ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 15ης Σεπτεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η εταιρία Bayer AG άσκησε αναίρεση κατ' αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 29 Μαΐου 1991 επί της υποθέσεως Τ-12/90. Η απόφαση αυτή απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα προσφυγή με την οποία η Bayer είχε ζητήσει την ακύρωση μιας αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Bayer ζήτησε με την αίτηση αναιρέσεως να ακυρωθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου και επικουρικώς να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Πρωτοδικείο.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, η εταιρία ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι ανυπόστατη. Θα ξεκινήσω εξετάζοντας αν το Δικαστήριο μπορεί ή οφείλει να λάβει θέση σ' αυτό το ζήτημα, βάσει των δεδομένων που διαθέτει στην παρούσα υπόθεση.
Επί του ανυποστάτου της αποφάσεως της Επιτροπής
2.
Η Bayer ισχυρίζεται
—
ότι η Επιτροπή, όταν εξέδωσε την απόφαση, δεν τήρησε τις διατάξεις του άρθρου 12 του εσωτερικού κανονισμού της, οι οποίες προβλέπουν ότι οι αποφάσεις πρέπει να υπογράφονται ταυτόχρονα από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα (η λεγόμενη διαδικασία κυρώσεως), και
—
ότι το ελάττωμα αυτό είναι τόσο σοβαρό, ώστε να έχει ως συνέπεια το ανυπόστατο της αποφάσεως.
Η Bayer στηρίζεται στα πληροφοριακά στοιχεία που η Επιτροπή προσκόμισε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας στη λεγόμενη υπόθεση PVC. Κατά τα στοιχεία αυτά, το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού έχει προ πολλού περιπέσει σε αχρησία.
Όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα αυτής της καταστάσεως, η Bayer στηρίζεται στην απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 27 Φεβρουαρίου 1992 ( 1 ) επί των προαναφερομένων υποθέσεων. Το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 71 έως 76 της αποφάσεως, υπογράμμισε τη σημασία της κυρώσεως των αποφάσεων της Επιτροπής, η οποία, κατά το Πρωτοδικείο, αποτελεί μια σημαντική εγγύηση ασφάλειας δικαίου. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η επίδικη απόφαση δεν είχε κυρωθεί, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία το οδήγησε να θεωρήσει, στις σκέψεις 84 έως 96 της αποφάσεώς του, την απόφαση της Επιτροπής ανυπόστατη και κατά συνέπεια να απορρίψει τις προσφυγές ως απαράδεκτες.
Η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατ' αυτής της αποφάσεως στις 29 Απριλίου 1992 και ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα προσέδωσε μεγάλη σημασία στη διαδικασία κυρώσεως.
3.
Το Πρωτοδικείο, με τις αποφάσεις που εξέδωσε επί επτά υποθέσεων, αποκαλουμένων «Πολυπροπυλένιο» ( 2 ), έλαβε θέση επί των αιτημάτων που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες εταιρίες περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας. Ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν να διαταχθεί η διεξαγωγή αποδείξεων για να διαλευκανθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση είχε εκδοθεί πλημμελώς, γεγονός που, κατά την απόφαση PVC, θα είχε ως συνέπεια την αναγνώριση του ανυποστάτου της αποφάσεως της Επιτροπής. Το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε την απόρριψη αυτών των αιτημάτων με παρεμφερή, ως προς την ουσία, επιχειρήματα, ως εξής ( 3 )
«Τέλος, η επιχειρηματολογία την οποία αναπτύσσει η προσφεύγουσα (...) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ισχυρίζεται (...) ότι δεν υπάρχει πρωτότυπο της προσβαλλομένης αποφάσεως, κυρωμένο με τις υπογραφές του Προέδρου της Επιτροπής και του εκτελεστικού γραμματέα. Η φερόμενη πλημμέλεια, όμως, αν υποτεθεί ότι υφίσταται, δεν άγει, από μόνη της, στο ανυπόστατο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στην παρούσα υπόθεση, πράγματι, κατ' αντίθεση προς τις υποθέσεις PVC (...), η προσφεύγουσα δεν προέβαλε καμία απτή ένδειξη περί του ότι, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, επήλθε παραβίαση της αρχής ότι μια πράξη, άπαξ εκδοθείσα, δεν θίγεται και ότι ανετράπη έτσι, προς όφελος της προσφεύγουσας, το τεκμήριο νομιμότητας της οποίας απέλαυε η πράξη αυτή ως εκ της εμφανίσεώς της. Σε τέτοια περίπτωση, το γεγονός και μόνον ότι δεν υπάρχει προσηκόντως κυρωμένο πρωτότυπο δεν συνεπάγεται, από μόνο του, το ανυπόστατο της προσβαλλομένης πράξεως. Δεν χρειαζόταν, επομένως, για τον. λόγο αυτόν να επαναληφθεί η προφορική διαδικασία, ώστε να διαταχθεί νέα διεξαγωγή αποδείξεων. Κατά το μέτρο που η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει αίτηση αναθεωρήσεως, δεν έπρεπε να γίνει δεκτό ούτε το αίτημα της περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας.»
Έξι από αυτές τις αποφάσεις αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, με τις οποίες διώκεται η αναγνώριση του ανυπόστατου της επίδικης αποφάσεως ( 4 ) της Επιτροπής. Ένα από τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν, μεταξύ άλλων, οι αναιρεσιβάλλοντες ήταν ότι η έλλειψη κυρώσεως αποτελεί αυτή καθαυτή ένα τόσο σοβαρό και πρόδηλο ελάττωμα, ώστε να θεμελιώνει το ανυπόστατο και να καθιστά αρμόδιο το Δικαστήριο, ακόμα και στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, να λάβει εν προκειμένω θέση αφού προηγουμένως διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων, αν το κρίνει αναγκαίο. Υποστήριξαν ότι το ανυπόστατο μπορεί να αποδειχθεί οποτεδήποτε και ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού επικαλέστηκαν την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 15/85, Consorzio Cooperative d'Abruzzo ( 5 ).
Όσον αφορά τις υποθέσεις του πολυπροπυλενίου, επί των οποίων το Πρωτοδικείο είχε αποφανθεί πριν εκδώσει την απόφαση PVC, δύο από τις σχετικές αποφάσεις αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πρώτη έχει υποβληθεί από την Επιτροπή και η δεύτερη από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση ( 6 ). Και οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως εγείρουν, σε σχέση με την απόφαση του Πρωτοδικείου στις υποθέσεις PVC, το ζήτημα του ανυπόστατου, το οποίο δεν αντιμετωπίστηκε στις αναιρεσί-βλητες αποφάσεις του Πρωτοδικείου.
Τέλος, τα αιτήματα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας που υποβλήθηκαν στις δύο υποθέσεις του πολυπροπυλενίου αποσκοπούν επίσης στο να αναγνωριστεί το ανυπόστατο της αποφάσεως της Επιτροπής, με σκεπτικό ανάλογο προς αυτό που παρατίθεται στην απόφαση PVC. Η μία από αυτές τις δυο υποθέσεις εκκρεμεί πάντοτε ενώπιον του Πρωτοδικείου ( 7 ), το οποίο αποφάνθηκε επί της άλλης με Διάταξη του της 26ης Μαρτίου 1992, με την οποία απέρριψε το αίτημα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας. Η Διάταξη αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ( 8 ).
4.
Κατά συνέπεια, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το Δικαστήριο θα έχει την ευκαιρία να αποφανθεί τόσο για το αν η μη τήρηση του άρθρου 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής θεμελιώνει το ανυπόστατο της αποφάσεως, όσο και για το ποια είναι η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να εξεταστεί αυτό το ζήτημα στα πλαίσια μιας αναιρετικής δίκης.
Κατά τη γνώμη μου, είναι πλέον πρόδηλον ότι το έκτο τμήμα δεν οφείλει να λάβει θέση επί της ουσίας της υποθέσεως, λόγω των δεδομένων που διαθέτει σχετικά με το ανυπόστατο της αποφάσεως.
Καθίσταται δε δυσκολότερο να προτείνω αν το τμήμα του Δικαστηρίου εν προκειμένω πρέπει να αρνηθεί να λάβει θέση επί του ισχυρισμού περί του ανυπόστατου της αποφάσεως ή αν πρέπει να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας, μέχρις ότου επιλυθούν τα διαδικαστικά ζητήματα, που θέτει η αναιρεσιβάλλουσα, σε κάποια από τις προαναφερόμενες αναιρετικές δίκες.
Κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, αν το Δικαστήριο λάβει θέση επί του ισχυρισμού περί ανυπόστατου, αυτό θα συνεπαγόταν, τόσο από πλευράς τύπου όσο και από πλευράς ουσίας, μεταβολή του αντικειμένου της προσφυγής κατ' αντίθεση προς τα άρθρα 113, παράγραφος 2, και 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που ορίζουν ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης.
Θα μπορούσα να αναφερθώ στο γεγονός ότι με την προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου είχε ζητηθεί η ακύρωση μιας αποφάσεως της Επιτροπής, ενώ η λήψη θέσεως του Δικαστηρίου ως προς την επίκληση του ανυποστάτου θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναγνώριση του ανυποστάτου της αποφάσεως και κατά συνέπεια στην απόρριψη της προσφυγής. Υπό το πρίσμα αυτό, θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι, όπως κατ' ανάγκη προκύπτει από τη διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου, οι διάδικοι δεν μπορούν, στα πλαίσια της αναιρετικής δίκης, να επικαλεστούν πραγματικά περιστατικά που δεν επικαλέστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Ωστόσο, δεν θα ήταν ορθό, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα δεδομένα που διαθέτει, να λάβει θέση επί του αρκετά ακανθώδους και σημαντικού ζητήματος αρχής που συνίσταται στο ποιες είναι οι εφαρμοστέες διαδικαστικές προϋποθέσεις επί αιτημάτων περί ανυπόστατου στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία κατ' εφαρμογή του άρθρου 82 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να δεχθεί τον ισχυρισμό της Bayer περί ανυπόστάτου της αποφάσεως ή αρνηθεί να λάβει θέση ως προς την επίκληση του ανυπόστάτου, θα εξετάσω εν συντομία αν πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της Bayer κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
Όσον αφορά την αίτηση αναιρέσεως κατά της απορριπτικής αποφάσεως
5.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι διάδικοι υπάρχουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και στην έκθεση ακροατηρίου.
Παραπέμπω σ' αυτές και ζητώ να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε ό,τι αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την ουσία της διαφοράς, δηλαδή στη διάγνωση αν είναι ασαφής η κοινοποίηση της αποφάσεως από την Επιτροπή, όπως ισχυρίζεται η Bayer.
Ένα σημαντικό στοιχείο στα επιχειρήματα που ανέπτυξε η Bayer είναι ότι η υποχρέωση της αυστηρής τηρήσεως της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής συνεπάγεται αντίστοιχα την υποχρέωση της εξίσου αυστηρής τηρήσεως της διαδικασίας κοινοποιήσεως.
Συμμερίζομαι αυτήν την άποψη.
Σε τελική ανάλυση, το ουσιώδες σημείο των επιχειρημάτων που ανέπτυξε η Bayer συνίσταται στο ότι η διαδικασία κοινοποιήσεως που επέλεξε η Επιτροπή δεν πληρούσε τις απαιτούμενες εν προκειμένω προϋποθέσεις σαφήνειας και ότι το Πρωτοδικείο δεν άντλησε τις εντεύθεν επιβαλλόμενες συνέπειες.
Η Bayer αποδίδει κυρίως σημασία στο γεγονός ότι η Επιτροπή αποφάσισε να συνδυάσει την αποστολή της αποφάσεως με συστημένη επιστολή επί αποδείξει παραλαβής (Einschreiben mit Rückschein) με την αποστολή ενός εντύπου, αποκαλουμένου «Acknowledgement of Receipt — Accusé de réception», το οποίο έπρεπε να συμπληρωθεί και να επιστραφεί με την ένδειξη της ημερομηνίας κατά την οποία η επιστολή είχε περιέλθει στην επιχείρηση.
Η Bayer υποστηρίζει επίσης
—
ότι οι προηγούμενες επιστολές της Επιτροπής, σχετικά με την παρούσα υπόθεση, είχαν αποσταλεί κατευθείαν στη νομική υπηρεσία της εταιρίας και στο πάνω μέρος τους έφεραν την ένδειξη «Einschreiben mit Rückschein» (δηλαδή συστημένη επιστολή επί αποδείξει παραλαβής), και
—
ότι η Επιτροπή μετέβαλε αυτόν τον τρόπο κοινοποιήσεως, όταν απέστειλε την επίδικη απόφαση, διότι την απηύθυνε στην εταιρία, ως τοιαύτη, αναγράφοντας στο πάνω μέρος του φακέλου την ένδειξη «EINSCHREIBEN MIT EMPFANGSBESTÄTIGUNG» (δηλαδή συστημένη επιστολή επί βεβαιώσει παραλαβής) και επισυνάπτοντας ένα έντυπο παρόμοιο με αυτό που προαναφέρθηκε.
Η Bayer ισχυρίζεται πρώτον ότι η επίδοση είναι πλημμελής και κατά συνέπεια η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής άρχιζε μόλις από τις 3 Ιανουαρίου 1990. Επικουρικά, η Bayer ισχυρίζεται ότι έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 42, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου για την αναστολή των προθεσμιών και κατά συνέπεια η υπέρβαση της προθεσμίας πρέπει να θεωρηθεί συγγνωστή.
6.
Αυτό το επιχείρημα δεν είναι άνευ αξίας. Η υπέρβαση της προθεσμίας μπορεί να εξηγηθεί μόνον από το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι της νομικής υπηρεσίας ενήργησαν σκεπτόμενοι ότι η Επιτροπή είχε μεταβάλει τον τρόπο κοινοποιήσεως και ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν είχε περιέλθει σ' αυτούς παρά μόλις στις 3 Ιανουαρίου 1990. Με βάση αυτές τις σκέψεις ετοίμασαν την προσφυγή τους και ήσαν βέβαιοι, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι την κατέθεσαν εμπρόθεσμα στο Πρωτοδικείο. Κατά τη γνώμη μου, μπορούμε να θεωρήσουμε αποδεδειγμένο το ότι η άμεση αιτία της υπερβάσεως της προθεσμίας ήταν η παρανόηση, λόγω της εσφαλμένης ερμηνείας της σημασίας του εντύπου περί αποδείξεως παραλαβής που απέστειλε η Επιτροπή. Εύλογα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή όφειλε, στον φάκελο που έφερε το κείμενο «Einschreiben mit Empfangsbestätigung», να επιστήσει την προσοχή του αποδέκτη ότι η απόφαση θα εθεωρείτο κοινοποιηθείσα από τη στιγμή που ο τελευταίος παρέλαβε τη συστημένη επιστολή και υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής.
Υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να φανεί εκ πρώτης όψεως παράλογα αυστηρό να στερηθεί η Bayer της δυνατότητας να ζητήσει τον έλεγχο της νομιμότητας μιας σημαντικής για την επιχείρηση αποφάσεως της Επιτροπής, λόγω υπερβάσεως μιας προθεσμίας κατά τρεις ημέρες.
Αλλά, ακόμα, και αν αντικειμενικά μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η άμεση αιτία της υπερβάσεως της προθεσμίας είναι ένα σφάλμα που οφείλεται στον τρόπο κοινοποιήσεως που επέλεξε η Επιτροπή, τίθεται το ζήτημα αν η υπέρβαση της προθεσμίας μπορούσε ή έπρεπε να είχε αποφευχθεί, δηλαδή αν πρέπει η εταιρία Bayer να θεωρηθεί υπεύθυνη για το σφάλμα που διέπραξε η νομική της υπηρεσία.
Πλείστα όσα στοιχεία μπορούν να οδηγήσουν σ' αυτή την κατεύθυνση.
Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί, όπως άλλωστε έπραξε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 20 της αποφάσεώς του,
—
ón το γεγονός ότι ο αποδέκτης συμπληρώνει και επιστρέφει ο ίδιος το έντυπο παραλαβής δεν αποτελεί προσήκοντα και κανονικό τρόπο κοινοποιήσεως, όταν μια απόφαση της Επιτροπής αποστέλλεται με συστημένη επιστολή και
—
ότι αυτή η πραγματική κατάσταση έπρεπε να ωθήσει τους χειρισθέντες την υπόθεση να εξετάσουν αν «αυτός ο τρόπος κοινοποιήσεως» ήταν πραγματικά εκείνος που είχε επιλέξει η Επιτροπή.
Ίσως πρέπει να αποδώσουμε κάποια, έστω και περιορισμένη, σημασία στο γεγονός ότι τα μέλη της νομικής υπηρεσίας θα έπρεπε να είχαν μπορέσει να παρατηρήσουν ότι η απόφαση δεν κοινοποιήθηκε στις 3 Ιανουαρίου, αν είχαν εξετάσει τον φάκελο από τον οποίο προέκυπτε κατά τρόπο σχετικά σαφή ότι το δέμα είχε παραληφθεί πριν από τις 3 Ιανουαρίου.
Τέλος, το σημαντικότερο είναι ότι είναι σαφές, όπως έχει υπογραμμίσει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 33 και 34 της αποφάσεώς του, ότι καμία παρανόηση δεν θα είχε εμφιλοχωρήσει στη νομική υπηρεσία, αν η υπηρεσία αλληλογραφίας δεν είχε υποπέσει σε πλείστα όσα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση σφάλματα, σχετικά με τον τρόπο που χειρίστηκε το εν λόγω θέμα.
Μετά από μια γενική εκτίμηση αυτών των περιστάσεων, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ορθά το Πρωτοδικείο δεν προσέδωσε σημασία στο γεγονός ότι ο ασαφής τρόπος κοινοποιήσεως που επέλεξε η Επιτροπή ήταν μια από τις αιτίες της υπερβάσεως της προθεσμίας.
7.
Εξάλλου, συντάσσομαι με τις σκέψεις που οδήγησαν το Πρωτοδικείο να αρνηθεί να προσδώσει σημασία στο γεγονός ότι, όταν η Επιτροπή έλαβε την απόδειξη παραλαβής και την επιστολή της 15ης Ιανουαρίου 1990, που απηύθυνε η Bayer στον αρμόδιο επίτροπο, δεν επέστησε την προσοχή της Bayer στο γεγονός ότι η αναγραφόμενη στις προαναφερόμενες επιστολές ημερομηνία παραλαβής ήταν εσφαλμένη.
Κατά τη γνώμη μου, η παρούσα υπόθεση δεν προσφέρεται για μια βαθύτερη εξέταση του επιχειρήματος που ανέπτυξε η Bayer, αν δηλαδή ένα σφάλμα, που διαπράττεται από υπάλληλο μιας επιχειρήσεως και δεν καταλογίζεται στη διοίκηση της επιχειρήσεως, μπορεί να καταλογιστεί στην επιχείρηση αυτή καθαυτή. Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν παρέχει στήριγμα σ' αυτήν την επιχειρηματολογία ( 9 ), η οποία θα οδηγούσε σε παράλογες συνέπειες.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την έκθεση ακροατηρίου, η Bayer προβάλλει διάφορες αιτιάσεις ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο ερμήνευσε το άρθρο 42, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και ως προς τη σημασία που απέδωσε το Πρωτοδικείο στη νομολογία του Δικαστηρίου περί «συγγνωστής πλάνης».
Τα επιχειρήματα της Bayer δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Η κατά τα πιο πάνω εκτίμηση των περιστάσεων, που προκάλεσαν την υπέρβαση της προθεσμίας οδηγεί, ασφαλώς, κατά τη γνώμη μου, σ' αυτό το συμπέρασμα. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να δεχθούμε την επιχειρηματολογία της Bayer ότι η υπέρβαση της προθεσμίας οφείλεται σε τυχαίο συμβάν ή σε ανωτέρα βία, ούτε επίσης μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η υπέρβαση της προθεσμίας είναι αποτέλεσμα «συγγνωστής πλάνης».
Συμπέρασμα
8.
Κατά συνέπεια, προτείνω να διαταχθεί η αναστολή της διαδικασίας.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να λάβει θέση επί του αιτήματος της αναιρεσιβάλλουσας, που διώκει την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσιβάλλουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανιχή.
( 1 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-79/89, Τ-84/89, Τ-85/89, Τ-86/89, Τ-89/89, Τ-91/89, Τ-92/89, Τ-94/89, Τ-96/89, Τ-98/89, Τ-102/89 και Τ-104/89, BASF AO κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-315.
( 2 ) Αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1992 στις υποθέσεις Τ-9/89, Hüls κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-499, Τ-10/89, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-629, Τ-11/89, Shell International Chemical Company, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-757, Τ-12/89, Solvay κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-907, Τ-13/89, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1021, Τ-14/89, Montedipe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1155, και Τ-15/89, Chemie Linz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1275.
( 3 ) Απόσπασμα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Τ-9/89, Hüls κατά Επιτροπής, σκέψη 385.
( 4 ) Πρόκειται περί των υποθέσεων C-199/92-P, C-200/92-P, C-227/92-P, C-234/92-P, C-235/92-P και C-245/92-P.
( 5 ) Απόφαση τη; 26ης Φεβρουαρίου 1987 (Συλλογή 1987, σ. 1005). Η σκέψη 10 έχει ως εξής: «Όσον αφορά την ανυπαρξία (ανυπόστατο), αναφέρεται ότι, όπως συμβαίνει και στα εθνικά δίκαια των διαφόρων κρατών μελών, υπέρ μιας διοικητικής πράξεως, έστω και πλημμελούς, υφίσταται, στο κοινοτικό δίκαιο, τεκμήριο νομιμότητας έως ότου ακυρωθεί ή ανακληθεί κατά την τακτική διαδικασία από το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται. Ο χαρακτηρισμός πράξεως ως ανύπαρκτης (ανυπόστατης) επιτρέπει να διαπιστωθεί, εκτός των προθεσμιών της προοφυγής, ότι αυτή η πράξη δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα. Για πρόδηλους λόγους ασφαλείας του δικαίου, αυτός ο χαρακτηρισμός πρέπει συνεπώς να επιφυλάσσεται, στο κοινοτικό δίκαιο, όπως συμβαίνει και με τα εθνικά δίκαια που τον αναγνωρίζουν, σε πράξεις που πάσχουν από εξαιρετικά σοβαρές και πρόδηλες πλημμέλειες.»
( 6 ) Πρόκειται αντίστοιχα για την υπόθεση C-49/92 Ρ, Επιτροπή κατά Enicheni Anie και την υπόθεση C-51/92 Ρ, Hercules κατά Επιτροπής.
( 7 ) Πρόκειται περί της υποθέσεως Τ-8/89 Rev., DSM κατά Επιτροπής.
( 8 ) Υπόθεση C-255/92 Ρ, DASF κατά Επιτροπής.
( 9 ) Η Bayer επικαλείται προς υποστήριξη των επιχειρημάτων της την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 284/82, Busseni κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 557). Ωστόσο, αυτή η απόφαση δεν αφορούσε την περίπτωση κατά την οποία οι υπάλληλοι διέπραξαν ένα σφάλμα, αλλά την περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση μιας επιχειρήσεως δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίσει η απευθυνόμενη στην επιχείρηση αλληλογραφία να είναι ανοιχτή.
Full & Egal Universal Law Academy