προσώπου επί του ονόματος του και της προσωπικότητας του.. Η παράλειψη αυτή αποκαθίσταται σε ορισμένο βαθμό από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στα Συντάγματα πολλών κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου, όπως είδαμε, του γερμανικού Grundgesetz.
37.
Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του ισπανικού Συντάγματος, η αξιοπρέπεια του προσώπου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του συνιστούν, μεταξύ άλλων, τις βάσεις της πολιτικής τάξεως και της κοινωνικής ειρήνης. Το άρθρο 15 αναγνωρίζει στον καθένα το δικαίωμα για τη ζωή και τη φυσική και ηθική ακεραιότητα, ενώ το άρθρο 18 εγγυάται το δικαίωμα όσον αφορά την τιμή, την ιδιωτική, προσωπική και οικογενειακή ζωή και την καλή ατομική εικόνα. Στην Πορτογαλία, το άρθρο 25 του Συντάγματος ορίζει ότι η ηθική και η φυσική ακεραιότητα των προσώπων είναι απαραβίαστη, ενώ το άρθρο 26, παράγραφος 1, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζει στον καθένα το δικαίωμα όσον αφορά την προσωπική ταυτότητα του, το καλό όνομα του και τη φήμη του, την εικόνα του και την ιδιωτική ζωή του. Δυνάμει του άρθρου 2 του Ελληνικού Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση του κράτους. Το άρθρο 5 αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο το δικαίωμα να αναπτύσσει ελευθέρως την προσωπικότητα του. Στην Ιρλανδία το άρθρο 40, παράγραφος 1, του Συντάγματος κηρύσσει ότι όλοι οι πολίτες, ως άνθρωποι, είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 3, σημείο 1, το κράτος εγγυάται την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη, ενώ, δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 3, σημείο 2, το κράτος προστατεύει ειδικότερα τη ζωή, το πρόσωπο, τη φήμη και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας κάθε πολίτη. Το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεν περιορίζεται στα ειδικά δικαιώματα που αναφέρονται davxó, αλλά μπορεί να επεκτείνεται σε όλα τα δικαιώματα που «απορρέουν από την χριστιανική και δημοκρατική φύση του κρατους» (Ryan πατά Attorney General 1965 IR 294, κατά τον Kenny, J.). Στην Ιταλία, το άρθρο 3 του Συντάγματος αναγνωρίζει σε όλους τους πολίτες «ίση κοινωνική αξιοπρέπεια» και το άρθρο 22 ορίζει ότι κανείς δεν μπορεί, για πολιτικούς λόγους, να στερείται της νομικής ικανότητας του, της ιθαγενείας του ή του ονόματος του.
38.
Το τελευταίο παράδειγμα εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι πρόκειται, καθόσον γνωρίζω, για τη μοναδική συνταγματική διάταξη εντός ενός κράτους μέλους η οποία απαγορεύει ρητώς στο κράτος να αφαιρεί από έναν πολίτη το όνομα του. Η απαγόρευση αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι, κατά τη φασιστική περίοδο της ιστορίας της Ιταλίας, ορισμένες εθνικές μειονότητες υποχρεώθηκαν να ιταλικοποιήσουν τα ονόματα τους (βλ. de Siervo, U: «Commentario della Costituzione», εκδοθέν από τον G. Branca, Rapporti Civili, άρθρα 22 και 23, 1978, σ. 20). Εκ πρώτης όψεως, οι όροι «για πολιτικούς λόγους» θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη σκέψη ότι οι πολίτες μπορούν να στερηθούν του ονόματος τους για «μη πολιτικούς λόγους». Πάντως, υποδείχθηκε ότι αυτό δεν συμβαίνει και ότι το jus nominis που εγγυάται το Ιταλικό Σύνταγμα είναι απόλυτο δικαίωμα που δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό (Falzone, V., Palermo, F., και Cosentino, F: La Costituzione della Republica Italiana, 1969, σ. 87).
39.
Οι προαναφερθείσες διατάξεις, ειδικότερα, και οι συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, εν γένει, επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται μια αρχή, πατά την οποία το κράτος οφείλει να σέβεται όχι μόνο τη φυσική ευημερία του ατόμου αλλά, επίσης, την αξιοπρέπεια του, την ηθική απαιραιότητά του και το περί προσωπικής ταυτότητας αίσθημα του. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει αμφιβολία για το ότι αυτά τα «ηθιπά δικαιώματα» προσβάλλονται αν ένα πράτος εξαναγκάζει κάποιον να εγκαταλείψει ή να μεταβάλει το όνομα του, εκτός εάν, εν πάση περιπτώσει, ενεργεί με τον τρόπο αυτό για πάποια πολύ εύλογη αιτία (για παράδειγμα αν το όνομα, χρησιμοποιούμενο για εμπορικούς σκοπούς, δημιουργεί σύγχυση με τα εμπορεύματα άλλου εμπόρου, μπορεί να είναι θεμιτός ο περιορισμός της χρήσεως του ονόματος για τον σποπό αυτό).
40.
Το διπαίωμα ενός ανθρώπου όσον αφορά το όνομα του είναι θεμελιώδες υπό όλες τις έννοιες του όρου. Εντέλει, τι είμαστε χωρίς όνομα; Το όνομα μας είναι αυτό που ξεχωρίζει παθένα από εμάς από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Το όνομα μας είναι αυτό που μας δίνει ένα αίσθημα ταυτότητας, αξιοπρέπειας παι αυτοεπτιμήσεως. Το να στερηθεί ένα πρόσωπο από το νόμιμο όνομα του αποτελεί την εσχάτη εξαθλίωση, όπως το δείχνει η συνήθης πραπτιπή των κατασταλτικών ποινικών συστημάτων που συνίσταται στην αντικατάσταση του ονόματος του φυλαπισμένου από έναν αριθμό. Στη περίπτωση του Κωνσταντινίδη, η προσβολή των αλων δικαιωμάτων του, σε περίπτωση που υποχρεούται να φέρει το όνομα «Hréstos» αντί το όνομα «Christos», είναι ιδιαίτερα σοβαρή: όχι μόνο η εθνική προέλευση του δεν φαίνεται πλέον, αφού το «Hréstos» δεν έχει ούτε την όψη ούτε τον ήχο ενός ελληνικού ονόματος και έχει μια χροιά αορίστως σλαβική, αλλά επιπλέον, προσβάλλεται το θρησκευτικό του συναίσθημα, δεδομένου ότι ο χριστιανικός χαρακτήρας του ονόματος του εξαφανίζεται. Κατά την προφορική διαδικασία, ο Κωνσταντινίδης παρατήρησε ότι όφειλε το όνομα του στην ημερομηνία γεννήσεως του (25 Δεπεμβρίου), δεδομένου ότι Χριστός είναι το ελληνιπό όνομα του ιδρυτή της χριστιανικής — όχι «χρεστιανικής» — θρησκείας.
41.
Ενόψει των προεκτεθεισών σπέψεων, δεν νομίζω ότι θα ήταν ορθό να λεχθεί ότι ο τρόπος με τον οποίον οι γερμανιπές αρχές αντιμετωπίζουν τον Κωνσταντινίδη συμβιβάζεται οπωσδήποτε προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Διπαιώματα του Ανθρώπου, για τον απλό λόγο ότι η εν λόγω Σύμβαση δεν περιέχει ρητές διατάξεις περί αναγνωρίσεως του διπαιώματος του προσώπου όσον αφορά το όνομα του ή περί προστασίας της ηθικής ακεραιότητας του. Αντιθέτως, θεωρώ ότι θα έπρεπε, μέσω ευρείας ερμηνείας του άρθρου 8 της Συμβάσεως, να είναι δυνατή η άποψη ότι η Σύμβαση πράγματι προστατεύει το δικαίωμα του ατόμου να αντιτίθεται σε αδικαιολόγητη παρέμβαση ως προς το όνομα του.
42.
Το πιο δύσκολο ζήτημα έγκειται στο να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο, το οποίο ασκεί το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας δυνάμει των άρθρων 48, 52 ή 59 της Συνθήκης, μπορεί να επικαλεσθεί το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να διαμαρτυρηθεί κατά μεταχειρίσεως που προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα του. Ως προς το σημείο αυτό η νομολογία του Δικαστηρίου αναπτύχθηκε σημαντικά κατά τα πρόσφατα έτη. Η πλέον πλήρης έκθεση της παρούσας καταστάσεως περιλαμβάνεται στην απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89 (ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. I-2925), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«41.
Σχετικά με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο οποίο αναφέρεται το ένατο και το δέκατο ερώτημα, πρέπει, κατ' αρχάς, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, για την τήρηση του οποίου μεριμνά το Δικαστήριο. Αυτό εμπνέεται, προς τούτο, από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, καθώς και από τις ενδείξεις τις οποίες παρέχουν οι διεθνείς πράξεις προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη. μέλη (βλ., ιδίως, απόφαση της 14ης Μαΐου 1974, υποθ. 4/73, Noid, Συλλογή τόμος 1974, σ. 277, σκέψη 13). Εξέχουσα θέση κατέχει, σ' αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ., ιδίως, απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, υποθ. 222/84, Johnston, Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18). Εξ αυτού έπεται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, υποθ. 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 19), δεν μπορούν να γίνουν δεκτά στην Κοινότητα μέτρα μη συνάδοντα προς τον σεβασμό των ως άνω αναγνωριζομένων και κατοχυρουμένων δικαιωμάτων του ανθρώπου.
42.
Κατά τη νομολογία του (βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, συνεκδ. υποθ. 60 και 61/84, Cinéthèque, Συλλογή 1985, σ. 2605, σκέψη 26, και της 30ης Σεπτεμβρίου 1987, υποθ. 12/86, Demirel, Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 28), το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει, υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μια εθνική ρύθμιση που δεν είναι ενταγμένη στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για ρύθμιση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο, εφόσον επιληφθεί προδικαστικώς σχετικής υποθέσεως, υποχρεούται να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορέσει αυτό να κρίνει αν η ρύθμιση αυτή συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα, για τον σεβασμό των οποίων μεριμνά το Δικαστήριο, όπως αυτά προκύπτουν ειδικότερα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
43.
Ειδικότερα, όταν ένα κράτος μέλος επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 56 σε συνδυασμό προς το άρθρο 66 της Συνθήκης, για να δικαιολογήσει μια ρύθμιση τέτοια που μπορεί να παρακωλύσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η δικαιολόγηση αυτή, η οποία προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τις γενικές αρχές του δικαίου και ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματα. Έτσι, η αμφισβητούμενη εθνική ρύθμιση μπορεί να υπαχθεί στις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 56, σε συνδυασμό προς το άρθρο 66, μόνο αν είναι σύμφωνη με τα θεμελιώδη δικαιώματα για τον σεβασμό των οποίων μεριμνά το Δικαστήριο.
44.
Κατά συνέπεια, σε μια τέτοια περίπτωση, στον εθνικό δικαστή και στο Δικαστήριο, αν επιληφθεί, εναπόκειται να εκτιμήσει την εφαρμογή αυτών των διατάξεων ενόψει όλων των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένης και της ελευθερίας εκφράσεως, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως γενικής αρχής του δικαίου, για την τήρηση του οποίου μεριμνά το Δικαστήριο.»
43.
Η απόφαση αυτή δεν αποδεικνύει σαφώς, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αν ο Κωσταντινίδης μπορεί, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να επικαλείται την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως. Θα αναφερθούν τα επόμενα σημεία.
44.
Πρώτον, δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι ρυθμίσεις για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση βρίσκονται εντελώς εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, εφόσον μπορούν, όταν εφαρμόζονται στους διακινούμενους εργαζομένους, να προκαλούν ειδική βλάβη στους υπηκόους ενός κράτους μέλους. Δεύτερον, επί του παρόντος υφίστανται τουλάχιστον δυο καταστάσεις στο πλαίσιο των οποίων το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει να ελέγχεται ο σύμφωνος χαρακτήρας της εθνικής νομοθεσίας προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, δηλαδή α) όταν η εθνική νομοθεσία θέτει σε εφαρμογή το κοινοτικό δίκαιο (σκέψη 19 της αποφάσεως Wachaiif) και β) όταν γίνεται επίκληση μιας διατάξεως της Συνθήκης, η οποία θίγει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, προκειμένου να δικαιολογηθεί ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας (σκέψη 43 της αποφάσεως ΕΡΤ). Επομένως, είναι προφανές ότι, αν η μεταχείριση της οποίας ο Κωνσταντινίδης αποτελεί αντικείμενο εκ μέρους των γερμανικών αρχών συνιστά, όπως υπέδειξα, δυσμενή διάκριση απαγορευομένη από τα άρθρα 7 και 52 της Συνθήκης, δεν είναι δυνατόν η μεταχείριση αυτή να δικαιολογείται από λόγους δημοσίας τάξεως δυνάμει του άρθρου 56, παράγραφος 1, αν προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα του ενδιαφερομένου.
45.
Αλλά, ας υποθέσουμε ότι η μεταχείριση την οποία επέβαλαν οι γερμανικές αρχές στον Κωνσταντινίδη δεν εισάγει διακρίσεις. Σημαίνει αυτό ότι δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς το άρθρο 52, παρόλον ότι προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα του Κωνσταντινίδη; Οι συνέπειες του ερωτήματος αυτού μπορούν ίσως ευκολότερα να γίνουν αντιληπτές υπό το φως ενός περισσότερο δραματικού παραδείγματος. Ας υποθέσουμε ότι ένα κράτος μέλος εισάγει ένα δρακόντιο ποινικό κώδικα, δυνάμει του οποίου η κλοπή τιμωρείται με τον ακρωτηριασμό του δεξιού χεριού. Ο υπήκοος ενός άλλου κράτους μέλους πηγαίνει ο^αυτό το κράτος ασκώντας τα δικαιώματα της ελεύθερης κυκλοφορίας που του απονέμουν τα άρθρα 48 επόμ. της Συνθήκης, κλέβει ένα καρβέλι ψωμί και καταδικάζεται να του κοπεί το δεξί χέρι. Αυτή η ποινή θα συνιστούσε αναμφίβολα απάνθρωπη και ατιμωτική τιμωρία, ασυμβίβαστη προς το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Θα αποτελούσε όμως, επίσης, προσβολή των δικαιωμάτων του ατόμου δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και αν εφαρμοζόταν κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις; Νομίζω πως ναι.
46.
Κατά τη γνώμη μου, ο κοινοτικός υπήκοος, ο οποίος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος ως μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος κατά την έννοια των άρθρων 48, 52 ή 59 της Συνθήκης, δεν έχει μόνο το δικαίωμα να ασχολείται με την επιχείρηση ή το επάγγελμα του και να απολαμβάνει τις ίδιες συνθήκες ζωής και εργασίας με τους υπηκόους του κράτους υποδοχής· δικαιούται, επιπλέον, να θεωρεί ως δεδομένο, ότι, οπουδήποτέ και αν πάει προκείμενου να κερδίσει τα προς το ζην εντός της Κοινότητας, θα αντιμετωπιστεί σύμφωνα με έναν κοινό κώδικα θεμελιωδών αξιών, ειδικότερα αυτών που έχουν διατυπωθεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Κατ' άλλη διατύπωση, δικαιούται να λέει «civis europeus sum» και να επικαλείται τη νομική αυτή κατάσταση προκειμένου να διαμαρτυρηθεί ενάντια σε κάθε προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.
47.
Στην πρόταση αυτή θα μπορούσαν να αντιταχθούν τρία επιχειρήματα: πρώτον, αυτή είναι ασυμβίβαστη προς την υπάρχουσα νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το άρθρο 52 νοείται εν γένει ως απλή απαγόρευση διακρίσεως σε βάρος των υπηκόων άλλων κρατών μελών (βλ., για παράδειγμα, Troberg, Ρ: Kommentar zum EWG-Vertrag, Von der Groeben, Thiesing και Ehlermann, 4η έκδοση, 1991, παράγραφοι και 38 σχετικά με το άρθρο 52, σ. 952)· δεύτερον, αυτή καταλήγει σε μια ανάστροφη δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπηκόων του κράτους υποδοχής· τρίτον, δημιουργεί μερική επικάλυψη μεταξύ της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και αυτής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενδέχεται δε να υπάρχουν αντιφατικές αποφάσεις. Κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι πειστικό.
48.
Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, παρόλον ότι οι περισσότερες υποθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων το Δικαστήριο αναγνώρισε παράβαση του άρθρου 52, αφορούν μέτρα εισάγοντα διακρίσεις, δεν θεωρώ ότι η νομολογία πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ένα μέτρο δεν μπορεί να είναι ποτέ ασυμβίβαστο προς το άρθρο 52 για τον απλό λόγο ότι δεν εισάγει διακρίσεις (βλ., αφενός, τα σχόλια του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου, 221/85, Συλλογή 1987, σ. 719, 728, και, αφετέρου, τα σχόλια του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση Βλασσοπούλου, C-340/89, Συλλογή 1991, σ. I-2357, 2365, σημείο 10). Ίσως δεν είναι παράλογο, ενόψει των τεχνικών εμποδίων της ελευθερίας εγκαταστάσεως, τα πρόσωπα που μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος να πρέπει εν γένει να συμμορφώνονται προς την τοπική νομοθεσία (για παράδειγμα, σε κανόνα που επιβάλλει στους εστιάτορες να έχουν πείρα μερικών ετών στον τομέα της τροφοδοσίας), αν και διερωτώμαι αν, ακόμη και σε τεχνικό επίπεδο, ένας δυσανάλογος ή εντελώς αδικαιολόγητος περιορισμός μπορεί να εφαρμοστεί έναντι υπηκόου άλλου κράτους μέλους (βλ. την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1992, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, C-351/90, Συλλογή 1992, σ. I-3945, σκέψη 14). Όταν όμως πρόκειται για προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεν βλέπω με ποιόν τρόπο ο μη εισάγων διακρίσεις χαρακτήρας του μέτρου μπορεί να το εκβάλει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 52. Πράγματι, η πρόταση κατά την οποία ένα κράτος μέλος μπορεί να προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα των υπηκόων άλλων κρατών μελών, υπό τον όρον ότι μεταχειρίζεται τους δικούς του υπηκόους κατά τον ίδιο τρόπο, είναι αβάσιμη.
49.
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, δεν θεωρώ ότι ο κίνδυνος ανάστροφης διακρίσεως μπορεί να είναι ένα έγκυρο επιχείρημα προκειμένου να περιοριστεί το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που παρέχει η Συνθήκη στα πρόσωπα που επιδιώκουν να κερδίζουν τα προς το ζην εντός ενός άλλου κράτους μέλους. Η ιδέα ότι οι διατάξεις της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας απαγορεύουν απλώς τα εισάγοντα διακρίσεις μέτρα εγκαταταλείφθηκε εδώ και πολύ καιρό σε σχέση με τα εμπορεύματα (στην απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, καλούμενη «Cassis de Dijon», Rewe-Zentral, C-120/78, Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 321) και πιο πρόσφατα σε σχέση με τις παροχές υπηρεσιών (απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Säger, Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 12). Εφόσον έγινε δεκτό ότι η Συνθήκη απαιτεί κάτι περισσότερον της καταργήσεως των διακρίσεων, έπεται οπωσδήποτε ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να υποχρεούται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να επιφυλάσσει στους παραγωγούς ή εργαζομένους άλλων κρατών μελών ευνοϊκότερη μεταχείριση από αυτήν που επιφυλάσσει στους δικούς του παραγωγούς και εργαζομένους.
50.
Όσον αφορά το τρίτο επιχείρημα, ο κίνδυνος μερικής επικαλύψεως μεταξύ της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και αυτής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν είναι, στην πραγματικότητα, πολύ μεγάλος. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει πάντοτε τονίσει ότι η αρμοδιότητα του είναι επικουρική, υπό την έννοια ότι, καταρχάς, στις εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εφαρμόζουν τη Σύμβαση (βλ., ιδιαιτέρως, την απόφαση του δικαστηρίου αυτού, της 23ης Ιουλίου 1968, επί της ουσίας της υποθέσεως «βελγικό γλωσσικό ζήτημα», Σειρά Α, αριθ. 6, σ. 35, σκέψη 10, in fine, την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Handyside, Σειρά Α, αριθ. 24, σ. 22, σκέψη 48, και την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, Eckle, Σειρά Α, αριθ. 51, σ. 30 και 31, σκέψη 66 in finé). Εν πάση περιπτώσει, οι αιτούντες οφείλουν καταρχάς, δυνάμει του άρθρου 26 της Συμβάσεως, να εξαντλούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα, πράγμα που φυσικά περιλαμβάνει τη δυνατότητα αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης. Επομένως, αν το Δικαστήριο διεύρυνε τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να γίνει επίκληση της Συμβάσεως στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, το αποτέλεσμα θα ήταν απλώς να αυξηθούν οι πιθανότητες να βρεθεί μια λύση στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξης, χωρίς να υπάρχει ανάγκη υποβολής αιτήσεως ενώπιον των θεσπιζόμενων από τη Σύμβαση οργάνων.
51.
Όσον αφορά το ενδεχόμενο αντιφατικών αποφάσεων ως προς την ερμηνεία της Συμβάσεως, αυτό υφίσταται από τότε που το Δικαστήριο αναγνώρισε τη δυνατότητα επικλήσεως της Συμβάσεως στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Η δυνατότητα αυτή δεν φαίνεται να δημιούργησε σοβαρά προβλήματα. Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν παράδοξο αν η ύπαρξη της Συμβάσεως και το θεσπιζόμενο απ' αυτήν σύστημα έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας που παρέχεται από το εθνικό δίκαιο ή το κοινοτικό δίκαιο.
52.
Συνεπώς, θεωρώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Amtsgericht Tübingen πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«Όταν ο υπήκοος κράτους μέλους εγκαθίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 52 της Συνθήκης, εντός άλλου κράτους μέλους που χρησιμοποιεί διαφορετικό αλφάβητο από αυτό που χρησιμοποιείτο στο δικό του κράτος, οι κανόνες ή η πρακτική του κράτους υποδοχής, που επιβάλλουν την εγγραφή του ονοματεπωνύμου του στα ληξιαρχικά βιβλία, ενάντια στη θέληση του, σύμφωνα μ' έναν μεταγραμματισμό ο οποίος, υπό περιστάσεις όπως οι προκείμενες, διαστρεβλώνει σοβαρά την ορθή προφορά του ονοματεπωνύμου, παραβαίνουν τα άρθρα 7 και 52 της Συνθήκης.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Το μόνο κείμενο περί του συστήματος, το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ένα σχέδιο επισυναφθέν στις παρατηρήσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως (Draft International Standard ISO/DIS 843.2). To σχέδιο αυτό συνιστά, προφανώς, πρόταση αναθεωρήσεως ενός κανόνα που θεσπίσθηκε το 1968. Δεν είναι σαφές αν το σχέδιο εγκρίθηκε ή όχι αλλά φαίνεται, πράγματι, ότι το ακολούθησε το πρόσωπο που μετέφρασε το πιστοποιητικό γεννήσεως του Κωνσταντινίδη για λογαριασμό του Amtsgericht Tübingen.
( 2 ) Καμία διευκρίνιοη δεν δόθηκε ως προς την χρησιμοποίηση οξειών αντί οριζοντίων στιγμάτων. Μπορεί απλούστατα οι γραφομηχανές ή οι μηχανές επεξεργασίας κειμένων που χρησιμοποιούνται από τις γερμανικές αρχές, όπως αυτές του Δικαστηρίου, να έχουν δυσκολίες ως προς τη γραφή οριζοντίων στιγμάτων πάνω από τα γράμματα.
( 3 ) Το «Ρ» της λέξεως «Puharés» γράφτηκε χωρίς οξεία επειδή οι μηχανές επεξεργαοίας κειμένων του Δικαστηρίου δεν μπορούν να τοποθετήσουν τόνους επί των κεφαλαίων γραμμάτων.
( 4 ) Τα εν λόγω κράτη είναι η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ελληνική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Δημοκρατία της ΤουρκΕας- βλ. Bowman and Harris: Multilateral Treaties, Index and Current Status 1984, o. 378 (έκτη συμπληρωματική έκδοση επαυξημένη, 1989).
Full & Egal Universal Law Academy