ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 24ης Νοεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι, όσον αφορά τη νομοθεσία που ισχύει στη φλαμανδική κοινότητα στον τομέα μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52, 59, 60 και 221 της Συνθήκης ΕΟΚ. Οι επόψεις της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως, κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή, είναι τέσσερις: α) η απαγόρευση μεταδόσεως μέσω του καλωδιακού δικτύου τηλεοπτικών προγραμμάτων που εκπέμπονται σε άλλη γλώσσα πλην εκείνης του κράτους μέλους καταγωγής β) η απαίτηση προηγουμένης εγκρίσεως για τη μετάδοση, μέσω δικτύου τηλεδιανο-μής, τηλεοπτικών προγραμμάτων που εκπέμπουν ιδιωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη γ) οι προϋποθέσεις ως προς την εγγραφή του κεφαλαίου της ιδιωτικής τηλεοπτικής εταιρίας- τέλος, δ) ο ορισμός της έννοιας των «ιδίων παραγωγών πολιτιστικού περιεχομένου».
Τα μέτρα αυτά, που προβλέπονται με το διάταγμα της φλαμανδικής κοινότητας της 28ης Ιανουαρίου 1987 ( 1 ) και στην απόφαση της φλαμανδικής εκτελεστικής εξουσίας της 11ης Μαΐου 1988 ( 2 ), περιγράφονται λεπτομερώς στην έκθεση ακροατηρίου, στην οποία και παραπέμπω θα αναφερθώ σ' αυτά μόνον εφόσον τούτο χρειάζεται για την ανάλυση των διαφόρων αιτιάσεων της Επιτροπής.
— Η προϋπόθεση ως προς τη γλώσσα των προγραμμάτων
2.
Η αιτίαση που προβάλλεται συναφώς αναφέρεται στην απαγόρευση, που προβλέπεται στο άρθρο 3 του διατάγματος της 28ης Ιανουαρίου 1987, μεταδόσεως στη Φλάνδρα, μέσω των εκμεταλλευομένων τα δίκτυα τηλεδιανομής, τηλεοπτικών προγρα-μάτων που εκπέμπουν οι ραδιοφωνικοί ή τηλεοπτικοί οργανισμοί άλλων κρατών μελών, όταν η εκπομπή δεν είναι στη γλώσσα ή σε μια από τις γλώσσες του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο οργανισμός αυτός. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μια τέτοια απαγόρευση, η οποία δεν αφορά τα προγράμματα των βελγικών τηλεοπτικών οργανισμών, είναι ασυμβίβαστη προς τους κανόνες που διέπουν την παροχή υπηρεσιών.
Στην πραγματικότητα, η ίδια η Βελγική Κυβέρνηση δεν φαίνεται να αμφισβητεί σοβαρά την έλλειψη νομιμότητας, καθόσον δέχθηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι, όπως είναι διατυπωμένη, η απαγόρευση συνιστά τυπικώς δυσμενή διάκριση. Άλλωστε, κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, η Βελγική Κυβέρνηση είχε ανακοινώσει στην Επιτροπή την πρόθεση της να τροποποιήσει το άρθρο 3 του διατάγματος της 28ης Ιανουαρίου 1987 για να επεκτείνει την απαγόρευση στα προγράμματα που παράγονται στο Βέλγιο και να καταργήσει έτσι τη βαλλόμενη δυσμενή διάκριση. Εξάλλου, αυτήν ακριβώς την τροποποίηση, η οποία έχει υποβληθεί ήδη προς έγκριση στο φλαμανδικό συμβούλιο αλλά δεν έχει θεσπισθεί ακόμη μέχρι σήμερα, συζήτησαν ευρέως οι διάδικοι κατά τη διαδικασία, διατηρώντας ωστόσο σαφώς αποκλίνουσες απόψεις όσον αφορά το ζήτημα αν η τροποποίηση αυτή ήταν ικανή να εξαφανίσει την παράβαση.
Όσον αφορά την παρούσα διαδικασία, πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι, αν ληφθεί υπόψη η φύση και το περιεχόμενο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 169, η προαναφερθείσα πρόταση τροποποιήσεως είναι άσχετη προς το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, δεδομένου ότι αποκλείεται — προφανώς — το Δικαστήριο να διατυπώσει γνώμη επί του συμβιβαστού ενός μέτρου το οποίο δεν έχει θεσπισθεί ήδη ή και να αποφανθεί επί παραβάσεως η οποία είναι ακόμη υποθετική (...). Κατά συνέπεια, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αφορούν αποκλειστικά το επίδικο μέτρο υπό την παρούσα διατύπωση του.
3.
Κατόπιν αυτού, και εξετάζοντας την ουσία του ζητήματος, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα άρθρα 59 και 60 απαγορεύουν κάθε δυσμενή διάκριση έναντι του παρέχοντος υπηρεσίες λόγω της ιθαγένειάς του ή λόγω του ότι είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία. Εξάλλου, με την απόφαση Bond van Adverteerders ( 3 ), το Δικαστήριο σαφώς έκρινε ότι η καλωδιακή μετάδοση προγραμμάτων συνιστά παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης.
Είναι αναμφισβήτητο ότι το επίδικο μέτρο συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, καθόσον εμποδίζει τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη να μεταδίδουν στη φλαμανδική κοινότητα, μέσω του δικτύου τηλεδιανομής, προγράμματα τα οποία δεν έχουν «ετοιμαστεί» στην επίσημη γλώσσα του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι οι ίδιοι αυτοί οργανισμοί.
Μια τέτοια απαγόρευση εισάγει εξάλλου δυσμενή διάκριση όχι μόνο από τυπική άποψη, καθόσον εφαρμόζεται αποκλειστικά στις εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που είναι εγκατεστημένοι στα άλλα κράτη μέλη ( 4 ), αλλά επίσης και κυρίως από ουσιαστική άποψη. Στην πραγματικότητα, από την ίδια της τη φύση η απαγόρευση αυτή είναι τέτοια ώστε να έχει εφαρμογή μόνο έναντι των σταθμών που είναι εγκατεστημένοι στα άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι έτσι είναι οι μόνοι στους οποίους δεν παρέχεται η δυνατότητα να μεταδίδουν προγράμματα στην ολλανδική γλώσσα: πράγματι, είναι καθ' όλα προφανές ότι οι φλαμανδικοί σταθμοί δεν έχουν κανένα εμπορικό συμφέρον να μεταδίδουν, στο εθνικό έδαφος, προγράμματα σε άλλη γλώσσα πλην της γαλλικής ή της ολλανδικής. Επομένως, πρόκειται για μέτρο προστατευτισμού όχι μόνον από τυπική άποψη, αλλά και από ουσιαστική, ως εκ τούτου δε είναι — καταρχήν — ασυμβίβαστο προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης.
4.
Πάντως, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, μολονότι χλιαρά, ότι το επίδικο μέτρο δεν είναι παράνομο, καθόσον, όπως έκρινε το ίδιο το Δικαστήριο με την απόφαση Van Binsbergen ( 5 ), ένα κράτος μέλος δικαιούται να θεσπίζει διατάξεις προκειμένου να εμποδίζει τον παρέχοντα υπηρεσίες, του οποίου η δραστηριότητα στρέφεται πλήρως ή κυρίως προς το έδαφος του κράτους αυτού, να εκμεταλλεύεται την ελευθερία που διασφαλίζεται με το άρθρο 59 με σκοπό να αποφύγει την εφαρμογή των επαγγελματικών κανόνων οι οποίοι θα είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του αν ήταν εγκατεστημένος στο έδαφος του οικείου κράτους.
Συναφώς, δεν χρειάζεται καν να τονιστεί ότι η νομολογία αυτή επιτρέπει σε κράτος μέλος να θεσπίζει ειδικά μέτρα σε ατομική περίπτωση καταστρατηγήσεως, ασφαλώς όμως δεν του επιτρέπει να αποκλείει από την αγορά του και κατά τρόπο γενικό μια κατηγορία επιχειρηματιών. Όντως, η επίδικη απαγόρευση δεν έχει διατυπωθεί κατά τρόπο που να εμποδίζει την καταστρατήγηση των κανόνων εσωτερικού δικαίου περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως: πράγματι, η διάταξη έχει εφαρμογή στη μετάδοση όλων των προγραμμάτων τα οποία δεν εκπέμπονται στη γλώσσα του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο σταθμός και ανεξάρτητα από την «ποσότητα» των εκπομπών που μεταδίδονται στην ολλανδική γλώσσα από συγκεκριμένο σταθμό, εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος.
5.
Εν συνεχεία, όσον αφορά τους λόγους που επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση για να δικαιολογήσει ένα τέτοιο μέτρο, υπενθυμίζω, προκαταρκτικά, ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι «εθνικές ρυθμίσεις που δεν έχουν αδιακρίτως εφαρμογή στις παροχές υπηρεσιών ανεξαρτήτως της προελεύσεως τους και που εισάγουν, ως εκ τούτου, δυσμενείς διακρίσεις συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο μόνον αν μπορούν να υπαχθούν σε ρητή εξαιρετική διάταξη» ( 6 ).
Η μόνη εξαιρετική διάταξη που μπορεί να έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση είναι, επομένως, εκείνη του άρθρου 56 της Συνθήκης (στην οποία παραπέμπει το άρθρο 66), δυνάμει της οποίας μέτρα τα οποία εισάγουν ενδεχομένως δυσμενείς διακρίσεις μπορούν να δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.
Όμως, οι αόριστοι λόγοι πολιτιστικής φύσεως που επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση (διατήρηση της πολυφωνίας στον Τύπο, προστασία και ανάπτυξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και βιωσιμότητα των τηλεοπτικών σταθμών, εμπορικών και κρατικών, που είναι επιφορτισμένοι με πολιτιστική αποστολή) δεν είναι τέτοιας φύσεως, προφανώς, ώστε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 ούτε, ειδικότερα, μπορούν να θεωρηθούν ως «λόγοι δημοσίας τάξεως», αν ληφθεί υπόψη η περιοριστική νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό ( 7 ). Εξάλλου, η ίδια η φλαμανδική εκτελεστική εξουσία, με το σημείωμά της που επισυνάπτεται στο έγγραφο της 3ης Ιουλίου 1990, αναγνώρισε ρητά ότι το αντικείμενο της επίδικης απαγορεύσεως ήταν η προστασία των ολλανδικών εταιριών ραδιοτηλεοράσεως από τον ανταγωνισμό που προέρχεται από άλλα κράτη μέλη.
Λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες παρατηρήσεις πρέπει, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το επίδικο μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει των παρεκκλίσεων του άρθρου 56 της Συνθήκης και, επομένως, είναι ασυμβίβαστο προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης.
— Οι άλλες αιτιάσεις
6.
Όσον αφορά τα άλλα μέτρα κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή, δηλαδή: β) την απαίτηση προηγουμένης εγκρίσεως για τη μετάδοση, μέσω του δικτύου τηλεδιανομής, τηλεοπτικών προγραμμάτων που εκπέμπουν οι ιδιωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που είναι εγκατεστημένοι στα άλλα κράτη μέλη γ) τη δυσμενή διάκριση ως προς τις λεπτομέρειες εγγραφής του κεφαλαίου της ιδιωτικής εταιρίας τηλεοράσεως, και δ) τον ορισμό της έννοιας των «ιδίων παραγωγών πολιτιστικού περιεχομένου», αρκεί η παρατήρηση ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι τα μέτρα αυτά εισάγουν προφανώς δυσμενή διάκριση.
Πράγματι, η Βελγική Κυβέρνηση αρκείται στον ισχυρισμό ότι η φλαμανδική εκτελεστική εξουσία υπέβαλε στο φλαμανδικό συμβούλιο σχέδιο διατάγματος που αποβλέπει στην αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής και ότι, για λόγους εσωτερικής τάξεως, η έγκριση του σχεδίου αυτού θα απαιτήσει περισσότερο χρόνο από τον αρχικά προβλεφθέντα. Επομένως, ως προς τις αιτιάσεις αυτές, η παράβαση αναγνωρίστηκε ρητά.
7.
Υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων καταλήγω, επομένως, προτείνοντας στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή και να καταδικάσει το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Διάταγμα σχετιχά με τη μετάδοση οπτικοακουστικών προ-γραμμάτων στα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δίκτυα και την έγκριση των ιδιωτικών εταιριών τηλεοράσεως (Moniteur belge τη; 19.3.1987, σ. 4196).
( 2 ) Απόφαοη οχετικά με το μερίδιο των παραγωγών πολιτιστικού περιεχομένου στον προγραμματισμό των ιδιωτικών εταιριών τηλεοράσεως (Moniteur belge της 1.6.1988, σ. 7946).
( 3 ) Απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, (Συλλογή 1988, σ. 2085, σκέψεις 14 έως 16) βλ. επίσης τις αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-288/89, Collectieve Antennevoorziening Gouda (Συλλογή 1991, σ. I-4008), και C-353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. I-4069).
( 4 ) Πράγματι, ol φλαμανδικοί σταθμοί έχουν επίσης το δικαίωμα να μεταδίδουν, στο εθνικό έδαφος, προγράμματα τα οποία έχουν παραχθεί σε άλλη γλώσσα πλην της γαλλικής ή της ολλανδικής.
( 5 ) Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, (Συλλογή τόμος 1974, σ. 513, σκέψη 13). Υπό την ίδια έννοια, βλ. επίσης τις αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 204/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, (Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 22), και της 27ης Σεπτεμβρίου 1989,130/88, Van de Bijl (Συλλογή 1989, o. 3039, σκέφη 26
( 6 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, Bond van Adverteerders, σκέψη 32.
( 7 ) Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 56, καθόσον η εφαρμογή της συνεπάγεται παρέκκλιση από θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης (άρθρο 3, στοιχείο γ), πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρώς, λόγος για τον οποίο η εφαρμογή της απαιτεί «πραγματική και αρκετά σοβαρή απειλή, η οποία θίγει θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας» (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchcrcau, Συλλογή τόμος 1977, σ. 17, οκέψη 35), καθώς και τη θέσπιση αναλογικών μέτρων και αυστηρώς αναγκαίων σε σχέση με τα συμφέροντα που τα μέτρα αυτά προορίζονται να διαφυλάξουν (βλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 1982, 115/81 και 116/81, Adoni ν.αι Cornuaille, Συλλογή 1982, σ. 1665, σκέψη 9).
Full & Egal Universal Law Academy