ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 2ας Δεκεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι, το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που δεν επιτρέπει τη χορήγηση στις εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών της συμπληρωματικής αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 119 της Συνθήκης και, επικουρικώς, από την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
Ιστορικό της διαφοράς
2.
Η υπόθεση αυτή οφείλεται σε καταγγελία υποβληθείσα στην Επιτροπή το 1987. Η καταγγελία αυτή περιείχε δύο στοιχεία. Πρώτον, ο καταγγέλλων ισχυριζόταν ότι οι διατάξεις του βελγικού νόμου που επέτρεπαν την απόλυση, με μειωμένη προειδοποίηση, των εργαζομένων γυναικών ηλικίας 60 έως 65 ετών ήταν ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο. Δεύτερον, προέβαλλε ότι η βελγική νομοθεσία ως προς τις συμπληρωματικές αποζημιώσεις για ορισμένους εργαζομένους σε περίπτωση απολύσεως καθιέρωνε δυσμενή διάκριση έναντι των γυναικών και ήταν επίσης αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
3.
Η καταγγελία είχε ως αποτέλεσμα την κίνηση της διαδικασίας κατά του Βασιλείου του Βελγίου βάσει του άρθρου 169. Κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, η βελγική νομοθεσία σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους οι εργαζόμενοι μπορούσαν να απολυθούν με μειωμένη προειδοποίηση τροποποιήθηκε κατά τρόπο που, κατά την άποψη της Επιτροπής, πληρούσε τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, το Βέλγιο δεν δέχθηκε ότι το σύστημα συμπληρωματικών αποζημιώσεων ήταν παράνομο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να φέρει το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου.
4.
Η συλλογική σύμβαση εργασίας 17, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, η οποία συνήφθη στα πλαίσια του εθνικού συμβουλίου απασχολήσεως, θεσπίζει σύστημα συμπληρωματικών αποζημιώσεων για ορισμένους ηλικιωμένους εργαζομένους, σε περίπτωση απολύσεως. Η σύμβαση κατέστη υποχρεωτική με βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975{Moniteur belge της 31.1.1975, σ. 1055). Κατά τα άρθρα 3 και 4 του βασιλικού διατάγματος, οι εργαζόμενοι ηλικίας άνω των 60 ετών οι οποίοι απολύονται δικαιούνται, εφόσον λαμβάνουν επιδόματα ανεργίας, συμπληρωματική αποζημίωση που βαρύνει τον τελευταίο εργοδότη τους. Τα όρια ηλικίας για τη λήψη των επιδομάτων ανεργίας καθορίζονται με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1963, άρθρο 144, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 7ης Αυγούστου 1984. Κατά το άρθρο 144, οι άνδρες παύουν να έχουν δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας όταν συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους, ενώ οι γυναίκες παύουν να έχουν δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας όταν συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους. Κατά συνέπεια, μόνον οι άνδρες εργαζόμενοι απολαύουν του συστήματος συμπληρωματικών αποζημιώσεων που δημιουργήθηκε με τη συλλογική σύμβαση.
5.
Είναι κοινός τόπος ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά το όριο ηλικίας για τη λήψη των επιδομάτων ανεργίας συνδέεται με τη διαφορετική μεταχείριση ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που υπήρχε άλλοτε στο βελγικό δίκαιο. Πάντως, με τον βελγικό νόμο της 20ής Ιουλίου 1990 καθιερώθηκε ελαστικό σύστημα ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως μεταξύ 60 και 65 ετών για τους εργαζομένους των δύο φύλων, προς αντικατάσταση του προηγούμενου συστήματος κατά το οποίο η ηλικία συνταξιοδοτήσεως ήταν το 60ό έτος για τις γυναίκες και το 65ο έτος για τους άνδρες. Ο νόμος της 20ής Ιουλίου 1990 παρείχε επίσης τη δυνατότητα εκδόσεως βασιλικών διαταγμάτων προκείμενου η προηγούμενη νομοθεσία να καταστεί σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου. Πάντως, δεν έγινε καμιά τροποποίηση του άρθρου 144 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963. Η εργαζόμενη γυναίκα ηλικίας άνω των 60 ετών η οποία απολύεται εξακολουθεί, επομένως, να μη λαμβάνει τη συμπληρωματική αποζημίωση καθόσον δεν δικαιούται επιδομάτων ανεργίας. Βάσει του άρθρου 5 του βασιλικού διατάγματος της 16ης Ιανουαρίου 1975, η συμπληρωματική αποζημίωση ισούται προς το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ των απολαύων αναφοράς και του επιδόματος ανεργίας, η δε Βελγική Κυβέρνηση δέχεται ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το συνολικό ποσό του συμπληρωματικού επιδόματος και των επιδομάτων ανεργίας είναι μεγαλύτερο του ποσού της συντάξεως. Δεν αμφισβητείται, επομένως, ότι είναι δυνατόν οι γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών να λαμβάνουν λιγότερα χρήματα από ό,τι ο άνδρας της ίδιας ηλικίας, που απολύεται υπό τις ίδιες περιστάσεις, καθόσον οι γυναίκες δεν δικαιούνται της συμπληρωματικής αποζημιώσεως.
6.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύστημα που θεσπίστηκε με τη συλλογική σύμβαση είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ το οποίο προβλέπει «την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών». Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 119 δεν συντρέχουν, η βαλλόμενη νομοθεσία θα είναι τότε ασυμβίβαστη προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207. Θα εξετάσω διαδοχικά τα επιχειρήματα αυτά.
7.
Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η συμπληρωματική αποζημίωση αποτελεί μέρος της «αμοιβής» κατά την έννοια του άρθρου 119 και επικαλείται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 12/81, Garland (Συλλογή 1982, σ. 359), και, ειδικότερα, της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I-1889). Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η συμπληρωματική αποζημίωση εμφανίζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: απορρέει από συλλογική σύμβαση συναφθείσα μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, βαρύνει τον τελευταίο εργοδότη του απολυθέντος εργαζομένου και οφείλεται λόγω της σχέσεως εργασίας. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συμπληρωματική αποζημίωση πληροί όλες τις προϋποθέσεις οι οποίες, κατά την απόφαση Barber, πρέπει να συντρέχουν για να θεωρηθεί ότι ένα πλεονέκτημα εμπίπτει στην έννοια της «αμοιβής».
8.
Η Βελγική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής. Αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Μαΐου 1971, 80/70, Defrenne κατά Βελγίου (ECR 1971, σ. 445), και υποστηρίζει ότι η συμπληρωματική αποζημίωση συνιστά πλεονέκτημα κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119. Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, μολονότι η συμπληρωματική αποζημίωση καταβάλλεται σε περίπτωση απολύσεως, δεν συνιστά καθαυτό αποζημίωση λόγω απολύσεως. Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού, παρατηρεί ότι, κατά το άρθρο 9 της συλλογικής συμβάσεως, η συμπληρωματική αποζημίωση δεν μπορεί να σωρευθεί με άλλες αποζημιώσεις που καταβάλλονται σε περίπτωση απολύσεως. Εξάλλου, αντίθετα από την αποζημίωση λόγω απολύσεως της οποίας το ύτ1>ος υπολογίζεται αποκλειστικά βάσει του μισθού και του αριθμού των ετών επαγγελματικής εργασίας, η συμπληρωματική αποζημίωση εξαρτάται από το ύψος του μισθού και το ύψος των επιδομάτων ανεργίας. Επιπλέον, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της αποζημιώσεως και της σχέσεως εργασίας δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι η αποζημίωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119. Πράγματι, κατά το βελγικό δίκαιο ο σύνδεσμος με τη σύμβαση εργασίας υπάρχει για όλες τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο παράγοντας που προσδιορίζει τον χαρακτήρα της παροχής δεν είναι ο σύνδεσμος που έχει η παροχή με τη σύμβαση εργασίας, αλλά η φύση του συστήματος στο οποίο υπόκειται η παροχή. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η συμπληρωματική αποζημίωση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός suis generis συστήματος, εν προκειμένω της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (πρόωρη σύνταξη βάσει συμβάσεως). Η πρόωρη σύνταξη λόγω συμβάσεως αποτελείται από δύο στοιχεία: το επίδομα ανεργίας και τη συμπληρωματική αποζημίωση. II τελευταία χορηγείται βάσει της συλλογικής συμβάσεως 17 και άλλων συλλογικών συμβάσεων εργασίας οι οποίες συνήφθησαν σε ειδικούς τομείς δραστηριότητας. Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της πρόωρης συντάξεως βάσει συμβάσεως καθορίζονται με διάφορες κανονιστικές διατάξεις και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατά τρόπο που δεν είναι δυνατό να χωριστούν τα δύο στοιχεία της παροχής. Κατά το μέτρο που ένας τέτοιος χωρισμός είναι δυνατός, η συμπληρωματική αποζημίωση πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως χορηγούμενη δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Προς στήριξη της θέσεως της κατά την οποία η επίμαχη αποζημίωση συνιστά παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, η καθής Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι εργαζόμενοι-δικαιούχοι της συμπληρωματικής αποζημιώσεως υπόκεινται σε αυστηρούς όρους όσον αφορά την άσκηση άλλων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, καθώς και τη σώρευση της αποζημιώσεως με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως είναι οι συντάξεις αναπηρίας. Επιπλέον, οι δικαιούχοι θεωρούνται ως άνεργοι για τους άλλους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως (για παράδειγμα ασθένεια και οικογενειακά επιδόματα). Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση αναφέρει ότι με το σύστημα της συμπληρωματικής αποζημιώσεως επιδιώκονται ορισμένοι κοινωνικοί στόχοι με τη χορήγηση πλεονεκτημάτων στους ηλικιωμένους εργαζομένους σε περίπτωση απολύσεως.
9.
Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης ως «αμοιβή» νοούνται «οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας». Με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne κατά Sabena (ECR 1976, σ. 455), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 119 είναι θεμελιώδης διάταξη της Συνθήκης με την οποία επιδιώκεται διττός στόχος, οικονομικός και κοινωνικός. Ειδικότερα, έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την ισότητα των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των κοινοτικών επιχειρήσεων και να προαγάγει την κοινωνική πρόοδο. Υπό το φως των στόχων αυτών, το Δικαστήριο υιοθέτησε με τη νομολογία του μια διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της αμοιβής.
10.
Από το κείμενο του άρθρου 119, υπό τις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις, προκύπτει ότι τα οφέλη συνιστούν «αμοιβή» νοουμένου ότι πληρούνται δύο προϋποθέσεις: τα οφέλη παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από τον εργοδότη και ο εργαζόμενος λαμβάνει τα οφέλη λόγω της εργασίας του. Η τήρηση των δύο αυτών προϋποθέσεων αρκεί για να υπαχθούν τα οφέλη στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119: βλ. τις αποφάσεις Defrenne κατά Βελγίου, σκέψη 6, Garland, σκέψη 5, και Barber, σκέψη 12.
11.
Κατά την απόφαση Barber, οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της απολύσεώς του εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119. Το Δικαστήριο έκρινε με τις σκέψεις 12 έως 14 της αποφάσεως ότι:
«(...) η έννοια της αμοιβής του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 119 περιλαμβάνει όλα τα οφέλη, σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου. Επομένως, το γεγονός ότι ορισμένες παροχές καταβάλλονται μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας δεν αποκλείει ότι μπορούν να έχουν χαρακτήρα αμοιβής, κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.
Όσον αφορά ιδίως τις αποζημιώσεις που χορηγούνται στον εργαζόμενο λόγω της απολύσεώς του, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αποτελούν μορφή αμοιβής την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος λόγω της εργασίας του, η οποία του καταβάλλεται κατά τη λήξη της σχέσεως εργασίας, και διευκολύνει την προσαρμογή του στις νέες συνθήκες λόγω της απώλειας της θέσεως εργασίας του και του εξασφαλίζει πηγή εισοδήματος κατά την περίοδο αναζητήσεως νέας εργασίας.
Από αυτό προκύπτει ότι οι αποζημιώσεις που χορηγούνται στον εργαζόμενο λόγω της απολύσεώς του εμπίπτουν, καταρχήν, στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 119 της Συνθήκης.»
Στην προαναφερθείσα υπόθεση Barber η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξε ότι η νόμιμη αποζημίωση λόγω απολύσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης διότι αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Με τις σκέψεις 16 έως 18 της αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«(...) η αποζημίωση λόγω απολύσεως που καταβάλλει ο εργοδότης (...) δεν παύει να αποτελεί μορφή αμοιβής για μόνο τον λόγο ότι, αντί να απορρέει από τη σύμβαση εργασίας, προβλέπεται από τον νόμο ή καταβάλλεται οικειοθελώς.
Πράγματι, όσον αφορά τις νόμιμες αποζημιώσεις λόγω απολύσεως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne κατά Sabena (ECR 1976, σ. 455, σκέψη 40), το άρθρο 119 της Συνθήκης αφορά επίσης τις διακρίσεις που πηγάζουν απευθείας από τις νομοθετικές διατάξεις. Αυτό συνεπάγεται ότι οι παροχές που προβλέπονται από τον νόμο εμπίπτουν στην αμοιβή κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
Είναι αληθές ότι πολλά είδη πλεονεκτημάτων που χορηγεί ο εργοδότης ανταποκρί-επίσης σε κριτήρια κοινωνικής πολιτικής, ο χαρακτήρας όμως μιας παροχής ως αμοιβής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εφόσον ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει την εν λόγω παροχή από τον εργοδότη του λόγω της υπάρξεως της σχέσεως εργασίας.»
Η απόφαση Barber επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. I-2591). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 119 είχε εφαρμογή και στις αποζημιώσεις λόγω απολύσεως που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Προφανώς, από τις παρατεθείσες πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι η επίμαχη συμπληρωματική αποζημίωση που καταβάλλεται σε περίπτωση απολύσεως εμπίπτει καταρχήν στην έννοια της «αμοιβής».
12.
Ωστόσο, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η συμπληρωματική αποζημίωση αποτελεί τμήμα, ουσιαστικά, ενός συστήματος πρόωρης συνταξιοδοτήσεως που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119. Σχετικώς, αναφέρεται στην προαναφερθείσα απόφαση Defrenne κατά Βελγίου, με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε, με τις σκέψεις 7 και 8, ότι:
«παρόλον ότι οφέλη συμμετέχοντα της φύσεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως δεν είναι, καταρχήν, ξένα προς την έννοια της αμοιβής, δεν είναι δυνατόν ωστόσο να περιληφθούν σ' αυτή την έννοια, όπως ορίζεται στο άρθρο 119, τα συστήματα ή παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως οι συντάξεις λόγω αποχωρήσεως, που ρυθμίζονται απευθείας από τον νόμο αποκλείοντας κάθε στοιχείο διαβουλεύσεως στους κόλπους της επιχειρήσεως ή του ενδιαφερόμενου επαγγελματικού κλάδου, και που έχουν υποχρεωτική εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων.
Πράγματι, τα εν λόγω συστήματα διασφαλίζουν στους εργαζόμενους το ευεργέτημα νομίμου συστήματος στη χρηματοδότηση του οποίου συμβάλλουν εργαζόμενοι, εργοδότες και ενδεχομένως οι δημόσιες αρχές κατά ενα μέτρο που τελεί σε συνάρτηση λιγότερο με τη σχέση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου παρά με λόγους κοινωνικής πολιτικής.»
Με βάση τη συλλογιστική αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι σύνταξη θεσπισθείσα στο πλαίσιο ενός νομίμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως δεν συνιστά «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119. Η συλλογιστική αυτή επιβεβαιώθηκε με τη μεταγενέστερη νομολογία. Με την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka (Συλλογή 1986, σ. 1607), το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν το επίμαχο σύστημα συμπληρωματικής συντάξεως στο οποίο αναφερόταν η υπόθεση εξέφευγε από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σύστημα, έστω και αν είχε θεσπιστεί σύμφωνα με τις προβλε-φθείσες από τον Γερμανό νομοθέτη διατάξεις, πήγαζε από συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της εταιρίας και των υπαλλήλων της. Επομένως, από τη φύση του το σύστημα ήταν συμβατικό και όχι εκ του νόμου. Σκοπός του συστήματος ήταν η συμπλήρωση των κοινωνικών παροχών που οφείλονταν βάσει της εθνικής νομοθεσίας γενικής εφαρμογής με παροχές η χρηματοδότηση των οποίων βάρυνε εξ ολοκλήρου τον εργοδότη. Το Δικαστήριο, με τη σκέψη 22 της αποφάσεως, συνήγαγε ότι δεν επρόκειτο για σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που ρυθμιζόταν απευθείας από τον νόμο και, ως εκ τούτου, οι παροχές που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους βάσει του συστήματος συνιστούσαν «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119.
13.
Με την προαναφερθείσα απόφαση Barber, το Δικαστήριο έκρινε ότι η σύνταξη που καταβάλλεται δυνάμει συμβατικώς αποκλεισθέντος ιδιωτικού επαγγελματικού συστήματος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119. Η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο προκύπτει από τις σκέψεις 25 έως 28 της αποφάσεως:
«Πρώτον, πρέπει (...) να παρατηρηθεί ότι τα εν λόγω συστήματα είναι αποτέλεσμα είτε διαβουλεύσεων μεταξύ των κοινοτικών εταίρων είτε μονομερούς αποφάσεως του εργοδότη. Η χρηματοδότηση τους εξασφαλίζεται εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη ή συγχρόνως από τον εργοδότη και τους εργαζομένους, χωρίς, σε καμία περίπτωση, να μετέχουν οι δημόσιες αρχές. Επομένως, τα συστήματα αυτά ανήκουν στα πλεονεκτήματα που προσφέρει ο εργοδότης στους εργαζομένους.
Δεύτερον, τα συστήματα αυτά δεν εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων. Αντίθετα, δεν αφορούν παρά μόνον τους εργαζομένους ορισμένων επιχειρήσεων, έτσι ώστε η υπαγωγή στα συστήματα αυτά προκύπτει αναγκαστικά από τη σχέση εργασίας με συγκεκριμένο εργοδότη. Εξάλλου, τα εν λόγω συστήματα, ακόμη κι αν έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία (...) διέπονται από προσιδιάζοντες σ' αυτά κανονισμούς.
Στη συνέχεια πρέπει να παρατηρηθεί ότι (...) τα επαγγελματικά συστήματα σαν αυτό της υποθέσεως της κυρίας δίκης μπορούν να χορηγούν στους ασφαλισμένους τους παροχές ανώτερες από αυτές που θα τους κατε-βάλλοντο σύμφωνα με το εκ του νόμου σύστημα, οπότε η οικονομική λειτουργία τους είναι ανάλογη προς αυτή των επικουρικών συστημάτων που υπάρχουν σε ορισμένα κράτη μέλη (...)
Πρέπει επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, αντίθετα προς τις παροχές που χορηγούνται βάσει των εθνικών εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, οι συντάξεις που καταβάλλονται βάσει των συμβατικώς αποκλεισθέντων συστημάτων αποτελούν πλεονεκτήματα που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου και, κατά συνέπεια, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης.»
14.
Οι περισσότερες από τις σκέψεις αυτές ισχύουν, κατά τη γνώμη μου, και ως προς την επίμαχη εν προκειμένω συμπληρωματική αποζημίωση, μολονότι η αποζημίωση αυτή είναι γενικότερης εφαρμογής. Η συμπληρωματική αποζημίωση καταβάλλεται απευθείας από τον τελευταίο εργοδότη του απολυθέντος εργαζομένου και το ύψος της βασίζεται στον μισθό αναφοράς. Ακόμη και αν αυτή θεωρηθεί ως πρόωρη σύνταξη, όπως προτείνει η Βελγική Κυβέρνηση, μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ως αμοιβή καταβαλλόμενη από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου, όπως και η παροχή που καταβάλλεται βάσει του συνταξιοδοτικού συστήματος το οποίο αφορούσε η προαναφερθείσα υπόθεση Barber.
15.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται αν ληφθούν υπόψη τα κριτήρια που εφάρμοσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne κατά Βελγίου, για να αποκλείσει ορισμένες παροχές από την έννοια της αμοιβής. Υπενθυμίζω ότι τα κριτήρια αυτά ήταν: πρώτον, η παροχή ρυθμίζεται απευθείας από τον νόμο αποκλειομένου κάθε στοιχείου διαβουλεύσεως, και, δεύτερον, οι εργοδοτικές εισφορές καθορίζονται από σκέψεις κοινωνικής πολιτικής μάλλον παρά από τη σχέση εργασίας. Κατά τη γνώμη μου, η επίμαχη συμπληρωματική αποζημίωση δεν πληροί κανένα από τα δύο αυτά στοιχεία.
16.
Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, είναι σαφές ότι η πληρωμή της συμπληρωματικής αποζημιώσεως δεν θεσπίστηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη κανένα στοιχείο διαβουλεύσεως. Είναι ακριβές ότι η συλλογική σύμβαση 17 κατέστη υποχρεωτική, αυτό όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν αφαιρεί τίποτε από το γεγονός ότι η αποζημίωση καθιερώθηκε κατόπιν διαβουλεύσεως μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Βελγική Κυβέρνηση, η συμπληρωματική αποζημίωση προβλέπεται από τη συλλογική σύμβαση 17 και άλλες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Επομένως, περιλαμβάνει έva στοιχείο διαβουλεύσεως, κατ' αντίθεση προς την εκ του νόμου σύνταξη.
17.
Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο, δεν έχω πεισθεί ότι η συμπληρωματική αποζημίωση καταβάλλεται προπαντός σε συνάρτηση με σκέψεις κοινωνικής πολιτικής, όπως και η εκ του νόμου σύνταξη. Με την απόφαση Defrenne κατά Βελγίου, το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 10) ότι ο εργαζόμενος απολαύει ενός εκ του νόμου συνταξιοδοτικού συστήματος, όχι λόγω της εργοδοτικής εισφοράς, αλλά από μόνο το γεγονός ότι πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση της παροχής. Η έλλειψη στενής σχέσεως μεταξύ των εργοδοτικών εισφορών και των παροχών που καταβάλλονται στους εργαζομένους εμπόδισε την εξομοίωση των εκ του νόμου συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου προς αμοιβές καταβαλλόμενες από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου. Αντιθέτως, η συμπληρωματική αποζημίωση είναι εντελώς διαφορετική από τη συνήθη παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως η οποία παρέχεται βάσει ενός γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, έστω μιας παροχής χρηματοδοτούμενης εν μέρει από τις εργοδοτικές εισφορές. Καταβάλλεται απευθείας από τον τελευταίο εργοδότη του απολυθέντος εργαζομένου. Επιπλέον, πρόκειται για παροχή καταβαλλόμενη λόγω της απολύσεως. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Barber, τέτοιες παροχές συνιστούν μορφή αμοιβής την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος λόγω της εργασίας του και δεν παύουν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 επειδή αντικατοπτρίζουν σκέψεις κοινωνικής πολιτικής.
18.
Η Βελγική Κυβέρνηση υπογραμμίζει τη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ της συμπληρωματικής αποζημιώσεως και του επιδόματος ανεργίας. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι το ύψος της αποζημιώσεως εξαρτάται όχι μόνον από τον μισθό, αλλά και από το επίδομα ανεργίας δεν σημαίνει ότι η αποζημίωση δεν συνιστά πλεονέκτημα παρεχόμενο από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι η επίμαχη αποζημίωση συμπληρώνει παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως δεν είναι καθοριστικό. Οι δύο πληρωμές συνδέονται με το σύστημα της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως αλλά, προφανώς, η συμπληρωματική αποζημίωση δεν είναι αναγκαία συνέπεια του επιδόματος ανεργίας. Όντως, από το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975, το οποίο επαναλαμβάνει τις ρήτρες της συλλογικής συμβάσεως 17, προκύπτει ότι η συμπληρωματική αποζημίωση είναι ανεξάρτητη από το γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως τόσο ως προς την οργάνωση της, όσο και ως προς τη χρηματοδότηση της. Όπως το επικουρικό συνταξιοδοτικό σύστημα το οποίο αφορούσε η προαναφερθείσα υπόθεση Bilka, η παροχή που προβλέπεται με τη συλλογική σύμβαση συμπληρώνει τις γενικής ισχύος παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως με παροχές των οποίων η χρηματοδότηση βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη. Επομένως, η συμπληρωματική αποζημίωση δεν πληροί, κατά τη γνώμη μου, τα κριτήρια που εφάρμοσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne κατά Βελγίου για να αποκλείσει μια παροχή από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119.
19.
Ως συμπέρασμα, θεωρώ ότι η συμπληρωματική αποζημίωση που προβλέπεται με το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975 συνιστά «αμοιβή» πατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στην πράξη, η βελγική νομοθεσία αποκλείει τις απολυθείσες εργαζόμενες γυναίκες μετά το 60ό έτος της ηλικίας τους από το ευεργέτημα της αποζημιώσεως ενώ ο άνδρας εργαζόμενος δικαιούται αποζημιώσεως. Δεν αμφισβητείται ότι μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται από αντικειμενικά κριτήρια. Επομένως, το Βέλγιο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 119 της Συνθήκης.
20.
Επικουρικώς, με την ανταπάντησή της η Βελγική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, αν η συμπληρωματική αποζημίωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119, θα πρέπει να εφαρμοστεί το πρωτόκολλο σχετικά με το άρθρο 119 που επισυνάφθηκε στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπογράφηκε στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992 (ΕΕ C 191, σ. 1). Το πρωτόκολλο αυτό έχει ως εξής:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 119 (...), οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχολήσεως πριν από τις 17 Μαΐου 1990, με εξαίρεση τους εργαζόμενους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο.»
Πάντως, επειδή η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τέθηκε σε ισχύ, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης, νομίζω ότι το επιχείρημα μπορούσε να ασκεί επιρροή μόνο στο πλαίσιο διοικητικών ενστάσεων που ασκήθηκαν από τους πολίτες προκειμένου να επιτύχουν την καταβολή της παροχής. Θα μπορούσε να τεθεί τότε το ερώτημα αν, και σε ποιο μέτρο, η απαιτούμενη παροχή ήταν καταλογιστέα σε συγκεκριμένη περίοδο απασχολήσεως. Κατά τη γνώμη μου, όμως, το επιχείρημα δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή ενόψει της αποφάσεως της οποίας την έκδοση επιδιώκει η Επιτροπή.
Η οδηγία 76/207
21.
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επίμαχη νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207. Συναφώς, επιβάλλεται καταρχάς να παρατηρηθεί ότι αν, όπως νομίζω, η συμπληρωματική αποζημίωση συνιστά «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119, το Βέλγιο παρέβη επομένως τις υποχρεώσεις που υπέχει από το εν λόγω άρθρο και δεν χρειάζεται να εξεταστεί το ζήτημα αν η βελγική νομοθεσία συμβιβάζεται με την οδηγία 76/207. Ωστόσο, θα αναλύσω το επιχείρημα που επικαλείται επικουρικώς η Επιτροπή.
22.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 έχει ως εξής:
«Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.»
Η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1982, 19/81, Burton (Συλλογή 1982, σ. 555). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εφαρμόζεται επί των όρων αποκτήσεως δικαιώματος επί αποζημιώσεως εθελουσίας εξόδου, η οποία καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αρχή αυτή πρέπει επίσης να εφαρμόζεται στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο εργαζόμενος για να λάβει συμπληρωματική αποζημίωση απολύσεως, όπως η επίμαχη εν προκειμένω. Δυνάμει του βελγικού δικαίου, μια από τις προϋποθέσεις αυτές είναι το δικαίωμα επιδομάτων ανεργίας. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, εφόσον οι γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών δεν δικαιούνται επιδομάτων ανεργίας, η προϋπόθεση αυτή εισάγει δυσμενή διάκριση. Κατά την Επιτροπή, συνεπώς, το σύστημα που θεσπίστηκε με το βασιλικό διάταγμα της 16ης Φεβρουαρίου 1975 είναι αντίθετο προς το άρθρο 5, παράγραφος 1.
23.
Η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο σύστημα συμπληρωματικής αποζημιώσεως συνιστούν τους όρους απολύσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, ούτε αμφισβητεί την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η συμπληρωματική αποζημίωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207. Συναφώς, αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας που παρέχει εξουσία στο Συμβούλιο να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να διασφαλιστεί η προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Οι διατάξεις αυτές έχουν θεσπιστεί. Περιλαμβάνονται στην οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), και την οδηγία 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ L 225, σ. 40). Η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται τις παρεκκλίσεις από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7 και στο άρθρο 9, στοιχείο α', της οδηγίας 86/378.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 έχει ως εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:
α)
τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές (...)»
Το άρθρο 9 της οδηγίας 86/378 παρέχει την ευχέρεια στα κράτη μέλη να:
«(...) αναβάλουν την υποχρεωτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά:
α)
τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος ή αποχωρήσεως και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές, κατ' επιλογήν τους:
—
είτε μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η ίση αυτή μεταχείριση θα επιτευχθεί στα εκ του νόμου συστήματα,
—
είτε, το αργότερο, μέχρις ότου η εφαρμογή της αρχής αυτής επιβληθεί με οδηγία.»
24.
Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, κατά το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975, η συμπληρωματική αποζημίωση συνδέεται με το επίδομα ανεργίας. Κατά συνέπεια, ο λόγος για τον οποίο η εργαζόμενη γυναίκα δεν δικαιούται συμπληρωματικής αποζημιώσεως είναι ότι οι γυναίκες παύουν να απολαύουν των επιδομάτων ανεργίας όταν συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους, ενώ οι άνδρες εργαζόμενοι δικαιούνται επιδομάτων μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας τους. Η διαφορά ως προς το καθορισθέν όριο ηλικίας για τη λήψη της συμπληρωματικής αποζημιώσεως είναι συνέπεια της διαφοράς στον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που υπήρχε στο βελγικό δίκαιο πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990. Η Βελγική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, μολονότι ο νόμος της 20ής Ιουλίου 1990 καθόρισε ελαστικό σύστημα ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες, όπως και για τις γυναίκες που συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους, προβλέπει σημαντική παρέκκλιση. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, η σύνταξη του ανδρός ο οποίος λαμβάνει βάσει συμβάσεως σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου καταβάλλεται όταν αυτός συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, από αυτό προκύπτει ότι ο Βέλγος νομοθέτης ανέβαλε την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 και το άρθρο 9, στοιχείο α', της οδηγίας 86/378. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών στον τομέα των επιδομάτων ανεργίας και της συμπληρωματικής αποζημιώσεως μπορεί να θεωρηθεί ως η «συνέπεια» των διαφορών στον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, κατά την έννοια των εν λόγω άρθρων ( 1 ).
25.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παρέκκλιση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7 πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρώς μπορεί να υποτεθεί ότι ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται στο άρθρο 9, στοιχείο α', της οδηγίας 86/378. Με την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 262/84, Beets-Proper (Συλλογή 1986, σ. 773, σκέψη 38), το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«(...) λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως την οποία έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει το Δικαστήριο, η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής όσον αφορά τα θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, πρέπει να ερμηνεύεται στενώς. Κατά συνέπεια, η εξαίρεση από την απαγόρευση των διακρίσεων βάσει του φύλου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7, έχει εφαρμογή μόνον όσον αφορά τις συνέπειες που απορρέουν από τον καθορισμό ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων λόγω αποχωρήσεως, όσον αφορά άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως.»
Οι αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 151/84, Roberts (Συλλογή 1986, σ. 703, σκέψη 35) και 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 36), περιέχουν παρόμοιες κρίσεις- βλ. επίσης την απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-63/91 και C-64/91, Jackson και Cresswell (Συλλογή 1992, σ. I-4737, σκέψεις 26 και 27).
26.
Κατά τη γνώμη μου, η δυσμενής διάκριση ως προς τη συμπληρωματική αποζημίωση δεν εμπίπτει στην παρέκκλιση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α'. Στην πραγματικότητα, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η δυσμενής διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς το δικαίωμα συμπληρωματικής αποζημιώσεως είναι συνέπεια της διαφοράς ως προς το καθορισθέν όριο ηλικίας για τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας η οποία, με τη σειρά της, είναι συνέπεια της διαφοράς στον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που προβλέπει ο βελγικός νόμος. Συνεπώς, είναι προφανές ότι η δυσμενής διάκριση ως προς τη συμπληρωματική αποζημίωση δεν είναι άμεση συνέπεια της διαφοράς στον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως συνεπάγεται την αναγνώριση μιας αλυσιδωτής αντιδράσεως η οποία δεν συμβιβάζεται με την αρχή της αυστηρής ερμηνείας στην οποία υπόκεινται οι παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας των φυλών.
27.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', εξετάστηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, C-9/91, Equal Opportunities Commission (Συλλογή 1992, σ. I-4297). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει τον καθορισμό διαφορετικής, ανάλογα με το φύλο, ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων λόγω γήρατος και λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, καθώς και διακρίσεις οι οποίες «συνδέονται κατ' ανάγκη με τη διαφορά αυτή» (σκέψη 20 της αποφάσεως). Το Δικαστήριο, με τη σκέψη 13 της αποφάσεως, παρατήρησε ότι: «Δεδομένου ότι η διάταξη περί της εν λόγω παρεκκλίσεως αναφέρεται στον “καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει”, είναι βέβαιον ότι η εν λόγω παρέκκλιση αφορά το χρονικό σημείο από το οποίο μπορούν να καταβάλλονται συντάξεις. Αντιθέτως, η ίδια αυτή διάταξη, δεν μνημονεύει ρητώς τις διακρίσεις που έχουν σχέση με την έκταση της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών για τη χορήγηση συντάξεως καθώς και με τον υπολογισμό αυτής. Κατά συνέπεια, οι διακρίσεις αυτές δεν μπορούν να υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως παρά μόνο σε περίπτωση που θα προέκυπτε ότι είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκει η οδηγία, παρέχοντας στα κράτη μέλη την ευχέρεια να ορίζουν διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες από ό,τι για τις γυναίκες.» (η υπογράμμιση δική μου).
28.
Μολονότι η κρίση αυτή έγινε σε άλλο πλαίσιο, νομίζω ότι η ίδια προϋπόθεση πρέπει να συντρέχει όταν πρόκειται για δυσμενή διάκριση που αφορά άλλες παροχές. Με άλλα λόγια, κράτος μέλος δεν μπορεί να διατηρεί δυσμενείς διακρίσεις που αφορούν παροχή παρά μόνον αν οι διακρίσεις αυτές είναι αναγκαίες προς επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με την οδηγία, αφήνοντας στα κράτη μέλη την ευχέρεια να διατηρούν διαφορετική νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες από ό,τι για τις γυναίκες. Αυτό προκύπτει από τη φύση της συνέπειας της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο δεύτερο τμήμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α' («τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές»). Επομένως, κάθε διάκριση που αναφέρεται σε παροχή πρέπει να είναι η αναγκαία συνέπεια της διαφοράς που υπάρχει στον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεως λόγω γήρατος και συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου. Δεν έχω πεισθεί ότι η σχέση αυτή αναγκαιότητας υπάρχει εν προκειμένω. Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, οι στόχοι και η φύση της αποζημιώσεως καταδεικνύουν ότι, στην πραγματικότητα, αυτή είναι διαφορετική από το επίδομα ανεργίας και ανεξάρτητη από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η συμπληρωματική αποζημίωση συνιστά παροχή καταβαλλόμενη σε περίπτωση απολύσεως η οποία συνδέθηκε με το επίδομα ανεργίας μόνο με τη συλλογική σύμβαση 17 και το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975. Η σύνδεση αυτή δεν μου φαίνεται αναγκαία για τη διατήρηση της διαφοράς στον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου. Κατά τη γνώμη μου, δεν θα ήταν σύμφωνο προς την αρχή της αυστηρής ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', το να θεωρηθεί ότι η διάκριση που αφορά τη συμπληρωματική αποζημίωση είναι αναγκαία συνέπεια της διαφοράς που υπάρχει στον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
29.
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η διάκριση που αναφέρεται στη συμπληρωματική αποζημίωση δεν εμπίπτει στην παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται να συναχθεί ως προς το άρθρο 9, στοιχείο α', της οδηγίας 86/378. Είναι επίσης προφανές ότι, αν η συμπληρωματική αποζημίωση δεν θεωρηθεί ως «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, πρέπει τότε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση Burton, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της συμπληρωματικής αποζημιώσεως να θεωρηθούν ως όροι απολύσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207. Δεν αμφισβητείται ότι ένας από τους όρους αυτούς, δηλαδή το δικαίωμα επιδόματος ανεργίας, συνιστά δυσμενή διάκριση. Εκ τούτου έπεται ότι, διατηρώντας δυσμενείς όρους απολύσεως, το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975 είναι αντίθετο προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207.
Συμπέρασμα
30.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που δεν επιτρέπει τη χορήγηση στις εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών της συμπληρωματικής αποζημιώσεως σε περίπτωση απολύσεως, ενώ ο εργαζόμενος άνδρας που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση δικαιούται της αποζημιώσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ
2)
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλωσοα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, μολονότι το αγγλικό κείμενο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, αναφέρει: «the possible consequences thereof for other benefits» και εκείνο του άρθρου 9, στοιχείο α «the possible implications for other benefits», το γαλλικό κείμενο είναι όμοιο και στα δύο άρθρα: «les conséquences pouvant en découler pour d'autres prestations». (Σ.Τ.Μ.: Στην ελληνική η διατύπωση είναι η ίδια και στα δύο άρθρα: «τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές»).
Full & Egal Universal Law Academy