Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Με τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο, το Bundesgerichtshof σας καλεί να αποφανθείτε επί της ερμηνείας των άρθρων 1, παράγραφος 1, 27, σημείο 2, και 37, παράγραφος 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978 (1) (στο εξής: Σύμβαση).
2. Το ιστορικό της διαφοράς της κυρίας δίκης είναι το εξής:
3. Ο Thomas Waidmann, μαθητής δημοσίου σχολείου του Land Baden-Wuerttemberg, υπήρξε θύμα θανατηφόρας πτώσεως που συνέβη στις 8 Ιουνίου 1984 κατά τη διάρκεια σχολικής εκδρομής στην Ιταλία. Ο συνοδεύων καθηγητής, ο Volker Sonntag, Γερμανός δημόσιος υπάλληλος, κλητεύθηκε απευθείας από τις ιταλικές αρχές ενώπιον του πλημμελειοδικείου του Bolzano για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
4. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1986 οι γονείς και ο αδελφός του θύματος άσκησαν πολιτική αγωγή, με δικόγραφο επιδοθέν στον κατηγορούμενο στις 16 Φεβρουαρίου 1987, ζητώντας ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου αφενός αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και αφετέρου ικανοποίηση για την ηθική βλάβη.
5. Στις 25 Ιανουαρίου 1988, κατά την ακροαματική διαδικασία της ποινικής υποθέσεως, στη διάρκεια της οποίας την υπεράσπιση του Sonntag είχε αναλάβει δικηγόρος, οι πολιτικώς ενάγοντες υπέβαλαν αίτημα για καταβολή προσωρινής αποζημιώσεως ποσού 20 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών (LIT) καθώς και των δικαστικών εξόδων.
6. Σύμφωνα με απόφαση που εκδόθηκε την ίδια ημέρα, ο Sonntag κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας και καταδικάστηκε σε καταβολή του ζητηθέντος ποσού προσωρινής αποζημιώσεως.
7. Η απόφαση του επιδόθηκε και, μη ασκηθείσας εφέσεως, απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.
8. Το Landgericht Ellwangen, κατόπιν σχετικής αιτήσεως των δανειστών, περιήψε στις 29 Σεπτεμβρίου 1989 τον εκτελεστήριο τύπο στην εν λόγω απόφαση ως προς τις αστικής φύσεως διατάξεις της.
9. Βάσει του άρθρου 36 της Συμβάσεως, ο Sonntag προσέφυγε κατά της διατάσσουσας την εκτέλεση αποφάσεως και, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, προσεπικάλεσε το Land Baden-Wuerttemberg ως αναγκαίο ομόδικο, προκειμένου να απαλλαγεί της υποχρεώσεώς του για αποζημίωση, η οποία κατά τον νόμο βαρύνει, κατά την άποψη του εναγομένου, το Land στην υπηρεσία του οποίου εργαζόταν.
10. Το Oberlandesgericht απέρριψε την προσφυγή, επειδή έκρινε ότι η απόφαση του πλημμελειοδικείου του Bolzano αφορούσε αστική υπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της Συμβάσεως.
11. Η υπόθεση ήχθη από τον Sonntag και το Land δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 2, της Συμβάσεως ενώπιον του Bundesgerichtshof, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα το κείμενο των εν λόγω ερωτημάτων περιέχεται στην έκθεση ακροατηρίου (2), τίθενται δε τα ακόλουθα κυρίως ζητήματα:
* αν τρίτος έχων έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 37, παράγραφος 2, της Συμβάσεως αναίρεση, οσάκις το εθνικό δίκαιο του κράτους εκτελέσεως του παρέχει το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση για την οποία πρόκειται
* αν εμπίπτει στην έννοια της "αστικής υποθέσεως" του άρθρου 1, παράγραφος 1, της Συμβάσεως η αγωγή αποζημιώσεως που ασκείται κατά δημοσίου υπαλλήλου ο οποίος έχει προκαλέσει, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζημία σε άλλον, ακόμη και στην περίπτωση που υφίσταται κάλυψη από σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δημοσίου δικαίου
* αν πρέπει να θεωρείται ως "εισαγωγικό της δίκης έγγραφο", κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως, το δικόγραφο το οποίο, ενώ πληροφορεί τον εναγόμενο για την ύπαρξη αγωγής αποζημιώσεως, δεν προσδιορίζει το οικείο ποσό
* αν ο κατηγορούμενος-εναγόμενος, κατά του οποίου στρέφεται η πολιτική αγωγή που έχει ασκηθεί στο πλαίσιο ποινικής δίκης * κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5, σημείο 4, της Συμβάσεως * μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέστη κανονικά, κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 2, εφόσον, κατά την ακροαματική διαδικασία και διά του συνηγόρου του, τοποθετήθηκε επί του κατηγορητηρίου αλλά όχι επί της πολιτικής αγωγής, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο προφορικών συζητήσεων παρουσία του συνηγόρου.
12. Καταρχάς, πρέπει να προσδιοριστεί ο χαρακτήρας της αγωγής που ασκήθηκε από την οικογένεια του θύματος ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου κατά του δημοσίου υπαλλήλου. Από την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα αυτό εξαρτάται στην πραγματικότητα η ενδεχόμενη εφαρμογή της Συμβάσεως επί των επιδίκων περιστατικών. Επομένως, θα ξεκινήσω από το δεύτερο ερώτημα.
13. Σύμφωνα με το άρθρο 1, η Σύμβαση εφαρμόζεται επί αστικών υποθέσεων "ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου". Κατά συνέπεια, το είδος του δικαστηρίου δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως κριτήριο και το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως καλύπτει τις αστικής φύσεως διατάξεις αποφάσεως εκδοθείσας από ποινικό δικαστήριο.
14. Ακόμη και αν προσαρτάται στην ποινική δίκη, η πολιτική αγωγή για αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από αξιόποινη πράξη διατηρεί τον αστικό της χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, η εκδοθείσα από το ποινικό δικαστήριο απόφαση θα μπορεί να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί, ως προς τις αστικές διατάξεις της, στο έδαφος των άλλων συμβαλλομένων κρατών.
15. Η έκθεση Jenard (3) επιβεβαιώνει ότι οι συντάκτες της Συμβάσεως είχαν σαφώς την πρόθεση να περιλάβουν τις αγωγές αυτού του είδους στο πεδίο εφαρμογής της.
"Το ζήτημα πολιτικών αγωγών που ασκούνται ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως τόσο όσον αφορά τη ρύθμιση της δικαιοδοσίας όσο και την αναγνώριση και την αναγκαστική εκτέλεση των αποφάσεων που εκδίδονται από τα ποινικά δικαστήρια μετά την άσκηση τέτοιων αγωγών." (4)
16. Αυτό άλλωστε συνάγεται και από το άρθρο 5, σημείο 4, της Συμβάσεως όπου ορίζεται ότι:
"Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος (...) σε περιπτώσεις αγωγής αποζημιώσεως ή αποκαταστάσεως της προτέρας καταστάσεως που θεμελιώνονται σε αξιόποινη πράξη, ενώπιον του δικαστηρίου όπου ασκείται η ποινική δίωξη, κατά το μέτρο που σύμφωνα με το δίκαιό του το δικαστήριο αυτό μπορεί να επιληφθεί της πολιτικής αγωγής."
17. Ισχύουν ωστόσο οι ίδιοι κανόνες περί δικαιοδοσίας στην περίπτωση που ο υπαίτιος της ζημίας, όπως ο αναιρεσείων της κυρίας δίκης, είναι "κάτοχος δημοσίας θέσεως"; Πρόκειται ακόμη για "αστική υπόθεση"; 'Η πρόκειται για διοικητική υπόθεση, αποκλειόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Συμβάσεως, από το πεδίο εφαρμογής της;
18. Το εν λόγω άρθρο οριοθετεί κατά τρόπο θετικό και αρνητικό το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως:
"Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις (...)."
19. Ωστόσο, στο άρθρο 1 δεν δίδεται ορισμός της εννοίας της "αστικής υποθέσεως". Τούτο δεν αποτελεί άλλωστε ιδιομορφία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αλλ' απαντά σε πολλές πολυμερείς ή ακόμη και διμερείς συνθήκες.
20. Αφού είναι σπάνιο, σε ένα διμερές πλαίσιο, να απαριθμούνται εξαντλητικά οι υποθέσεις αστικού ή εμπορικού δικαίου, η υιοθέτηση μιας τέτοιας μεθόδου θα ήταν ακόμη λιγότερο νοητή στο πολύ ευρύτερο πλαίσιο που απαρτίζεται από το σύνολο των συμβαλλομένων κρατών, λόγω της πολυμορφίας των νομικών τους συστημάτων.
21. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα της Συμβάσεως αυτής απορρέει από τον σύνδεσμό της με τη Συνθήκη ΕΟΚ η οποία πρέπει να καταστήσει επίσης δυνατή τη δημιουργία "στενοτέρων σχέσεων μεταξύ των κρατών που συνενώνει" (5).
22. Επομένως, είναι ανάγκη, για την επίτευξη ενιαίας εφαρμογής των κανόνων περί δικαιοδοσίας στα συμβαλλόμενα κράτη και, συνακόλουθα, για τη διατήρηση συνοχής στην ερμηνεία του δικαίου, να διαμορφωθεί αυτοτελής έννοια για τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο. Επ' αυτού, η νομολογία του Δικαστηρίου υπήρξε αναμφισβήτητα ιδιαίτερα νεωτεριστική.
23. 'Ετσι, στην απόφαση LTU κατά Eurocontrol (6), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:
"[Η υπό εξέταση έννοια] πρέπει να θεωρείται αυτοτελής έννοια, κατά την ερμηνεία της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σκοποί και η οικονομία της Συμβάσεως καθώς και οι γενικές αρχές που απορρέουν από το σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων." (7)
Στην ίδια δε απόφαση, το Δικαστήριο ανέφερε κατόπιν ότι:
"Αν ληφθούν ως βάση αυτές οι σκέψεις για την ερμηνεία του όρου (...), τότε συνάγεται ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης ορισμένα είδη δικαστικών αποφάσεων λόγω της φύσεως των εννόμων σχέσεων μεταξύ των διαδίκων ή λόγω του αντικειμένου της διαφοράς." (8)
Μετά τον καθορισμό της ερμηνευτικής αρχής, το Δικαστήριο διευκρίνισε, προκειμένου για την εφαρμογή της, ότι,
"ενδέχεται μεν ορισμένες αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο δίκης μεταξύ αρχής και ιδιώτη να εμπίπτουν στη Σύμβαση, αλλά τούτο δεν συμβαίνει, το ίδιο, όταν η αρχή διεξάγει δίκη σε συνάρτηση με την άσκηση δημοσίας εξουσίας" (9).
24. Αυτή η μέθοδος ερμηνείας του όρου "αστική υπόθεση" κατά την έννοια της Συμβάσεως υιοθετήθηκε και πάλι και επεξηγήθηκε στην απόφαση Κάτω Χώρες κατά Rueffer (10), τα πραγματικά περιστατικά της οποίας αξίζει να εκτεθούν συνοπτικά.
25. Επρόκειτο για διαφορά μεταξύ του Ολλανδικού Δημοσίου και Γερμανού υπηκόου, ο οποίος εκμεταλλευόταν ποταμόπλοιο, για απόδοση των εξόδων στα οποία είχε υποβληθεί το εν λόγω Δημόσιο για την ανέλκυση του σκάφους που ανήκε στον Rueffer. Το Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με τη φύση της αιτήσεως παροχής δικαστικής προστασίας στην υπόθεση εκείνη.
26. Προκειμένου να προσδιορίσει αν το κράτος είχε ενεργήσει στο πλαίσιο της ασκήσεως δημοσίας εξουσίας, το Δικαστήριο εξέτασε όχι μόνο το αντικείμενο της διαφοράς και τη φύση των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων (11), αλλά και τις γενικές αρχές που απορρέουν από το σύνολο των εθνικών δικαιικών συστημάτων δικαίου των συμβαλλομένων κρατών (12).
27. Σε αντίθεση συνεπώς προς τα υποστηριζόμενα από τη Γερμανική Κυβέρνηση, θεωρώ ανεπαρκή την εξέταση του ζητήματος του χαρακτηρισμού της διαφοράς σε σχέση μόνο με το εθνικό δίκαιο. Αντίθετα, είναι απαραίτητο να αντληθεί από τα συστήματα δικαίου του συνόλου των συμβαλλομένων κρατών μια γενική αρχή επιτρέπουσα να καθοριστεί αν η συγκεκριμένη αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας εμπίπτει ή όχι στην έννοια της "αστικής υποθέσεως".
28. Πρέπει ευθύς αμέσως να παρατηρηθεί ότι το αγγλοσαξωνικό δίκαιο παρέχει σπάνια στο θύμα τη δυνατότητα να αναμιχθεί σε υπόθεση εκκρεμούσα ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Ενώπιον των δικαστηρίων αυτών το θύμα δεν συμμετέχει στη δίκη ως "πολιτικώς ενάγων", ακόμη και στην περίπτωση που αξιώνει αποζημίωση ("compensation order"). Για να ζητήσει αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας, πρέπει να ασκήσει αγωγή ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου και ο υπεύθυνος θα δικαστεί σύμφωνα με τους κανόνες του αστικού δικαίου, καθότι η έννοια του διοικητικού δικαίου δεν υφίσταται στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο (13).
29. 'Οσον αφορά τα δίκαια της ηπειρωτικής Ευρώπης, το γεγονός ότι ο ποινικώς διωκόμενος είναι δημόσιος λειτουργός μπορεί ασφαλώς να μεταβάλει τις προϋποθέσεις ασκήσεως της πολιτικής αγωγής, ακόμη δε και τη δυνατότητα ασκήσεώς της έναντι του δημοσίου υπαλλήλου, αλλά, κατά κανόνα, ουδόλως επηρεάζει τον χαρακτηρισμό της διαφοράς.
30. 'Ετσι, στη Δανία, η πολιτική αγωγή που προσαρτάται σε ποινική δίωξη μπορεί να ασκηθεί μόνο κατά του προσωπικώς ευθυνομένου δράστη του αδικήματος (14). Η αγωγή αποζημιώσεως ασκείται κατά του εργοδότη, που είναι το Δημόσιο, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, καθότι η αγωγή διατηρεί τον αστικό της χαρακτήρα (15).
31. Στην Ισπανία, ο δράστης αξιόποινης πράξεως μπορεί να εναχθεί ενώπιον πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου (16). Εφόσον πρόκειται για δημόσιο υπάλληλο, ισχύουν οι ίδιοι κανόνες, αλλά η επικουρική αστική ευθύνη του Δημοσίου μπορεί να προβληθεί ενώπιον των ιδίων δικαστηρίων (17).
32. Στο Βέλγιο, η πολιτική αγωγή κατά δημοσίου υπαλλήλου και κατά του Δημοσίου υπάγεται αποκλειστικά στο αστικό δίκαιο και στα πολιτικά δικαστήρια.
33. Το ίδιο ισχύει στην Ιταλία, όπου το Δημόσιο μπορεί να εναχθεί στην περίπτωση που ο δημόσιος υπάλληλος υπέπεσε στην παράβαση κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Η ασκούμενη από το θύμα αγωγή διατηρεί τον πολιτικό χαρακτήρα της, είτε το αίτημα για αποζημίωση στρέφεται κατά του υπαλλήλου είτε στρέφεται κατά του κράτους (18).
34. Στην Πορτογαλία, υφίσταται εις ολόκληρο ευθύνη του Δημοσίου και, μολονότι οι πράξεις ασκήσεως δημοσίας εξουσίας υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, οι πράξεις του Δημοσίου στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του ως ιδιώτη υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (19). Ωστόσο, ακόμη και προκειμένου για τις πράξεις που χωρούν στο πλαίσιο ασκήσεως δημοσίας διαχειρίσεως, το θύμα έχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση ποινικής παραβάσεως, να στραφεί για αποζημίωση κατά του υπαλλήλου και μόνο, με πολιτική αγωγή η εκδίκαση της οποίας υπάγεται στα ποινικά δικαστήρια.
35. Στις Κάτω Χώρες, το θύμα μπορεί να στραφεί για αποκατάσταση της ζημίας αποκλειστικά κατά του Δημοσίου σε ορισμένες περιπτώσεις (20) και/ή κατά του υπαλλήλου, η ευθύνη δε της διοικήσεως και/ή του υπαλλήλου εκτιμάται σύμφωνα με τους κανόνες του αστικού δικαίου.
36. Στη Γαλλία, υφίσταται ειδικό καθεστώς (21), που διέπει τις παραβάσεις που διαπράττονται από τους λειτουργούς της δημόσιας εκπαιδεύσεως και στα πλαίσια του οποίου η ευθύνη του Δημοσίου υποκαθιστά την ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου. Σε περίπτωση προσωπικού πταίσματος του υπαλλήλου ή υπηρεσιακού πταίσματος, το θύμα μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία θα εφαρμόσουν τους κανόνες του αστικού κώδικα, χωρίς να αποκλείονται τα ποινικά δικαστήρια (22). Στην περίπτωση αυτή, η πολιτική αγωγή κατά του Δημοσίου εκδικάζεται κατά την ποινική δίκη κατά του υπαλλήλου (23).
37. Στο Λουξεμβούργο, το Σύνταγμα (24) απαγορεύει την αφαίρεση από τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων διαφορών που έχουν ως αντικείμενο αστικά δικαιώματα. Η άσκηση αγωγής κατά του διδάσκοντος είναι σπάνια, λόγω της αναλήψεως της ευθύνης προς αποζημίωση από υποχρεωτική ασφάλιση που καλύπτει τα ατυχήματα, με αποτέλεσμα το θύμα να μην μπορεί να στραφεί κατά του υπαιτίου παρά μόνο σε περίπτωση που ο υπαίτιος ενήργησε εκ προθέσεως. Ανεξαρτήτως της εγγυήσεως αυτής, ο αστικός χαρακτήρας της ευθύνης φαίνεται να κυριαρχεί.
38. Στη Γερμανία, προ της εισαγωγής του άρθρου 34 του Συντάγματος, το θύμα έπρεπε να ασκήσει την αγωγή του (άρθρο 839 BGB) κατά του δημοσίου υπαλλήλου και ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων τα οποία εφάρμοζαν τους κανόνες περί αστικής ευθύνης (25). Δεδομένου ότι η ευθύνη αυτή θεωρήθηκε ως ιδιαίτερα βαρεία, το Δημόσιο αναλαμβάνει πλέον μόνο την ανόρθωση της ζημίας σαν αυτή την οποία αφορά τη κυρία δίκη, αλλά μπορεί, σε περίπτωση βαρέος πταίσματος, να στραφεί κατ' αναγωγή εναντίον του υπαλλήλου του. Στη θεωρία ερίζεται το ζήτημα του χαρακτηρισμού της εν λόγω αγωγής, αφού ορισμένοι θεωρούν ότι είναι αστικής φύσεως (26) και άλλοι διοικητικής φύσεως (27). Με νόμο της 26ης Ιουνίου 1981, το κράτος θέλησε να καταργήσει το άρθρο 839 και να θεσπίσει ευθύνη δημοσίου δικαίου. Ωστόσο, ο νόμος αυτός κηρύχθηκε αντισυνταγματικός από το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο. Μολονότι η φύση της αγωγής του θύματος κατά του Δημοσίου είναι αβέβαιη, τα πολιτικά δικαστήρια είναι ωστόσο μόνα αρμόδια και εφαρμόζουν τους κανόνες του αστικού δικαίου.
39. Αντίθετα, κατά το ελληνικό δίκαιο, η εν λόγω αγωγή πρέπει να στρέφεται κατά του υπαλλήλου και του Δημοσίου, η σχετική ευθύνη δε διέπεται από το δημόσιο δίκαιο.
40. Επομένως, από την εξέταση των διαφόρων εθνικών δικαίων προκύπτει ότι η ευθύνη του Δημοσίου και/ή του υπαλλήλου έχει, στο σύνολο σχεδόν των εν λόγω δικαίων, είτε αμιγώς αστικό χαρακτήρα είτε έρεισμα κατά κύριο λόγο ιδιωτικού δικαίου. Υφίστανται ωστόσο ιδιαιτερότητες όσον αφορά τις προϋποθέσεις γενέσεως της ευθύνης του Δημοσίου, η οποία μπορεί είτε να αποκλείεται είτε να είναι αποκλειστική είτε επικουρική είτε τέλος εις ολόκληρο, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλεται η φύση της αιτήσεως παροχής δικαστικής προστασίας.
41. Αυτές είναι οι γενικές αρχές που απορρέουν από τα συστήματα δικαίου των διαφόρων συμβαλλομένων κρατών. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η σχετική αγωγή εμπίπτει στην έννοια της αστικής υποθέσεως του άρθρου 1 της Συμβάσεως.
42. Τίθεται τώρα το ζήτημα της φύσεως της αγωγής, οσάκις το ατύχημα, όπως στην περίπτωση της κυρίας υποθέσεως, καλύπτεται από σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δημοσίου δικαίου. Είναι δυνατόν η ύπαρξη του εν λόγω συστήματος να μεταβάλει τον αρχικό χαρακτηρισμό της αγωγής;
43. Από τις προαναφερθείσες αποφάσεις LTU κατά Eurocontrol και Κάτω Χώρες κατά Rueffer προκύπτει ότι μια διαφορά ευρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως
* εφόσον το αντικείμενό της είναι πράξη δημοσίας αρχής ενεργούσας στο πλαίσιο της ασκήσεως δημοσίας εξουσίας
* εφόσον το δικαίωμα στο οποίο βασίζεται η αγωγή πηγάζει από μια τέτοια πράξη.
44. Σύμφωνα με τη λογική αυτή επομένως πρέπει να θεωρηθεί ότι, οσάκις το δικαίωμα στο οποίο στηρίζεται η αγωγή δεν πηγάζει από πράξη δημοσίας αρχής ενεργούσας στο πλαίσιο της ασκήσεως δημοσίας εξουσίας, αλλά από την εκ μέρους δημοσίου υπαλλήλου παράβαση των καθηκόντων του, οι συνέπειες της ευθύνης του οποίου καλύπτονται από κρατική εγγύηση, η ύπαρξη της εν λόγω εγγυήσεως, που είναι ξένη προς τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Δικαστήριο, δεν μπορεί να αποκλείσει του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως πράξη η οποία κατά την ουσία της εμπίπτει στο πεδίο αυτό.
45. Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει δεκτή απόκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων για τον λόγο και μόνο ότι ένα συμβαλλόμενο κράτος ενέχεται στη διαφορά: ο όρος "διοικητικές υποθέσεις" που περιέχεται στο άρθρο 1 πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
46. 'Αλλωστε, η Σύμβαση αφορά τέτοιου είδους διαφορές: τούτο ισχύει προκειμένου για τις διαφορές σχετικά με σχέδια και πρότυπα ή με σήματα και διπλώματα ευρεσιτεχνίας, οι οποίες ενδέχεται να ανακύπτουν μεταξύ δημοσίας αρχής αρμοδίας για θέματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και ιδιώτη (άρθρο 16).
47. Εξάλλου, η δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων δεν αρκεί για να αποκλείσει μια διαφορά του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως. Για παράδειγμα, στο γαλλικό και βελγικό Conseil d' Etat καθώς και στο Bundesverwaltungsgericht παρέχεται η δυνατότητα δυνάμει του άρθρου 2 του "Πρωτοκόλλου για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (...)" να υποβάλλουν στο παρόν Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα (28).
48. Αυτή η έννοια της διοικητικής υποθέσεως πρέπει να καλύπτει μόνο τους τομείς όπου το κράτος ενεργεί σαφώς στο πλαίσιο της ασκήσεως της πλήρους εξουσίας του. 'Ετσι, προσεγγίζουμε την έννοια της κυριαρχίας για την οποία γίνεται λόγος στην έκθεση Schlosser:
"Στην έννομη τάξη των αρχικών κρατών μελών, το ίδιο το κράτος καθώς και οι οργανισμοί δημοσίου χαρακτήρα, όπως οι δήμοι και κοινότητες και τα διοικητικά διαμερίσματα, μπορούν να τελούν νομικές πράξεις με δύο τρόπους. Μπορούν να ενεργούν 'κυρίαρχα' λόγω της ιδιαίτερης αποστολής τους και λόγω του γεγονότος ότι, τυπικά, υπάγονται στους κανόνες όχι του ιδιωτικού αλλά του δημοσίου δικαίου (...). Μπορούν επίσης να ευθύνονται εξ αδικοπραξίας όπως τα άτομα, π.χ. λόγω αυτοκινητιστικού ατυχήματος στο οποίο ενέχεται υπηρεσιακό αυτοκίνητο που ανήκει στο κράτος" (29).
49. Επομένως, δεν θα συμφωνήσω με τις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τις οποίες η προβαλλόμενη κατά του κράτους αξίωση αποζημιώσεως, λόγω "παραβάσεως υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας" (30), εμπίπτει κατ' ανάγκη στο πεδίο των διοικητικών υποθέσεων.
50. Η εν λόγω έννοια της "δημοσίας υπηρεσίας" είναι βεβαίως γνωστή σε ορισμένα εθνικά δίκαια, αλλά δεν μπορεί να υπερισχύσει στο πλαίσιο ενός αυτοτελούς χαρακτηρισμού της εννοίας της διοικητικής υποθέσεως, πράγμα που είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλιστεί η ενότητα του απορρέοντος από τη Σύμβαση δικαίου.
51. 'Οπως συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διαφορές μεταξύ ιδιωτών και προσώπων δημοσίου δικαίου μη ενεργούντων στο πλαίσιο της ασκήσεως δημοσίας εξουσίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των εν λόγω διαφορών στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου.
52. Κατά συνέπεια, αγωγή στρεφόμενη κατά υπαλλήλου ενός συμβαλλομένου κράτους εμπίπτει, εφόσον αφορά πράξεις μη απτόμενες του jus imperii, στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως.
53. Εφόσον η διαφορά εμπίπτει στο εν λόγω πεδίο εφαρμογής, πρέπει να δοθεί απάντηση στα λοιπά ερωτήματα του Bundesgerichtshof.
54. Θα ξεκινήσω με το πρώτο ερώτημα.
55. Μπορεί τρίτος έχων έννομο συμφέρον να προσβάλει ενώπιον δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 2, απόφαση εκδοθείσα επί προσφυγής του άρθρου 36, μολονότι συμμετέσχε μόνον ως παρεμβάς στη δίκη επί της εν λόγω προσφυγής, οσάκις το εθνικό δίκαιο του παρέχει σχετικό δικαίωμα;
56. Η ύπαρξη της εν λόγω δυνατότητας δεν πρέπει να γίνει δεκτή, καθόσον, στο πλαίσιο του άρθρου 36, το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο παρέχει στον έχοντα έννομο συμφέρον τρίτο δικαίωμα ασκήσεως ορισμένου ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ουδέποτε ελήφθη υπόψη στη νομολογία του Δικαστηρίου.
57. Από την απόφαση Deutsche Genossenschaftsbank (31) συνάγεται ότι κύριος στόχος της Συμβάσεως είναι η απλούστευση των διαδικασιών εκτελέσεως:
"Ενόψει της πραγματοποιήσεως αυτού του στόχου, η Σύμβαση θέσπισε μια διαδικασία περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου που αποτελεί σύστημα αυτόνομο και πλήρες, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα ένδικα μέσα." (32)
58. Επομένως, θα ήταν σφάλμα να εξεταστεί μεμονωμένα το άρθρο 37, δεδομένου ότι η σύνδεσή του με το άρθρο 36 είναι προφανής.
59. Ειδικότερα, το άρθρο 36 ορίζει σε ποια πρόσωπα παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η εκτέλεση καθώς και τις προθεσμίες ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος. Το δε άρθρο 37 ορίζει τα αρμόδια να αποφανθούν επί της εν λόγω προσφυγής δικαστήρια (παράγραφος 1) καθώς και τα ένδικα μέσα που είναι δυνατό να ασκηθούν κατά των εκδιδομένων από τα δικαστήρια αυτά αποφάσεων (παράγραφος 2) (33).
60. Αντίθετα, το άρθρο 37 δεν προσδιορίζει ποια πρόσωπα δικαιούνται να προσβάλλουν τη διατάσσουσα την εκτέλεση απόφαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει αναφορά στην έννοια του διαδίκου κατά το άρθρο 36.
61. 'Αλλωστε, η στενή αυτή ερμηνεία του άρθρου 37 είναι σύμφωνη με την απόφαση Brennero (34).
"Ενόψει της όλης οικονομίας της Συμβάσεως και υπό το φως ενός από τους κυρίους στόχους της, που συνίσταται στην απλούστευση των διαδικασιών στο κράτος εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί διασταλτικά εις τρόπον ώστε να επιτρέπει την άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως διαφορετικής από αυτή που εκδίδεται επί της προσφυγής".
62. Το Δικαστήριο τοποθετήθηκε άλλωστε ρητά υπέρ της στενής ερμηνείας του άρθρου 37, παράγραφος 2, στην απόφασή του van Dalfsen κατά van Loon (35).
63. 'Οπως δε προκύπτει από την ερμηνεία του άρθρου 36 από το Δικαστήριο, η εν λόγω διάταξη
"αποκλείει την άσκηση ενδίκων μέσων που το εσωτερικό δίκαιο παρέχει σε τρίτους έχοντες έννομο συμφέρον κατά αποφάσεως διατάσσουσας εκτέλεση" (36).
Ομοίως, δεν μπορεί να επιτραπεί σε τρίτον η άσκηση ενδίκου μέσου στο πλαίσιο του άρθρου 37, παράγραφος 2.
64. Προτείνω δε στο Δικαστήριο να δώσει αυτή την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
65. Η λύση αυτή είναι κατά τη γνώμη μου σύμφωνη με τους στόχους της Συμβάσεως, που είναι η διευκόλυνση της κυκλοφορίας των αποφάσεων εντός της Κοινότητας, χωρίς ωστόσο να θίγεται η προστασία των δικαιωμάτων των τρίτων.
66. Η προστασία αυτή εξασφαλίζεται πλήρως από το εθνικό δίκαιο κάθε κράτους όχι κατά το στάδιο της περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου αλλά κατά το στάδιο της εν τοις πράγμασι εκτελέσεως, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως (37).
67. Είναι πράγματι γνωστό ότι η Σύμβαση διέπει μόνο τις διαδικασίες χάρη στις οποίες μια απόφαση (ή δημόσιο έγγραφο) εκδοθείσα σε ένα συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να περιαφθεί τον εκτελεστήριο τύπο σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, ενώ αντίθετα αφήνει στη δικαιοδοσία των εθνικών εννόμων τάξεων των συμβαλλομένων κρατών τη ρύθμιση των όρων εκτελέσεως του κατ' αυτήν εκδοθέντος εκτελεστηρίου τύπου.
68. Τα δύο τελευταία ερωτήματα αφορούν τους κανόνες που έχουν σχέση με την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας και που περιέχονται στο άρθρο 27, σημείο 2, χάρη στα ερωτήματα δε αυτά δίνεται στο Δικαστήριο για πρώτη φορά η ευκαιρία να εξετάσει το λυσιτελές και, ενδεχομένως, το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως στην περίπτωση που ο εναγόμενος δεν έχει ερημοδικήσει.
69. Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω εν συντομία τη λογική του συστήματος στο οποίο στηρίζεται η Σύμβαση των Βρυξελλών.
70. Η εν λόγω Σύμβαση στηρίζεται στην αρχή της αναγνωρίσεως των εκδιδομένων από τα εθνικά δικαστήρια αποφάσεων, προς τον σκοπό της εξασφαλίσεως και απλουστεύσεως της κυκλοφορίας των αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας: έτσι, η ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων προστίθεται στις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες που περιέχονται στη Συνθήκη και αποτελεί εκδήλωση της βουλήσεως των κρατών μελών να ενισχύσουν τους δεσμούς τους μέσω της Συμβάσεως.
71. Η εν λόγω αρχή της αναγνωρίσεως των αποφάσεων στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα συστήματα δικαίου και τα δικαστικά όργανα αλλήλων (38).
72. Χάρη στην εμπιστοσύνη αυτή τα συμβαλλόμενα κράτη μπορούν να παραιτούνται των εσωτερικών τους κανόνων αναγνωρίσεως και περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου των αλλοδαπών αποφάσεων. Αυτό το σημείο εκκινήσεως πρέπει να παραμείνει άθικτο, αυτό δε εξηγεί το γεγονός ότι, ως προς τις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως, ο έλεγχος νομιμότητας της αλλοδαπής αποφάσεως περιορίζεται στα θέματα:
* δημοσίας τάξεως: άρθρο 27, σημείο 1,
* σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας: άρθρο 27, σημείο 2,
* ασυμβιβάστου της αποφάσεως με άλλη απόφαση: άρθρο 27, σημείο 3.
73. Την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας αφορά επίσης το άρθρο 20, το οποίο υποχρεώνει το δικαστήριο να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, οσάκις ο εναγόμενος δεν παρίσταται και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν στηρίζεται στη Σύμβαση, καθώς και να αναστείλει τη διαδικασία, εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι ο ερημοδικών εναγόμενος ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης εντός της αναγκαίας για την άμυνά του προθεσμίας.
74. Μπορεί επίσης να γίνει αναφορά στο άρθρο 46, σύμφωνα με το οποίο ο διάδικος που επικαλείται την αναγνώριση ή ζητεί την εκτέλεση αποφάσεως οφείλει να προσκομίσει το πρωτότυπο ή κεκυρωμένο αντίγραφο εγγράφου που να αποδεικνύει ότι το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα διάδικο.
75. Στο άρθρο 27, σημείο 2, ορίζεται ότι: "Απόφαση δεν αναγνωρίζεται (...) αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί".
76. 'Ετσι, όλες οι διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας αφορούν, εκ πρώτης όψεως, μόνο τον ερημοδικήσαντα εναγόμενο.
77. Θα ήθελα να παρατηρήσω, εξάλλου, ότι η έκθεση Jenard αναφέρεται στην εν λόγω προστασία μόνο σε σχέση με την κατηγορία αυτή εναγομένων (39).
78. Μπορεί, ωστόσο, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα του Bundesgerichtshof, να θεωρηθεί ότι υπάρχει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας στην περίπτωση που το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο είναι αόριστο ως προς το ποσοτικό αντικείμενο της αγωγής, έστω και αν ο εναγόμενος παρίσταται στη δίκη;
79. Μολονότι, όπως υπενθυμίζεται ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει κληθεί να απαντήσει σε προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 27, σημείο 2, η εν λόγω διάταξη ουδέποτε έχει προβληθεί υπέρ μη ερημοδικήσαντος εναγομένου.
80. Φαίνεται να συνάγεται σαφώς από την απόφαση Klomps κατά Michel (40) ότι μόνον η ιδιότητα του "ερημοδικήσαντος εναγομένου" μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 27, σημείο 2. Η εν λόγω διάταξη, έκρινε το Δικαστήριο,
"αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί ότι μια απόφαση δεν αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται βάσει της Συμβάσεως, αν δεν έχει παρασχεθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα υπερασπίσεως ενώπιον του δικαστή του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως" (41).
81. Σ' αυτόν τον σκοπό προστασίας του ερημοδικήσαντος εναγομένου αναφέρθηκε και η απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, Minalmet (42), κατά την οποία
"το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών αποσκοπεί στο να προστατεύσει τα δικαιώματα άμυνας και να εξασφαλίσει ότι μια απόφαση δεν αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται βάσει της Συμβάσεως, εφόσον δεν έχει παρασχεθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα να αμυνθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αρχική απόφαση" (43).
82. Κατά την άποψή μου, η εφαρμογή του άρθρου 27, σημείο 2, προϋποθέτει οπωσδήποτε ερημοδικία του εναγομένου, η οποία πρέπει να διαπιστώνεται από το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως της αποφάσεως και με τον ορισμό της οποίας θα ασχοληθώ κατωτέρω, στο πλαίσιο εξετάσεως του τελευταίου ερωτήματος του Bundesgerichtshof.
83. Στην πραγματικότητα, η παροχή στον παραστάντα εναγόμενο της δυνατότητας επικλήσεως της εν λόγω διατάξεως θα συνεπαγόταν την παροχή στο δικαστήριο του κράτους όπου ζητείται η εκτέλεση της εξουσίας να ελέγχει τον ήδη διενεργηθέντα κατ' αντιμωλία από το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως της αποφάσεως έλεγχο της νομιμότητας της ενώπιόν του διεξαχθείσας διαδικασίας.
84. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πρέπει να επιτρέπεται ο έλεγχος του αν χώρησε κανονικά και έγκαιρα επίδοση, προκειμένου να μπορεί ο διάδικος να αμυνθεί. Στην πραγματικότητα, ο εναγόμενος ή ο συνήγορός του είχε τη δυνατότητα ενώπιον του αρχικού δικαστηρίου να επικαλεστεί τις ενδεχόμενες παρατυπίες του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του τόσο ως προς το παραδεκτό όσο και επί της ουσίας. Είχε επίσης τη δυνατότητα, προκειμένου περί δυσμενούς αποφάσεως, να ασκήσει τα παρεχόμενα σ' αυτόν ένδικα μέσα.
85. Αυτή την άποψη υιοθετούν άλλωστε, μεταξύ άλλων, οι Gothot και Holleaux:
"Ο έλεγχος νομιμότητας της διαδικασίας ενώπιον του αρχικού δικαστηρίου ασκείται μόνο προκειμένου για την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην (...). Επομένως, η αγόμενη ενώπιον του δικαστηρίου της αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως απόφαση πρέπει να έχει εκδοθεί κατόπιν διαδικασίας που θα μπορούσε να έχει διεξαχθεί κατ' αντιμωλία ενώπιον του αρχικού δικαστηρίου και ο εναγόμενος να έχει ερημοδικήσει, για να πρέπει να ελεγχθεί εάν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε κανονικά και έγκαιρα, ώστε να είναι δυνατή η άμυνα του εναγομένου" (44).
86. Ομοίως, ο Droz θεωρεί ότι:
"Η απόφαση πρέπει να έχει εκδοθεί ερήμην.
(...) Το άρθρο 27, σημείο 2, αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος ερημοδίκησε. Στο πλαίσιο της Συμβάσεως φαίνεται να γίνεται δεκτό ότι, εφόσον ο εναγόμενος παρέστη, έστω και καθυστερημένα, ήταν σε θέση να προβάλει τα δικαιώματά του και ιδίως να ζητήσει και να επιτύχει την παροχή των αναγκαίων προθεσμιών για την προετοιμασία της άμυνάς του (...)" (45).
87. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 27, σημείο 2, πρέπει να κηρύσσεται ανεφάρμοστο, οσάκις ο εναγόμενος παρέστη στη δίκη.
88. Πρέπει, ωστόσο, να θεωρείται ότι παρέστη ο κατηγορούμενος-εναγόμενος ο οποίος, ηθελημένα ή εκ παραδρομής, δεν έλαβε θέση ως προς την πολιτική αγωγή;
89. Αυτό είναι το αντικείμενο του τετάρτου και τελευταίου ερωτήματος.
90. Στο άρθρο 27, σημείο 2, δεν δίνεται ορισμός της εννοίας της "ερημοδικίας".
91. Πρέπει η εν λόγω έννοια να ερμηνευθεί αυτοτελώς ή διά παραπομπής στο εθνικό δίκαιο του κράτους προελεύσεως της αποφάσεως;
92. Φρονώ ότι, δεδομένου ότι η έννοια της "ερημοδικίας" εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου προελεύσεως της αποφάσεως κατ' εφαρμογή του εθνικού του δικαίου, ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνεύεται διά παραπομπής στο εν λόγω δίκαιο.
93. Στο σημείο αυτό θα επικαλεστώ και πάλι την απόφαση του Δικαστηρίου Klomps κατά Michel. Επρόκειτο για το ζήτημα αν απόφαση εκδοθείσα ερήμην έπρεπε να θεωρηθεί ως ερήμην απόφαση, μολονότι ο εναγόμενος είχε ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της εν λόγω αποφάσεως, ανακοπή η οποία κρίθηκε απαράδεκτη από το δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως.
94. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:
"Στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα, ο καθού δεν προέβαλε ισχυρισμούς επί της ουσίας ενώπιον του δικαστή του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως. Η απόρριψη της ανακοπής ως απαράδεκτης σημαίνει ότι η ερήμην εκδοθείσα απόφαση παραμένει ισχυρή. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον σκοπό του άρθρου 27, σημείο 2, απαιτείται, στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το παρόν ερώτημα, να προβεί ο δικαστής του κράτους της εκτελέσεως στον έλεγχο που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη.
Επομένως (...) προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 27, σημείο 2, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ο καθού άσκησε ανακοπή κατά της ερήμην αποφάσεως και το δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή, επειδή είχε παρέλθει η σχετική προθεσμία" (46).
95. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ερημοδικία του εναγομένου, όπως αυτή εκτιμήθηκε από το δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, ήταν αυτή που επέτρεπε στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου ζητούνταν η αναγνώριση ή εκτέλεση να εφαρμόσει το άρθρο 27, σημείο 2.
96. Ομοίως, από την απόφαση Lancray κατά Peters (47) προκύπτει ότι
"η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν περιέχει διατάξεις σχετικά με το εφαρμοστέο επί του εν λόγω ελέγχου (της κανονικής κοινοποιήσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου) δίκαιο. Δεδομένου ότι οι διατάξεις περί της επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου συνιστούν τμήμα της δικονομίας του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, στο ερώτημα σχετικά με το κανονικό αυτής της επιδόσεως μπορεί να δοθεί απάντηση μόνο βάσει του δικαίου που εφαρμόζεται ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διεθνών συμβάσεων" (48).
97. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκτίμηση περί του αν ο εναγόμενος ερημοδίκησε ή όχι πρέπει να χωρεί κατ' εφαρμογή του δικαίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως (49).
98. Εφόσον ο εναγόμενος έχει παραστεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκδόθηκε ερήμην, δεν είναι δε ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι, ηθελημένα ή εκ παραδρομής, ο εναγόμενος δεν απάντησε στους ισχυρισμούς των πολιτικώς εναγόντων.
99. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
"1) Ο όρος 'αστικές και εμπορικές υποθέσεις' κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καλύπτει τις διαφορές στο πλαίσιο των οποίων ένας ιδιώτης ασκεί αγωγή για ανόρθωση ζημίας προκληθείσας συνεπεία παραβάσεως εκ μέρους δημοσίου λειτουργού των καθηκόντων του, τούτο δε ακόμη και στην περίπτωση που οι συνέπειες της εν λόγω παραβάσεως καλύπτονται από δημόσια εγγύηση.
2) Το άρθρο 37, παράγραφος 2, της εν λόγω Συμβάσεως αποκλείει την άσκηση παντός ενδίκου μέσου εκ μέρους τρίτων εχόντων έννομο συμφέρον κατά αποφάσεως εκδοθείσας κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 της Συμβάσεως, ακόμη και όταν το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως παρέχει σχετική δυνατότητα στους εν λόγω τρίτους.
3) Το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο εναγόμενος δεν ερημοδίκησε κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αρχική απόφαση η ύπαρξη ή μη ερημοδικίας εκτιμάται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) * ΕΕ 1982, L 388, σ. 24.
(2) * Τίτλος Ι, σημείο 5.
(3) * ΕΕ 1986, C 298, σ. 29.
(4) * Σελίδα 37.
(5) * Βλ. άρθρο 2 της Συνθήκης.
(6) * Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1976, 29/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 577).
(7) * Σκέψη 3.
(8) * Σκέψη 4, πρώτο εδάφιο.
(9) * Σκέψη 4, δεύτερο εδάφιο.
(10) * Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, 814/79 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 493).
(11) * Σκέψεις 9 και 10.
(12) * Σκέψη 11.
(13) * Βλ. έκθεση Schlosser (ΕΕ 1986, C 298, σ. 99).
(14) * 'Αρθρα 991, παράγραφοι 1 και 2, του κώδικα δικονομίας.
(15) * Βλ. Skovgaard, H.: Offentlige myndigheders erstatningsanvar , Κοπεγχάγη, 1983, σ. 17.
(16) * Αποφάσεις του Tribunal supremo της 8ης Νοεμβρίου 1991 (RJA 7989, f. d. tercero), της 21ης Ιουνίου 1991 (RJA 4780, f. d. tercero) και της 6ης Ιανουαρίου 1991 (RJA 355, f. d. primero).
(17) * Απόφαση του Tribunal supremo της 3ης Δεκεμβρίου 1991, RJA 8965, f. d. sexto.
(18) * Βλ. Naso, E.: La Costituzione italiana nell' interpretazione della Corte Costituzionale , Ρώμη, 1971, σ. 708.
(19) * Joao de Castro Mendes: Direito Civil , teoria geral, τόμ. I, Λισσαβώνα, 1978, σ. 34.
(20) * Van der Does, J. A. E. και de Wijkerslooth, J. L.: Onrechtmatige overheidsdaad, monografieen Nieuw BW 48 , σειρά Β, Deventer, 1985, σ. 88.
(21) * Νόμος της 5ης Απριλίου 1937.
(22) * Conseil d' Etat, 10 Ιουνίου 1988, D 1989, σ. 120.
(23) * Μικτό τμήμα, 23 Απριλίου 1976, D.1977-21, σημείωση Martin.
(24) * 'Αρθρο 84 του Συντάγματος της 17ης Οκτωβρίου 1868.
(25) * Bundesgerichtshof, 20 Μαρτίου 1961, BGHZ 34, σ. 375, 380.
(26) * Bartlsperger: Die Folgen von Staatsunrecht als Gegenstand der Gesetzgebung , στο Neue Juristische Wochenschrift, 1968, σ. 1697, 1701.
(27) * Bettermann, σχολιασμός της αποφάσεως του Bundesgerichtshof της 10ης Απριλίου 1961 στη Monatsschrift fuer Deutsches Recht , 1961, σ. 837.
(28) * Βλ. σχετικώς τη σκέψη 14 της προαναφερθείσας αποφάσεως Rueffer.
(29) * 'Οπ.π., σ. 83.
(30) * Παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως, σ. 7 της γαλλικής μεταφράσεως.
(31) * Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1985, 148/84 (Συλλογή 1985, σ. 1981).
(32) * Σκέψη 17.
(33) * Βλ. σχετικώς Gothot και Holleaux: Η Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1978 , Jupiter, σ. 197, αριθ. 369.
(34) * Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984, 258/83 (Συλλογή 1984, σ. 3971).
(35) * Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-183/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4743, σκέψη 19).
(36) * Σκέψη 17 της αποφάσεως Deutsche Genossenschaftsbank.
(37) * Βλ. σχετικώς Gaudemet Tallon, H.: Revue critique de droit international prive , 1986, σ. 345 έως 348.
(38) * Βλ. σχετικώς Pluyette, G.: H Σύμβαση των Βρυξελλών και τα δικαιώματα άμυνας , σ. 427, Etudes offertes a Pierre Bellet, Litec.
(39) * 'Οπ.π., σ. 73.
(40) * Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, 166/80 (Συλλογή 1981, σ. 1593).
(41) * Σκέψη 9, η υπογράμμιση δική μου.
(42) * Απόφαση C-123/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5661).
(43) * Σκέψη 18.
(44) * Gothot και Holleaux: Η Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 , Jupiter, σ. 151, αριθ. 262.
(45) * Droz: Competence judiciaire et effets de jugements dans le marche commun , Dalloz, σ. 315, αριθ. 501.
(46) * Σκέψεις 12 και 13, η υπογράμμιση του γράφοντος.
(47) * Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1990, C-305/88 (Συλλογή 1990, σ. Ι-2725).
(48) * Σκέψη 29, οι υπογραμμίσεις του γράφοντος.
(49) * Βλ. Huet, Andre: Journal de droit international prive , Clunet, 1981, σ. 893.
Full & Egal Universal Law Academy