Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Βελγικό Δημόσιο εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών άσκησε αγωγή ενώπιον του tribunal de premiere instance de Neufchateau (Βέλγιο) κατά της Societe Cooperative Belovo, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 20 εκατομμύρια βελγικά φράγκα (BFR) λόγω του ότι οι εισφορές που είχε καταβάλει υπολείπονταν κατά πολύ του δέοντος.
2. Το ιστορικό της υποθέσεως έχει ως εξής:
Η Belovo ζήτησε κατά την περίοδο από τις 24 Νοεμβρίου 1988 μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου 1989 σε εννέα περιπτώσεις άδεια εισαγωγής αυγών από ορισμένες τρίτες χώρες (Ισραήλ, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ΕΣΣΔ και Τσεχοσλοβακία). Ταυτόχρονα η Belovo ζήτησε να προκαθορισθούν οι εισφορές λόγω εισαγωγής. Οι αρμόδιες αρχές εξέδωσαν κατά την περίοδο από τις 28 Νοεμβρίου 1988 μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου 1989 τις αιτηθείσες εννέα άδειες με προκαθορισμό των εισφορών λόγω εισαγωγής.
Στις 3 Οκτωβρίου 1989, οι βελγικές αρχές ανακάλεσαν χωρίς αιτιολογία τις πέντε τελευταίες εκδοθείσες άδειες εισαγωγής. Η ανάκληση πραγματοποιήθηκε βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 3719/88/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1988, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και
προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός) (1). Η ανάκληση αιτιολογήθηκε εκ των υστέρων με το ότι ο κανονισμός περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των αυγών (2) δεν προβλέπει τη δυνατότητα προκαθορισμού εισφορών λόγω εισαγωγής αυγών από τρίτες χώρες. Η Belovo παραδέχθηκε την ορθότητα του ισχυρισμού αυτού και επέστρεψε τις πέντε άδειες οι οποίες ή δεν είχαν χρησιμοποιηθεί καθόλου ή είχαν χρησιμοποιηθεί μόνο εν μέρει.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Belovo, κατόπιν διαπραγματεύσεων τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1989, είχε συνάψει σύμβαση με έναν σοβιετικό κρατικό οργανισμό για την πώληση ενός εργοστασίου με τα κλειδιά στο χέρι για τη μεταποίηση αυγών. Στη σύμβαση αυτή πωλήσεως περιελαμβάνετο ένας όρος που προέβλεπε την αντίστοιχη υποχρέωση αγοράς περίπου 2 000 τόνων φρέσκων αυγών. Η Belovo ισχυρίζεται ότι, σε σχέση με την εν λόγω σύμβαση με τον σοβιετικό κρατικό οργανισμό, είχε αποδώσει σημασία στο ότι θα μπορούσε να εισαγάγει στην Κοινότητα τα αυγά που αφορούσε η σύμβαση βάσει των εκδοθεισών αδειών με προκαθορισμό των εισφορών (3). Η εταιρία ήταν υποχρεωμένη βάσει των όρων της συμβάσεως να εισαγάγει τα αγορασθέντα αυγά από τη Σοβιετική 'Ενωση κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 1989, κατά την οποία έθεσε τα παραληφθέντα αυγά σε τελωνειακή αποταμίευση. Με δύο Διατάξεις που εξέδωσε ο πρόεδρος του tribunal de premiere instance de Bruxelles στις 2 Νοεμβρίου και στις 8 Δεκεμβρίου 1989, αντιστοίχως, ορίστηκε ότι η Belovo μπορούσε να αποσύρει τα
αυγά από την τελωνειακή αποταμίευση και να διενεργήσει την εισαγωγή καταβάλλοντας μόνο τις εισφορές που προκύπτουν από τα πιστοποιητικά προκαθορισμού. Η απόφαση αυτή ελήφθη ενόψει του ότι διαφορετικά τα αυγά θα χαλούσαν, χωρίς να προδικάζει το ζήτημα αν η Belovo θα μπορούσε αργότερα να υποχρεωθεί να καταβάλει εκ των υστέρων ενδεχομένως περαιτέρω εισφορές λόγω εισαγωγής.
Το Βελγικό Δημόσιο άσκησε στις 30 Αυγούστου 1990 την προαναφερθείσα αγωγή ενώπιον του tribunal de premiere instance de Neufchateau, ζητώντας την εκ των υστέρων καταβολή περίπου 20 εκατομμυρίων BFR.
3. Το αίτημα για την εκ των υστέρων καταβολή περιλαμβάνει εισφορές λόγω εισαγωγών που διενεργήθηκαν βάσει των τεσσάρων από τις εννέα άδειες εισαγωγής (4).
Από τις ακόλουθες παρατηρήσεις θα καταστεί σαφές ότι το αίτημα για την εκ των υστέρων καταβολή δεν περιλαμβάνει μόνο τις εισφορές που αφορούν την εισαγωγή των αυγών που αποτελούσε το αντικείμενο της συναφθείσας με τον σοβιετικό κρατικό οργανισμό συμφωνίας για την αντίστοιχη αγορά αυγών.
Περισσότερο από το ήμισυ του αιτήματος αφορά την εκ των υστέρων καταβολή εισφορών σε συνάρτηση με την εισαγωγή αυγών από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας που είχε διενεργηθεί πριν από τις 30 Ιουνίου 1989 βάσει μιας άδειας εισαγωγής που δεν περιλαμβάνεται στις άδειες που ανακλήθηκαν τον Οκτώβριο.
4. Η Belovo προέβαλε στην κύρια δίκη αίτημα για την καταβολή 5 εκατομμυρίων BFR ως αποζημίωση, προβάλλοντας ότι η αντίθετη προς τον νόμο συμπεριφορά των βελγικών αρχών κατά την έκδοση των πιστοποιητικών
προκαθορισμού προξένησε ζημίες στην εταιρία, μεταξύ άλλων, λόγω των δαπανών μεταφοράς, θέση σε τελωνειακή αποταμίευση κ.λπ.
5. Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι ο προκαθορισμός πραγματοποιήθηκε χωρίς αυτό να προβλέπεται από το ισχύον κοινοτικό δίκαιο. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι το ζητούμενο εκ των υστέρων ποσό έχει ορθώς υπολογισθεί. Επομένως, η διαφορά μεταξύ των διαδίκων αφορά αποκλειστικά το ζήτημα αν η αξίωση για την εκ των υστέρων καταβολή είναι βάσιμη και αν μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως της Belovo.
6. Η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η ανάκληση της 3ης Οκτωβρίου 1989 στηρίζεται στα άρθρα 24 και 25 του εκτελεστικού κανονισμού και ότι οι διατάξεις αυτές αποκλείουν τη δυνατότητα να έχει η Belovo κεκτημένα δικαιώματα βάσει των πιστοποιητικών προκαθορισμού. Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι διατάξεις αυτές αποκλείουν τη δυνατότητα αξιώσεως αποζημιώσεως της Belovo κατά των αρχών. Η κυβέρνηση στηρίζει ομοίως την άποψη αυτή σε μία ανάλυση της φύσεως των εισφορών λόγω εισαγωγής, υποστηρίζοντας ότι οι εισφορές είναι ουδέτερες και χρησιμεύουν αποκλειστικά στην αντιστάθμιση των διαφορών μεταξύ των τιμών της χώρας εξαγωγής και των κοινοτικών τιμών, πράγμα που συνεπάγεται ότι η Belovo δεν μπορεί να αντλήσει δικαίωμα από τους διενεργηθέντες προκαθορισμούς (5).
7. Η Belovo ισχυρίζεται ότι ενήργησε καλοπίστως, επαφιόμενη στα εκδοθέντα πιστοποιητικά προκαθορισμού και ότι η έκδοση των πιστοποιητικών αυτών δημιούργησε κεκτημένα δικαιώματα γι' αυτήν. Περαιτέρω, η εταιρία προβάλλει ότι οι διατάξεις του κανονισμού στις οποίες αναφέρεται η Βελγική Κυβέρνηση σε καμία περίπτωση δεν αποκλείουν τη δυνατότητα προβολής αξιώσεως αποζημιώσεως κατά του Βελγικού Δημοσίου.
8. Το tribunal de premiere instance de Neufchateau υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Συνεπάγονται το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3719/88 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1988, που προβλέπει ότι, αν ο εκδώσας το πιστοποιητικό (εισαγωγής) οργανισμός κρίνει ότι συντρέχουν οι όροι για διόρθωση, προβαίνει στην ανάκληση είτε του αποσπάσματος είτε του πιστοποιητικού καθώς και των αποσπασμάτων που έχουν προηγουμένως χορηγηθεί και εκδίδει αμελλητί είτε διορθωμένο απόσπασμα είτε πιστοποιητικό και τα αντίστοιχα αποσπάσματα διορθωμένα, και το άρθρο 25 του ίδιου κανονισμού, που προβλέπει ότι ο δικαιούχος υποχρεούται να παραδώσει το πιστοποιητικό και τα αποσπάσματα στον εκδώσαντα οργανισμό κατόπιν αιτήσεως του οργανισμού αυτού, ότι:
1) Ο επιχειρηματίας που χρησιμοποίησε πιστοποιητικό περιέχον λάθη απαλλάσσεται της καταβολής των ποσών που προβλέπονται από τις προσαυξήσεις των εισφορών που επήλθαν μετά την έκδοση του εσφαλμένως χορηγηθέντος πιστοποιητικού προκαθορισμού;
2) Σε περίπτωση που ένας εισαγωγέας αυγών, προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο συγκεκριμένου κανονισμού, επωφελήθηκε λάθους στο σύστημα προκαθορισμού, ληφθέντος υπόψη ότι οι συμβάσεις εισαγωγής συνήφθησαν πριν από την απόσυρση των πιστοποιητικών και η εισαγωγή πραγματοποιήθηκε μετά την ανάκληση των πιστοποιητικών κατόπιν αποφάσεως η οποία (εκδοθείσα στο πλαίσιο αιτήσεως λήψεως επειγόντων και προσωρινών μέτρων) επέτρεψε την εισαγωγή και τη θέση των εμπορευμάτων σε αποταμίευση λόγω του ότι αυτά υπόκεινταν σε φθορά, υποχρεούται ο επιχειρηματίας να καταβάλει μεταγενεστέρως τα ποσά που θα οφείλονταν αν δεν είχε υπάρξει λάθος στην έκδοση των πιστοποιητικών;
3) Μπορεί ένας επιχειρηματίας να επωφεληθεί του συστήματος προκαθορισμού όσον αφορά τις ισχύουσες συμβάσεις και τις πραγματοποιηθείσες παραγγελίες ή, αντιθέτως, οφείλει να καταβάλει τις αυξήσεις των εισφορών που επήλθαν μετά τον προκαθορισμό των τελευταίων;
4) Μπορεί ένας επιχειρηματίας να αντιταχθεί στην αλλοίωση των δικαιωμάτων που συνδέονται με το εσφαλμένο πιστοποιητικό ή να ζητήσει να αναγνωρισθεί ως υπεύθυνος ο εκδώσας οργανισμός;
5) Σε περίπτωση λάθους της διοικήσεως κατά την κατάρτιση ενός πιστοποιητικού εισαγωγής, θα αποκλειόταν να προσαφθεί στον εκδώσαντα οργανισμό ότι έχει παραπλανήσει τον επιχειρηματία;"
Από το ερώτημα προκύπτει ότι από το Δικαστήριο ζητείται απλώς ερμηνεία των άρθρων 24 και 25 του εκτελεστικού κανονισμού - βάσει των οποίων ανακλήθηκαν τέσσερις από τις άδειες - προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα τα οποία το βελγικό δικαστήριο θεωρεί ουσιώδη για τη λύση της διαφοράς.
Μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτό αποτελεί την οριοθέτηση του ερωτήματος ενόψει των ισχυρισμών που προέβαλαν οι βελγικές αρχές στην κύρια δίκη.
9. Η οριοθέτηση αυτή προκαλεί εντούτοις δυσκολίες από δύο απόψεις.
Πρώτον, κατά τη γνώμη μου, και οι δύο διατάξεις ελάχιστη σημασία έχουν για τη λύση των προβλημάτων επί των οποίων οφείλει να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο.
Δεύτερον, είναι, κατά τη γνώμη μου, δύσκολο να μη ληφθεί υπόψη ότι το αίτημα που προβάλλεται στην κύρια δίκη αφορά κατά το μεγαλύτερο μέρος εκ των υστέρων καταβολή που στηρίζεται σε πιστοποιητικό προκαθορισμού που χρησιμοποιήθηκε για την εισαγωγή αυγών από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας αρκετούς μήνες πριν από την ανάκληση και, επομένως, δεν εμπίπτει από την ανάκληση.
'Οπως φαίνεται, οι διάδικοι δεν ασχολούνται στις προτάσεις τους ειδικά με το ζήτημα αν το μέρος αυτό της αγωγής περί εκ των υστέρων καταβολής προκαλεί ιδιαίτερα προβλήματα σε σχέση με την εφαρμογή των άρθρων
24 και 25 του εκτελεστικού κανονισμού, τα οποία αφορούν αποκλειστικώς την ανάκληση αδειών. Οι διάδικοι ασχολούνται ιδίως με τα ζητήματα που τίθενται σε συνάρτηση με την εισαγωγή των αυγών που εισήχθησαν από την ΕΣΣΔ βάσει της συμφωνίας αντίστοιχης πωλήσεως μετά την ανάκληση των πιστοποιητικών προκαθορισμού, η ύπαρξη των οποίων αποτελούσε, όπως εκτέθηκε, προϋπόθεση για τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας.
Είναι πρόδηλο ότι το προδικαστικό ερώτημα, στα σημεία 2 και 3, αναφέρεται στην τελευταία αυτή περίπτωση. Τα άλλα σημεία του ερωτήματος αφορούν προφανώς επίσης τη σημασία του κοινοτικού δικαίου ως προς τη δυνατότητα αξιώσεως εκ των υστέρων καταβολής εισφορών λόγω εισαγωγής αυγών από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.
10. Στη συνέχεια, θα λάβω πρώτα θέση ως προς τη σημασία των άρθρων 24 και 25 του εκτελεστικού κανονισμού.
11. Κατόπιν, θα εξετάσω το βάσιμο της απόψεως που προβάλλει η Επιτροπή ότι τα πιστοποιητικά προκαθορισμού πρέπει να θεωρηθούν ανυπόστατα.
12. Τέλος, θα εξετάσω αν η διαφορά της κύριας δίκης πρέπει να κριθεί, όπως ισχυρίζεται η Belovo στο υπόμνημά της που κατέθεσε στο Δικαστήριο, βάσει του κανονισμού 1697/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979 περί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν ((διασαφήστηκαν)) σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την
υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (στο εξής: κανονισμός περί της εκ των υστέρων εισπράξεως) (6).
Ως προς τη σημασία των άρθρων 24 και 25 του εκτελεστικού κανονισμού
13. Τα δύο αυτά άρθρα ορίζουν:
"'Αρθρο 24
1. Οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται στα πιστοποιητικά και στα αποσπάσματα πιστοποιητικών δεν μπορούν να τροποποιηθούν μετά την έκδοσή τους.
2. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ακρίβεια των ενδείξεων που εμφαίνονται στο πιστοποιητικό ή στο απόσπασμα, το πιστοποιητικό ή το απόσπασμα επιστρέφονται στον εκδίδοντα οργανισμό με πρωτοβουλία του ενδιαφερόμενου ή της αρμόδιας υπηρεσίας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
Αν ο εκδίδων οργανισμός κρίνει ότι συντρέχουν οι όροι για διόρθωση, προβαίνει στην ανάκληση είτε του αποσπάσματος είτε του πιστοποιητικού, καθώς και των αποσπασμάτων που έχουν προηγουμένως εκδοθεί, και εκδίδει αμελλητί διορθωμένο απόσπασμα είτε πιστοποιητικό και τα αντίστοιχα αποσπάσματα διορθωμένα (...)
'Αρθρο 25
1. Ο δικαιούχος υποχρεούται να παραδώσει το πιστοποιητικό και τα αποσπάσματα στον εκδίδοντα οργανισμό, κατόπιν αιτήσεως του οργανισμού αυτού.
2. (...)"
14. Η Βελγική Κυβέρνηση, όπως προαναφέρθηκε, προβάλλει ότι οι διατάξεις αυτές παρέχουν στις αρχές δικαίωμα ανακλήσεως σε περίπτωση πλημμελούς χορηγήσεως αδειών, το δικαίωμα δε αυτό αποκλείει τη δυνατότητα του προσώπου το οποίο αφορά η ανάκληση να ισχυρισθεί λυσιτελώς ότι η ανάκληση θίγει κεκτημένα δικαιώματα ή τη δυνατότητα στοιχειοθετήσεως ευθύνης για τις
αρχές λόγω ενδεχόμενης πλημμέλειας που μπορεί να σημειώθηκε κατά την έκδοση των πιστοποιητικών.
'Ηδη ενόψει του γράμματος του άρθρου 24 υφίσταται αμφιβολία αν πρέπει αυτό να ερμηνευθεί όπως υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση.
15. Η Επιτροπή εξέθεσε ότι η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικά "ασήμαντες πλημμέλειες που μπορούν να θεραπευθούν με διόρθωση (...)" (7). Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου δεν έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση το αν η διάταξη αυτή παρέχει κατά το μάλλον ή ήττον ευχέρεια ανακλήσεως.
16. Το ουσιώδες είναι ότι η διάταξη αυτή περιέχει απλώς τις προϋποθέσεις και τον τρόπο ανακλήσεως αδειών.
Η διάταξη δεν περιέχει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανάκληση μπορεί να χωρήσει χωρίς να ληφθεί υπόψη η ασφάλεια δικαίου ως προς αυτόν τον οποίον αφορά η ανάκληση.
Αυτό δεν εκπλήσσει. Είναι πράγματι αμφίβολο αν μία διάταξη νομικής πράξεως που εκδίδει το Συμβούλιο ή η Επιτροπή μπορεί οπωσδήποτε να έχει ένα περιεχόμενο όπως αυτό το οποίο αποδίδει η Βελγική Κυβέρνηση στο άρθρο 24. Δικαίωμα ανακλήσεως ανεξάρτητο από οποιαδήποτε προϋπόθεση θα έχει ασφαλώς συνέπειες που θα αντίκεινται προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου - στην οποία περιλαμβάνεται η προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων και η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη - η οποία αρχή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αποτελεί γενικώς ισχύουσα αρχή του κοινοτικού δικαίου η οποία πρέπει να τηρείται κατά τη θέσπιση γενικών κοινοτικών κανόνων.
17. Βάσει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα άρθρα 24 και 25 του κανονισμού δεν έχουν αποφασιστική σημασία για το ζήτημα αν οι βελγικές αρχές δικαιούνται να αξιώσουν εκ των υστέρων καταβολή εισφορών ή αν το αίτημα αποζημιώσεως της Belovo μπορεί να γίνει δεκτό.
Ως προς την άποψη της Επιτροπής σχετικά με το ανυπόστατο των πιστοποιητικών προκαθορισμού
18. Η άποψη της Επιτροπής επί της υποθέσεως είναι σαφής. Τα πιστοποιητικά προκαθορισμού στερούνται απολύτως ερείσματος στο ισχύον κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, είναι ανυπόστατα. Δεδομένου ότι ουδέποτε υπήρξαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις. Η Belovo πρέπει εν πάση περιπτώσει να καταβάλει τις εισφορές λόγω εισαγωγής οι οποίες ίσχυαν κατά την ημερομηνία της διενέργειας των εισαγωγών. Αν έχει προκληθεί ζημία στη Belovo συνεπεία της στάσεως των βελγικών αρχών, αυτό αποτελεί ένα ζήτημα το οποίο δεν αφορά την Κοινότητα και πρέπει να κριθεί βάσει του βελγικού δικαίου.
19. Κατά τη γνώμη μου, δεν θα ήταν ορθό να υιοθετηθεί η άποψη της Επιτροπής. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μπορούν να θεωρηθούν ανυπόστατες μόνο οι νομικές πράξεις που πάσχουν "εξαιρετικά σοβαρές και πρόδηλες πλημμέλειες" (8). Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η λύση αυτή επιβάλλεται για λόγους ασφαλείας δικαίου.
Βεβαίως, ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή ότι η έκδοση των πιστοποιητικών προκαθορισμού στερείται σαφώς ερείσματος και ότι δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό πως η Belovo και οι βελγικές αρχές μπορούν να θεωρούν ότι υφίσταται ένα τέτοιο έρεισμα. Εντούτοις, θα ήταν εσφαλμένο να κριθεί η υπόθεση βάσει αποκλειστικώς αυτού του στοιχείου. Καθοριστική σημασία πρέπει να έχει το αν βάσει συνολικής εκτιμήσεως συντρέχει λόγος να αγνοηθεί η αρχή της νομιμότητας χάριν της ασφάλειας δικαίου ως προς τον αποδέκτη.
20. Το βασικό πρόβλημα στην υπόθεση αποτελεί το αν προκειμένου για την ασφάλεια δικαίου ως προς την Belovo μπορεί να περιορισθεί η δυνατότητα των βελγικών αρχών να προβούν με μέτρα εκτελέσεως στην εκ των υστέρων είσπραξη
των εισφορών λόγω εισαγωγής που οφείλει η εταιρία, όταν είναι βέβαιο ότι τα πιστοποιητικά προκαθορισμού είναι άκυρα.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να τεθεί είναι αν υπάρχουν κοινοτικοί κανόνες που καθορίζουν κριτήρια ως προς το πότε μπορεί να ζητηθεί η εκ των υστέρων καταβολή και τα οποία μαρτυρούν για την αναγκαιότητα, αφενός μεν, να διασφαλισθεί ότι ο επιχειρηματίας θα καταβάλει τις εισφορές που οφείλει, αφετέρου δε, ότι αξίωση καταβολής των εισφορών δεν συνεπάγεται αδικαιολόγητη εν προκειμένω παραβίαση της ασφάλειας δικαίου. Είναι εύλογο να εξετασθεί αν υφίστανται τέτοιου είδους κανόνες στον προαναφερθέντα κανονισμό περί της εκ των υστέρων εισπράξεως, του οποίου "σκοπός (...) είναι, μεταξύ άλλων, να περιορισθεί, για λόγους ασφάλειας δικαίου, η δυνατότητα των εθνικών διοικητικών οργάνων να ζητούν εκ των υστέρων την καταβολή των κοινοτικών δασμών" (9).
Αν δεν υπάρχουν εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανόνες, παραμένει το ζήτημα αν οι βελγικές αρχές στο πλαίσιο της αξιώσεως της εκ των υστέρων καταβολής, η οποία καταρχήν πρέπει να διενεργείται βάσει των εθνικών κανόνων, υποχρεούνται εντούτοις κατά το κοινοτικό δίκαιο να τηρούν την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Προς επίρρωση της θέσεως αυτής θα μπορούσε να αναφερθεί η απόφαση στην υπόθεση Kruecken (10). Στη σκέψη 22 το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Πρέπει σχετικά να υπομνησθεί ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιλαμβάνεται στην κοινοτική έννομη τάξη (βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 1978, 112/77, Toepfer, Rec. 1978, σ. 1019) και ότι η τήρηση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου επιβάλλεται σε κάθε εθνική αρχή επιφορτισμένη με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, 230/78, Eridania, Rec. 1979, σ. 2749). Συνεπώς, η εθνική αρχή στην οποία είχε ανατεθεί η εφαρμογή του συστήματος των επιστροφών λόγω εξαγωγής στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών υποχρεούται να τηρεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών." (11)
Εντούτοις, το Δικαστήριο στις σκέψεις 20 και 21 της προαναφερθείσας αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1988, στην υπόθεση Padovani, δέχθηκε ότι:
"(...) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι περιορισμοί που θέτει ο προαναφερθείς κανονισμός 1697/79 στις δυνατότητες εισπράξεως εκ των υστέρων κοινοτικών απαιτήσεων από τις εθνικές αρχές συνιστούν την έκφραση μιας κοινοτικής αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης η οποία προϋπήρχε της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού.
Δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν ρυθμίζει την προϋπόθεση εισπράξεως που αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
των επιχειρηματιών, το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο." (12)
21. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η αξίωση για την εκ των υστέρων καταβολή πρέπει να κριθεί στην παρούσα υπόθεση βάσει του κανονισμού περί της εκ των υστέρων εισπράξεως υπό την προϋπόθεση ότι ο κανονισμός αυτός τυγχάνει εφαρμογής και ότι η αξίωση, στην περίπτωση κατά την οποία ο κανονισμός δεν είναι εφαρμοστέος, πρέπει καταρχήν να κριθεί βάσει του εθνικού δικαίου υπό την τήρηση πάντως ορισμένων γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου (13).
Η σημασία του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου - ο κανονισμός περί της εκ των υστέρων εισπράξεως
22. Η Belovo, όπως προεκτέθηκε, προβάλλει με τις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η αξιούμενη εκ των υστέρων καταβολή των εισφορών εμπίπτει στον κανονισμό περί της εκ των υστέρων εισπράξεως και ότι το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εκ των υστέρων είσπραξη.
23. Πρέπει καταρχάς να εξετασθεί αν ο κανονισμός εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
Η Βελγική Κυβέρνηση το αμφισβητεί αυτό - εν πάση περιπτώσει όσον αφορά την εκ των υστέρων είσπραξη εισφορών σχετικά με τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μετά την ανάκληση των πέντε πιστοποιητικών προκαθορισμού.
Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι η εκ των υστέρων είσπραξη των εισφορών, που αφορά εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν πριν από την ανάκληση των πέντε πιστοποιητικών προκαθορισμού, εμπίπτει κατ' ανάγκη στον κανονισμό. Ο κανονισμός αφορά αξιώσεις περί εκ των υστέρων εισπράξεως ανεξάρτητα από το είδος της πλημμέλειας συνεπεία της οποίας καταβλήθηκαν εισφορές που υπολείπονταν κατά πολύ του δέοντος και ανεξάρτητα από την αρχή η οποία ενήργησε πλημμελώς (14).
Λιγότερο βέβαιο είναι αν αξιώσεις για την εκ των υστέρων είσπραξη εισφορών, που αφορούν εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μετά την ανάκληση των πιστοποιητικών, εμπίπτουν στον κανονισμό αυτόν. Η Βελγική Κυβέρνηση ορθώς υποστήριξε ότι οι αρχές αξίωσαν κατά την εισαγωγή την καταβολή των εισφορών που ίσχυαν κατά την ημερομηνία των εισαγωγών και ότι η ανάγκη εκ των υστέρων εισπράξεως οφείλεται αποκλειστικά στις δύο προαναφερθείσες Διατάξεις που κατέστησαν δυνατές τις εισαγωγές αντί καταβολής των εισφορών που είχαν προκαθορισθεί.
Πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η εφαρμογή του κανονισμού και στην παρούσα επίσης περίπτωση προϋποθέτει ευρεία ερμηνεία του. Κατά τη γνώμη μου, πάντως, υφίστανται βάσιμοι λόγοι για να ερμηνευθεί διασταλτικώς ο κανονισμός. Και στην παρούσα επίσης περίπτωση είναι ανάγκη να γίνει στάθμιση μεταξύ της μέριμνας για την πραγματική και ομοιόμορφη καταβολή των εισφορών, τις οποίες οφείλουν να καταβάλλουν οι επιχειρηματίες βάσει των ισχυόντων κοινοτικών κανόνων, και της ανάγκης προστασίας της ασφάλειας δικαίου ως προς τους επιχειρηματίες - εν προκειμένω τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, την οποία προβάλλει η Belovo, για τη δυνατότητα εισαγωγής, βάσει των πιστοποιητικών προκαθορισμού, αυγών από την ΕΣΣΔ τα οποία αφορά η αντίστοιχη συμφωνία πωλήσεως. Τα κριτήρια που έχουν καθορισθεί με το άρθρο 5 του κανονισμού μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να εφαρμοσθούν επωφελώς και στην παρούσα επίσης περίπτωση.
Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επίσης ερμηνεύσει ευρέως το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (βλ. ιδίως την αναφερόμενη στην υποσημείωση 14 απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991 επί της υποθέσεως C-348/89, Macanarte) και απέδωσε, ορθώς κατά τη γνώμη μου, σημασία στο ότι η ευρεία εφαρμογή του άρθρου 5 διασφαλίζει την ενιαία πρακτική σε όλη την Κοινότητα ως προς τις υποθέσεις που αφορούν εκ των υστέρων είσπραξη, πράγμα που αποβαίνει επίσης προς όφελος των επιχειρηματιών.
24. Στη συνέχεια, πρέπει να εξετασθεί αν ευσταθεί ο ισχυρισμός της Belovo ότι η εκ των υστέρων είσπραξη αποκλείεται κατά το άρθρο 5.
Το άρθρο 5 ορίζει:
"1. Καμία ενέργεια εισπράξεως δεν δύναται να αναλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές όταν το ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που 'εκ των υστέρων' διαπιστώθηκε ότι είναι κατώτερο του νομίμως οφειλομένου, υπολογίστηκε:
- είτε βάσει πληροφοριών που δόθηκαν από αυτές τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν αυτές,
- είτε βάσει διατάξεων γενικού χαρακτήρος που μεταγενεστέρως ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση.
2. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μη προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως 'εκ των υστέρων' ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως (...)"
25. Κατά τη γνώμη μου, είναι αναμφισβήτητο ότι η Belovo δεν έχει δίκαιο ισχυριζόμενη ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 5, παράγραφος 1. Πράγματι, η Belovo ούτε έλαβε μία κατά κυριολεξία προηγούμενη ειδοποίηση από τις βελγικές αρχές ούτε οποιοδήποτε είδος "πληροφοριών που (...) δεσμεύουν" (15).
26. Κατά συνέπεια, το ζήτημα είναι αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2.
Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκ των υστέρων είσπραξη δεν μπορεί να πραγματοποιείται, όταν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 (βλ. ιδίως την απόφαση Foto-Frost (16)).
Στο άρθρο 5, παράγραφος 2, προβλέπονται οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
- πρώτον, η μη είσπραξη των εισφορών πρέπει να οφείλεται σε λάθος των ίδιων των αρχών
- δεύτερον, το λάθος δεν κατέστη δυνατόν να αποκαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος ενήργησε καλοπίστως
- τέλος, ο φορολογούμενος πρέπει να έχει τηρήσει όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως.
Το καίριο πρόβλημα στην παρούσα υπόθεση είναι αν συντρέχει η δεύτερη από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις ως προς την Belovo. Αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, δεν θα είναι δύσκολο, όπως φαίνεται, να θεωρηθεί ότι συντρέχουν επίσης και οι δύο άλλες προϋποθέσεις.
Το Δικαστήριο δέχθηκε στις σκέψεις 18 έως 23 της αποφάσεώς του στην υπόθεση C-64/89, Deutsche Fernsprecher (17):
"(...) πρέπει εντούτοις να παρατηρηθεί ότι είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη εκτίμηση όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως για να κριθεί αν ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας μπορούσε να διαγνώσει την πλάνη ή όχι.
Πρέπει σχετικά να ληφθούν υπόψη ιδίως η ακριβής φύση της πλάνης, η επαγγελματική πείρα και η επιμέλεια του επιχειρηματία.
'Οσον αφορά την ακριβή φύση της πλάνης, πρέπει κάθε φορά να εξετάζεται αν η εν λόγω ρύθμιση είναι πολύπλοκη ή αν, αντίθετα, είναι αρκετά απλή ώστε η εξέταση των πραγματικών περιστατικών να καθιστά δυνατή την εύκολη διάγνωση της πλάνης (...)
'Οσον αφορά την επαγγελματική πείρα του επιχειρηματία, πρέπει να ερευνηθεί αν πρόκειται για επαγγελματία επιχειρηματία, η δραστηριότητα του οποίου συνίσταται, κατά κύριο λόγο, σε πράξη εισαγωγής και εξαγωγής, και αν είχε ήδη κάποια πείρα στο εμπόριο των εν λόγω ειδών ιδίως δε αν είχε προβεί κατά το παρελθόν σε τέτοιες πράξεις για τις οποίες είχαν ορθώς υπολογισθεί οι δασμοί.
'Οσον αφορά την επιμέλεια του επιχειρηματία, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτός πρέπει, εφόσον είχε ο ίδιος αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, να ζητήσει πληροφορίες και όλες τις δυνατές διευκρινίσεις για να εξακριβώσει αν ευσταθούν οι αμφιβολίες του.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές".
Οι προϋποθέσεις αυτές ισχύουν επίσης και για την παρούσα υπόθεση και μπορούν άνετα να εφαρμοσθούν ως προς τα ουσιώδη σημεία της εν προκειμένω.
27. Η Belovo ισχυρίζεται ότι ενήργησε καλοπίστως και ότι δεν μπορούσε να αναμένεται ότι έπρεπε να γνωρίζει ότι τα πιστοποιητικά είχαν εκδοθεί παρανόμως.
Η εν λόγω εταιρία υπογραμμίζει ότι οι κανόνες περί προκαθορισμού των εισφορών ήταν σαφείς και ότι η θέσπιση του νέου εκτελεστικού κανονισμού τον Νοέμβριο του 1988 την ώθησε να σχηματίσει τη γνώμη ότι, σε αντίθεση προς την προηγούμενη ρύθμιση, θα μπορούσε να γίνει προκαθορισμός των εισφορών με τον ίδιο τρόπο όπως για τον προκαθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Η
Belovo τόνισε επίσης ότι η προσδοκία αυτή ενισχύθηκε από το γεγονός ότι η εταιρία επί δέκα μήνες πέτυχε κατ' επανάληψη την έκδοση πιστοποιητικών προκαθορισμού και ότι τα πιστοποιητικά αυτά κατ' επανάληψη χρησίμευσαν ως βάση για τις πραγματοποιηθείσες εισαγωγές.
28. Φρονώ πάντως ότι εν προκειμένω πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα.
Την πρωτοβουλία να ζητήσει τον προκαθορισμό των εισφορών έλαβε ακριβώς η Belovo στα τέλη του Νοεμβρίου 1988. Φαίνεται παράδοξο το ότι ο εκτελεστικός κανονισμός που είχε θεσπιστεί λίγο προηγουμένως έκανε την εταιρία να υποθέσει ότι η νομική κατάσταση είχε τόσο ριζικά τροποποιηθεί ώστε ήταν αδύνατος στο μέλλον ο προκαθορισμός των εισφορών λόγω εισαγωγής.
Ο νέος κανονισμός είχε σχετικά περιορισμένο αντικείμενο. Αυτό προκύπτει σαφώς από την ανάγνωση και μόνο της πρώτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού, στην οποία εκτίθεται ότι ο αντίστοιχος κανονισμός που ίσχυε μέχρι τότε
"(...) (τροποποιήθηκαν) επανειλημμένα και, ενίοτε, κατά τρόπο ουσιαστικό ότι, ως εκ τούτου, για λόγους σαφήνειας και διοικητικής αποτελεσματικότητας, πρέπει να συμπεριληφθούν οι εν λόγω κανόνες σε ενιαίο κείμενο, επιφέροντας συγχρόνως ορισμένες προσαρμογές που έχουν, εκ πείρας, καταστεί επιθυμητές".
Η Belovo δεν ανέφερε ποιες ήταν οι πραγματοποιηθείσες "προσαρμογές" που προκάλεσαν μεταβολή της νομικής καταστάσεως η οποία είχε επιπτώσεις εν προκειμένω.
Σ' αυτό προστίθεται ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο νέος κανονισμός έχει την έννοια ότι τροποποίησε την αρχή που ίσχυε μέχρι
τότε και κατά την οποία οι ουσιαστικοί κανόνες που καθορίζουν τις προϋποθέσεις του προκαθορισμού σε έναν τομέα που καλύπτεται από κοινή οργάνωση αγοράς περιέχονται στους διάφορους κανονισμούς περί οργανώσεως της αγοράς. Δεν υποστηρίχθηκε ότι επήλθαν τέτοιου είδους τροποποιήσεις κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών στον κανονισμό που αφορά την οργάνωση της αγοράς στον τομέα των αυγών (18).
Επομένως, υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της απόψεως ότι η Belovo δεν μπορούσε βάσιμα να αναμένει ότι θα μπορούσαν να εκδοθούν τα πιστοποιητικά προκαθορισμού και, κατά τη γνώμη μου, επ' αυτής της βάσεως πρέπει να εξετασθεί αν η κατ' επανάληψη έκδοση των πιστοποιητικών επί μακρά περίοδο μπορούσε να δημιουργήσει μία τέτοια δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
Εξάλλου, μπορούν να τεθούν συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς την επιμέλεια της Belovo. Είναι αναμφισβήτητο ότι η εταιρία έχει πλούσια και μακρόχρονη πείρα στον τομέα αυτόν και ότι είναι μία σημαντική επιχείρηση που έχει ειδικευθεί στην εισαγωγή αυγών από τρίτες χώρες και, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει καλώς τις βασικές αρχές που ισχύουν για την οργάνωση αγοράς στον τομέα των αυγών.
29. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει τελικά αν η έκδοση των πιστοποιητικών προκαθορισμού συνιστά πλημμέλεια ως προς την οποία δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένεται ότι η Belovo θα την αντιλαμβανόταν, καθώς και αν η Belovo ενήργησε καλοπίστως, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τη φύση της πλημμέλειας, την πείρα της Belovo και την επιμέλεια που επέδειξε η εταιρία.
Ως προς τη σημασία του κοινοτικού δικαίου για την κρίση επί του αιτήματος αποζημιώσεως της Belovo
30. Εκτέθηκε ανωτέρω ότι τα άρθρα 24 και 25 του εκτελεστικού κανονισμού δεν αποκλείουν την επιδίκαση αποζημιώσεως στην Belovo για τη ζημία που υπέστη συνεπεία της, όπως υποστηρίζεται, παράνομης συμπεριφοράς των βελγικών αρχών.
Περαιτέρω, είναι δύσκολο, ενόψει των όσων προέκυψαν στην υπόθεση αυτή, να εξακριβωθεί αν άλλοι κανόνες ή αρχές του κοινοτικού δικαίου έχουν σημασία για την κρίση επί του αιτήματος αποζημιώσεως της Belovo. Το αίτημα αυτό πρέπει να κριθεί με βάση τους κανόνες περί αποζημιώσεως του εθνικού δικαίου.
Πρόταση
31. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που του υπέβαλε το tribunal de premiere instance de Neufchateau ως εξής:
"1) Τα άρθρα 24 και 25 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3719/88 της Επιτροπής, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα, δεν αποκλείουν τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη, στο πλαίσιο αγωγής που αφορά την εκ των υστέρων είσπραξη εισφορών λόγω εισαγωγής, τα επιχειρήματα του εναγομένου σχετικά με κεκτημένα δικαιώματα ή να γίνει δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως του εναγομένου.
2) α) Αξίωση εκ των υστέρων εισπράξεως εισφορών λόγω εισαγωγής, όπως αυτών για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση,
εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, περί της 'εκ των υστέρων εισπράξεως' εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν ((διασαφήστηκαν)) σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών.
β) Η εκ των υστέρων είσπραξη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει τελικά αν η έκδοση των πιστοποιητικών προκαθορισμού συνιστά πλημμέλεια ως προς την οποία δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένεται ότι η Belovo θα την αντιλαμβανόταν, καθώς και αν η Belovo ενήργησε καλοπίστως, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τη φύση της πλημμέλειας, την πείρα της εταιρίας και την επιμέλεια που αυτή επέδειξε.
3) Δεν υφίστανται κανόνες ή αρχές κοινοτικού δικαίου βάσει των οποίων να αποκλείεται επιδίκαση αποζημιώσεως στην εταιρία σύμφωνα με το σχετικό της αίτημα."
PN/b
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) ΕΕ L 331, σ. 1.
(2) Κανονισμός (ΕΟΚ) 2771/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 46.
(3) Η σύμβαση, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, συνήφθη προφανώς τελικά κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 4ης και της 8ης Σεπτεμβρίου 1989 και, εν πάση περιπτώσει, δύο άδειες εισαγωγής, που χρησιμοποιήθηκαν για την εισαγωγή αυτών των αυγών εκδόθηκαν μόλις στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου αντιστοίχως.
(4) 'Οσον αφορά τις υπόλοιπες πέντε, διαπιστώνεται ότι τρεις από αυτές χρησιμοποιήθηκαν για εισαγωγές πριν από την ανάκληση οι δε τελευταίες, που ανακλήθηκαν, δεν είχαν χρησιμοποιηθεί.
(5) Δεν θα ασχοληθώ στη συνέχεια με το τελευταίο αυτό επιχείρημα, το οποίο η κυβέρνηση στηρίζει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1967, 17/67, Max Neumann (Συλλογή 1965-1968, σ. 649). Είναι σαφές ότι οι προκαθορισμοί μπορούν να έχουν μεγάλη σημασία για τους επιχειρηματίες, όταν αυτοί λαμβάνουν τις αποφάσεις τους και ότι η άρνηση τηρήσεως των προκαθορισμών που έχουν διενεργηθεί μπορεί να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους επιχειρηματίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, φαίνεται εσφαλμένος ο ισχυρισμός, με βάση μία ανάλυση της φύσεως των προκαθορισμών και των εισφορών λόγω εισαγωγής, ότι ουδέποτε συντρέχει λόγος για την προστασία, από απόψεως ασφάλειας, δικαίου των δικαιωμάτων των επιχειρηματιών, όταν διαπιστώνεται η ύπαρξη σφάλματος κατά την έκδοση των πιστοποιητικών προκαθορισμού.
(6) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254.
(7) Η άποψη αυτή ενισχύεται κατά κάποιο τρόπο από τη δεκάτη εβδόμη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου, όπου εκτίθενται τα ακόλουθα:
"ότι, για λόγους καλής διοικητικής διαχείρισης, τα πιστοποιητικά ή τα αποσπάσματα πιστοποιητικών δεν μπορούν να τροποποιούνται μετά την έκδοσή τους ότι, πάντως, σε περίπτωση αμφιβολίας που οφείλεται σε λάθος για το οποίο ευθύνεται ο εκδίδων οργανισμός ή σε ανακρίβειες που διαπιστώθηκαν και αφορούν τις ενδείξεις που περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό ή στο απόσπασμα, πρέπει να καθιερωθεί διαδικασία, η οποία να είναι δυνατό να οδηγήσει στην ανάκληση των λανθασμένων πιστοποιητικών ή αποσπασμάτων και στην έκδοση διορθωμένων τίτλων (...)".
(8) Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1987, 15/85, Consorzio Cooperative d' Abruzzo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1005). Το Δικαστήριο δέχθηκε στη σκέψη 10 της αποφάσεως αυτής:
"'Οσον αφορά την ανυπαρξία, αναφέρεται ότι, όπως συμβαίνει και στα εθνικά δίκαια των διαφόρων κρατών μελών, υπέρ μιας διοικητικής πράξεως, έστω και πλημμελούς, υφίσταται, στο κοινοτικό δίκαιο, τεκμήριο νομιμότητας έως ότου αρθεί ή ανακληθεί κατά την τακτική διαδικασία από το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται. Ο χαρακτηρισμός πράξεως ως ανύπαρκτης επιτρέπεται να διαπιστωθεί, εκτός των προθεσμιών της προφυγής, ότι αυτή η πράξη δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα. Για πρόδηλους λόγους ασφαλείας του δικαίου, αυτός ο χαρακτηρισμός πρέπει συνεπώς να επιφυλάσσεται, στο κοινοτικό δίκαιο, όπως συμβαίνει και με τα εθνικά δίκαια που τον αναγνωρίζουν, σε πράξεις που πάσχουν από εξαιρετικά σοβαρές και πρόδηλες πλημμέλειες."
Αναφέρονται επίσης οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo στην υπόθεση αυτή, στις οποίες υπογραμμίζεται το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του ανυπόστατου (βλ. ιδίως Συλλογή 1987, σ. 1019).
(9) Βλ. σκέψη 6 της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1988, 210/87, Padovani (Συλλογή 1988, σ. 6177), και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, κατά την οποία:
"η 'εκ των υστέρων' είσπραξη των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών επηρεάζει την ασφάλεια των συναλλαγών που οι φορολογούμενοι δικαιούνται να προσδοκούν από πράξεις της διοικήσεως που συνεπάγονται χρηματικές συνέπειες ότι, συνεπώς, συντρέχει λόγος περιορισμού των δυνατοτήτων ενεργείας, στο θέμα αυτό (...)".
(10) Aπόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 316/86 (Συλλογή 1988, σ. 2213).
(11) Το Δικαστήριο εξάλλου δέχθηκε επίσης στη σκέψη 23 της αποφάσεως αυτής ότι "(...) η υπαίτια συμπεριφορά της Επιτροπής ή των υπαλλήλων της, όπως και η πρακτική κράτους μέλους που δεν είναι σύμφωνη προς κοινοτικές κανονιστικές ρυθμίσεις, δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη υπέρ του επιχειρηματία που επωφελείται από τη δημιουργηθείσα έτσι κατάσταση (βλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1983, 188/82, Thyssen, Συλλογή 1983, σ. 3721, και απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 5/82, Maizena, Συλλογή 1982, σ. 4601)."
Περιορίζομαι εν προκειμένω στην παρατήρηση ότι αυτό μου φαίνεται υπερβολικό.
(12) Το Δικαστήριο δέχθηκε στη σκέψη 19 τα ακόλουθα:
"Από τη συγκριτική εξέταση των σχετικών εθνικών διατάξεων προκύπτει πράγματι ότι στα δίκαια των κρατών μελών δεν απαντούν κοινές ή γενικά αποδεκτές αρχές από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί μία γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που θα επέβαλλε στα εθνικά διοικητικά όργανα την υποχρέωση να μη διορθώνουν την ελλιπή εκκαθάριση των κοινοτικών εισφορών, εφόσον έχει παρέλθει μια συγκεκριμένη προθεσμία ή υπάρχει λάθος για το οποίο ευθύνονται οι διοικητικές αρχές."
(13) Το Δικαστήριο το διευκρίνισε αυτό στις σκέψεις 22 και 24 της αποφάσεως Padovani ως εξής:
"Στις περιπτώσεις στις οποίες στο εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται ως προς τους τρόπους και τις προϋποθέσεις της εισπράξεως υπήρχε η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή της αρχής αυτής του εθνικού δικαίου προκειμένου να απαγορευθεί η είσπραξη των οφειλών των καλόπιστων επιχειρηματιών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου δεν επηρεάζει την έκταση εφαρμογής και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου και πραγματοποιείται κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις σε σύγκριση με τις διαδικασίες επιλύσεως διαφορών του ίδιου τύπου που έχουν όμως αμιγώς εθνικό χαρακτήρα (απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980, υπόθεση 265/78, Ferwerda, Racc. 1980, σ. 617, και απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, υποθέσεις 205 έως 215/82, Deutsche Milchkontor, Συλλογή 1983, σ. 2633).
Αντίστροφα, εφόσον οι προϋποθέσεις και οι μέθοδοι που εφαρμόζουν κατά το εθνικό δίκαιο οι εθνικές αρχές για την είσπραξη των κοινοτικών απαιτήσεων είναι οι ίδιες με εκείνες που εφαρμόζουν οι ίδιες αυτές αρχές σε παρόμοιες περιπτώσεις σχετικά με αμιγώς εθνικές απαιτήσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταρχήν ότι αυτές οι προϋποθέσεις και μέθοδοι αντίκεινται στην υποχρέωση των εθνικών αρχών να εξασφαλίζουν την εκτέλεση της κοινοτικής ρυθμίσεως στο έδαφός τους και ότι επομένως θίγουν την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983)."
(14) Βλ. την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991, C-348/89, Mecanarte (Συλλογή 1991, σ. Ι-3277, σκέψεις 20 και 22).
(15) Βλ. την απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, C-371/90, Beirafrio (Συλλογή 1992, σ. Ι-0000).
(16) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85 (Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 22).
(17) Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, Συλλογή 1990, σ. Ι-2535.
(18) Βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) 2771/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 46), τα άρθρα 3 και 8 του οποίου περιέχουν διατάξεις για τον καθορισμό αντιστοίχως μεταβλητών εισφορών. 'Οπως προαναφέρθηκε, είναι σαφές ότι ο κανονισμός δεν προβλέπει δυνατότητα προκαθορισμού των εισφορών αυτών.
Full & Egal Universal Law Academy