Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τα άρθρα 13 και 20 της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ Κοινότητας και Δημοκρατίας της Αυστρίας (1), διατάξεις που επαναλαμβάνουν κατ' ουσίαν τη διατύπωση των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
2. Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας διαδικασίας είναι σχετικά απλά και μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.
Η εταιρία Eurim-Pharm, η οποία εδρεύει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προετίθετο να πωλήσει στη γερμανική αγορά ένα φάρμακο ονομαζόμενο "Adalat", το οποίο παρασκευάζεται στη Γαλλία από την εταιρία Bayer που το διαθέτει στο εμπόριο υπό την ίδια ονομασία στη Γερμανία και στην Αυστρία. Για τον σκοπό αυτό, η Eurim-Pharm αγόρασε Adalat στην αυστριακή αγορά προκειμένου να το μεταπωλήσει στη Γερμανία, παράλληλα με το κύκλωμα διανομής της Bayer, έχοντας προηγουμένως επικολλήσει σ' αυτό ετικέτα αναγράφουσα τη δική της εταιρική επωνυμία.
Εντούτοις, η αίτηση χορηγήσεως αδείας διαθέσεως του προϊόντος στο εμπόριο, η οποία υποβλήθηκε στις γερμανικές υγειονομικές αρχές, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν περιείχε τις ενδείξεις οι οποίες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, πρέπει να γνωστοποιούνται στη διενεργούσα τον έλεγχο αρχή.
3. Κατόπιν υποβολής ενστάσεως η οποία απορρίφθηκε, η Eurim-Pharm άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Berlin, ισχυριζόμενη ότι η εν λόγω εθνική νομοθεσία είναι αντίθετη προς την απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος των άρθρων 13 και 20 της συμφωνίας μεταξύ Κοινότητας και Αυστρίας. Ειδικότερα, το γεγονός ότι απαιτούνται από τον εισαγωγέα φαρμάκου αυστριακής καταγωγής τα σχετικά με το εν λόγω φάρμακο έγγραφα, ενώ η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εισαγωγής διαθέτει όλα τα αναγκαία έγγραφα, εφόσον έχει ήδη χορηγήσει άδεια διαθέσεως στο εμπόριο του ίδιου προϊόντος από τον διανομέα που όρισε ο παρασκευαστής, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος το οποίο απαγορεύεται από τα προπαρατεθέντα άρθρα. Αυτό δε ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τα απαιτούμενα έγγραφα δεν μπορούν πράγματι να προσκομιστούν χωρίς τη συναίνεση του παραγωγού ή των εγκεκριμένων από αυτόν διανομέων.
4. Η Eurim-Pharm φρονεί ότι η άποψή της επιρρωννύεται από την απόφαση de Peijper (2), που αφορούσε την παράλληλη εισαγωγή φαρμάκων μεταξύ κρατών μελών. Συγκεκριμένα, κατά την άποψη της προσφεύγουσας της κυρίας δίκης, οι εισαγόμενοι με την απόφαση αυτή κανόνες, παρόλον ότι αφορούν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, εφαρμόζονται ομοίως σε προϊόν εισαγόμενο από την Αυστρία, εφόσον τα άρθρα 13 και 20 της προπαρατεθείσας συμφωνίας και τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν ανάλογο περιεχόμενο και επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι την εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές.
5. Το αιτούν δικαστήριο, έχοντας διαπιστώσει πράγματι ότι το προϊόν για το οποίο υπάρχει πρόθεση εισαγωγής από την Αυστρία δια της παραλλήλου οδού είναι πανομοιότυπο με αυτό το οποίο ήδη διατίθεται στο εμπόριο εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τείνει προς την άποψη ότι, εάν στην περίπτωση η οποία τέθηκε υπό την κρίση του έπρεπε να εφαρμοστεί η νομολογία de Peijper, η αρνητική απόφαση των γερμανικών υγειονομικών αρχών θα ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Καθώς όμως διατηρεί ορισμένες αμφιβολίες ως προς το εάν μια τέτοια νομολογία μπορεί αυτούσια και σε κάθε περίπτωση να εφαρμοστεί στο πλαίσιο συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών, υποβάλλει στο Δικαστήριο το ερώτημα εάν τα άρθρα 13 και 20 της συμφωνίας μεταξύ Κοινότητας και Αυστρίας πρέπει να ερμηνεύονται, όσον αφορά την παράλληλη εισαγωγή φαρμάκων, σύμφωνα με τις ίδιες αρχές που ισχύουν για τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, θα προέκυπτε ότι η χορήγηση αδείας διαθέσεως στο εμπόριο φαρμάκου, το οποίο εισήχθη από την Αυστρία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το οποίο είναι καθ' όλα πανομοιότυπο με το μη παράλληλο προϊόν για το οποίο έχει ήδη χορηγηθεί άδεια εντός της τελευταίας αυτής χώρας, δεν θα μπορούσε να εξαρτάται από την προϋποθέση παροχής από τον εισαγωγέα στην αρμόδια υγειονομική αρχή των εγγράφων ή των πληροφοριακών στοιχείων τα οποία αυτή ήδη διαθέτει.
6. Προτού συζητηθεί η ουσία του προβλήματος αυτού, πολλά ζητήματα χρήζουν προηγούμενης εξετάσεως.
Η Βρετανική και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν πράγματι ότι η εισαγωγή του εν λόγω φαρμάκου δεν εμπίπτει στον τομέα εφαρμογής της συμφωνίας.
Κατά τις κυβερνήσεις αυτές, ο σκοπός της συμφωνίας, ο οποίος συνίσταται στην ενθάρρυνση της αναπτύξεως των οικονομικών δραστηριοτήτων των συμβαλλομένων μερών χάρις στην ελευθέρωση των συναλλαγών, συνεπάγεται ότι, για να μπορέσει να τύχει του προβλεπομένου καθεστώτος ελευθέρων συναλλαγών, το προϊόν πρέπει εν πάση περιπτώσει να έχει υποστεί ορισμένη μεταποίηση εντός της χώρας εξαγωγής. Με άλλα λόγια, η συμφωνία εφαρμόζεται στα προϊόντα αυστριακής καταγωγής τα οποία εισάγονται εντός της Κοινότητας και αντιστρόφως, αλλά όχι στα προϊόντα καταγωγής κράτους μέλους τα οποία, κατόπιν απλής διελεύσεως από την Αυστρία, επανεισάγονται εντός της Κοινότητας.
7. Πρέπει να πω ευθύς εξαρχής ότι μια τόσο στενή ερμηνεία της συμφωνίας μου φαίνεται άνευ ερείσματος και, εν κατακλείδει, καθόλου πειστική.
Πρώτον, είναι χρήσιμο να υπομνηστεί ότι, όσον αφορά αυτό τούτο το κείμενό του, το άρθρο 2, το οποίο καθορίζει την έκταση εφαρμογής της συμφωνίας διευκρινίζοντας ότι αυτή εφαρμόζεται στα προϊόντα που έχουν ως καταγωγή την Κοινότητα και την Αυστρία, δεν υπαινίσσεται καθόλου την υποχρεωτική προϋπόθεση ότι τα κοινοτικά προϊόντα εξάγονται προς την Αυστρία ή αντιστρόφως.
8. Δεύτερον, φρονώ ότι ακριβώς οι στόχοι και το πλαίσιο μιας συμφωνίας όπως εν προκειμένω δεν συμβιβάζονται καθόλου με ερμηνεία τείνουσα να περιορίσει αισθητά την έκταση εφαρμογής της.
Πρέπει να υπομνηστεί πράγματι ότι, κατά το άρθρο της 1, η συμφωνία αποσκοπεί στο να προαγάγει, διά της διευρύνσεως των αμοιβαίων εμπορικών συναλλαγών, την αρμονική ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και να συμβάλει κατ' αυτόν τον τρόπο στην ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας, στη βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως και απασχολήσεως, στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην οικονομική σταθερότητα, εξασφαλίζοντας συνθήκες ισότητας των όρων ανταγωνισμού στις συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
Για τον σκοπό αυτό προβλέφθηκε η κατάργηση των δασμών και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος όσον αφορά τις συναλλαγές μεταξύ Κοινότητας και Αυστρίας (άρθρα 3 έως 7). Η ίδια αρχή εφαρμόζεται επί των ποσοτικών περιορισμών και επί των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος (άρθρο 13). Οι διατάξεις αυτές συμπληρώνονται με την απαγόρευση κάθε μέτρου ή φορολογικής πρακτικής που εισάγουν διάκριση (άρθρο 18) και με την κατάργηση κάθε περιορισμού όσον αφορά τις σχετικές προς τις συναλλαγές επί εμπορευμάτων πληρωμές (άρθρο 19). Επιπλέον, η συμφωνία περιέχει ορισμένες διατάξεις περί του ανταγωνισμού, των δημοσίων ενισχύσεων και των πρακτικών dumping (άρθρα 23 και 25).
9. Εξάλλου, όπως υπογραμμίζεται στο προοίμιο της συμφωνίας, η απόφαση των συμβαλλομένων μερών να εξαλείψουν προοδευτικά τα εμπόδια στο κύριο μέρος των συναλλαγών τους εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων της Γενικής Συμφωνίας περί Δασμών και Εμπορίου (GATT) όσον αφορά την ίδρυση ζωνών ελευθέρων συναλλαγών. Δυνάμει του άρθρου ΧΧΙV, αριθ. 8, της GATT, ως ζώνη ελευθέρων συναλλαγών νοείται "ομάς εκ δύο ή περισσοτέρων τελωνειακών εδαφών εντός της οποίας οι δασμοί και οι άλλοι περιοριστικοί του εμπορίου κανονισμοί (...) καταργούνται ως προς το κύριο μέρος του εμπορίου μεταξύ των συνιστώντων τη ζώνη των εδαφών επί προϊόντων καταγομένων εκ των εδαφών τούτων".
10. Συνεπώς, ναι μεν αληθεύει ότι η σύναψη της συμφωνίας αποσκοπούσε κυρίως στο να προαγάγει την εξαγωγή προϊόντων καταγομένων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος προς το άλλο, πλην όμως είναι εξίσου αληθές ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ μιας συσταλτικής ερμηνείας της συμφωνίας αυτής. Όλως αντιθέτως, η έλλειψη σαφούς αναφοράς με τέτοιο νόημα και το προαναφερθέν γενικό πλαίσιο οδηγούν μάλλον στο να θεωρηθεί αυθαίρετη η ερμηνεία η οποία, αποκλείοντας εντελώς από το πεδίο εφαρμογής την περίπτωση επανεισαγωγής των προϊόντων, υπάρχει κίνδυνος να αποτελέσει εμπόδιο για σημαντικό τμήμα των εμπορικών ροών, μειώνοντας έτσι τα ευεργετικά αποτελέσματα τα οποία επιδιώκει μια συμφωνία αυτού του είδους.
11. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει επιπλέον ότι το αιτούν δικαστήριο κακώς αναφέρεται στα άρθρα 13 και 20 της συμφωνίας, ενώ η κρίσιμη εν προκειμένω διάταξη είναι μάλλον το άρθρο 15, παράγραφος 2, το οποίο έχει πιο περιορισμένο περιεχόμενο και κατά το οποίο "επί θεμάτων κτηνιατρικής, υγιεινής και υγιεινής των φυτών, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις τους κατά τρόπο που να μην προκύπτουν διακρίσεις και αποφεύγουν να προβούν στην επιβολή νέων μέτρων που θα είχαν σαν αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη παρεμπόδιση των συναλλαγών".
Φρονώ ωστόσο ότι μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 2, ως γενικής διατάξεως η οποία αφορά όλα τα σχετιζόμενα με το εμπόριο προβλήματα υγειονομικής φύσεως, δεν μπορεί να αντέξει σε μια πιο εμπεριστατωμένη εξέταση. Συγκεκριμένα, όπως σαφώς προκύπτει από την ανάγνωση του συνόλου της διατάξεως, το άρθρο 15 είναι ειδική διάταξη η οποία αφορά αποκλειστικά το εμπόριο γεωργικών προϊόντων, ενώ την προστασία της υγείας εγγυάται με πιο γενικούς όρους ακριβώς το άρθρο 20 της συμφωνίας, το οποίο, όπως το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, επιτρέπει τους περιορισμούς ή τις απαγορεύσεις που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας των ανθρώπων, υπό την προϋπόθεση ότι οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν αποτελούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων, ούτε συγκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
12. Πριν από την εξέταση της ουσίας του προβλήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, πρέπει, τέλος, να δοθεί απάντηση στο άλλο ερώτημα, εάν δηλαδή είναι δυνατόν να γίνει επίκληση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου των κρισίμων διατάξεων της συμφωνίας.
Η νομολογία του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού μου φαίνεται αρκούντως πλούσια και συνεκτική ώστε να επιτρέπει να βρεθεί χωρίς μεγάλη δυσκολία μια προσήκουσα λύση σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη.
Κατά πάγια πράγματι νομολογία, "διάταξη συμφωνίας που έχει συναφθεί από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ότι εφαρμόζεται απευθείας, όταν, εν όψει του γράμματός της, καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση που δεν εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης" (3).
13. Επιπλέον, στην απόφαση Kupferberg I (4), το Δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 21 της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ Κοινότητας και Πορτογαλίας, αφού απέρριψε διάφορες αντιρρήσεις στηριζόμενες κυρίως επί της ενδεχομένης απουσίας αμοιβαιότητας και επί της υπάρξεως ειδικού θεσμικού πλαισίου όσον αφορά τις διαβουλεύσεις και τις διαπραγματεύσεις σχετικά με την εκτέλεση της συμφωνίας, διευκρίνισε ότι η εν λόγω συμφωνία "αποβλέπει στη δημιουργία συστήματος ελευθέρου εμπορίου στο πλαίσιο του οποίου οι περιοριστικές εμπορικές κανονιστικές ρυθμίσεις εξαλείφονται κατά το ουσιώδες μέρος των εμπορικών ανταλλαγών προϊόντων που κατάγονται από τα συμβαλλόμενα μέρη, ιδίως με την κατάργηση των τελωνειακών δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, καθώς και με την εξάλειψη ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος". Κατέληξε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, της συμφωνίας, το οποίο έχει διατύπωση ανάλογη με αυτήν του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, "επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη την ανεπιφύλακτη υποχρέωση να μην εισάγουν διακρίσεις στον φορολογικό τομέα, υποχρέωση που εξαρτάται από την απλή διαπίστωση ότι τα προϊόντα που υπόκεινται σε ορισμένο σύστημα φορολογίας είναι ομοειδή και της οποίας τα όρια προκύπτουν απευθείας από το αντικείμενο της συμφωνίας. Η διάταξη αυτή δύναται άρα να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια και να παράγει επομένως άμεσα αποτελέσματα σε όλη την Κοινότητα".
14. Δεδομένου όμως ότι η συμφωνία που εξέτασε το Δικαστήριο στην απόφαση Kupferberg I είχε διάρθρωση ανάλογη με αυτήν της επίμαχης εν προκειμένω συμφωνίας και ότι τα άρθρα 13 και 20 της συμφωνίας με την Αυστρία επαναλαμβάνουν κατ' ουσίαν την απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος η οποία περιέχεται στα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, φρονώ ότι η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση μπορεί κάλλιστα να μεταφερθεί στην περίπτωση που μας απασχολεί. Εξάλλου το Δικαστήριο, αν και δεν ασχολήθηκε ρητώς με το ζήτημα αυτό, φαίνεται ότι αναγνώρισε εμμέσως το άμεσο αποτέλεσμα διατάξεως περιεχομένης στη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ Κοινότητας και Ελβετίας, της οποίας η διατύπωση είναι πανομοιότυπη με αυτήν του άρθρου 13 της εν λόγω συμφωνίας (5).
15. Για να έλθω στην ερμηνεία των διατάξεων που αποτελούν το αντικείμενο του ερωτήματος το οποίο υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, πρέπει να επισημανθεί κατ' αρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία που έχει δοθεί σε διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να μεταφερθεί, απλώς κατ' αναλογία, στις αντίστοιχες διατάξεις συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών (6).
Αυτή η έκφραση αρχής, καθ' όλα παραδεκτή καθεαυτήν, πρέπει ωστόσο να περιοριστεί κατά το περιεχόμενό της, το οποίο ασφαλώς δεν συνίσταται στο να ενθαρρύνει ή να δικαιολογεί κατά γενικό τρόπο διιστάμενες ερμηνείες, αφενός, της Συνθήκης ΕΟΚ και, αφετέρου, των αντίστοιχων διατάξεων που περιέχονται στις συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών των οποίων η Κοινότητα αποτελεί το ένα των συμβαλλομένων μερών.
Στην πραγματικότητα, η υιοθέτηση της προαναφερομένης απόψεως, η οποία απαντά επίσης σε αποφάσεις προγενέστερες (7) της πιο γνωστής αποφάσεως Polydor, δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά την εφαρμογή μιας γενικής αρχής νομικής ερμηνείας, η οποία επανελήφθη επίσης στη Σύμβαση της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών (8), κατά την οποία ένας κανόνας πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του γενικοτέρου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται (9).
16. Επομένως, μολονότι είναι αληθές ότι καταρχήν μια ερμηνεία την οποία δίδει το Δικαστήριο εντός του πλαισίου της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί αυτόματα να μεταφερθεί στο πλαίσιο μιας συμφωνίας με τρίτη χώρα, είναι ομοίως αληθές ότι, ενόψει διατάξεων που έχουν διατυπωθεί με τρόπο κατ' ουσίαν πανομοιότυπο και που εκφράζουν κανόνες θεμελιώδους σημασίας τόσο στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και στο πλαίσιο συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών, πρέπει παρ' όλ' αυτά να προσδιορίζονται οι ειδικοί λόγοι που ενδεχομένως μπορούν να οδηγήσουν σε αποκλίνουσα ερμηνεία.
17. Η ανάγνωση αυτή της "νομολογίας Polydor" είναι, κατ' εμέ, η πλέον ορθή και φαίνεται να επιρρωννύεται επίσης από την πιο πρόσφατη νομολογία (10).
Εν πάση περιπτώσει, κατά την άποψή μου, υπ' αυτήν την προοπτική πρέπει να θεωρηθεί η απόφαση de Peijper (11), με την οποία το Δικαστήριο απάντησε σε δύο ερωτήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που άσκησε ο εισαγγελέας του Ρόττερνταμ κατά επιχειρηματία, ο οποίος κατηγορείτο ότι διέθεσε σε ολλανδικά φαρμακεία, χωρίς την έγκριση των αρμοδίων αρχών, φάρμακα που είχε εισαγάγει από το Ηνωμένο Βασίλειο.
18. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο διευκρίνισε κατ' αρχάς ότι η κανονιστική ρύθμιση ή η πρακτική που οδηγεί στη διοχέτευση των εισαγωγών κατά τέτοιο τρόπο ώστε μόνον ορισμένοι επιχειρηματίες να μπορούν να τις διενεργούν, ενώ άλλοι να αποκλείονται από αυτές, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, το οποίο απαγορεύει το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Αφού υπενθύμισε ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική που έχει ή μπορεί να έχει περιοριστικό αποτέλεσμα στις εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, κατά την έννοια του άρθρου 36, παρά μόνον καθόσον είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, το Δικαστήριο εξέτασε στη συνέχεια τις διάφορες υποθετικές περιπτώσεις που παρέθεσε το αιτούν δικαστήριο.
19. Έκανε διάκριση μεταξύ αφενός των εγγράφων που αφορούν γενικά ένα φάρμακο, εν προκειμένω του "φακέλου" που προβλέπεται από την ολλανδική νομοθεσία, και αφετέρου των εγγράφων που αφορούν μια συγκεκριμένη παρτίδα του φαρμάκου αυτού που εισήχθη από ορισμένο επιχειρηματία, εν προκειμένω των "πρωτοκόλλων" που απαιτεί η νομοθεσία αυτή.
Ως προς τα έγγραφα που αναφέρονται σε δεδομένο φαρμακευτικό προϊόν, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, "αν οι υγειονομικές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής διαθέτουν ήδη, κατόπιν προηγουμένης εισαγωγής, όλες τις φαρμακευτικές ενδείξεις που αφορούν το εν λόγω φάρμακο και έχουν κριθεί απαραίτητες για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας και του αβλαβούς του φαρμάκου, δεν είναι αναγκαίο για να προστατευθεί η υγεία και η ζωή των ανθρώπων να απαιτήσουν οι ρηθείσες αρχές από τον δεύτερο επιχειρηματία που εισήγαγε ένα καθ' όλα όμοιο φάρμακο να τους υποβάλει εκ νέου στις πιο πάνω ενδείξεις ότι, κατ' ακολουθία, η εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική που επιβάλλει τέτοια υποχρέωση δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης" (σκέψεις 21 και 22).
20. Το Δικαστήριο κατέληξε κατ' ουσίαν στο ίδιο συμπέρασμα όσον αφορά τα έγγραφα που αφορούν συγκεκριμένες παρτίδες του εισαχθέντος φαρμάκου, εφόσον, μολονότι αναγνώρισε ότι οι ελεγκτικές αρχές έχουν έννομο συμφέρον να μπορούν να εξακριβώνουν ανά πάσα στιγμή και κατά τρόπο ασφαλή αν ορισμένη παρτίδα του φαρμάκου είναι σύμφωνη με τις ενδείξεις που αναφέρονται στον φάκελο, επισήμανε, πρώτον, ότι οι εθνικές αρχές διαθέτουν νομοθετικά και διοικητικά μέσα ικανά να εξαναγκάσουν τον παρασκευαστή ή τον αναγνωρισμένο αντιπρόσωπό του να παράσχει τα στοιχεία που επιτρέπουν να διακριβωθεί ότι το φάρμακο που πράγματι εισήχθη διά της παραλλήλου οδού είναι το ίδιο με το φάρμακο για το οποίο έχουν ήδη ενημερωθεί οι εθνικές αρχές και, δεύτερον, ότι μια απλή συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών θα τους παρείχε τη δυνατότητα να προμηθευθούν αμοιβαία, για ορισμένα προϊόντα λίγο πολύ τυποποιημένα και μεγάλης κυκλοφορίας, τα απαραίτητα έγγραφα για τον έλεγχο.
21. Τέλος, στηριζόμενο επίσης στη δυνατότητα της αρμόδιας διοικητικής αρχής του κράτους μέλους εισαγωγής να συλλέγει τα δεδομένα και τα πληροφοριακά στοιχεία από τον παρασκευαστή ή τον αναγνωρισμένο αντιπρόσωπό του, το Δικαστήριο τόνισε ότι η προεκτεθείσα λύση ισχύει ομοίως όταν το εισαχθέν φάρμακο αποτελεί παραλλαγή του ήδη εγκεκριμένου προϊόντος, υπό την προϋπόθεση ότι οι διαφορές είναι ασήμαντες και δεν έχουν άλλες θεραπευτικές επιπτώσεις.
22. Η Επιτροπή και οι δύο κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις εν προκειμένω τονίζουν ότι η θέση του Δικαστηρίου στην απόφαση de Peijper κατέστη δυνατή χάρις στις προόδους που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο εκείνο στον τομέα της εναρμονίσεως της νομοθεσίας σχετικά με τα φάρμακα (12) καθώς και χάρις στην υπάρχουσα συνεργασία στον τομέα αυτό μεταξύ διοικητικών υπηρεσιών των κρατών μελών (13).
Στο πλαίσιο αυτό έγινε επίσης μνεία της ανακοινώσεως της Επιτροπής περί των παραλλήλων εισαγωγών φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (14), δημοσιευθείσας μετά την απόφαση de Peijper, όπου η Επιτροπή τόνισε όλως ιδιαιτέρως τη σπουδαιότητα της συνεργασίας μεταξύ διοικητικών αρχών των κρατών μελών για την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου επί των φαρμάκων τα οποία εισάγονται παραλλήλως.
Στηριζόμενες όμως ακριβώς στις σκέψεις αυτές, η Επιτροπή και οι κυβερνήσεις που άσκησαν εν προκειμένω παρέμβαση φρονούν ότι δεν είναι δυνατό να μεταφερθεί η νομολογία αυτή στο πλαίσιο συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών, η οποία δεν προβλέπει καμία νομοθετική εναρμόνιση ούτε ειδική υποχρέωση συνεργασίας στον τομέα αυτό μεταξύ διοικητικών υπηρεσιών των συμβαλλομένων μερών.
23. Οι παρατηρήσεις αυτές, τις οποίες θα μπορούσα θεωρητικώς να συμμεριστώ, δεν μου φαίνονται ωστόσο πρόσφορες όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβλήθηκε από το αιτούν δικαστήριο στο Δικαστήριο.
Όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το Verwaltungsgericht Berlin δέχθηκε πράγματι ότι το φάρμακο του οποίου ζητείται η εισαγωγή είναι καθ' όλα πανομοιότυπο με προϊόν το οποίο ήδη διατίθεται στη γερμανική αγορά.
Με άλλα λόγια, η υποβληθείσα στο Δικαστήριο περίπτωση αντιστοιχεί στην πρώτη από τις υποθετικές περιπτώσεις που διέλαβε η απόφαση de Peijper, σχετικά με προϊόντα των οποίων έχει διαπιστωθεί η ταυτότητα και για τα οποία δεν είναι αναγκαία καμία ιδιαίτερη έρευνα ούτε συνεργασία από την πλευρά των οικείων διοικητικών υπηρεσιών, οι οποίες διαθέτουν ήδη όλα τα αναγκαία έγγραφα.
Το εμπόδιο το οποίο τίθεται στον παράλληλο εισαγωγέα είναι επομένως καθαρά τυπικό και δεν μπορεί να βρει την παραμικρή εύλογη δικαιολογία στο επίπεδο της προστασίας της υγείας των ανθρώπων, ακόμα και στο πλαίσιο μιας συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
24. Ως προς τις αντιρρήσεις, οι οποίες επίσης προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, σχετικά με τον κίνδυνο να ερμηνευθούν οι διατάξεις της συμφωνίας κατά τρόπο που δεν θα συμμερίζεται το έτερο συμβαλλόμενο μέρος και, επομένως, με τη δυνατότητα αποκλίνουσας εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ικανής να επηρεάσει τις συνθήκες ανταγωνισμού στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Αυστρίας και Κοινότητας, φρονώ ότι ούτε αυτές είναι πειστικές.
Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι τέτοιο ενδεχόμενο υπάρχει πάντοτε οσάκις ένα δικαστικό όργανο του ενός εκ των συμβαλλομένων μερών καλείται να εφαρμόσει τις διατάξεις διεθνούς συνθήκης, φρονώ ότι η παρούσα διαδικασία δεν αποκάλυψε το παραμικρό στοιχείο που να επιτρέπει τη σκέψη ότι βασίμως το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί συμβιβαστά προς τη συμφωνία μέτρα που ευνοούν την διοχέτευση των εισαγωγών και ουδεμία δικαιολογία βρίσκουν από πλευράς προστασίας της υγείας των ανθρώπων. Εξάλλου, ενδεχόμενη διάσταση στην εφαρμογή της συμφωνίας θα μπορούσε να διευθετηθεί καταλλήλως μέσω των διαδικασιών επιλύσεως των διαφορών που προβλέπονται από την ίδια τη συμφωνία.
25. Πριν καταλήξω, θα ήθελα να διασκεδάσω τους φόβους της Βρετανικής Κυβερνήσεως ως προς το ενδεχόμενο, στην περίπτωση ερμηνείας της συμφωνίας η οποία ευνοεί τις παράλληλες εισαγωγές φαρμάκων, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να οδηγηθούν σε αύξηση των εφαρμοστέων τιμών για τα φάρμακα τα οποία διαθέτουν στο εμπόριο εντός των υπό ανάπτυξη χωρών, ως προς τις οποίες η Κοινότητα έχει δεσμευθεί να εξαλείψει μονομερώς τα εμπόδια στις εισαγωγές.
Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης παρατηρήσεως, αρκεί πράγματι να παρατηρηθεί ότι τα ερμηνευτικά κριτήρια τα οποία υιοθέτησε το Δικαστήριο ως προς τις διατάξεις των διεθνών συμφωνιών, λαμβάνοντας ως βάση κυρίως τη φύση και τον σκοπό της συμφωνίας, δεν επιτρέπουν, ούτως ή άλλως, μια ερμηνεία δοθείσα στο πλαίσιο συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών να μπορεί αυτομάτως να μεταφέρεται στο πλαίσιο συμφωνίας με υπό ανάπτυξη χώρες.
26. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στο ερώτημα που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht Berlin:
"Τα άρθρα 13 και 20 της συμφωνίας μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η χορήγηση αδείας διαθέσεως στο εμπόριο εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας φαρμάκου εισαχθέντος από την Αυστρία, το οποίο είναι καθ' όλα όμοιο με φάρμακο ήδη εγκεκριμένο εντός του κράτους αυτού, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση να παρέχει ο εισαγωγέας στην αρμόδια υγειονομική αρχή έγγραφα ή ενδείξεις τα οποία αυτή ήδη διαθέτει".
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * ΕΕ 1972, L 300, σ. 1.
(2) * Απόφαση της 20ής Μαΐου 1976, 104/75 (Συλλογή 1976, σ. 241).
(3) * Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991, 18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. Ι-199, σκέψη 15) απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 14).
(4) * Aπόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81 (Συλλογή 1982, σ. 3641).
(5) * Απόφαση της 24ης Απριλίου 1980, 65/79, Chatain (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 17).
(6) * Προπαρατεθείσα απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, Kupferberg, σκέψη 30 απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 270/80, Polydor (Συλλογή 1982, σ. 329, σκέψεις 15 και 16).
(7) * Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1979, 225/78, Bouhelier, (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 525, σκέψη 6).
(8) * Βλ. άρθρο 31, παράγραφος 1, κατά το οποίο η συνθήκη δέον να ερμηνεύεται καλή τη πίστη συμφώνως προς την συνήθη έννοιαν ήτις δίδεται εις τους όρους της συνθήκης εν τω συνόλω αυτών και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της .
(9) * Υπενθυμίζω τον αρχαίο ερμηνευτικό κανόνα, ο οποίος αποδίδεται στον Κέλσο και κατά τον οποίο: Incivile est, nisi tota lege perspecta, una aliqua particula eius proposita, iudicare vel respondere.
(10) * Στην πρόσφατη απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Legros (Συλλογή 1992, σ. Ι-4625, σκέψη 26), το Δικαστήριο, αναφερόμενο στη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με τη Σουηδία, έκρινε ότι η συμφωνία θα στερούνταν σημαντικού μέρους της πρακτικής της αποτελεσματικότητας αν η έννοια της φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο της 6 επρόκειτο να ερμηνευθεί ως έχουσα πεδίο εφαρμογής στενότερο αυτού του ίδιου όρου που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη ΕΟΚ .
(11) * Προπαρατεθείσα απόφαση της 20ής Μαΐου 1976.
(12) * Βλ. την οδηγία 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25) την οδηγία 75/318/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1975, περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις αναλυτικές τοξικοφαρμακολογικές και κλινικές προδιαγραφές και πρωτόκολλα στον τομέα των δοκιμών των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 54) την δεύτερη οδηγία (75/319/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 66).
(13) * Βλ. κυρίως τα άρθρα 8 έως 15 της οδηγίας 75/319/ΕΟΚ και την απόφαση 75/320/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1975, περί δημιουργίας Φαρμακευτικής Επιτροπής (JO L 147, σ. 23).
(14) * ΕΕ C 115 της 6ης Μαΐου 1982, σ. 5.
Full & Egal Universal Law Academy