Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο σε κράτος μέλος να καταστήσει υποχρεωτικά, εγκρίνοντάς τα με υπουργική απόφαση, τα κόμιστρα για την οδική μεταφορά εμπορευμάτων που καθορίζουν επιτροπές, τα μέλη των οποίων διορίζει η δημόσια αρχή κατόπιν προτάσεως των μεταφορικών επιχειρήσεων;
2. Αυτό είναι κατ' ουσία το ερώτημα που τίθεται υπό την κρίση του δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, την οποία συνθέτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
3. Ο γερμανικός νόμος περί οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων (Gueterkraftsverkehrgesetz, στο εξής: GueKG) καθιέρωσε διαδικασία καθορισμού των κομίστρων, η οποία περιλαμβάνει τρία στάδια:
1) Επιτροπές κομίστρων, οι οποίες συντίθενται από πραγματογνώμονες προτεινόμενους από τις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις του κλάδου και διοριζόμενους από τον ομοσπονδιακό Υπουργό Μεταφορών (άρθρα 20 α και 21, παράγραφος 2, του GueKG) καθορίζουν τα κόμιστρα.
2) Συμβουλευτικές επιτροπές, συγκείμενες από εκπροσώπους των μεταφορικών επιχειρήσεων, διατυπώνουν γνώμη πριν από κάθε σύνοδο των επιτροπών κομίστρων κατά τη διάρκεια της οποίας πρόκειται να ληφθεί απόφαση σχετικά με τον καθορισμό των κομίστρων (άρθρο 21 α, παράγραφος 3, του GueKG).
3) Τα κόμιστρα εγκρίνονται από τον ομοσπονδιακό Υπουργό Μεταφορών με τη σύμφωνη γνώμη του ομοσπονδιακού Υπουργού Οικονομίας. Με υπουργική απόφαση καθίστανται γενικής και υποχρεωτικής εφαρμογής (άρθρο 20 α, παράγραφοι 2, 3 και 6, του GueKG).
4. Οι προαναφερθέντες υπουργοί μπορούν να αντικαταστήσουν τις επιτροπές κομίστρων και να καθορίσουν οι ίδιοι τα κόμιστρα, εάν αυτό επιβάλλει το γενικό συμφέρον (άρθρο 20 α, παράγραφος 4 του GueKG).
5. Τα κατ' αυτόν τον τρόπο καθοριζόμενα κόμιστρα (με τα ανώτερα και κατώτερα όριά τους) καθίστανται υποχρεωτικά για τις επιχειρήσεις (άρθρο 22 του GueKG).
6. Αν η μεταφορά πραγματοποιήθηκε με τίμημα χαμηλότερο από το καθορισθέν κόμιστρο, η μεταφορική επιχείρηση υποχρεούται να ζητήσει τη διαφορά. Εάν δεν το πράξει, το Βundesanstalt fuer den Gueterfernverkehr (στο εξής: Βundesanstalt), ομοσπονδιακός οργανισμός δημοσίου δικαίου (1), την υποκαθιστά στα δικαιώματά της και ζητεί την καταβολή αυτής της διαφοράς, καλούμενης "εξισωτική αξίωση", από την επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας πραγματοποιήθηκε η μεταφορά (2).
7. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης είναι τα ακόλουθα: στο πλαίσιο ελέγχου το Βundesanstalt διαπίστωσε ότι η μεταφορική επιχείρηση Neukirch και η πελάτισσά της, η εταιρία Reiff, η οποία παράγει οικοδομικά υλικά, δεν εφάρμοσαν τα προβλεπόμενα κόμιστρα.
8. Στις 13 Ιουνίου 1989, το Βundesanstalt, υποκαθιστώντας την επιχείρηση Neukirch στα δικαιώματά της ζήτησε από την εταιρία Reiff να του καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος και του εγκεκριμένου κομίστρου. Μετά την άρνηση της εταιρίας Reiff προσέφυγε στη δικαιοσύνη.
9. Επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του, το Βundesanstalt άσκησε έφεση ενώπιον του Landgericht Koblenz. Η εταιρία Reiff υποστήριξε ότι τα άρθρα 20 επ. του GueKG αντίκεινται στα άρθρα 85, παράγραφος 1, και 5, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι, κατά συνέπεια, τα καθορισθέντα κόμιστρα είναι αυτοδικαίως άκυρα. Η Γερμανική Κυβέρνηση παρέβη το άρθρο 5, εδάφιο 2, καθόσον ενέκρινε συμφωνία περί τιμών απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο και στέρησε από το άρθρο 85 την πρακτική αποτελεσματικότητά του (3).
10. Το Landgericht Koblenz θεωρεί ότι ο καθορισμός των κομίστρων δεν γίνεται αποκλειστικώς με απόφαση του ομοσπονδιακού Υπουργού Μεταφορών, αλλά και με απόφαση επιτροπών κομίστρων οι οποίες εργάζονται κατά τρόπο ανεξάρτητο και αυτοτελή σε σχέση με οποιονδήποτε δημόσιο φορέα: "κατ' αρχήν, εξουσία καθορισμού των κομίστρων έχουν οι επιτροπές κομίστρων" (4). Προτείνει να γίνει διάκριση μεταξύ των αποφάσεων ιδιωτικού δικαίου που λαμβάνουν οι επιτροπές κομίστρων και της διαδικασίας εκδόσεως κανονιστικών αποφάσεων, η οποία εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Υπουργού Μεταφορών, θεωρεί δε ότι το άρθρο 85 εφαρμόζεται και στην περίπτωση σχετικών με τις τιμές συμπράξεων μεταξύ ιδιωτών, οι οποίες προηγούνται της διοικητικής εγκρίσεως.
11. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, το κείμενο του οποίου παρατίθεται στην έκθεση ακροατηρίου (5) και με το οποίο ζητείται να διευκρινιστεί αν η διαδικασία καθορισμού των εφαρμοζομένων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κομίστρων, η προβλεπόμενη στα άρθρα 20 επ. του GueKG, συμβιβάζεται με τις διατάξεις των άρθρων 5, δεύτερο εδάφιο, και 85, παράγραφοι 1 και 2.
12. Υπενθυμίζω ότι, μολονότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφαίνεται επί του συμβιβαστού κανόνων εσωτερικού δικαίου με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αντιθέτως είναι αρμόδιο
"να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που αναφέρονται στο κοινοτικό δίκαιο, ώστε να παράσχει τη δυνατότητα σ' αυτό το δικαστήριο να αποφανθεί περί του συμβιβαστού αυτών των κανόνων προς την κοινοτική νομοθεσία" (6).
13. Εκείνο που πρέπει πρώτα να εξεταστεί είναι αν οι κοινοτικοί κανόνες περί ανταγωνισμού εφαρμόζονται στον τομέα των μεταφορών.
14. Ο σχετικός τίτλος IV της Συνθήκης δεν περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για τον ανταγωνισμό. Όπως, όμως, είναι γνωστό, όσες φορές οι συντάκτες της Συνθήκης θέλησαν να εξαιρέσουν ορισμένες δραστηριότητες από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, προέβλεψαν σχετικώς ρητή εξαίρεση (7).
15. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1017/68 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1968, περί εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών, και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (8), ο οποίος θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή των άρθρων 75 και 87 της Συνθήκης, προέβη σε εφαρμογή στον τομέα των μεταφορών των θεμελιωδών αρχών των άρθρων 85 και 86. Στα άρθρα 2 και 7 του κανονισμού επαναλαμβάνονται οι απαγορεύσεις των συμπράξεων ακριβώς όπως στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 85.
16. Στην απόφαση Asjes (9), το Δικαστήριο τόνισε ότι οι σκοποί της Συνθήκης, η οποία αποβλέπει κυρίως στην αποτροπή της νόθευσης του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, ισχύουν επίσης και για τον τομέα των μεταφορών.
17. Συνεπώς, τόσο το άρθρο 85 της Συνθήκης, όσο και το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού εφαρμόζονται, κατ' αρχήν στον τομέα της οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων.
18. Ωστόσο, οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν μπορούν να εκτιμηθούν άμεσα και αποκλειστικά υπό το πρίσμα των άρθρων 85 και 86, τα οποία αναφέρονται στην συμπεριφορά επιχειρήσεων και δεν συνεπάγονται καμία άμεση υποχρέωση για τα κράτη μέλη. Σε τέτοιες περιπτώσεις παρεμβαίνει το άρθρο 5.
19. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο,
"μολονότι αληθεύει ότι οι κανόνες περί ανταγωνισμού αφορούν τη συμπεριφορά επιχειρήσεων και όχι μέτρα νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως των κρατών μελών, τα τελευταία οφείλουν πάντως, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της Συνθήκης, να μη θίγουν με την εθνική νομοθεσία τους την πλήρη και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ούτε τις έννομες συνέπειες των πράξεων που θεσπίζονται προς εκτέλεσή του, επιπλέον δε να μη λαμβάνουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα, έστω και υπό μορφή νομοθετικής ή κανονιστικής πράξεως, ικανά να εξαλείψουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων περί ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις" (10).
20. Προκειμένου να εξακριβωθεί αν η εξεταζόμενη κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο της νομολογιακής αυτής κατασκευής που συνδυάζει τα άρθρα 3, στοιχείο στ' (11), 5 και 85, πρέπει προηγουμένως να καθοριστεί το πεδίο ουσιαστικής εφαρμογής της. Το ζήτημα αυτό, εξάλλου, βρέθηκε στο επίκεντρο της έγγραφης διαδικασίας και της προφορικής διαδικασίας, ιδίως, όσον αφορά τη δεύτερη, μετά την επανάληψη των συζητήσεων.
21. Προς επίτευξη του σκοπού που έχει τάξει, δηλαδή "της δημιουργίας μιας κοινής αγοράς" (άρθρο 2), η Συνθήκη προβλέπει ορισμένες δράσεις της Κοινότητας στις οποίες περιλαμβάνεται "η εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς" (άρθρο 3, στοιχείο στ') (12).
22. Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει τον σύνδεσμο μεταξύ των κανόνων περί ανταγωνισμού και του σκοπού που συνίσταται στην ολοκλήρωση και την ενοποίηση της αγοράς: "το άρθρο 85 πρέπει (...) να ενταχθεί στο πλαίσιο των διατάξεων του προοιμίου της Συνθήκης, που το φωτίζουν" (13). Με διατύπωση ιδιαίτερα σαφή το Δικαστήριο διαπίστωνε ήδη στην απόφασή του της 13ης Ιουλίου 1966, Consten και Grunding κατά Επιτροπής (14), ότι
"η Συνθήκη της οποίας το προοίμιο και το κείμενο αποβλέπουν στην κατάργηση των φραγμών μεταξύ κρατών και η οποία, με διάφορες διατάξεις, αντιμετωπίζει με αυστηρότητα την επανεμφάνισή τους, δεν μπορούσε να επιτρέψει στις επιχειρήσεις την αναδημιουργία τέτοιων φραγμών" (15).
23. Τονίστηκε συχνά (16)ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός δεν αποτελεί για την Κοινότητα αυτοσκοπό, αλλά ένα από τα στοιχεία "μιας συνολικής οικονομικής πολιτικής, η οποία περιλαμβάνει τμήματα βιομηχανικής και διαρθρωτικής, καθώς και πολιτικής ολοκληρώσεως (...) την οποία εφαρμόζει μια πολιτική εξουσία η οποία δεν έχει αντιρρήσεις αρχής ως προς τις παρεμβάσεις στους μηχανισμούς της αγοράς" (17).
24. Γι' αυτό έχει υπογραμμιστεί "η ευρωπαϊκή παράδοση της ευνοϊκής αντιμετωπίσεως φαινομένων βιομηχανικής συγκεντρώσεως και κυβερνητικών παρεμβάσεων" (18).
25. Οι ευρείες εξουσίες παροχής εξαιρέσεων που αναγνωρίζει το άρθρο 85, παράγραφος 3, στην Επιτροπή, η ουδετερότητα της Συνθήκης έναντι του ιδιοκτησιακού καθεστώτος (19) και οι προβλεπόμενες ευρείες κυβερνητικές παρεμβάσεις σχετικοποιούν το βάρος των άρθρων 85 και 86.
26. Όπως υπογράμμισε η Ιταλική Κυβέρνηση (20), στον τομέα του ανταγωνισμού δεν υπάρχει ενιαίο κανονιστικό σύστημα που να επιβάλλει τους ίδιους κανόνες και τις ίδιες υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις και στα κράτη μέλη, αλλά αντιθέτως, "δύο υποσυστήματα".
27. Κατ' αρχάς, στο πρώτο τμήμα του κεφαλαίου Ι του τίτλου Ι του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΕΟΚ περιλαμβάνονται "οι κανόνες που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις" (21).
28. Στη νομολογία του Δικαστηρίου παγίως τονίζεται ότι τα άρθρα 85 και 86 "αφορούν τη συμπεριφορά επιχειρήσεων και όχι νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα των κρατών μελών" (22). Η εφαρμογή των άρθρων αυτών προϋποθέτει την απόδειξη μιας συγκεκριμένης και αντίθετης στον ανταγωνισμό συμπεριφοράς επιχειρήσεων, είτε πρόκειται για σύμπραξη είτε για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης σε μια προσδιορίσιμη αγορά.
29. Το σύστημα ελέγχου ή επιβολής κυρώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 87 έως 89 της Συνθήκης και οι κανονισμοί που εκδόθηκαν προς εφαρμογή τους αφορά αποκλειστικώς τις επιχειρήσεις. Κατά τον κανονισμό 17 (23), πρόστιμα μπορούν να επιβληθούν μόνο στις επιχειρήσεις. Μόνον αυτές υποχρεούνται να προβούν σε κοινοποίηση προς την Επιτροπή αν επιθυμούν να επικαλεστούν το άρθρο 85, παράγραφος 3 (άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού).
30. Οι απαγορεύσεις των άρθρων 85 και 86 μπορούν να αφορούν κράτος μέλος εφόσον αυτό έχει την κυριότητα επιχειρήσεων ή ασκεί επ' αυτών κάποιον έλεγχο. Κυρίως ως παρεμβαίνον στον οικονομικό τομέα και όχι απλώς ως νομοθετική εξουσία οφείλει το κράτος να μεριμνά ώστε οι δημόσιες επιχειρήσεις να μην απεργάζονται, εκμεταλλευόμενες τα προνόμιά τους, συμφωνίες ή συμφωνημένες πρακτικές αντιβαίνουσες προς τα προαναφερθέντα άρθρα (άρθρο 90, παράγραφος 1).
31. Εξάλλου, η Συνθήκη περιλαμβάνει διάφορες διατάξεις απευθυνόμενες στα κράτη οι οποίες επίσης συμβάλλουν στην πραγμάτωση της κοινής αγοράς. Τόσο τα άρθρα 30, 52 και 59, όσο και οι διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων, συμβάλλουν στην υλοποίηση μιας μεγάλης αγοράς εντός της οποίας ο ανταγωνισμός θα παραμένει ανόθευτος.
32. Ωστόσο, η Συνθήκη δεν περιλαμβάνει γενική διάταξη απαγορεύουσα στα κράτη να θεσπίζουν κανόνες περιορίζοντες τον ανταγωνισμό. Αντιπαραβαλλόμενη με άλλους στόχους, η εγκαθίδρυση συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού περιέρχεται σε δεύτερο επίπεδο. Προς τούτο τα άρθρα 37 και 90, παράγραφος 1, αναγνωρίζουν στα κράτη μέλη το δικαίωμα να εγκαθιδρύουν εθνικά μονοπώλια * δηλαδή την πλέον ακραία μορφή περιορισμού του ανταγωνισμού * όπως έχουν επίσης το δικαίωμα να εφαρμόζουν λιγότερο ριζικούς περιορισμούς.
33. Η θεμελιώδης αυτή διάκριση στηρίζεται στους διαφορετικούς ρόλους που διαδραματίζουν στην αγορά το κράτος και οι επιχειρήσεις.
34. Το κράτος καθορίζει την κοινωνική, οικονομική και νομισματική πολιτική. Αναγκαία, στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνει μέτρα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό: αναφέρω για παράδειγμα τον καθορισμό του προεξοφλητικού επιτοκίου από την κεντρική τράπεζα που αναγκάζει τα τραπεζικά ιδρύματα του κράτους μέλους να προσεγγίσουν τα επιτόκιά τους ή τις ρυθμίσεις περί προστασίας των εργαζομένων, των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος. Οι ρυθμίσεις αυτές εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον.
35. Η επιχείρηση διέπεται από μία εντελώς διαφορετική λογική: την λογική του κέρδους και της διασφαλίσεως ιδιωτικών συμφερόντων.
36. Η διάκριση αυτή αποτελεί πράγματι το θεμέλιο της δίκης.
37. Εξηγεί γιατί η εθνική κανονιστική ρύθμιση που καθορίζει ελάχιστες τιμές λιανικής πωλήσεως των καυσίμων δεν εξετάζεται στο πλαίσιο των άρθρων 85 και 86, που αφορούν τους περιορισμούς του ανταγωνισμού, ενώ συμφωνία περί τιμών που συνάπτουν πετρελαϊκές επιχειρήσεις εξετάζεται υπό το πρίσμα αυτών των διατάξεων (24). Αντιθέτως, η ρύθμιση αυτή πρέπει να συμφωνεί με το άρθρο 30.
38. Η διάκριση αυτή εξηγεί, επίσης, γιατί συμφωνία με την οποία όλα τα τύπου υπεραγοράς καταστήματα κράτους μέλους συμφωνούν στον καθορισμό της ίδιας ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως, έτσι ώστε καμία επιχείρηση να μην αποκομίζει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα από την άσκηση της δραστηριότητάς της κατά τις επτά ημέρες της εβδομάδας, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85. Αντιθέτως, εθνική κανονιστική ρύθμιση απαγορεύουσα το άνοιγμα των καταστημάτων την Κυριακή δεν αντιβαίνει προς κανένα κοινοτικό κανόνα περί ανταγωνισμού (25).
39. Μολονότι δεν πρέπει να συγχέεται αφενός η συμπεριφορά επιχειρήσεων και αφετέρου η νομοθετική δράση του κράτους, ωστόσο επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μπορεί και οι δύο να συμπλέκονται στενά. Αυτό π.χ. συμβαίνει στην περίπτωση κανονιστικής ρυθμίσεως με την οποία εγκρίνεται σύμπραξη επιχειρήσεων ή, αντιθέτως, στην περίπτωση συμφωνίας επιχειρήσεων που υποκαθιστά κανονιστική διάταξη.
40. Συνεπώς, το κράτος δεν πρέπει να νομιμοποιεί την αντιβαίνουσα στους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά των επιχειρήσεων και να διευκολύνει την εκ μέρους των επιχειρηματιών παράβαση των άρθρων 85 ή 86.
41. Το άρθρο 5 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Το άρθρο 5 τους απαγορεύει απλώς να περιορίσουν το εύρος των απαγορεύσεων που επιβάλλει η Συνθήκη στις επιχειρήσεις.
42. Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο συνδυασμός των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85 δεν επιτρέπει κρατική κανονιστική ρύθμιση που επιβάλλει συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή ευνοεί και διευκολύνει την σύναψή της.
43. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Asjes, ο γαλλικός κώδικας πολιτικής αεροπορίας προέβλεπε ότι οι προτάσεις για τους ναύλους αεροπορικής μεταφοράς μπορούν να υποβάλλονται προς έγκριση στην αρμόδια διοικητική αρχή είτε απευθείας από τις αεροπορικές εταιρίες, είτε μέσω μιας επαγγελματικής ενώσεως. Οι προτάσεις αυτές μπορεί να είναι το αποτέλεσμα συνεννοήσεων, ή ακόμα συμπράξεων, στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής οργανώσεως. Συνεπώς, οι διατάξεις του εν λόγω κώδικα, μολονότι δεν έκαναν καμία αναφορά σε σχετική με τους ναύλους συνεννόηση, είχαν ωστόσο ως αποτέλεσμα να ανέχονται ή και να διευκολύνουν τις συμπράξεις και να τις περιβάλλουν με την έγκρισή τους.
44. Το ίδιο και στην περίπτωση αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας περί επεκτάσεως των συμφωνιών που συνήφθησαν στο πλαίσιο του Bureau National Interpofessionnel du Cognac (26). Επίσης, βελγικό βασιλικό διάταγμα που ενισχύει τα αποτελέσματα συμφωνιών που συνήφθησαν μεταξύ ταξιδιωτικών πρακτόρων και γραφείων διοργανώσεως ταξιδίων κρίθηκε αντίθετο προς τη διάταξη αυτή (27).
45. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ανάγοντας σε κανονιστική διάταξη ένα μέτρο που αρχικώς ήταν καθαρώς συμβατικής φύσεως και αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, η εθνική κανονιστική ρύθμιση ενίσχυσε το αποτέλεσμα των συμφωνιών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, "υπό την έννοια ότι ο κανόνας προσλαμβάνει διαρκή χαρακτήρα και δεν μπορεί πλέον να καταργηθεί με τη βούληση των μερών" (28).
46. Το Δικαστήριο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο λήψεως υπόψη και άλλων καταστάσεων. Στην απόφασή του της 10ης Ιανουαρίου 1985, Leclerc κατά Au ble vert, εξέτασε, χωρίς να υποχρεούται να απαντήσει, το ζήτημα αν εθνική νομοθετική ρύθμιση που καθιστά περιττές συμπεριφορές επιχειρήσεων όπως αυτές που απαγορεύει το άρθρο 85 περιορίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως (29).
47. Το ζήτημα αυτό προαγγέλει την απόφαση Van Eycke, στην οποία τίθεται το ζήτημα της λήψεως υπόψη της έννοιας της "delegation of state power test" (30).
48. Ας μου επιτραπεί να παραθέσω το σχόλια που έγραψε για την απόφαση Leclerc ο καθηγητής Joliet: "Το Δικαστήριο δεν καταδίκασε όλα εκείνα τα νομοθετικά μέτρα τα οποία καταργώντας τον μεταξύ επιχειρήσεων ανταγωνισμό καθιστούν περιττή τη σύναψη συμφωνιών. Απλώς προέβαλε μια κατ' αρχήν ένσταση κατά των νομοθετικών εκείνων μέτρων μέσω των οποίων ένα κράτος παραιτείται από την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρέχοντας στις επιχειρήσεις τις εξουσίες που τους είναι αναγκαίες προκειμένου να εφαρμόσουν τη δική τους πολιτική" (31).
49. Από της εκδόσεως των αποφάσεων Van Eycke (32) και Marchandise (33), η νομολογία του Δικαστηρίου αντιμετωπίζει ένα νέο ενδεχόμενο: περιορίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις εκείνο το κράτος μέλος το οποίο αφαιρεί από τις ρυθμίσεις του τον κρατικό χαρακτήρα μεταβιβάζοντας σε ιδιώτες την ευθύνη λήψεως όσων αποφάσεων συνιστούν παρέμβαση στον οικονομικό τομέα.
50. Εφαρμόζει έτσι στην πράξη την προαναφερθείσα έννοια της "delegation of state power test". Στην απόφαση Van Eycke το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μια ορισμένη κανονιστική ρύθμιση έχει κρατικό χαρακτήρα στην περίπτωση στην οποία οι δημόσιες αρχές διατήρησαν την εξουσία να καθορίζουν οι ίδιες τα ανώτατα επιτόκια καταθέσεων ταμιευτηρίου και δεν μεταβίβασαν την σχετική ευθύνη σε ιδιώτες. Ο κρατικός αυτός χαρακτήρας δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η κανονιστική ρύθμιση θεσπίστηκε μετά από διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των ενώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων (34). Στην απόφαση Marchandise, το Δικαστήριο εξέτασε την εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει την απασχόληση μισθωτών στα καταστήματα λιανικού εμπορίου την Κυριακή μετά τις 12.00 το μεσημέρι, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι κανένα στοιχείο της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως δεν επέτρεπε αμφιβολίες ως προς τον κρατικό της χαρακτήρα (35). Ήδη στην απόφαση Cullet (36), το Δικαστήριο έκρινε ότι κρατικό σύστημα υποχρεωτικών τιμών που προβλέπει τον άμεσο καθορισμό των τιμών από την αρμόδια κρατική αρχή διατηρεί τον κρατικό του χαρακτήρα ακόμα και όταν μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των λιανικών τιμών περιλαμβάνονται και οι καθοριζόμενες από τους προμηθευτές τιμές παραλαβής.
51. Το Δικαστήριο, κατά συνέπεια, διακρίνει δύο τύπους κρατικών κανονιστικών ρυθμίσεων.
52. Πρώτον, τη νομοθεσία η οποία, έστω και αν θεσπίστηκε κατόπιν προηγουμένων διαβουλεύσεων, δεν υπήρξε αποτέλεσμα συμπράξεων στη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως των επιχειρηματιών και η οποία δεν έχει ως αποτέλεσμα την έγκριση, την προώθηση ή την ενίσχυση συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων (οι οποίες εκφράζουν ιδιωτικά συμφέροντα). Μια τέτοια νομοθεσία έχει αναμφισβήτητα κρατικό χαρακτήρα και δεν εμπίπτει στα άρθρα 3, στοιχείο στ', 5, παράγραφος 2, 85 και 86 της Συνθήκης.
53. Δεύτερον, τις δύο περιπτώσεις * τις διακρινόμενες από την παρούσα υπόθεση * στις οποίες αναφέρεται η απόφαση Van Eycke (37). Η πρώτη αφορά ενίσχυση μέσω κρατικού μέτρου προϋφισταμένων συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων. Η δεύτερη αφορά ρύθμιση η οποία προβλέπει και εγκρίνει εκ των προτέρων σύμπραξη περιορίζουσα τον ανταγωνισμό.
54. Η δεύτερη αυτή περίπτωση περιλαμβάνει και κανονιστική ρύθμιση η οποία μεταβιβάζει σε επιχειρηματικό φορέα την εξουσία μονομερούς καθορισμού των τιμών, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε συμπράξεως;
55. Η απόφαση Van Eycke στηρίζεται στο συνδυασμό των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85 της Συνθήκης. Αφορά, κατά συνέπεια, μόνο συμπεριφορές επιχειρήσεων που εμπίπτουν στην τελευταία αυτή διάταξη, αποκλείοντας μονομερείς ενέργειες.
56. Η λογική της νομολογίας αυτής είναι σαφής. Κάθε φορά που κράτος μέλος παρεμβαίνει, επηρεάζοντας την συμπεριφορά των επιχειρήσεων στον τομέα του ανταγωνισμού, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από τα άρθρα 3, στοιχείο στ', και 5, δεύτερο εδάφιο, η παρέμβασή του μπορεί να στερήσει από ιδιώτες δικαιώματα τα οποία αυτοί θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να αποκομίσουν από τη Συνθήκη, και από τα όργανα της Κοινότητας να αφαιρέσει την άσκηση προνομίων που τους παρέχει η Συνθήκη. Η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των ιδιωτών και η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού θα ήταν αδύνατη αν τα κράτη μέλη είχαν τη δυνατότητα να επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να πράττουν αυτά ακριβώς που τους απαγορεύουν τα άρθρα 85 και 86 "οι σκοποί και το σύστημα της Συνθήκης απαγορεύουν στα κράτη μέλη να νοθεύουν τους συνήθεις κανόνες διεξαγωγής του ανταγωνισμού παρέχοντας στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να εκφεύγουν από την εφαρμογή του" (38).
57. Η νομολογιακή κατασκευή που συνδυάζει τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 5 και 85 προϋποθέτει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων, διότι άλλως η νομική της λογική θα ήταν ελλιπής. Η έλλειψη συμπράξεως δεν θα καθιστούσε κενό περιεχομένου το άρθρο 85;
58. Όπως προανέφερα, οι κρατικές κανονιστικές ρυθμίσεις που έχουν περιοριστικές συνέπειες επί του ανταγωνισμού είναι πολυάριθμες. Θα έπρεπε να υποβάλλονται στον έλεγχο των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85, ακόμα και στην περίπτωση ελλείψεως συμφωνίας και αποκλειστικώς λόγω των συνεπειών τους; Επιτρέπεται, ελλείψει συγκεκριμένης συμπράξεως, να διατυπώνονται υποθέσεις ως προς το αν μια συμφωνία θα μπορούσε να έχει, αορίστως, τις ίδιες συνέπειες με την εξεταζόμενη κανονιστική ρύθμιση;
59. Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα της εφαρμογής των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85, επί κρατικών ρυθμίσεων που θεσπίζονται ελλείψει οποιασδήποτε συμφωνίας με περιοριστικές όμως, συνέπειες επί του ανταγωνισμού, πρέπει να είναι, χωρίς αμφιβολία, αρνητική.
60. Θα είχαν ακόμα λόγo υπάρξεως τα άρθρα 30 και 59, αν όλες οι περιορίζουσες τον ανταγωνισμό κρατικές ρυθμίσεις εκρίνοντο αντίθετες προς τη Συνθήκη, αποκλειστικώς και μόνο λόγω των συνεπειών τους; Η γενικότερη απαγόρευση περιορισμού του ανταγωνισμού δεν θα απορροφούσε, πράγματι, τις απαγορεύσεις που επιβάλλουν τα άρθρα αυτά; Ας πάρουμε το παράδειγμα της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που απαγορεύει ορισμένες μορφές διαφημήσεως, όπως αυτή με αφορμή της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Μαΐου 1993, Yves Rocher (39). Η ρύθμιση αυτή, που κρίθηκε αντίθετη προς το άρθρο 30, δεν έχει περιοριστικές συνέπειες επί του ανταγωνισμού;
61. Πώς είναι δυνατόν να εφαρμοστεί το άρθρο 85 σε περιπτώσεις στις οποίες ελλείπει ένα από τα ουσιώδη στοιχεία του, η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής συμπεριφοράς; Θεωρώ ότι αυτό είναι αδύνατο. Το άρθρο 85 προβάλλεται, εκ των πραγμάτων, επειδή ακριβώς είναι προφανές ότι τα άρθρα 3, στοιχείο στ', και 5 δεν αρκούν προκειμένου να θεμελιωθούν υποχρεώσεις των κρατών. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί η ύπαρξη συμπράξεως.
62. Εξάλλου, δεν νομίζω ότι η συλλογιστική που ακολουθήθηκε για τα άρθρα 86 και 89 μπορεί να ισχύσει και για τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 5 και 85.
63. Το άρθρο 90, παράγραφος 1, απαγορεύει στα κράτη μέλη να περιάγουν με τις κανονιστικές τους ρυθμίσεις τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες έχουν χορηγηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα σε κατάσταση στην οποία δεν θα μπορούσαν να περιέλθουν οι ίδιες, με αυτοτελείς ενέργειές τους, χωρίς να παραβούν τις διατάξεις του άρθρου 86 (40).
64. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι τα εν λόγω κράτη δεσμεύονται από την ίδια απαγόρευση προκειμένου περί κανονιστικής ρυθμίσεως εφαρμοζόμενης σε οικονομικό τομέα στον οποίο δρουν ιδιωτικές επιχειρήσεις. Πράγματι, αν συνέβαινε αυτό, οποιοδήποτε κρατικό μέτρο συνεπαγόμενο περιορισμούς εμπορικών συμπεριφορών θα μπορούσε να εμπέσει στο πεδίο των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85.
65. Το άρθρο 90 δεν συνιστά εφαρμογή επί δημοσίων επιχειρήσεων μιας γενικής αρχής που επιβάλλει στα κράτη μέλη την απαγόρευση να περιορίζουν τον ανταγωνισμό, απαγόρευση η οποία, όπως προανέφερα, δεν έχει επιβληθεί στα κράτη μέλη. Η δε απόφαση RTT κατά GB-INNO-BM (41), η οποία αναφέρεται μόνο σε επιχείρηση στην οποία έχουν χορηγηθεί αποκλειστικά δικαιώματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί, εκτός αν παρερμηνευθεί, ότι βαίνει προς μία τέτοια κατεύθυνση.
66. Αν τελικώς η ύπαρξη επιχειρηματικής συμπεριφοράς αποτελεί σαφές κριτήριο για τον προσδιορισμό των κρατικών κανονιστικών ρυθμίσεων που εμπίπτουν στο πεδίο των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85, τί θα συνέβαινε σε περίπτωση ελλείψεως μιας τέτοιας συμπεριφοράς; Βάσει ποίου κριτηρίου θα μπορούσε να γίνει διάκριση μεταξύ κρατικών κανονιστικών ρυθμίσεων που έχουν εις βάρος του ανταγωνισμού τις ίδιες συνέπειες με μια παράνομη σύμπραξη, κρατικών παρεμβάσεων που αντιβαίνουν προς τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 5 και 85 και κρατικών παρεμβάσεων οι οποίες, δικαιολογούμενες από την εξυπηρέτηση υπέρτερου συμφέροντος, δεν απαγορεύονται από τα άρθρα αυτά;
67. Όταν υφίσταται συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, μπορεί αυτή να εξαιρεθεί από τις απαγορεύσεις με απόφαση της Επιτροπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3.
68. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 85 δεν εφαρμόζεται επί κρατικών κανονιστικών ρυθμίσεων. Το ίδιο και η τρίτη παράγραφός του. Πώς θα μπορούσε εξάλλου, να πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 85, παράγραφος 3, στοιχείο β', στην περίπτωση που η κρατική κανονιστική ρύθμιση καταργεί τον ανταγωνισμό επί του συνόλου των σχετικών προϊόντων;
69. Ελλείψει της δυνατότητας "εξαιρέσεως" μιας κανονιστικής ρυθμίσεως, πώς θα μπορούσε αυτή να "περισωθεί" σε σχέση με τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 5 και 85;
70. Θα μπορούσε, βεβαίως, να προβληθεί το άρθρο 104 της Συνθήκης, που αφορά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών στον οικονομικό τομέα, προκειμένου να απαλλαγούν από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών ορισμένες κανονιστικές ρυθμίσεις (42).
71. Βεβαίως, θα μπορούσαν επίσης να προβληθούν η ιδιομορφία ενός προϊόντος και η έλλειψη κλαδικής κοινής πολιτικής ώστε να καταστεί δυνατή η έξοδος από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, όπως συνάγεται από την υπόθεση Leclerc κατά Au ble vert.
72. Θα ήταν, όμως, μάταιη η αναζήτηση δικαιολογητικών διατάξεων, προκειμένου περί κρατικών κανονιστικών ρυθμίσεων, που να επιτελούν στον τομέα του ανταγωνισμού το έργο που επιτελούν στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τα άρθρα 36 και 56.
73. Θεωρώ ότι δεν είναι δυνατόν στον τομέα του ανταγωνισμού να θέσει το Δικαστήριο δικά του κριτήρια και να αναχθεί κατά κάποιο τρόπο, σε νομοθέτη. Και στην περίπτωση αυτή δεν πιστεύω ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 85 μπορεί να εφαρμοστεί επί κρατικών κανονιστικών ρυθμίσεων ελλείψει συμφωνιών επιχειρήσεων μπορεί να αποφανθεί ότι η κανονιστική ρύθμιση που καθορίζει τα κόμιστρα για την οδική μεταφορά εμπορευμάτων είναι δυνατόν να διαφύγει της εφαρμογής των άρθρων 5, παράγραφος 2, και 85, στο όνομα ενός υπέρτερου συμφέροντος, το περιεχόμενο του οποίου θα προσδιορίσει το Δικαστήριο.
74. Υπάρχει ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίον θεωρώ ότι, συνολικώς εξεταζόμενα, τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 5 και 85 δεν μπορούν και δεν πρέπει να αφορούν παρά μόνον κρατικές κανονιστικές ρυθμίσεις που αναμφισβήτητα συνδέονται με συμπεριφορά επιχειρήσεων. Μόνον βάσει αυτού του συνδέσμου μπορεί να αποδειχθεί ότι οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν με σκοπό την εξαίρεση ορισμένων κατηγοριών ιδιωτών επιχειρηματιών από τους κανόνες του ανταγωνισμού.
75. Θα ήταν περισσότερο σύμφωνο προς το γράμμα και το πνεύμα της Συνθήκης να εξετάζονται οι κρατικές κανονιστικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τον ανταγωνισμό πέραν οποιασδήποτε συμπεριφοράς επιχειρήσεων υπό το πρίσμα των άρθρων 30 και 36 ή 56 και 59. Το Δικαστήριο θα είχε στην περίπτωση αυτή στη διάθεσή του σαφή κριτήρια προκειμένου να καθορίσει αν η συγκεκριμένη κρατική παράβαση αντιβαίνει ή όχι προς το κοινοτικό δίκαιο (43).
76. Τέλος, η αποδέσμευση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 3 στοιχείο στ', 5 και 85 από οποιαδήποτε συμπεριφορά επιχειρήσεως θα αποτελούσε, κατά τη γνώμη μου, πηγή ανασφαλείας δικαίου και θα διευκόλυνε ακούσιες παραβιάσεις της Συνθήκης εκ μέρους των κρατών μελών. Θα μπορούσε συστηματικά να αμφισβητείται η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο κανονιστικών διατάξεων του οικονομικού τομέα.
77. Πριν ολοκληρώσω τις σκέψεις μου επί του σημείου αυτού θα διατυπώσω μία ακόμη παρατήρηση. Δεν νομίζω ότι δύο νομικές καταστάσεις που έχουν τις ίδιες συνέπειες πρέπει οπωσδήποτε να εντάσσονται στο ίδιο νομικό σύστημα. Το Πρωτοδικείο έχει αποφανθεί ότι δεν εναπόκειται σε μια επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση να λάβει με δική της πρωτοβουλία μέτρα για την απάλειψη προϊόντων που θεωρεί, δικαίως ή αδίκως, ως επικίνδυνα ή τουλάχιστον, ως κατωτέρας ποιότητος σε σχέση με τα δικά της προϊόντα. Η συμπεριφορά αυτή κρίθηκε αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού (44). Αντιθέτως, κρατική κανονιστική ρύθμιση με το ίδιο περιεχόμενο δεν θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής αυτών των κανόνων. Ομοίως, οριζόντιες συμφωνίες περί τιμών μεταξύ επιχειρήσεων δεν θα μπορούσαν να συναφθούν, χωρίς να συντρέχει παράβαση του άρθρου 85, ενώ νομοθεσία θεσπίζουσα έλεγχο των τιμών για λόγους γενικού συμφέροντος δεν είναι οπωσδήποτε αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο (45).
78. Επανέρχομαι στην υπόθεση Reiff.
79. Συνεπώς, το κύριο ζήτημα είναι το ακόλουθο: πρόκειται στην παρούσα υπόθεση για διαδικασία, ο κρατικός χαρακτήρας της οποίας δεν επηρεάζεται από την προηγηθείσα διαβούλευση με τους εκπροσώπους του οικείου οικονομικού κλάδου, ή για διαδικασία η οποία μόνο κατά τον τύπο είναι κρατική και μέσω της οποίας οι εν λόγω εκπρόσωποι καθορίζουν δια συμπράξεως υποκειμένης στην έγκριση της αρμοδίας δημόσιας αρχής, τα εφαρμοστέα κόμιστρα;
80. Η εξεταζόμενη δηλαδή διαδικασία έχει τα χαρακτηριστικά μιας συμφωνίας επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85; Ο ρόλος του κράτους στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας επιτρέπει το συμπέρασμα ότι έχει απεκδυθεί των εξουσιών του υπέρ ιδιωτών επιχειρηματιών;
81. Η παρούσα υπόθεση υπογραμμίζει την πρακτική σημασία του ερωτήματος που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο. Διαδικασία καθορισμού των κομίστρων, όπως αυτή που προβλέπει ο GueKG, συνεπάγεται ενεργότερη σύμπραξη των επιχειρηματιών από ό,τι μια απλή "συμφωνία" την οποία το Δικαστήριο έκρινε σύμφωνη με τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 5 και 85 στην υπόθεση Van Eycke;
82. Δύο στοιχεία συνηγορούν υπέρ της υπάρξεως της συμπράξεως: η σύνθεση των επιτροπών κομίστρων και το γεγονός ότι μπορεί να αποτελέσει σύμπραξη μια συμφωνία επιχειρήσεων που δεν είναι αφεαυτής εκτελεστή, αλλά υπόκειται σε έγκριση. Υπάρχει λοιπόν πράγματι "κίνδυνος συμπράξεως", ζήτημα το οποίο θα εξετάσω στο πρώτο μέρος.
83. Κανονιστική ρύθμιση η οποία
1) επιφυλάσσει στο κράτος μέλος δικαίωμα να καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίζεται το περιεχόμενο των αποφάσεων των επιτροπών κομίστρων και διασφαλίζει την τήρηση των κριτηρίων αυτών μέσω διοικητικού και δικαστικού ελέγχου,
2) διασφαλίζει τη δυνατότητα παρεμβάσεως του κράτους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας,
παρέχει στο εν λόγω κράτος τα μέσα εξουδετερώσεως ενός τέτοιου κινδύνου. Μια τέτοια διαδικασία καθορισμού των κομίστρων αποκλείει την περίπτωση συμπράξεως. Το ζήτημα αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου μέρους.
84. Θα αναφερθώ για λίγο στον τρόπο διορισμού των μελών των επιτροπών κομίστρων.
85. Στην υπόθεση BNIC κατά Clair το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
"(...) το άρθρο 85 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά τη συμφωνία αυτή, δεδομένου ότι οι σχετικές μ' αυτή διαπραγματεύσεις και η σύναψή της έγιναν από πρόσωπα τα οποία, μολονότι διορίστηκαν από τη δημόσια αρχή, είχαν προταθεί για διορισμό από τις άμεσα ενδιαφερόμενες επαγγελματικές οργανώσεις * εκτός από δύο που διορίστηκαν απευθείας από τον υπουργό * και τα οποία, επομένως, πρέπει στην πραγματικότητα να θεωρηθούν ότι εκπροσωπούσαν τις οργανώσεις αυτές κατά τη διαπραγμάτευση και σύναψη της εν λόγω συμφωνίας" (46).
86. Το Δικαστήριο έλαβε κατά προτεραιότητα υπόψη του την πραγματική κατάσταση και έκρινε ότι τα προτεινόμενα από τις εν λόγω οργανώσεις μέλη ήταν κυρίως εκπρόσωποί τους και κατά συνέπεια * προσθέτω * υπερασπιστές των καθαρώς ιδιωτικών συμφερόντων των ενώσεων επιχειρήσεων.
87. Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 2 του GueKG τα μέλη των επιτροπών κομίστρων είναι ειδικοί για τα κόμιστρα πραγματογνώμονες των οικείων κλάδων της βιομηχανίας μεταφοράς σε μεγάλες αποστάσεις, επιλεγόμενοι από τον ομοσπονδιακό Υπουργό Μεταφορών μεταξύ των προσώπων που του προτείνουν οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις του κλάδου. Ο υπουργός, πάντως, μπορεί να μετέχει ο ίδιος στις συνεδριάσεις της Επιτροπής ή να εκπροσωπείται (47).
88. Τί υπονοείται με τον όρο "ειδικός περί τα κόμιστρα"; Στην πραγματικότητα η Bundesverband Deutscher Fernverkehr (BDF) (48), που αποτελεί τον φορέα των επιχειρήσεων του κλάδου, προτείνει στον υπουργό προς διορισμό τα μέλη της Επιτροπής. Αξίζει σχετικώς να αναφερθεί ότι μεταξύ των ετών 1988 και 1991 πολλά από τα μέλη αυτά ασκούσαν καθήκοντα στο πλαίσιο του BDF και ότι τα υπόλοιπα ήταν αποκλειστικά κύριοι, διαχειριστές και ανώτερα στελέχη μεταφορικών επιχειρήσεων (49). Σε απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1992 το Bayerisches Oberstes Landesgericht (50) υπογραμμίζει ότι "στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ουδέτερους πραγματογνώμονες, οι οποίοι λόγω των ειδικών γνώσεών τους μπορούν π.χ. να ασκήσουν καθήκοντα δικαστικού πραγματογνώμονος, αλλά για πρόσωπα προτεινόμενα στον ομοσπονδιακό Υπουργό Μεταφορών από τα μέλη ή τις ενώσεις της βιομηχανίας μεταφοράς εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις, θεωρούμενα ως ειδικά αποκλειστικώς λόγω της δραστηριότητάς τους στον τομέα της μεταφοράς εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις" (51).
89. Βεβαίως, τα μέλη των επιτροπών δεν είναι, από νομικής απόψεως, εντολοδόχοι των επιχειρήσεων ή των ενώσεων που τους προτείνουν. Ούτε, εξάλλου, είναι φορείς δεσμευτικής εντολής (52). Είναι, όμως, ανεξάρτητοι από τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις αυτές;
90. Παραπέμπω και πάλι στο κείμενο της ίδιας αποφάσεως του Bayerisches Oberlandesgericht: "βεβαίως, δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί η σχετική διάταξη (του άρθρου 21, παράγραφος 2, του GueKG) σε σχέση με τα εύλογα συμφέροντα του κάθε μέλους της εν λόγω επιτροπής. Με τους διορισμούς των μελών της επιτροπής κομίστρων από τον ομοσπονδιακό Υπουργό Μεταφορών, συγκροτείται μια οργανωτική μονάδα συγκείμενη από επιχειρηματίες, η οποία έχει ως αποστολή την επεξεργασία κανόνων που να ρυθμίζουν την εξέλιξη της αγοράς ενός συγκεκριμένου τομέα" (53).
91. Η Επιτροπή φρονεί (54) ότι, λόγω της συνθέσεώς τους, οι επιτροπές κομίστρων είναι "προορισμένες", να εκπροσωπούν τα συμφέροντα της βιομηχανίας μεταφοράς εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις.
92. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι στοιχεία τα οποία το εκδικάζον δικαστήριο θα λάβει υπόψη του προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια του "ειδικού περί τα κόμιστρα", κατά την έννοια της εθνικής του νομοθεσίας.
93. Τέλος, όπως προανέφερα, τα μέλη αυτά προτείνονται συχνά από οργανώσεις συγκείμενες από επιχειρήσεις.
94. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn στις προτάσεις του επί της υποθέσεως BNIC κατά Clair (55),
"το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν πρέπει να ερμηνευθεί στενά υπό την έννοια ότι αναφέρεται αποκλειστικά σε 'ενώσεις επιχειρήσεων' . Περιλαμβάνει τις 'ενώσεις ενώσεων επιχειρήσεων' . Διαφορετικά θα ήταν εύκολο για τις επιχειρήσεις να αποφύγουν την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού" (56).
95. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, συμφωνία μεταξύ ενώσεων επιχειρήσεων, εφόσον η δράση τους ή η δράση των επιχειρήσεων που είναι μέλη τους αποβλέπει στην πραγμάτωση των σκοπών της συμφωνίας (57).
96. Έρχομαι τώρα στον υποχρεωτικό χαρακτήρα της εγκρίσεως.
97. Το Bundesanstalt τονίζει ότι η απόφαση των επιτροπών κομίστρων δεν έχει, αφεαυτής, καμία δεσμευτική ισχύ (58). Δεν υφίσταται, εξάλλου, συμφωνία που να έχει τέτοια ισχύ μεταξύ των μερών που την συνήψαν. Μόνο η έγκρισή της από το κράτος της προσδίδει ισχύ νόμου (59).
98. Το ίδιο συνέβαινε στην υπόθεση Asjes, όπου η σύμπραξη των επιχειρήσεων αποκτούσε δεσμευτική ισχύ έναντι των μερών από της εγκρίσεώς της (60). Ομοίως στην υπόθεση BNIC κατά Aubert η σχετική με τις ποσοστώσεις παραγωγής συμφωνία δεν είχε λόγο υπάρξεως και πρακτική συνέπεια παρά μόνο μετά την επέκτασή της, με κρατική απόφαση, σε όλες τις επιχειρήσεις του οικείου τομέα (61).
99. Για την εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85 το Δικαστήριο δεν απαιτεί την απόδειξη υπάρξεως "τελείας" συμπράξεως: σύμπραξη που τελεί υπό την ανασταλτική προϋπόθεση της εγκρίσεώς της, η οποία και μόνο μπορεί να την καταστήσει δεσμευτική, εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου εκ των ανωτέρω άρθρων. Πράγματι, θα ήταν παράλογο σύμπραξη μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία κατέστη δεσμευτική με κρατική απόφαση, να διαφεύγει του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85 απλώς και μόνο επειδή δεν παράγει αφεαυτής έννομες συνέπειες.
100. Εξ ορισμού, το ενδιαφέρον στοιχείο μιας κανονιστικής ρυθμίσεως είναι να προσδίδει γενική και δεσμευτική ισχύ σε συμφωνία η οποία στερείται τις ιδιότητες αυτές. Το γεγονός ότι αυτή καθεαυτή μια συμφωνία στερείται δεσμευτικού αποτελέσματος δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για τον μη χαρακτηρισμό της ως συμπράξεως (62).
101. Οι αποφάσεις αυτές των επιτροπών κομίστρων όχι μόνο δεν αποτελούν απλές γνωμοδοτήσεις, αλλά είναι δεσμευτικές για τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων που προτείνουν τα μέλη τους, όπως και για τις άλλες επιχειρήσεις του κλάδου, υπό την ανασταλτική προϋπόθεση της εγκρίσεως τους από τους αρμόδιους υπουργούς.
102. Συνεπώς, η συμφωνία που συνάπτεται στο πλαίσιο της επιτροπής κομίστρων καθίσταται δεσμευτική και πραγματική, μέσω της εγκρίσεώς της, έναντι των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων του οικείου κλάδου.
103. Τέλος, οι δαπάνες προσωπικού και λειτουργίας των επιτροπών κομίστρων και των επιτροπών των μεταφορικών επιχειρήσεων δεν βαρύνουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση (63), στοιχείο που επιτρέπει την άποψη ότι οι φορείς αυτοί διαθέτουν κάποια ανεξαρτησία έναντι της ομοσπονδιακής κυβερνήσεως.
104. Είναι όμως οι αποφάσεις αυτών των επιτροπών αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης; Δεν είναι τόσο ουσιώδης, στην περίπτωση αυτή, ο ρόλος του κράτους ώστε η σχετική ρύθμιση να διατηρεί κρατικό χαρακτήρα, αποκλείοντα την εφαρμογή των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85;
105. Θεωρώ ότι μια τέτοια διαδικασία καθορισμού των κομίστρων παρέχει στο κράτος τα μέσα προλήψεως των συμπράξεων. Αυτός εξάλλου είναι ο σκοπός μιας τέτοιας ρυθμίσεως, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα κηρύξεως ανισχύρου οποιασδήποτε αποφάσεως της επιτροπής κομίστρων που λαμβάνει υπόψη ιδιωτικά συμφέροντα και η οποία αναγνωρίζει στο κράτος πραγματική εξουσία ελέγχου της αποφάσεως.
106. Αυτό είναι το ζήτημα που θα εξετάσω στο δεύτερο αυτό μέρος.
107. Εφόσον
* το κράτος διατηρεί τον έλεγχο του περιεχομένου των αποφάσεων περί κομίστρων, καθορίζοντας τα κριτήρια,
* τόσο διοικητικός όσο και δικαστικός έλεγχος επιτρέπει τον έλεγχο της τηρήσεως και την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβιάσεως της συμφωνίας,
δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δημόσια αρχή μεταβίβασε την εξουσία λήψεως της αποφάσεως στους φορείς που συνίσταται από εκπροσώπους του επαγγελματικού κλάδου.
108. Επανέρχομαι στα δύο αυτά ζητήματα.
109. Καθορίζοντας στο άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, τους σκοπούς του, ο GueKG προβλέπει ότι "το ομοσπονδιακό υπουργείο επιδιώκει, μέσω αμοιβής σύμφωνης προς τις τάσεις της αγοράς και έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των μέσων μεταφοράς, να καταστεί δυνατή την ορθολογική από οικονομικής απόψεως κατανoμή του μεταφορικού έργου" (άρθρο 7, παράγραφος 1). "Το ομοσπονδιακό υπουργείο οφείλει να εναρμονίσει μεταξύ τους τις προσφερόμενες υπηρεσίες και τις αμοιβές των διαφόρων μέσων μεταφοράς" (άρθρο 7, παράγραφος 2) (64).
110. Είναι αξιοσημείωτο ότι θεσπίζοντας σύστημα "ψαλίδας" τιμών στον τομέα της οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων, περιορίζοντας, συνεπώς, τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεταφορικών επιχειρήσεων ως προς τις τιμές, ένα κράτος επιδιώκει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ομαλοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ των μεταφορικών μέσων.
111. Διευθετεί και μεταθέτει τους όρους του ανταγωνισμού στο όνομα της διασφαλίσεως των συμφερόντων ιδίως των ποταμίων και σιδηροδρομικών μεταφορών.
112. Ο εκ μέρους του κράτους καθορισμός των κομίστρων επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα του γεωργικού κλάδου, των μεσαίων επιχειρήσεων και των οικονομικά ασθενών και κακώς εξυπηρετουμένων από πλευράς μεταφορών περιοχών (65).
113. Είναι προφανές ότι το κράτος δεν επιτρέπει τον ελεύθερο ανταγωνισμό ως προς τα κόμιστα και παρεμβαίνει στην αγορά ρυθμιστικώς με σκοπό τη διασφάλιση των επιδιώξεων της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής πολιτικής.
114. Συνεπώς, αποφάσεις όπως αυτές των επιτροπών κομίστρων δεν είναι το αποτέλεσμα συμπτώσεως ελευθέρων βουλήσεων μέσω των οποίων οι "εκπρόσωποι" των μεταφορέων ορισμένου κλάδου προωθούν τα προσωπικά τους συμφέροντα έναντι των γενικών συμφερόντων η προάσπιση των οποίων συνιστά τον λόγο υπάρξεως μιας τέτοιας κανονιστικής ρυθμίσεως.
115. Για τον λόγο αυτό ο GueKG επιβάλλει στις επιτροπές κομίστρων την τήρηση ορισμένων κριτηρίων που παρατίθενται στα άρθρα 7 και 22, παράγραφος 1:
* συμφωνία των τιμών με τις τάσεις της αγοράς,
* προσαρμογή των τιμών στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος,
* εναρμόνιση των τιμών με την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση όλων των περιοχών,
* συσχέτιση των κομίστρων με την οικονομική κατάσταση των οικείων μεταφορικών επιχειρήσεων,
* διασφάλιση των συμφερόντων του γεωργικού κλάδου και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων,
* προσεπιμέτρηση της καταστάσεως των οικονομικώς ασθενέστερων και δυσκολότερα προσβάσιμων περιοχών.
116. Κατ' αρχήν λοιπόν, σε μια τέτοια διαδικασία, δεν απομένει χώρος για την προβολή ιδιωτικών συμφερόντων: ελλείπει, κατά συνέπεια, ένα συστατικό στοιχείο της συμπράξεως. Το σύστημα έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η επιτροπή να αποτελεί το όργανο του κράτους για την επίτευξη των σκοπών που εκείνο τάσσει.
117. Είναι δυνατόν να παρουσιαστούν δύο ειδών περιπτώσεις.
118. Οι αποφάσεις συμφωνούν με τα κριτήρια που θέτει η κρατική κανονιστική ρύθμιση. Στην περίπτωση αυτή παρέχεται η έγκριση.
119. Οι αποφάσεις δεν συμφωνούν τα κριτήρια αυτά και εκφράζουν κυρίως ιδιωτικά συμφέροντα. Στην περίπτωση αυτή η τήρηση των αρχών του νόμου διασφαλίζεται με την ύπαρξη διττού ελέγχου, τόσο διοικητικού όσο και δικαστικού.
120. Σκοπός της διαδικασίας παροχής της εγκρίσεως είναι ακριβώς ο έλεγχος της τηρήσεως εκ μέρους της επιτροπής κομίστρων των κριτηρίων που προβλέπει ο νόμος. Ο υπουργός υποχρεούται να μην εγκρίνει την απόφαση εκείνη που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια αυτά. Υπήρξαν πολλές αρνήσεις εγκρίσεως αποφάσεων που έβλαπταν τα συμφέροντα μικρών επιχειρήσεων (66).
121. Πέραν αυτής της δυνατότητας αρνήσεως παροχής εγκρίσεως (67), ο ομοσπονδιακός Υπουργός Μεταφορών, καθώς και ο Υπουργός Οικονομίας, έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν οι ίδιοι τα κόμιστρα, αντί της επιτροπής κομίστρων, όταν αυτό απαιτεί το γενικό συμφέρον (68).
122. Εναπόκειται, τέλος, στο δικαστήριο που θα επιληφθεί της υποθέσεως να εξετάσει την ύπαρξη προσφυγών κατά ενδεχόμενης εγκρίσεως από τον υπουργό αποφάσεως μη ανταποκρινόμενης στα κριτήρια του νόμου.
123. Συνεπώς, διαδικασία καθορισμού των κομίστρων όπως η εξεταζόμενη επιτυγχάνει τελικώς τον σκοπό της: την ομαλοποίηση, δηλαδή, των όρων του ανταγωνισμού βάσει των κριτηρίων που θέτει το οικείο κράτος μέλος.
124. Σε περίπτωση που η επιτροπή κομίστρων απομακρυνθεί από τα κριτήρια αυτά οι αποφάσεις της δεν θα εγκριθούν. Πράγματι, ο υπουργός οφείλει να αρνηθεί τη χορήγηση εγκρίσεως σε περίπτωση μη τηρήσεως των κριτηρίων του νόμου.
125. Τέλος, σε περίπτωση που ο υπουργός εγκρίνει απόφαση μη σύμφωνη με τα κριτήρια, η έγκρισή της θα μπορούσε να προσβληθεί ενώπιον των δικαστηρίων.
126. Μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση δεν ισοδυναμεί με έγκριση προϋφιστάμενης συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων. Δεν καθιστά εκτελεστή συμφωνία συναφθείσα εκτός του πλαισίου των διοικητικών αρχών. Οργανώνει, ρυθμίζει και επιβάλλει κόμιστρα στο πλαίσιο μιας κρατικής διαδικασίας. Συνεπώς, βάση της διαδικασίας είναι, χωρίς αμφιβολία, η έκφραση μιας κρατικής πολιτικής και όχι η έκφραση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
127. Κατ' αντίθεση προς τις υποθέσεις Asjes (έγκριση από τη διοικητική αρχή προϋφιστάμενης συμφωνίας περί τιμών) και BNIC κατά Aubert (επέκταση, με απόφαση, των συνεπειών συμφωνιών που συνήφθησαν εκτός του διοικητικού πλαισίου σχετικά με ποσοστώσεις εμπορίας αντίθετες προς το άρθρο 85) ή BNIC κατά Clair (δυνατότητα συνάψεως, εκ μέρους των εκπροσώπων των δύο οικογενειών στο πλαίσιο του BNIC, συμφωνίας σχετικής με τις τιμές, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε παρέμβασης του κυβερνητικού εκπροσώπου), το κράτος επιβάλλει κόμιστρα, τη διαμόρφωση των οποίων προκάλεσε το ίδιο, ελέγχοντας αν ανταποκρίνονται στα κριτήρια του νόμου.
128. Ο σχετικός με τις τιμές ανταγωνισμός περιορίζεται, στον τομέα της οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων, από την ίδια την κανονιστική ρύθμιση και όχι ως συνέπεια μιας ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ενώ το αίτημα επεκτάσεως της συμφωνίας στο πλαίσιο του BNIC προερχόταν αποκλειστικώς από τις εκπροσωπούμενες στον φορέα αυτό επιχειρήσεις, στην προκειμένη περίπτωση τη διαδικασία παροχής της εγκρίσεως κινεί με αποκλειστική δική του πρωτοβουλία το κράτος. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πλέον διαλεκτική σχέση μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων στο πλαίσιο της οποίας το κράτος αποδέχεται συμφωνίες που συνήψαν οι δεύτερες.
129. Τέλος, μια διαδικασία επιβολής κομίστρων διατηρεί τον κρατικό της χαρακτήρα όταν οι αρμόδιες αρχές συμμετέχουν σ' αυτήν από το πρώτο ουσιαστικό στάδιο της διαπραγματεύσεως και καθορισμού των κομίστρων. Υπενθυμίζω ότι ο ομοσπονδιακός Υπουργός Μεταφορών έχει το δικαίωμα να μετέχει στις συνεδριάσεις των επιτροπών κομίστρων ή των συμβουλευτικών τους επιτροπών ή να εκπροσωπείται σ' αυτές. Μπορεί να αποστeeλλει ως εκπροσώπους υπαλλήλους του Bundesanstalt (69). Μαρτυρία, εξάλλου, της συμμετοχής του κράτους στον καθορισμό των κομίστρων αποτελεί το έγγραφο της 19ης Απριλίου 1991 με το οποίο οι ομοσπονδιακοί Υπουργοί Μεταφορών και Οικονομίας ζητούσαν από τις επιτροπές κομίστρων να επιδείξουν μεγαλύτερη ευελιξία στον καθορισμό των κομίστρων και να διευρύνουν το άνοιγμα μεταξύ των υψηλοτέρων και χαμηλοτέρων τιμών (70).
130. Συνεπώς, ρύθμιση όπως η εξεταζόμενη δεν αντιβαίνει στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, στοιχείο στ', 5 και 85 της Συνθήκης, πράγμα βεβαίως που δεν προδικάζει την εφαρμογή άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
131. Προτείνω, συνεπώς, να αποφανθεί το Δικαστήριο, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ότι:
Τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 5 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αποκλείουν, όσον αφορά τον καθορισμό των κομίστρων για την οδική μεταφορά εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις, να ανατίθεται μέσω εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η αρμοδιότητα σε επιτροπές συγκείμενες από μέλη διοριζόμενα από την αρμόδια δημόσια αρχή κατόπιν προτάσεως επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων συγκεκριμένου κλάδου, εφόσον οι αποφάσεις αυτών των επιτροπών πρέπει να είναι σύμφωνες με κριτήρια που καθορίζει η αρμόδια δημόσια αρχή, υπό την επιφύλαξη ότι, σε περίπτωση μη τηρήσεώς τους, η αρμόδια αρχή δεν θα παράσχει την έγκρισή της, να τις αντακαταστήσει ενδεχομένως με διοικητική απόφαση ή ότι, εν πάση περιπτώσει, οι αποφάσεις αυτές είναι δεκτικές δικαστικού ελέγχου κατόπιν προσφυγής ασκουμένης κατά της αποφάσεως περί εγκρίσεώς τους.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) * Η κατά νόμο αποστολή του οποίου είναι η διασφάλιση της τηρήσεως των κομίστρων, των όρων μεταφοράς και των σχετικών με τις εγκρίσεις διατάξεων (άρθρο 54 του GueKG).
(2) * Άρθρο 23, παράγραφος 2, του GueKG.
(3) * Διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, σ. 4 της γαλλικής μετάφρασης.
(4) * Ενθ. άν., σ. 7.
(5) * Σημείο ΙΙΙ-4.
(6) * Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, 223/78, Grosoli (Συλλογή 1979 ΙΙ, σ. 275, 278).
(7) * Βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 1986, 209 έως 213/84, Εισαγγελική Αρχή κατά Asjes, σκέψη 40 (Συλλογή 1986, σ. 1425).
(8) * ΕΕ L 175, σ. 1.
(9) * Προαναφερθείσα απόφαση, ανωτέρω υποσημείωση 7, σκέψεις 36 και 42. Ως προς τις αεροπορικές μεταφορές, βλ. επίσης την απόφαση της 11ης Απριλίου 1989, 66/86, Ahmed Saeed Flugreisen κ.λπ. κατά Zentrale zur Bekaempfung unlauteren Wettbewerb (Συλλογή 1989, σ. 803). Βλ. επίσης την απόφαση της 4ης Απριλίου 1974, 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλίας, (Συλλογή τόμος 1974, σ. 179, σκέψη 32).
(10) * Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1985, 229/83, Leclerc κατά SARL au ble vert, (Συλλογή 1985, σ. 1, σκέψη 14) πάγια νομολογία. Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1977, 13/77, ΙΝΝΟ κατά ΑΤΑΒ (Συλλογή 1977, σ. 2115, σκέψη 31) προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Απριλίου 1986, Asjes, σκέψη 71 απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1987, 311/85, VVR (Συλλογή 1977, σ. 3801, σκέψη 10) απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1987, 136/86, BNIC κατά Aubert (Συλλογή 1987, σ. 4789, σκέψη 23) απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 267/86, Van Eycke (Συλλογή 1989, σ. 4769, σκέψη 16).
(11) * Ας σημειωθεί ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν αναφέρεται στο άρθρο αυτό.
(12) * Το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη γενική απαγόρευση περιορισμού του ανταγωνισμού (βλ. σχετικώς Marenco, Le traite CEE interdit-il aux Etats membres de restreindre la concurrence? , CDE 1986, σ. 285, και D. Waelbroeck, Application des regles de concurrence du traite de Rome a l' autorite publique , Revue du marche commun, Ιανουάριος 1987, αριθ. 303, σ. 25).
(13) * Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, 32/65, Ιταλία κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 431), απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100 έως 103/80, Pioneer, (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 107).
(14) * Αποφάσεις 56 και 58/64, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363.
(15) * Ενθ. αν. σ. 371.
(16) * Βλ. π.χ. G. Wils, La rule of reason en droit de la concurrence de la CEE, CDE, 1990, σ. 19, σκέψη 16, ή G. Marenco, ενθ. αν., σ. 289.
(17) * G. Wils, ενθ. αν., σημείο 16. Βλ. επίσης την εισαγωγή στην δέκατη τέταρτη έκθεση περί της πολιτικής του ανταγωνισμού, 1985, σ. 11: Συνεπώς σκοπός της πολιτικής του ανταγωνισμού είναι να παράσχει τη δυνατότητα στην ανταγωνιστική διαδικασία να αναπτύξει τις ευεργετικές της συνέπειες και να συμβάλλει με τον τρόπο αυτό, στην πραγμάτωση της κοινής αγοράς. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αγορά πρέπει να αποτελεί πάντοτε τον αποκλειστικό μηχανισμό ρυθμίσεως της οικονομικής δραστηριότητας: εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις η αυτόνομη ανάπτυξη των δυνάμεων της αγοράς μπορεί να περιορίσει ή ακόμα να εξαλείψει τον ανταγωνισμό. Σκοπός της πολιτικής ανταγωνισμού είναι η αναζήτηση μιας ισορροπίας ώστε η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς, σε συνδυασμό με επιλεγμένες παρεμβάσεις, στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται αναγκαίο, να διασφαλίζει τη διατήρηση ενός ανόθευτου ανταγωνισμού , την οποία παραθέτει ο G. Wils, ενθ. αν. σ. 37.
(18) * Ε. Fox, Monopolization and Dominance in the U.S. and the E.C. Efficiency, Opportunity and Fairness , Notre Dame Law Review, 1986, σ. 982, απόσπασμα που παραθέτει ο G. Wils, ενθ. αν., σημείο 15.
(19) * Βλ. σχόλια στο άρθρο 222 στο έργο V. Constantinesco κ.ά., κατά άρθρο σχόλια στη Συνθήκη ΕΟΚ.
(20) * Απάντηση στις ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο, σ. 2 της γαλλικής μετάφρασης.
(21) * Η υπογράμμιση δική μου.
(22) * Σκέψη 10 της προαναφερθείσας απόφασης της 1ης Οκτωβρίου 1987, VVR.
(23) * Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25 της 21ης Φεβρουαρίου 1962).
(24) * Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, Cullet, σκέψη 13.
(25) * Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, Marchandise, σκέψη 22.
(26) * Προαναφερθείσα απόφαση BNIC κατά Aubert, σκέψη 23.
(27) * Προαναφερθείσα απόφαση VVR, σκέψη 23.
(28) * Ενθ. αν.
(29) * Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 16.
(30) * Ηοffman, Anti-competitive State Legislation Condemned Under Articles 5, 85, and 86, of the EEC Treaty: How Far Should the Court Go After Van Eycke (1990) 1 ECLR, σ. 22.
(31) * Fordham International Law Journal, τόμος 12, σ. 163, 172.
(32) * Προαναφερθείσα υπόθεση, σκέψη 16.
(33) * Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-332/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-1027).
(34) * Βλ. απόφαση Van Eycke, σκέψη 19.
(35) * Σκέψη 23.
(36) * Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1985, 231/83, (Συλλογή 1985, σ. 305, σκέψη 17).
(37) * Βλ. σκέψη 16.
(38) * Από τις προτάσεις μου στην προαναφερθείσα υπόθεση Leclerc κατά Au ble vert (Συλλογή, σ. 7, σκέψη 8).
(39) * Απόφαση C-126/91, που έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή. Πρόκειται για το άρθρο 6 του γερμανικού νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού.
(40) * Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-18/88, RTT κατά GB-INNO-BM (Συλλογή 1991, σ. Ι-5941, σκέψη 20).
(41) * Προαναφερθείσα απόφαση, βλ. παραπομπή στην υποσημείωση 40.
(42) * Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην υπόθεση Van Eycke, ειδικότερα την σκέψη 3 (Συλλογή 1988, σ. 4784).
(43) * Βλ. σχετικώς U. Ehricke, State Intervention and EEC Competition Law opportunities and Limits of the European Court of Justice' s Approach * A Critical Analysis of Four Key-Cases, World Competition, 1990, αριθ. 1, σ. 79-102.
(44) * Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1991, Τ-30/89, Hilti, (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-1439, σκέψη 118). Κατά της αποφάσεως έχει ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου.
(45) * Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1979, 5/79, Buys (Συλλογή 1979, σ. 3203, σκέψη 30).
(46) * Σκέψη 19, η υπογράμμιση δική μου.
(47) * Άρθρο 21 β (3) του GueKG, βλ. κατωτέρω.
(48) * Γερμανική ομοσπονδία επιχειρήσεων οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις.
(49) * Ενθ. αν. παράρτημα 6.
(50) * Το οποίο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο (υπόθεση C-48/92, Wimmer).
(51) * Σ. 9 της γαλλικής μετάφρασης.
(52) * Δεν δέχονται ούτε εντολή ούτε καθοδήγηση (άρθρο 21, παράγραφος 2, τέταρτη φράση, του GueΚG).
(53) * Σ. 9 της γαλλικής μετάφρασης.
(54) * Βλ. σχετικώς τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, σ. 13. Βλ. επίσης Dolfen, Der Verkehr im europaeischen Wettbewerbsrecht 1991, σ. 163, ο οποίος επίσης παρατηρεί ότι απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους τα μέλη των επιτροπών κομίστρων που παύουν να ανήκουν στην ένωση που τους πρότεινε.
(55) * Προαναφερθείσα απόφαση.
(56) * Συλλογή 1985, σ. 396.
(57) * Απόφαση της 15ης Μαΐου 1975, 71/74, Frubo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1975, σ. 563, σκέψη 30).
(58) * Βλ. τις παρατηρήσεις του, σ. 10 της γαλλικής μετάφρασης.
(59) * Άρθρο 20, στοιχείο α', παράγραφος 6, του GueΚG.
(60) * Βλ. τις παρατηρήσεις του L. Gyselen, State Action and the Effectiveness of the EEC Treaty' s Competition Provisions (1989) CMLR, σημείο 3.2.1.
(61) * L. Gyselen, εν. αν., σημείο 3.2.3.
(62) * Βλ. παρατηρήσεις του Bundesanstalt, σ. 16 της γαλλικής μετάφρασης.
(63) * Βλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1969 του ομοσπονδιακού Υπουργού Μεταφορών, παράρτημα 2 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
(64) * Η υπογράμμιση δική μου.
(65) * Άρθρο 22, παράγραφος 1, του GueΚG.
(66) * Βλ. τις αιτήσεις αριθ. 1361/64 και αριθ. 1434/85, οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα 2 των παρατηρήσεων της Γερμανικής Κυβερνήσεως.
(67) * Άρθρο 20, στοιχείο α', παράγραφος 3, του GueΚG.
(68) * Άρθρο 20, στοιχείο α', παράγραφος 4, του GueΚG. Οι Υπουργοί Μεταφορών και Οικονομίας μπορούν επίσης να ακυρώσουν, proprio motu, αποφάσεις καθορισμού των κομίστρων εάν αυτό απαιτεί το γενικό συμφέρον (ενθ. αν.).
(69) * Άρθρο 12 β (3) του GueΚG.
(70) * Βλ. παράρτημα 3 των παρατηρήσεων της Επιτροπής. Προσθέτω ότι ο υπουργός Μεταφορών καθορίζει όλους τους άλλους σημαντικούς όρους της μεταφορικής συμβάσεως (άρθρο 20, στοιχείο α', παράγραφος 5, του GueΚG).
Full & Egal Universal Law Academy